Η Πλατυτέρα των Ουρανών

13 Μαϊ. 2022

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου

 

 ~ Ὁ Γερο-Κοσμᾶς γεννήθηκε στό Ἀγγελοχώρι τῆς Θράκης τό 1897. Τό κοσμικό του ὄνομα ἦταν Κλεάνθης, καί η ζωή του ἦταν καλογερική καί ἀπό τόν κόσμο.
  Ἀσκήτευε στό κτῆμα του κάνοντας παρόμοια ἐργασία (κηπουρός). Ἐργαζόταν καί ἐκεῖ τήν ἀγάπη πάλι γιά τούς ἄλλους καί μάζευε συνέχεια ἀγάπη ἀπό τόν Χριστό. Ἔκανε δηλαδή πολλές ἐλεημοσύνες καί βοηθοῦσε συνήθως ἐκείνους πού εἶχαν τάση νά κλέβουν, ὅταν εἶχαν ἀνάγκη, γιά νά τούς προφυλάξη ἀπό τό θανάσιμο ἁμάρτημα τῆς κλοπῆς καί ἀπό ἄλλα χειρότερα…
Μια φορά, ἕνας μικρός, ὁ ὁποῖος μοῦ τό διηγήθηκε μεγάλος πιά, πῆγε στόν κῆπο του, γιά νά ἀγοράση κηπουρικά καί μετά νά ἀγοράση καί ἄλλα πράγματα ἀπό τά καταστήματα. Μόλις ἔφθασε στόν κῆπο, τί νά ἰδῆ! Τά χρήματα τά εἶχε χάσει. Ἄρχισε νά κλαίη ὁ μικρός καί νά φέρνη κακές σκέψεις καί λύσεις, γιατί φοβόταν τό γερό ξύλο πού τόν περίμενε ἀπό τήν μάνα του.
Ἀφοῦ τόν καθησύχασε τόν μικρό ὁ τότε Κλεάνθης, τοῦ λέει:
- Θυμᾶσαι, παιδί μου, πόσα χρήματα σοῦ ἔδωσε ἡ μάνα σου καί τί σοῦ εἶπε νά ἀγοράσης;
- Ναι, ἀπήντησε ὁ μικρός.
Τοῦ ἔδωσε λοιπόν τά κηπουρικά, τοῦ ἔδωσε καί τά ρέστα καί τοῦ λέει:
- Μη στενοχωρῆσαι καθόλου, ἀλλά νά προσέχης ἄλλη φορά.

Τέτοια καί ἄλλα ἔκανε στόν κόσμο, ὅταν ζοῦσε στήν πατρίδα του. Γύρω στο 1914 ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο καί ἄφησε τόν ἀδελφό του καί τόν κήπο του καί ἦλθε στο Περιβόλι τῆς Παναγίας νά ἀγωνιστῆ μαζί μέ πνευματικούς ἀδελφούς. Ἐκάρη Μοναχός τό 1915. Παρέμεινε δε στήν Ἱ. Μονή Σταυρονικήτα μέχρι τό 1924 καί, μέ τήν ἀλλάγή τοῦ Ἡμερολογίου, ἔφυγε τόν ἑπόμενο χρόνο καί κοινοβίασε στήν Ἱ.Μονή τοῦ Παντοκράτορος. Ἐκεῖ παρακάλεσε τούς Πατέρες νά μένη ἔξω τῆς Μονῆς, στἠν Ἀμελικά πού ἦταν κοντά στήν μετάνοιά του. Εἶχε ἀσκητέψει καί σε ἄλλα μέρη τοῦ Ἁγίου Ὄρους μέχρι τό 1939. Ἀλλά ἀπό τό 1939 καί στήν συνέχεια ἀγωνιζόταν πιά στήν Ἀμπελακιά. Ὅλη μέρα δουλειά καί εὐχή ἀδιάλειπτη. Τό σῶμα του τό εἶχε τελείως παραμελημένο, διότι ὅλη τήν προσπάθειά του τήν εἶχε στρέψει στήν ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς του. Τά ροῦχα του ἦταν λασπωμένα ἀπό τόν ἱδρῶτα καί τό χῶμα. Σε μία ἄκρη στο πάτωμα εἶχε κάτι παλιές κουβέρτες, ὅπου πλάγιαζε, οἱ ὁποῖες εἶχαν τόσο πολύ χῶμα, πού, ἐάν ἔριχνες σπορίδια, θά φύτρωναν.
Ἐνῶ ἐργαζόταν πολύ σκληρά καί ἀγωνιζόταν καί στά πνευματικά φιλότιμα, περνοῦσε μέ λίγη λιτή τροφή, χόρτα, κανένα ξηρό καρπό καί παξιμάδι. Τά χρήματα πού δίνουν στά Ἰδιόρρυθμα γιά τά διακονήματα, ἀπό ὁποῖα συντηροῦνται οἱ Πατέρες, ὁ Γερο-Κοσμᾶς δέν τά ἔπαιρνε καί τούς ἔλεγε:
- Νά τά κρατῆστε, Γεροντάδες, θά τά πάρω ἀργότερα ὅλα μαζεμένα.
Ἐκεῖνοι νόμιζαν ὅτι θά τά ἔπαιρνε στά γεράματά του, ἀλλά ὁ Γερο-Κοσμᾶς ἐννοοῦσε στήν ἄλλη ζωή. Ἐπίσης τις «κουμπάνιες», δηλαδή τά τρόφιμα κλπ, πού τοῦ ἔδινε ἡ Μονή, τά μοίραζε εὐλογία στά Γεροντάκια τῆς Καψάλας. Ἐάν κανένα Γεροντάκι δέν τά δεχόταν, τήν ἄλλη φορά που θά πήγαινε ὁ Γερο-Κοσμᾶς τοῦ ἔλεγε:
- Γέροντα, σοῦ ἔφερα μερικά πράγματα γιά πούλημα καί τοῦ τα ἔδινε σχεδόν δωρεάν.
Ἔτσι, τοῦ ἀνέπαυε τόν λογισμό, καί τά ἐλάχιστα ἐκεῖνα χρήματα τά ἔδινε σε ἄλλον εὐλογία. Μέ αὐτές τις ἐπαφές μέ τούς Πατέρες βοηθιόταν καί ο ἴδιος πνευματικά ἀπό τις συμβουλές τους. Ἄλλες ἐπαφές δέν εἶχε, ἐκτός ὅταν ἐκκλησιαζόταν καί κοινωνοῦσε. Τόν ἔβλεπε κανείς πάντοτε κάτω από τά κλήματα νά καθαρίζη τίς ἀγριάδες καί μέ τήν ἀδιάλειπτη εὐχή νά καθαρίζη μέ δάκρυα τήν ψυχή του. Ἦταν κοντούλης καί ἡλιοκαμένος, ἀλλά ἔλαμπε φορές-φορές τό πρόσωπό του. Αὐτό τό εἶδα μέ τά μάτια μου, ἀλλά καί ἄλλοι Πατέρες μοῦ τό εἶπαν. Τήν τελευταία φορά πού τόν εἶδα, μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση, γιατί, τήν ὤρα πού τόν ρωτοῦσα γιά κάτι, ἄστραψε πάλι τό πρόσωπό του πιό πολύ, καί μέ θάμπωσε ὁ Γερο-Κοσμᾶς!
Αὐτή ἦταν καί ἡ τελευταία συνάντηση.
Τό 1970, στις 13 Ἀπριλίου, πέταξε ἀπό τό Περιβόλι τῆς Παναγίας σάν Ἄγγελος στούς Οὐρανούς ὁ Γερο-Κοσμᾶς ἀπό τό Ἀγγελοχώρι τῆς Θράκης. Τήν εὐχή του νά ἔχουμε. Ἀμήν.

Από το βιβλίο ”Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα” του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου
Έκδοση: Ιερόν γυναικείον Ησυχαστήριον Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

15 Φεβ. 2022

| Ιστολόγιο |


 






1859 – 13.2.1940

 

 ~~ Ὁ σπουδαῖος γιὰ τὴν ἀρετὴ του αὐτὸς ἡγούμενος, κατὰ κόσμον ὀνομαζόταν Κυριάκος Βαμβάκος.
Εἰκοσάχρονος ἔρχεται ἀπὸ τὰ Βουρλὰ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τὴν πατρίδα του, στὴ δεύτερη πολυαγαπημένη πατρίδα του, τὸ ἁγιοτρόφο Ἅγιον Ὅρος, τὸ 1879 καὶ μετὰ τριετία κείρεται μοναχός. Μετὰ ὑπερεικοσάχρονη θητεία στὴν ὑπακοὴ καὶ στὴ διακονία του παραδίδεται ἡ ἡγουμενικὴ ράβδος τῆς μάνδρας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, τῆς ἱερᾶς κοινοβιακῆς μονῆς Καρακάλλου. Συνεχίζει καὶ ἀπὸ τὴν πρώτη αὐτὴ θέση τὰ φιλόπονα ὅσο καὶ φιλόθεα ἔργα του.

Στὴν κοινή, καθημερινή, πολύωρη θεία λατρεία ἦταν ἕνας στύλος, ποὺ μὲ τὸ παράδειγμά του φώτιζε τοὺς μοναχούς του. Τίποτε δὲν τὸν εὔχαριστοϋσε περισσότερο ἀπὸ τὴν προσευχή. Ἀργολογίες καὶ ἀνυπακοὲς τὸν πλήγωναν, γιατί ἔβλεπε ἐκεῖ προσφορὰ λύπης στὸν Κύριο. Ἡ πολυτέλεια, ἡ πολυλογία, οἱ κοσμικότητες, οἱ καινοτομίες δὲν ἤθελε ποτὲ νὰ διαβαίνουν τὴν πύλη τῆς ἀρχαίας μονῆς του. Ποτὲ δὲν τὸν εἶδε κανένας ἀργό. Σὰν ξέφευγε ἀπὸ τὰ καθήκοντά του, θὰ τὸν εὕρισκες μὲ τὸ κομποσχοίνι ἢ τὸ βιβλίο. Ὁ ὕπνος του λίγος. Μερικὲς φορὲς τὸν ἔπαιρνε πάνω στὸ μπαστούνι του, σὰν τὸν τσομπάνη, καὶ χάμω στὸ πάτωμα, γιὰ νὰ θυμᾶται τὸν τάφο του.
Μοναχός, ἔλεγε, σημαίνει νὰ θέλεις νὰ κοιμηθεῖς καὶ νὰ μὴν κοιμᾶσαι. Νὰ θέλεις νὰ φᾶς καὶ νὰ μὴν τρῶς. Νὰ θέλεις νὰ πιεῖς καὶ νὰ μὴν πίνεις… Τέτοιος μοναχὸς καλὸς... ἦταν ὁ ἴδιος. Ποτὲ δὲν εἶδαν κατεβασμένο τὸ ἡγουμενικὸ στασίδι, οὔτε στὶς πολύωρες, ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες, καὶ ἂς ἔπασχε ἀπὸ κήλη. Ἕνα ὁλόκληρο μῆλο δὲν μποροῦσε νὰ τὸ φάει μόνος του, ἔπρεπε νὰ τὸ μοιράσει. Ὅσο αὐστηρὸς ἦταν μὲ τὸν ἑαυτό του, τόσο ἐπιεικὴς ἦταν μὲ τοὺς ἄλλους, ἰδιαίτερα στὶς ὧρες τῆς ἐξομολογήσεως. Ἔλεγε στὸν μετανοοῦντα: «Ἔλα, παιδί μου, νὰ κάνουμε μερικὲς μετάνοιες, νὰ παρακαλέσουμε τὸν Χριστὸ νὰ σὲ διαφυλάξει». Τὸ παρεκκλήσι τοῦ ἁγίου ὁσιομάρτυρος Γεδεῶν, ποὺ ἐξομολογοῦσε, εἶχε ποτιστεῖ μὲ πολλά του δάκρυα. Ἤξερε ν΄ ἀγαπᾶ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ νὰ μισεῖ τὴν ἁμαρτία, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο. Οἱ δοκιμασίες τὸν δυνάμωναν στὸν ἀγώνα του καὶ ποτὲ δὲν τὸν ἀπόκαμαν. Τὶς λύσεις ὅλων τῶν προβλημάτων του ζητοῦσε μὲ τὴν προσευχή. Ἤξερε νὰ προσεύχεται. Νὰ κρούει τὴν θύρα τοῦ θείου ἐλέους καὶ νὰ τοῦ ἀνοίγεται. Σπάνιος πνευματικὸς πατέρας, ἄγρυπνος, γλυκύς, ἀκούραστος στὴν ἄσκηση τῆς ἀγάπης.
Ὅταν προσκυνοῦσε τ΄ ἅγια λείψανα, γέμιζε δάκρυα. Συχνὰ στὶς θεῖες Λειτουργίες δάκρυζε. Ἰδιαίτερα ὅταν ἔλεγε: «Πάντων ἠμῶν μνησθείη…».
Μὲ τὸν ἐξομολογούμενο ἔκλαιγε μαζί του ὁ ἐξομολόγος πατέρας. Προσευχόμενος εἶχε τὴν μακαρία, εὐλογημένη καὶ θεοδώρητη κατάνυξη.

Ἕναν μήνα πρὶν τὴν ἐκδημία του παρητήθη οἰκειοθελῶς τῆς ἠγουμενείας. Προαισθάνθηκε τὸ τέλος του. Εἶχε 58 ἔτη στὸ Ἅγιον Ὅρος. Ἀνεπαύθη στὶς 31.1.1940. Ὁ θάνατος ἦλθε ἀπὸ γηρατειά. Μέχρι τὶς τελευταῖες του ὧρες συμβούλευε, καθοδηγοῦσε, νουθετοῦσε τοὺς πατέρες κι ἀδελφούς του. Στὸ μοναχολόγιο τῆς μονῆς ἀναφέρεται: «Τὴ 1η Ἰανουαρίου 1940 παρητήθη οἰκειοθελῶς λόγω γήρατος καὶ ἀσθενείας, τὴν δὲ 31ην τοῦ ἰδίου μηνὸς (13 Φεβρουαρίου 1940 μὲ τὸ νέο ἡμερολόγιο) ἀπέθανε περὶ ὥραν 2αν ἑσπέρας».

Ὁ Γέροντας Βασίλειος Καρακαλλινὸς ἔγραφε: «Ὁ σωματικὸς θάνατος τοῦ ἀειμνήστου Κοδράτου κατελύπησε πάντας τοὺς χριστιανοὺς τοὺς μακρὰν καὶ τοὺς ἐγγύς τοῦ Ἁγίου Ὅρους, ὅσοι ἐγνώρισαν αὐτὸν καὶ ἐξωμολογήθησαν. Ἦτο ὁ πρῶτος, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, τῶν πνευματικῶν τοῦ Ἁγίου Ὅρους, τὴν ὠφέλειαν δέ, ἢν ἀπεκόμιζον οἱ ἐξομολογούμενοι παρ΄ αὐτοῦ, δύνανται οἱ ἴδιοι νὰ ὁμολογήσουν. Ὁ ἁγνὸς καὶ ἅγιος βίος του, τὸν κατέταξεν ἀσφαλῶς εἰς τὰ ἐπουράνια σκηνώματα».
Ὁ καλὸς βιογράφος του ἀρχιμανδρίτης Χερουβεὶμ († 1979), τῆς μονῆς Παρακλήτου, γράφει προλογικὰ γι΄ αὐτόν: «Τὸ βιβλίο εἶναι ἀφιερωμένο στὴν δυναμικὴ φυσιογνωμία τοῦ Ἱερομονάχου Κοδράτου (1859-1940), πού διέλαμψε ὡς ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Καρακάλλου καὶ ὡς ἐξομολόγος καὶ πνευματικὸς καθοδηγητὴς πολυαρίθμων ψυχῶν. Τὰ πολλά του φυσικὰ χαρίσματα, τὸ σπινθηροβόλο του πνεῦμα, ἡ ἀσκητική του καρτερία, ἡ ἀρτία ἐσωτερική του συγκρότησις τὸν ἀνέδειξαν πρότυπο πνευματικοῦ ἠγέτου». Ἡ δεξιοτεχνία του στὴν διοίκησι τῆς Μονῆς καὶ ἡ ἱκανότης του στὴν διαποίμανσι τῶν ψυχῶν, συνδυασμὸς δυσεύρετος, ὑπῆρξε τὸ πιὸ ἔντονο χαρακτηριστικό τῆς προσωπικότητός του».
Ὁ ἱερομόναχος Ἀθανάσιος Ἰβηρίτης (†1973) ἔλεγε περὶ αὐτοῦ: «Ὁ παπα-Κοδράτος ἦταν ἕνας πραγματικὸς ψαράς. Κατώρθωνε μὲ ἀπαράμιλλη τέχνη νὰ ψαρεύη τὶς ψυχές. Γιὰ δίχτυ εἶχε τὴν κατάνυξι. Γιὰ καλάμι τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ. Γιὰ δόλωμα τὴν ἀγάπη».

Βιβλιογραφία: Βασιλείου Καρακαλλινού μοναχού,
Ιερά Μονή Καρακάλλου, Άγιον Όρος

trelogiannis.blogspot.com


 

 

 



7 Φεβ. 2022

| Ιστολόγιο |


 

 

Αθανασίου Ρακοβαλή

 

 

Κάποιοι μοναχοί ήταν δύσπιστοι. Ο Περικλής στον «Επιτάφιο» του λέει, ότι η αιτία που δεν πιστεύουν οι άνθρωποι στα κατορθώματα των άλλων είναι ο φθόνος. Δηλαδή δεν μπορούμε να παραδεχθούμε την ανωτερότητα των άλλων εξ’ αιτίας του φθόνου μας. Θέλουμε όλους να τους κατεβάζουμε στα μέτρα μας.
Γι’ αυτούς ο γέρο-Ηρωδίων δεν μπορούσε να ήταν ένα πνευματικό ανάστημα, δεν τους ταίριαζε… ήταν μόνο ένα σαλεμένο γεροντάκι. Εγώ όμως δεν συμφωνούσα μαζί τους. Εξ άλλου είχα ιδία πείρα, είχα ακούσει με τα αυτιά μου. Αυτοί όχι.

Για να είμαι σίγουρος πήγα στον γέροντα, τον π. Παΐσιο. Μόλις του είπα για τον γέρο-Ηρωδίωνα άστραψαν τα μάτια του από την χαρά του. Ευχαριστήθηκε, αγαλλίασε η ψυχή του.
– Είναι μεγάλος ασκητής, μου είπε. Έστειλα τον π. Αρσένιο να του φτιάξει την σκεπή πού έπεσε και δεν δέχτηκε. Κάθεται εκεί σε μια γωνιά του δωματίου πού έχει από πάνω ένα κομμάτι σκεπής και προσεύχεται όλη την νύχτα. Κάνει μεγάλη άσκηση.
– Γέροντα, έμαθε και ο «Πρώτος» και θα πάει να τον επισκεφθεί, να δει αν αυτά πού λένε γι’ αυτόν είναι αληθινά ή είναι όντως σαλός.
|Γέλασε ο γέροντας.
– Μην στεναχωριέσαι, μου λέει,… θα τον βολέψει και αυτόν μια χαρά.
Πράγματι, ο «Πρώτος» πήρε τον φίλο μου και πήγε να βγάλει άκρη, να λύσει το μυστήριο…
– Τον τρέλανε ο γέρο-Ηρωδίων, μου λέει ο φίλος μου… τον έκανε βαπόρι, έφυγε αγανακτισμένος και… σίγουρος για την τρέλλα του. Τζάμπα η ταλαιπωρία του στα μονοπάτια της Καψάλας.

Στους μικρούς και τους αδύνατους, στα μωρά του κόσμου ανοιγόταν ο γέρο - Ηρωδίων, όχι σ’ αυτούς που δεν είχαν ανάγκη, αλλά μόνο μία περιέργεια.
Γι’ αυτούς ήταν στρείδι κλειστό, αδιαπέραστος. Εμείς μικρά παιδιά ήμασταν τότε, ταλαιπωρημένοι, χτυπημένοι πνευματικά, αδύνατοι… γι’ αυτό μας αγκάλιαζε και μας έδινε από τον πνευματικό πλούτο του.

Πήγε μια άλλη φορά ο φίλος μου έναν νέο μοναχό πού ήθελε να φύγει από το μοναστήρι του. Είχε πολλούς λογισμούς, έντονους να φύγει. Ήταν χειμώνας. Δέκα πόντους χιόνι σκέπαζε την γη και βαρειά μολυβένια σύννεφα τον ουρανό.
Αφού τον άκουσε για κάμποση ώρα του λέει.
– Οι λογισμοί είναι σαν τα σύννεφα πού μας κρύβουν τον ήλιο, δηλαδή την χάρη του Θεού. Άμα θέλεις να ζεσταθείς πνευματικά πρέπει να διώχνεις τους λογισμούς, αλλιώς θα παγώνεις.
– Πώς να διώχνω τους λογισμούς γέροντα;
– Για τον Θεό δεν είναι τίποτα να σου πάρει τους λογισμούς, όμως πρέπει εσύ να αγωνιστείς να τους διώξεις.
Δεν μιλούσε ο νέος μοναχός, έδειχνε μια δυσπιστία.
– Θέλεις να σου πάρω τους λογισμούς; ρώτησε ο γέρο-Ηρωδίων.
– Θέλεις να πω στον Θεό να πάρει τα σύννεφα, να μας ζεστάνει ο ήλιος; ξαναρώτησε.
Πάλι δεν απάντησε, δύσπιστος.
Σήκωσε το χέρι του ο γέρο-Ηρωδίων στον ουρανό και έδιωχνε τα σύννεφα.
– Φύγετε σύννεφα, φύγετε… είπε και αμέσως άνοιξε μια τρύπα στον ουρανό και τους έλουσε το φως του ήλιου.
Τα χάσαμε και οι δύο.
– Θέλεις να κάνω έτσι με το χέρι μου και να γεμίσει ο τόπος λουλούδια;
απευθύνθηκε ξανά στον νέο.

– Όχι γέροντα, όχι, φώναξε συγκινημένος και ταραγμένος.
Σηκώθηκε, τον ευχαρίστησε, πήρε την ευχή του και έφυγε πνευματικά στερεωμένος για το μοναστήρι του. Είχε αλλάξει η εσωτερική του κατάσταση.

Τον αγάπησα τον γέρο-Ηρωδίωνα. Όποτε βρισκόμουν στον Άγιον Όρος ρωτούσα γι’ αυτόν και ήθελα να τον συναντήσω. Και αυτός με δεχόταν. Τον συνάντησα ακόμα λίγες φορές.
…Η ψυχή μου ήταν ανοιχτή στα μάτια του. Ήταν σαν τους αρχαίους ασκητές, σαν αυτά που διάβαζα στο «Γεροντικό»…
Πήγα μία έκτακτη επίσκεψη για κάποιον λόγο. Όταν έφτασα στο κελλί μου είπαν ότι σε μία ώρα θα γίνει η κηδεία του γέρο-Ηρωδίωνα. Ξαφνιάστηκα. Φυσικά πήγα αμέσως.
Μαζευτήκαμε όσοι τον αγαπούσαμε. Εγώ από την Θεσσαλονίκη, ο άλλος από την Αθήνα ο άλλος από την άλλη άκρη του Αγίου Όρους. Όλοι το μάθαμε «τυχαία» και βρεθήκαμε εκεί, τέτοια «σύμπτωση». Μας «μάζεψε» ο Γέροντας.
Αυτή δεν ήταν κηδεία, ήταν ανάσταση, Πάσχα. Είχε κάτι το χαρμόσυνο, το λαμπρό. Νοιώθαμε πολύ όμορφα. Θαύμασα.
Αυτά είπα την άλλη μέρα στον γέροντα Παΐσιο. Τα δέχτηκε όλα. Τα «σφράγισε» με τον λόγο του.
Ο γέρο-Ηρωδίων μπήκε με άριστα στον Παράδεισο, είπε ...

trelogiannis.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

29 Δεκ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

  Ο Όσιος Γρηγόριος γεννήθηκε στις αρχές του 14ου αιώνα σε άγνωστη περιοχή των Βαλκανίων (ίσως στην Σερβία). Νέος άκουσε να μιλούν για την αρετή του μεγάλου Γρηγορίου του Σιναΐτου και έγινε μαθητής του. Μετά την κοίμηση του μεγάλου αυτού ανακαινιστή του ησυχαστικού βίου στο Άγιον Όρος και στα Βαλκάνια, ο Γρηγόριος ήλθε από την Κωνσταντινούπολη και συνάντησε τον Άγιο Ρωμύλο στα Παρόρια, κοντά στα σύνορα Βυζαντίου και Βουλγαρίας, περί το 1350. Σύντομα, οι συχνές τουρκικές επιδρομές τούς ανάγκασαν να εγκαταλείψουν το ερημητήριό τους και να καταφύγουν μαζί με τον πνευματικό τους γέροντα Ιλαρίωνα στην Ζαγορά.
Λίγο αργότερα ο Ρωμύλος έφυγε για το Άγιον Όρος, όπου πήγε και τον συνάντησε ο Γρηγόριος μετά τον θάνατο του Ιλαρίωνος. Εγκαταβίωσαν μαζί ησυχαστικά και αγωνίζονταν στον αγώνα της αρετής, κοντά στην Μεγίστη Λαύρα, στις έρημες εσχατιές του Άθωνα. Οι πολλοί μοναχοί και προσκυνητές, όμως, που έρχονταν να ζητήσουν συμβουλές και παρηγορία, τους υποχρέωσαν να αποσυρθούν σε ακόμη πιο απομονωμένη τοποθεσία.
Μετά τον θάνατο του ηγεμόνος της Σερβίας Ιωάννη Ούγγλεση (1371), μεγάλου προστάτη του Αγίου Όρους, εξαπλώθηκε εκ νέου μεταξύ των μοναχών ο φόβος των επιδρομών των Τούρκων, και πολλοί, όπως ο Όσιος Ρωμύλος, εγκατέλειψαν τον Άθωνα. Ο Όσιος Γρηγόριος ωστόσο έμεινε στο Άγιον Όρος και ίδρυσε, κοντά στο κελλί όπου εγκαταβίωνε, την Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου, η οποία σήμερα ονομάζεται Οσίου Γρηγορίου.
Η απειλή των Τούρκων τον ανάγκασε τελικά να φύγει και εκείνος από το Άγιον Όρος και να πάει στην Σερβία, όπου κυβερνούσε ο ευλαβής και φιλομόναχος πρίγκιπας Λάζαρος, ο οποίος γέμισε τους λόφους και τα βουνά της πατρίδας του με μοναστήρια, και έσπευσε να υποδεχθεί τον Άγιο Ρωμύλο, τον Άγιο Γρηγόριο και τους άλλους αγιορείτες μοναχούς που κατέφυγαν εκεί.
Ο Όσιος Γρηγόριος και οι μαθητές του που τον ακολούθησαν – ονομάσθηκαν Σιναΐτες εξαιτίας της αφοσίωσής τους στην διδασκαλία του μεγάλου Γρηγορίου του Σιναΐτου – έλαβαν από τον πρίγκηπα έναν ήρεμο και γαλήνιο τόπο, ονόματι Μπρανίτσεβο. Ο Άγιος εγκαταστάθηκε σε μια σπηλιά, που σύντομα μετετράπη σε ναό αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο και ίδρυσε για τους μαθητές του την Μονή Γκόρνιακ. Από εκεί ξεκινώντας οι Σιναΐτες ίδρυσαν πολλές άλλες μονές σε άλλες περιοχές της Σερβίας, διαχέοντας στον σερβικό λαό την παράδοση της νοεράς προσευχής που προερχόταν από τον Άθωνα και το Σινά.
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο Όσιος Γρηγόριος επέστρεψε στην μονή που ίδρυσε στον Άθωνα, λίγο πριν την εν Κυρίω κοίμησή του. Τα λείψανά του φυλάσσονταν εκεί μέχρι την πυρκαγιά του 1761, οπότε μεταφέρθηκαν στην Σερβία, όπου κατατέθηκαν διαδοχικά σε διάφορα καθιδρύματα πριν κατατεθούν τελικά στην Μονή Γκόρνιακ.
Τμήμα των λειψάνων του επέστρεψε πρόσφατα στην Μονή Οσίου Γρηγορίου στο Άγιον Όρος.

Από το βιβλίο
Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας,
υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου,
Τόμος τέταρτος - Eκδόσεις “Ίνδικτος”

koinoniaorthodoxias.org

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

18 Δεκ. 2021

Ο ιερομόναχος Γρηγόριος Σιμωνοπετρίτης, είναι ο μοναχός που μελοποίησε το ποίημα του Αγίου Νεκταρίου «Αγνή Παρθένε Δέσποινα». Από πολύτεκνη Ευλογημένη οικογένεια εκ των οποίων τα δύο αγόρια στην Σιμωνόπετρα και δύο κορίτσια μοναχές στην Ορμύλια. Οι προσευχές τέτοιων ανθρώπων κρατάνε τον κόσμο σήμερα!

trelogiannis.blogspot.com