13 Μαϊ. 2022

Ο Γερο-Κοσμάς ο Παντοκρατορινός (ο Αμπελικός)

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου

 

 ~ Ὁ Γερο-Κοσμᾶς γεννήθηκε στό Ἀγγελοχώρι τῆς Θράκης τό 1897. Τό κοσμικό του ὄνομα ἦταν Κλεάνθης, καί η ζωή του ἦταν καλογερική καί ἀπό τόν κόσμο.
  Ἀσκήτευε στό κτῆμα του κάνοντας παρόμοια ἐργασία (κηπουρός). Ἐργαζόταν καί ἐκεῖ τήν ἀγάπη πάλι γιά τούς ἄλλους καί μάζευε συνέχεια ἀγάπη ἀπό τόν Χριστό. Ἔκανε δηλαδή πολλές ἐλεημοσύνες καί βοηθοῦσε συνήθως ἐκείνους πού εἶχαν τάση νά κλέβουν, ὅταν εἶχαν ἀνάγκη, γιά νά τούς προφυλάξη ἀπό τό θανάσιμο ἁμάρτημα τῆς κλοπῆς καί ἀπό ἄλλα χειρότερα…
Μια φορά, ἕνας μικρός, ὁ ὁποῖος μοῦ τό διηγήθηκε μεγάλος πιά, πῆγε στόν κῆπο του, γιά νά ἀγοράση κηπουρικά καί μετά νά ἀγοράση καί ἄλλα πράγματα ἀπό τά καταστήματα. Μόλις ἔφθασε στόν κῆπο, τί νά ἰδῆ! Τά χρήματα τά εἶχε χάσει. Ἄρχισε νά κλαίη ὁ μικρός καί νά φέρνη κακές σκέψεις καί λύσεις, γιατί φοβόταν τό γερό ξύλο πού τόν περίμενε ἀπό τήν μάνα του.
Ἀφοῦ τόν καθησύχασε τόν μικρό ὁ τότε Κλεάνθης, τοῦ λέει:
- Θυμᾶσαι, παιδί μου, πόσα χρήματα σοῦ ἔδωσε ἡ μάνα σου καί τί σοῦ εἶπε νά ἀγοράσης;
- Ναι, ἀπήντησε ὁ μικρός.
Τοῦ ἔδωσε λοιπόν τά κηπουρικά, τοῦ ἔδωσε καί τά ρέστα καί τοῦ λέει:
- Μη στενοχωρῆσαι καθόλου, ἀλλά νά προσέχης ἄλλη φορά.

Τέτοια καί ἄλλα ἔκανε στόν κόσμο, ὅταν ζοῦσε στήν πατρίδα του. Γύρω στο 1914 ἔφυγε ἀπό τόν κόσμο καί ἄφησε τόν ἀδελφό του καί τόν κήπο του καί ἦλθε στο Περιβόλι τῆς Παναγίας νά ἀγωνιστῆ μαζί μέ πνευματικούς ἀδελφούς. Ἐκάρη Μοναχός τό 1915. Παρέμεινε δε στήν Ἱ. Μονή Σταυρονικήτα μέχρι τό 1924 καί, μέ τήν ἀλλάγή τοῦ Ἡμερολογίου, ἔφυγε τόν ἑπόμενο χρόνο καί κοινοβίασε στήν Ἱ.Μονή τοῦ Παντοκράτορος. Ἐκεῖ παρακάλεσε τούς Πατέρες νά μένη ἔξω τῆς Μονῆς, στἠν Ἀμελικά πού ἦταν κοντά στήν μετάνοιά του. Εἶχε ἀσκητέψει καί σε ἄλλα μέρη τοῦ Ἁγίου Ὄρους μέχρι τό 1939. Ἀλλά ἀπό τό 1939 καί στήν συνέχεια ἀγωνιζόταν πιά στήν Ἀμπελακιά. Ὅλη μέρα δουλειά καί εὐχή ἀδιάλειπτη. Τό σῶμα του τό εἶχε τελείως παραμελημένο, διότι ὅλη τήν προσπάθειά του τήν εἶχε στρέψει στήν ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς του. Τά ροῦχα του ἦταν λασπωμένα ἀπό τόν ἱδρῶτα καί τό χῶμα. Σε μία ἄκρη στο πάτωμα εἶχε κάτι παλιές κουβέρτες, ὅπου πλάγιαζε, οἱ ὁποῖες εἶχαν τόσο πολύ χῶμα, πού, ἐάν ἔριχνες σπορίδια, θά φύτρωναν.
Ἐνῶ ἐργαζόταν πολύ σκληρά καί ἀγωνιζόταν καί στά πνευματικά φιλότιμα, περνοῦσε μέ λίγη λιτή τροφή, χόρτα, κανένα ξηρό καρπό καί παξιμάδι. Τά χρήματα πού δίνουν στά Ἰδιόρρυθμα γιά τά διακονήματα, ἀπό ὁποῖα συντηροῦνται οἱ Πατέρες, ὁ Γερο-Κοσμᾶς δέν τά ἔπαιρνε καί τούς ἔλεγε:
- Νά τά κρατῆστε, Γεροντάδες, θά τά πάρω ἀργότερα ὅλα μαζεμένα.
Ἐκεῖνοι νόμιζαν ὅτι θά τά ἔπαιρνε στά γεράματά του, ἀλλά ὁ Γερο-Κοσμᾶς ἐννοοῦσε στήν ἄλλη ζωή. Ἐπίσης τις «κουμπάνιες», δηλαδή τά τρόφιμα κλπ, πού τοῦ ἔδινε ἡ Μονή, τά μοίραζε εὐλογία στά Γεροντάκια τῆς Καψάλας. Ἐάν κανένα Γεροντάκι δέν τά δεχόταν, τήν ἄλλη φορά που θά πήγαινε ὁ Γερο-Κοσμᾶς τοῦ ἔλεγε:
- Γέροντα, σοῦ ἔφερα μερικά πράγματα γιά πούλημα καί τοῦ τα ἔδινε σχεδόν δωρεάν.
Ἔτσι, τοῦ ἀνέπαυε τόν λογισμό, καί τά ἐλάχιστα ἐκεῖνα χρήματα τά ἔδινε σε ἄλλον εὐλογία. Μέ αὐτές τις ἐπαφές μέ τούς Πατέρες βοηθιόταν καί ο ἴδιος πνευματικά ἀπό τις συμβουλές τους. Ἄλλες ἐπαφές δέν εἶχε, ἐκτός ὅταν ἐκκλησιαζόταν καί κοινωνοῦσε. Τόν ἔβλεπε κανείς πάντοτε κάτω από τά κλήματα νά καθαρίζη τίς ἀγριάδες καί μέ τήν ἀδιάλειπτη εὐχή νά καθαρίζη μέ δάκρυα τήν ψυχή του. Ἦταν κοντούλης καί ἡλιοκαμένος, ἀλλά ἔλαμπε φορές-φορές τό πρόσωπό του. Αὐτό τό εἶδα μέ τά μάτια μου, ἀλλά καί ἄλλοι Πατέρες μοῦ τό εἶπαν. Τήν τελευταία φορά πού τόν εἶδα, μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση, γιατί, τήν ὤρα πού τόν ρωτοῦσα γιά κάτι, ἄστραψε πάλι τό πρόσωπό του πιό πολύ, καί μέ θάμπωσε ὁ Γερο-Κοσμᾶς!
Αὐτή ἦταν καί ἡ τελευταία συνάντηση.
Τό 1970, στις 13 Ἀπριλίου, πέταξε ἀπό τό Περιβόλι τῆς Παναγίας σάν Ἄγγελος στούς Οὐρανούς ὁ Γερο-Κοσμᾶς ἀπό τό Ἀγγελοχώρι τῆς Θράκης. Τήν εὐχή του νά ἔχουμε. Ἀμήν.

Από το βιβλίο ”Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα” του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου
Έκδοση: Ιερόν γυναικείον Ησυχαστήριον Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου,
Σουρωτή Θεσσαλονίκης

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης