4 Φεβ. 2021

Αιωνία η ευγνωμοσύνη μας και η μνήμη του αθάνατου Γέρου του Μοριά

| Ιστολόγιο |


 

«Λάμπουν τὰ χιόνια στὰ βουνὰ κι ὁ ἥλιος στὰ λαγκάδια
λάμπουν καὶ τὰ ᾽λαφρὰ σπαθιὰ τῶν Κολοκοτρωναίων»

 

Γράφει ο Δημήτρης Νατσιὸς, δάσκαλος - Κιλκὶς

 



4 Φεβρουαρίου τοῦ 1843. Ὁ Θοδωρὴς Κολοκοτρώνης, ἁρπάζεται ἀπὸ τὰ φτερὰ τῆς δόξας καὶ μπαίνει διὰ παντὸς στὸ ἅγιο εἰκονοστάσι τοῦ Γένους. Τελευταία του ἐπιθυμία, νὰ βάλουν στὸ μνῆμα του τὴν ἡμισέληνο, κάτω ἀπὸ τὰ τσαρούχια του, νὰ τὴν πατάει καὶ πεθαμένος τὴν Τουρκιά, ὅπως τὴν πατοῦσε, καὶ ὅταν τὴν πολεμοῦσε καὶ τὴν κατατρόπωνε…
Διαβάζεις τὰ ἀπομνημονεύματα καὶ τὶς φυλλάδες του γιὰ τὴν Ἐθνεγερσία καὶ νομίζεις ὅτι ἀνοίγεις ἕνα «μυρογιάλι», ἐκεῖνα τὰ μικρὰ φιαλίδια ποὺ περιέχουν ἀρώματα ἐξαίσια. Ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικὴ ἀναδίδεται, παρ᾽ ὅλα τὰ πάθια καὶ τοὺς καημοὺς ἐκείνης τῆς περιόδου.
Ἔχω τὸ συνήθειο, ὅταν συναντῶ στὰ ἀναγνώσματά μου, λόγια καὶ ἐπεισόδια τῶν ἀγωνιστῶν, ποὺ στέκεσαι καὶ τὰ ξαναδιαβάζεις, ποὺ κρύβουν στὰ φυλλώματά τους πετράδια, νὰ τὰ καταγράφω, γιὰ νὰ μὴν λησμονηθοῦν. Σκοπός μου νὰ τὰ μοιραστῶ μὲ τοὺς μαθητές μου. Σ᾽ αὐτὲς τὶς ἐξοπλιστικὲς ἡλικίες, τὰ παιδιὰ δὲν θέλουν περισπούδαστες ἀναλύσεις καὶ κενόλογες φλυαρίες.
Μαθαίνουν μὲ τὸ παράδειγμα, μὲ τὸ παραμύθι, μὲ τὴν ἀξία καὶ τὴν ἀρετὴ σαρκωμένες σὲ πρόσωπα. Τὸ λυμφατικὸ κράτος διδάσκει μὲ συνταγὲς μαγειρικῆς, ἐμεῖς θὰ ἐπιμένουμε νὰ δίνουμε στοὺς μαθητές μας παραδείγματα ἀπὸ τὰ ἀντρειωμένα χρόνια. Εἴπαμε πνευματικὸ ἀρματολίκι…
Μάχη τῆς Γράνας, 10 Αὐγούστου τοῦ 1821. Βγῆκαν οἱ πολιορκημένοι στὴν Τριπολιτσὰ Τοῦρκοι νὰ χτυπήσουν τοὺς Ἕλληνες. Ὁ Κολοκοτρώνης εἶχε διατάξει νὰ ἀνοιχθεῖ τάφρος (γράνα) 700 μέτρων, βάθους ἑνὸς καὶ πλάτους δύο μέτρων. Κάποια στιγμὴ οἱ Τοῦρκοι ἐπιτίθενται στὴ γράνα καὶ ἀπὸ τὶς δύο μεριές. Ἔπρεπε ὁ Γέρος τοῦ Μοριὰ νὰ διατάξει τὰ παλληκάρια του νὰ χωριστοῦν, νὰ μοιραστοῦν τὰ καριοφίλια, νὰ «χτυποῦν» οἱ μισοὶ πρὸς τὴν μία πλευρὰ καὶ οἱ ἄλλοι μισοὶ πρὸς τὴν ἄλλη. Ἐρωτῶ τοὺς μαθητές μου πῶς τὸ ἔκανε πάνω στὴν ἀντάρα τῆς μάχης: Τοὺς βασάνισα κανένα πεντάλεπτο καὶ ἄκουσα ἀπίθανες ἀπαντήσεις.
Τί εἶπε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ἀμέσως χωρίστηκαν τὰ ντουφέκια; «Κῶλο μὲ κῶλο, ὠρὲ Ἕλληνες!».
«Χαμὸς» στὴν τάξη, γέλια καὶ θαυμασμὸς γιὰ τὴν μεγαλοφυία τοῦ Γέρου.
Λίγο πρὶν συλλάβει ἡ βαυαρικὴ ἀντιβασιλεία τὸν ἐλευθερωτὴ τοῦ Ἔθνους μας, ὁ ἀντιβασιλεὺς Ἄρμανσπεργκ, θέλοντας νὰ τὸν δοκιμάσει, τοῦ εἶπε:
- Ἔχεις πολλους ἐχθρούς, στρατηγέ.
- Ἔχω παραδέχτηκε ὁ Κολοκοτρώνης, μὰ δύο ἀπ᾽ αὐτούς, στέκονται οἱ χειρότεροι ἀπ᾽ ὅλους.
- Καὶ ποιοί εἶναι οἱ δύο αὐτοὶ ἐχθροί σου; ρώτησε περίεργα ὁ προϊστάμενος τῶν ἀντιβασιλιάδων.
- Ὁ Γέρος τοῦ ἀποκρίθηκε: Ὁ ἕνας τ᾽ ὄνομά μου κι ὁ ἄλλος οἱ δούλεψές μου γιὰ τὴν πατρίδα.
Σεπτέμβριος τοῦ 1833. Ἔστειλαν οἱ Βαυαροὶ ἕνα «τσοῦρμο», σαράντα «χωροφύλακες» γιὰ νὰ ἁλυσοδέσουν, ποιόν; τὸ ἀθάνατο Εἰκοσιένα. Ἀρχηγός τους κάποιος εὐτελὴς καὶ γλοιώδης μοίραρχος, ὀνόματι Κλεόπας. Μόλις τὸν εἶδε ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ, εἶπε: Ἔφτανε, ὠρὲ Κλεόπα,  νὰ μοῦ στείλουν ἕνα σκυλὶ μαλλιαρό, ἀπὸ ἐκείνα ὁποὺ κάνουν θελήματα, μ’ ἕνα γράμμα στὸ στόμα νἀ πάω στ᾽ Ἀνάπλι καὶ μ᾽ ἕνα φαναράκι νὰ φέγγει καὶ τῶν δυονῶν μας…
Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ τρόπος ποὺ ἔκοψε τὸ κάπνισμα ὁ Κολοκοτρώνης. Ὅταν κάποτε ξέμεινε ἀπὸ καπνό, ἔξυσε τὴν πίπα του γιὰ νὰ καπνίσει ὅσα ὑπολείμματα εἶχαν μείνει, ἀλλὰ ἀηδίασε ἀπὸ τὴν πίκρα.
«Ὁρίστε ἄνθρωπος ποὺ θέλει νὰ ἐλευθερώσει τὸν τόπο του καὶ δὲν μπορεῖ ὁ ἴδιος νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸ πάθος του. Θεέ μου συγχώρα με», εἶπε καὶ πέταξε τὸν καπνὸ καὶ τὰ σύνεργά του.
Ἡ μάχη στὸ Βαλτέτσι κράτησε σχεδὸν 23 ὧρες καὶ ἦταν ἡ πρώτη σημαντικὴ νίκη τοῦ Ἀγώνα. Ἀμέσως μετὰ τὴ μάχη, ὁ Κολοκοτρώνης συγκινημένος μίλησε πρὸς τοὺς νικητὲς καὶ ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος στὰ Ἀπομνημονεύματά του, τοὺς εἶπε μεταξὺ ἄλλων ὅτι ἡ ἡμέρα αὐτὴ πρέπει νὰ καθαγιαστεῖ μὲ νηστεία ὅλων καὶ νὰ ἑορτάζεται ἡ ἐπέτειός της εἰς «αἰῶνας αἰώνων, ἕως οὗ στέκει τὸ ἔθνος, διότι ἦτο ἡ ἐλευθερία τῆς πατρίδος». Ἡ νίκη στὸ Βαλτέτσι ἐνίσχυσε τὸ ἠθικὸ καὶ τὴν αὐτοπεποίθηση τῶν Ἑλλήνων, στοιχεῖα ποὺ ἔπαιξαν ἀποφασιστικὸ ρόλο στὴν ἅλωση τῆς Τριπολιτσᾶς (23 Σεπτεμβρίου 1821).
Στὰ πρῶτα χρόνια τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, στὴν Ἐθνοσυνέλευση τῆς Τροιζήνας συνέβη τὸ ἑξῆς περιστατικό. Οἱ πληρεξούσιοι, ὅπως ἔλεγαν τότε τοὺς βουλευτὲς τοῦ νεοσύστατου ἑλληνικοῦ κράτους, συνεδρίαζαν στὰ χωράφια καὶ τὰ περιβόλια, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας. Ὅλοι τους κάθονταν σταυροπόδι, κάτω στὸ χῶμα καὶ μόνον ὁ Κολοκοτρώνης ἦταν σκαρφαλωμένος στὴ διχάλα μιᾶς λεμονιᾶς. Κάποτε, λοιπόν, ἤθελαν νὰ ψηφίσουν ἕνα νομοσχέδιο καὶ μερικοὶ πληρεξούσιοι πρότειναν νὰ κοπεῖ στὸ κείμενο τοῦ νομοσχεδίου ἡ φράση «ἐν αὐτῇ». Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως προσπαθοῦσε νὰ τοὺς πείσει πὼς δὲν ἦταν σωστὸ νὰ περικοποῦν οἱ δύο αὐτὲς λέξεις, ἡ φράση «ἐν αὐτῇ», γιατί θὰ ἀλλοιωνόταν ὅλο τὸ νόημα τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου. Κάποια στιγμὴ δύο πληρεξούσιοι σηκώθηκαν ὀργισμένοι ἀπὸ τὶς «θέσεις» τους καὶ ἄρχισαν νὰ φωνάζουν πρὸς τὸ προεδρεῖο: Νὰ κοπεῖ τὸ «ἐν αὐτῇ». Ναί, νὰ κοπεῖ. Τὸ «ἐν αὐτῇ» νὰ κοπεῖ ὁπωσδήποτε, ὁ ἄλλος.Ὄχι, δὲν κόβεται τὸ «ἐν αὐτῇ» καὶ ἡ συνεδρίαση ἐξελισσόταν σὲ σύρραξη.
Ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ λαγοκοιμόταν, ἀφήνοντας τοὺς λογιότατους νὰ ἐρίζουν, μὲ τὴν ἀκατανόητη, γι’ αὐτόν, στεγνὴ καὶ τυποποιημένη γλώσσα τους. Ἀκούγοντας ὅμως τὰ λόγια καὶ τὴν φασαρία, πήδηξε μ’ ἕνα σάλτο κάτω ἀπὸ τὴν λεμονιὰ καὶ πηγαίνοντας κατ’ εὐθείαν πρὸς τὸ προεδρεῖο, ἔξαλλος ἄρχισε νὰ ρωτᾶ: τίνος τὸ αὐτὶ θὰ κόψετε, ὠρὲ πατριῶτες; Τόσο μεγάλο ἔγκλημα ἔκανε ὁ ἄνθρωπος; Ντροπή μας Ἕλληνες.
Ἐμεῖς ἀγωνιστήκαμε τόσα χρόνια γιὰ νὰ διώξουμε  τὸν  τύραννο  καὶ  τώρα θ’ ἀρχίσουμε νὰ κόβουμε τὰ αὐτιὰ τοῦ κοσμάκη; Μέσα σ’ ἕνα πανδαιμόνιο ἀπὸ γέλια, χρειάστηκε νὰ ἐπέμβει ὁ Πρόεδρος, γιὰ νὰ ἐξηγήσει στὸν Κολοκοτρώνη ὅτι παρεξήγησε τὰ πράγματα. Στὸ τέλος, βέβαια, κατάλαβε καὶ ὁ Κολοκοτρώνης τὴν γκάφα του καὶ τοὺς εἶπε χαμογελώντας: Ἐ! Καλὰ δά, δὲν εἶναι καὶ τίποτα σπουδαῖο, ὠρὲ γραμματιζούμενοι. Πῶς θέλετε νὰ καταλάβω, ἐγὼ ὁ σκράπας, τὶς ἑλληνικοῦρες σας. Λέξεις κόψτε ὅσες θέλετε, αὐτιὰ μία φορὰ νὰ μὴν πειράξετε, γιατί θά ’χουμε ἄσχημα ξεμπερδέματα. Εἶπα κι ἐγὼ παλάβωσαν οἱ καλαμαράδες. Τί κόρακα μαθές!
Αἰωνία του ἡ μνήμη καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ ἔθνους μας στὸν ἀθάνατο Γέρο τοῦ Μοριά. Νά ΄χουμε τὴν εὐχή του…

christianvivliografia.wordpress.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης