Η Πλατυτέρα των Ουρανών

29 Δεκ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

  Ο Όσιος Γρηγόριος γεννήθηκε στις αρχές του 14ου αιώνα σε άγνωστη περιοχή των Βαλκανίων (ίσως στην Σερβία). Νέος άκουσε να μιλούν για την αρετή του μεγάλου Γρηγορίου του Σιναΐτου και έγινε μαθητής του. Μετά την κοίμηση του μεγάλου αυτού ανακαινιστή του ησυχαστικού βίου στο Άγιον Όρος και στα Βαλκάνια, ο Γρηγόριος ήλθε από την Κωνσταντινούπολη και συνάντησε τον Άγιο Ρωμύλο στα Παρόρια, κοντά στα σύνορα Βυζαντίου και Βουλγαρίας, περί το 1350. Σύντομα, οι συχνές τουρκικές επιδρομές τούς ανάγκασαν να εγκαταλείψουν το ερημητήριό τους και να καταφύγουν μαζί με τον πνευματικό τους γέροντα Ιλαρίωνα στην Ζαγορά.
Λίγο αργότερα ο Ρωμύλος έφυγε για το Άγιον Όρος, όπου πήγε και τον συνάντησε ο Γρηγόριος μετά τον θάνατο του Ιλαρίωνος. Εγκαταβίωσαν μαζί ησυχαστικά και αγωνίζονταν στον αγώνα της αρετής, κοντά στην Μεγίστη Λαύρα, στις έρημες εσχατιές του Άθωνα. Οι πολλοί μοναχοί και προσκυνητές, όμως, που έρχονταν να ζητήσουν συμβουλές και παρηγορία, τους υποχρέωσαν να αποσυρθούν σε ακόμη πιο απομονωμένη τοποθεσία.
Μετά τον θάνατο του ηγεμόνος της Σερβίας Ιωάννη Ούγγλεση (1371), μεγάλου προστάτη του Αγίου Όρους, εξαπλώθηκε εκ νέου μεταξύ των μοναχών ο φόβος των επιδρομών των Τούρκων, και πολλοί, όπως ο Όσιος Ρωμύλος, εγκατέλειψαν τον Άθωνα. Ο Όσιος Γρηγόριος ωστόσο έμεινε στο Άγιον Όρος και ίδρυσε, κοντά στο κελλί όπου εγκαταβίωνε, την Ιερά Μονή του Αγίου Νικολάου, η οποία σήμερα ονομάζεται Οσίου Γρηγορίου.
Η απειλή των Τούρκων τον ανάγκασε τελικά να φύγει και εκείνος από το Άγιον Όρος και να πάει στην Σερβία, όπου κυβερνούσε ο ευλαβής και φιλομόναχος πρίγκιπας Λάζαρος, ο οποίος γέμισε τους λόφους και τα βουνά της πατρίδας του με μοναστήρια, και έσπευσε να υποδεχθεί τον Άγιο Ρωμύλο, τον Άγιο Γρηγόριο και τους άλλους αγιορείτες μοναχούς που κατέφυγαν εκεί.
Ο Όσιος Γρηγόριος και οι μαθητές του που τον ακολούθησαν – ονομάσθηκαν Σιναΐτες εξαιτίας της αφοσίωσής τους στην διδασκαλία του μεγάλου Γρηγορίου του Σιναΐτου – έλαβαν από τον πρίγκηπα έναν ήρεμο και γαλήνιο τόπο, ονόματι Μπρανίτσεβο. Ο Άγιος εγκαταστάθηκε σε μια σπηλιά, που σύντομα μετετράπη σε ναό αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο και ίδρυσε για τους μαθητές του την Μονή Γκόρνιακ. Από εκεί ξεκινώντας οι Σιναΐτες ίδρυσαν πολλές άλλες μονές σε άλλες περιοχές της Σερβίας, διαχέοντας στον σερβικό λαό την παράδοση της νοεράς προσευχής που προερχόταν από τον Άθωνα και το Σινά.
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο Όσιος Γρηγόριος επέστρεψε στην μονή που ίδρυσε στον Άθωνα, λίγο πριν την εν Κυρίω κοίμησή του. Τα λείψανά του φυλάσσονταν εκεί μέχρι την πυρκαγιά του 1761, οπότε μεταφέρθηκαν στην Σερβία, όπου κατατέθηκαν διαδοχικά σε διάφορα καθιδρύματα πριν κατατεθούν τελικά στην Μονή Γκόρνιακ.
Τμήμα των λειψάνων του επέστρεψε πρόσφατα στην Μονή Οσίου Γρηγορίου στο Άγιον Όρος.

Από το βιβλίο
Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας,
υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου,
Τόμος τέταρτος - Eκδόσεις “Ίνδικτος”

koinoniaorthodoxias.org

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

18 Δεκ. 2021

Ο ιερομόναχος Γρηγόριος Σιμωνοπετρίτης, είναι ο μοναχός που μελοποίησε το ποίημα του Αγίου Νεκταρίου «Αγνή Παρθένε Δέσποινα». Από πολύτεκνη Ευλογημένη οικογένεια εκ των οποίων τα δύο αγόρια στην Σιμωνόπετρα και δύο κορίτσια μοναχές στην Ορμύλια. Οι προσευχές τέτοιων ανθρώπων κρατάνε τον κόσμο σήμερα!

trelogiannis.blogspot.com










16 Δεκ. 2021

ΑΓΙΟΣ ΑΓΑΘΩΝ: Σε μια σπάνια φωτογραφία κατά την κάθοδό του στην Αγία Άννα για να κοινωνήσει, το 1925.
Μετά που βγήκε πάλι ψηλά στον Άθωνα κανείς δεν τον ξαναείδε ποτέ …
Σπάνια έτρωγε φαγητό και ντυνόταν μόνο με κομμάτια από δέρματα ζώων.
Ποτέ δεν άφησε από το μυαλό του την νοερά προσευχή, πάντα κοιτούσε κάτω με κλειστά τα μάτια και ποτέ δεν κοίταζε τον συνάνθρωπό του στο πρόσωπο, γιατί έλεγε "δεν είμαι άξιος να δω ούτε τον ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, ούτε το δημιούργημα ΤΟΥ ΘΕΟΥ που είναι ο συνάνθρωπος".
Από μακριά εξέπεμπε μια αύρα αγιοσύνης και όλοι που τον έβλεπαν για λίγο πήγαιναν κοντά του σαν τις διψασμένες μέλισσες να πιούν πνευματικό νερό από την πηγή. Με τα λιγοστά πνευματικά λόγια, που έλεγε, γιάτρευε.

trelogiannis.blogspot.com










16 Δεκ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 
Ο παπα Ισαάκ ο Λιβανέζος με τον Άγιο Παϊσιο

 


Φίλοι μου καλησπέρα.

Προσωπική μαρτυρία.
Ήταν Φεβρουάριος του 1997, πήγαινα στο Άγιον Όρος στον πνευματικό μου, στον Γέροντα Ισαάκ στο κελλί της Αναστάσεως του Κυρίου, στη Καψάλα.

Με απασχολούσε ένα προσωπικό θέμα... Ήμουν και λίγο πιεσμένος... Έλεγα από μέσα μου... ααα ρε Γεροντάκο μου, ααα ρε Γεροντάκο μου...
Όταν έφθασα στο κελλί και χαιρέτησα τον Γέροντα, τον παπα Ευθύμιο και τον πατέρα Παΐσιο, μου λέει ο Γεροντας, “κατάλαβες Δημητράκο... Ήξερα ότι θα ‘ρθεις” αλλά δεν μου το ξεκαθάριζε καλά... “Θα ΄ρθεις μόνος σου... Θα ‘ρθεις με τον Χρυσόστομο”...
Πήγαμε μέσα στο Εκκλησάκι για να εξομολογηθώ.
Εκείνη την ώρα βγήκε από το Ιερό ο παπα Ευθύμης. Λέει ο Γέροντας δείχνοντας τον παπα Ευθύμη: "Να πνευματικοός, πήγαινε να εξομολογηθείς ".
Να είναι ευλογημένο Γεροντα... Ο παπα Ευθύμης έφυγε, βγήκε από την Εκκλησία.
Έβγαλα το χαρτάκι, κάθισα σε ένα σκαμπό... Και άρχισα να εξομολογούμαι... μόλις είπα εκείνο που με απασχολούσε, λέει ο Γέροντας: "Αυτό η Μαρία θά το μάθει γραπτώς", δέν το κατάλαβα αυτό, πως θα το μάθει γραπτώς; Αλλά δέν είπα τίποτε.
Ξέχασα φίλοι μου να καταστρέψω το χαρτάκι και όταν επέστρεψα στο σπίτι, όταν έπλενε το πουκάμισό μου η Μαρία, βρήκε το χαρτάκι και το έμαθε "γραπτώς" καί έγινε χαμός... τέλος πάντων δέν ήταν και τόσο σοβαρό...
Σε κάποια στιγμή μου ήρθε ένας ανάποδος λογισμός για τους υποτακτικούς, τον εξαγόρευσα στον Γέροντα και μου λέει... "Δημήτρη εγώ δεν έχω υποτακτικούς... έχω Αγγελούδια!".
Το απόγευμα ήμασταν με τον Γέροντα, στον χώρο που τώρα είναι ο τάφος του, είχαν φυτέψει εκεί κουκιά.Γυρίζει ο Γέροντας προς το μέρος μου και με εκείνο το χαρακτηριστικό του χαμογελο... μειδίαμα μου λέει: "Δημήτρη εγώ θα πεθάνω, μην κάθεσαι και κλαίς και στεναχωριέσαι".
- Πώς θα πεθανεις Γεροντα; Έτσι πεθαινουν οι άνθρωποι; Εσύ δεν είσαι άρρωστος. Είσαι εξήντα ένα ετών. Σε έχουμε ανάγκη. Όχι δεν θα πεθάνεις.
"Α! ευλογημένε, τί νομίζεις είναι ο θάνατος; Να, από αυτή την ζωή, πας στην άλλη... (μου έδειχνε τα σκαλοπάτια) να εδώ θά με βαλουνε... Δεν θέλω να είναι πολύς κόσμος... Θα είναι ο παπα Ευθύμης, ο πάτερ Παΐσιος, θα είσαι και εσύ...".
Τα έλεγε και χαμογελούσε... σίγουρος για αυτό... σίγουρος για την άλλη ζωή... την αιώνια ζωή...
Κάποια στιγμή πήγε σε ένα κελλί που οι πατέρες έχουν εργόχειρο να κάνουν κεριά. Και αγόρασε μία μεγάλη τσάντα με λαμπάδες μνημοσύνου και για εξώδιο ακολουθία (είναι κάτι λαμπάδες ειδικές για αυτές τις περιπτωσεις).
Του λεει ο πάτερ Παΐσιος: "Γεροντα τί τις θέλουμε τόσες πολλές;
- Βάλτες στο υπόγειο, θά χρειασθούν.
Φίλοι μου, ο Γέροντας αρρώστησε, ήρθε στο Παπανικολάου... στο Ιπποκράτειο... πήρε εξιτήριο... πήγε για ανάρρωση στην Μεταμόρφωση στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου και πέταξε η ψυχούλα του -16 Ιουλίου του 1998, της Αγίας Μαρίνας- όπως το προγνώριζε, για την άνω Ιερουσαλήμ να συναντήσει τον Γέροντά του τον Άγιο Παΐσιο, που τόσο πολύ αγαπούσε.
Έγινε το βράδυ αγρυπνία, ήρθε πάρα πολύς κόσμος... και την επομένη με το καραβάκι πήγαμε στο Άγιον Όρος.
Έγινε η εξώδιος ακολουθία... το σώμα του, φίλοι μου, όπως και όλων των Αγειορειτών που πεθαίνουν, δεν κοκκαλώνει... αλλά είναι ευλύγιστο σαν ζωντανό... Είναι ένα χάρισμα σε αυτούς από την Παναγία μας.
Οι λαμπάδες, φίλοι μου, φθάσανε ακριβώς για την εξώδιο ακολουθία και για το τεσσαροκονθήμερο μνημόσυνό του.
Φίλοι μου, χρωστάω πολλά στον Γέροντα... ήταν ο πρώτος πνευματικός μου και έμεινα μετέωρος... τώρα εγώ ποιόν θα έχω πνευματικό;
Ήρθαν στο μυαλό μου τα λόγια του: "Να πνευματικός (δείχνοντας με το χέρι του, τον παπα Ευθύμη) πήγαινε να εξομολογηθείς".
Είπα από μέσα μου: Να είναι ευλογημένο Γέροντα...
Δόξα σοι ο Θεός.
Φίλοι μου την ευχή του Γέροντα Ισαάκ να έχουμε.

Υ.Γ.

Είχα πάρει στο Άγιον Όρος και το δικό μου τζιπ. Όταν μετά από δύο ημέρες φύγαμε, ήταν μαζί και ο μακαριστός Γέροντας Γρηγόριος Παπασωτηρίου, μου ζήτησε και πήγαμε στην Παναγία την Πορταϊτισσα και προσκυνήσαμε.
- Δημήτρη στεναχωριέσαι... να ξέρεις και εγώ έχασα το στήριγμά μου...
Πριν από έναν χρόνο συνάντησα τον Στρατηγο Ε.Α. της Αστυνομίας Άγγελο Χοροζίδη και μου είπε: Την ημέρα που κοιμήθηκε ο Γέροντας Ισαάκ, ήρθε το ασθενοφόρο και με τον γιατρό τον πήγαιναν στο Νοσοκομείο Πολυγύρου, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος.
Εγώ ακολουθούσα - με το αμάξι μου - το ασθενοφόρο, ήταν μαζί μου και ο μακαριστός παπα Γρηγόρης. Είχε σκύψει το κεφάλι του, το κομποσκοίνι στο χέρι του, καταστεναχωρημένος... Όταν φθάσαμε στα φανάρια για τον Πολύγυρο, πετάχθηκε πάνω και φώναξε τρεις φορές: Άγιος. Η όψη του ήταν καταχαρούμενη ...

apantaortodoxias.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

10 Σεπ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Ένας κρυμμένος μαργαρίτης

 

Στὸ Ἅγιον Ὅρος, στὸ «περιβόλι τῆς Παναγίας» ὑπάρχουν ἀκόμη καὶ σήμερα πολλοὶ κρυμμένοι μαργαρίτες. Μπορεῖ κάποιος νὰ ψάξει καὶ νὰ τοὺς βρεῖ στὰ μοναστήρια, στὶς σκῆτες, στὰ τόσα ἐρημητήρια…
Ἀληθινοὶ μαργαρίτες, ἄνθρωποι δυνατοὶ κι ἀλλοιώτικα ὄμορφοι. Κάλλος τους ἡ εὐλογημένη ζωή τους. Πλοῦτος τους ἡ ἀκτημοσύνη καὶ ἡ φτώχειά τους. Λιγοστὰ εἶναι τὰ λόγια ποὺ ἔχουν νὰ εἰποῦν. Περισσότερο μιλάει ἡ σιωπή τους. Οἱ μορφὲς τους φωτεινὰ εἰρηνικὲς γιατί ἡ καρδιὰ τους ἄγρυπνη στέκει στὴν προσευχή, γιατί ἡ εὐχὴ ἀτελεύτητα συντροφεύει τὸν ἀσκητικό τους βίο.
Ἕνας κρυμμένος μαργαρίτης ἦταν καὶ ὁ παπα Τύχων – κατὰ κόσμον Τιμόθεος Γολεγκὼφ – ποὺ ἔζησε στὸ Ἅγιον Ὅρος γιὰ ἑξήντα ὁλόκληρα χρόνια. Ἄνθρωπος ἀγάπης, προσευχῆς, κατανύξεως καὶ ταπεινώσεως. Ἀκτήμων ἐρημίτης, νηστευτὴς καὶ χαρισματοῦχος, θεωρεῖται ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιφανέστερους τοῦ αἰώνα μας. Τὸ πέρασμά του δὲ ἀπ’ τὸ «περιβόλι τῆς Παναγίας» ἄφησε σημάδια ἀνεξίτηλα στοὺς τόσους ὁδοιπόρους τῆς ζωῆς ποὺ ζήτησαν κοντὰ του ν’ ἀναπαυτοῦν.

Γεννήθηκε τὸ 1884 στὸ χωριὸ Νόβαγια Μιχαηλόσκα τῆς Ρωσσίας. Οἱ γονεῖς του ἦταν εὐσεβεῖς. Ἡ μητέρα του καθὼς ἔλεγε ὁ ἴδιος: «κάθε Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ δὲν ἔτρωγε καθόλου, ἦταν δοσμένη ὅλη στὴν προσευχὴ καὶ τὰ δάκρυα ἔτρεχαν πυκνὰ ἀπ’ τὰ μάτια της». Μικρὸς ἀκόμα ἐπισκεπτόταν μοναστήρια καὶ ἔψαλλε στὴ χορωδία τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ του.
Στὰ δεκαοκτώ του χρόνια ἔνοιωσε μέσα του τὴν μοναχικὴ κλίση. Ἔτσι μὲ τὴν εὐλογία τῶν γονέων του καὶ ἀφοῦ ἐπισκέφτηκε σχεδὸν διακόσια μοναστήρια στὴν πατρίδα του κίνησε μ’ ἄλλους πιστοὺς νὰ ἐπισκεφτεῖ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ τὸ Ἅγιον Ὅρος. Καθ’ ὁδὸν γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ συγκεκριμένα στὴν Κωνσταντινούπολη «ἐγνωρίστηκε μὲ τὸν οἰκονόμο-μοναχό τοῦ κελλιοῦ Μπουραζέρη τὸ ὁποῖο ἀνήκει στὴν ἁγιορείτικη μονὴ Χιλιανδαρίου. Τοῦ εἶπε τότε ὁ οἰκονόμος «θέλεις νὰ γίνεις μοναχός;» «θέλω» ἀπάντησε ὁ δεκαοχτάχρονος Τιμόθεος, καὶ ὁ φωτισμένος οἰκονόμος τοῦ ἀποκρίθηκε: «Βάλε μετάνοια καὶ ἀπὸ σήμερα εἶσαι δόκιμος στὴ συνοδεία μας».
Ἔτσι ἀφοῦ περάτωσε τὸ προσκύνημά του στὰ Ἱεροσόλυμα ἦλθε καὶ κατατάχτηκε στὴ συνοδεία τοῦ Μπουραζέρη καὶ σ’ ἕναν χρόνο ἔγινε μοναχός. Στὴν καλὴ ὅμως συνοδεία δὲν θὰ μείνει γιὰ πολύ. Ὁ πόθος του γιὰ ἄσκηση καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ ἡσυχία θὰ τὸν φέρουν στὰ φρικτὰ Καρούλια. Σὲ μιὰ σπηλιά, ποὺ ἦταν στὰ θεμέλια τοῦ ἀσκητηρίου τοῦ Ἁγίου Γεωργίου, θὰ μείνει γιὰ δεκαπέντε ὁλάκερα χρόνια.
Κάθε Σάββατο ἀνέβαινε στὸ ἀσκητήριο τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ κοινωνοῦσε. Ἀμέσως μετὰ κατέβαινε πάλι στὴ σπηλιά του. «Στὸν Ἅγιο Γεώργιο ὑπῆρχε ἕνας πολὺ σοφός, κατὰ κόσμον καὶ κατὰ Θεόν, Γέροντας, τὸν ὁποῖο ἀποκαλοῦσε διδάσκαλο». Ὁ Γέροντας αὐτὸς ὑπῆρξε συνοδοιπόρος καὶ πατέρας πνευματικός τοῦ Τύχωνα κατὰ τὴν πολύχρονη θητεία του στὰ Καρούλια.
Ὁ ἄγνωστος σὲ μᾶς Γέροντας ἔδινε στὸν Τύχωνα ἕνα πατερικὸ βιβλίο κάθε μήνα. Ἐπιστρέφοντάς το θὰ ἔπρεπε νὰ τοῦ διηγηθεῖ τὸ περιεχόμενό του. Ἂν δὲν τοῦ τὸ ἔλεγε ἐπακριβῶς δὲν τοῦ τὸ ἄλλαζε. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τελείωσε ὁ μοναχὸς Τύχων τὴν ἀνάγνωση ὅλων σχεδὸν τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας.

Στην Καψάλα

Σὰν πέρασαν δεκαπέντε χρόνια, ἄφησε ὁ μοναχὸς Τύχων τὰ Καρούλια καὶ ἦλθε στὴν «ἔρημο» τῆς Καψάλας, στὴν περιοχὴ τῆς Καλιάγρας. «Ἐδῶ εἶδε ἕνα ὅραμα πὼς ἦταν νύχτα Ἀναστάσεως καὶ πὼς ἔψαλε ὅλη τὴν ἀναστάσιμη ἀκολουθία μὲ χαρά». Τὸ εἶπε στὸν πνευματικό του ὁ ὁποῖος μόλις τ’ ἄκουσε τὸν πῆρε ἀπ’ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ μοναστήρι τοῦ Σταυρονικήτα ὅπου χειροτονήθηκε ἱερέας.
Ἡ καλύβα του δὲν εἶχε ἐκκλησία γι’ αὐτὸ καὶ ξεκίνησε γιὰ νὰ φτιάξει. Ἀκτήμων ὅμως καθὼς ἦταν ἀδυνατοῦσε νὰ βρεῖ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα. Ἀποφάσισε λοιπὸν νὰ πάει νὰ ζητήσει ἐλεημοσύνη. Στὸν δρόμο πηγαίνοντας συνάντησε κάποιον μοναχὸ καὶ τοῦ εἶπε πὼς θέλει νὰ φτιάξει ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὸν Τίμιο Σταυρό. Ὁ μοναχὸς ἔκπληκτος ἀπάντησε στὸν παπα-Τύχωνα πὼς μόλις τὴν ημέρα ἐκείνη εἶχε λάβει μία ἐπιστολὴ καὶ χρήματα γιὰ νὰ τὰ δώσει σ’ ὅποιον θὰ ’θελε νὰ κτίσει ἐκκλησία. Ἡ χαρὰ καὶ ἡ συγκίνηση τοῦ παπᾶ - Τύχωνα ἦταν μεγάλη. Ἀφοῦ πῆρε τὰ χρήματα εὐχαριστώντας τὸν μοναχό, κάλεσε τεχνίτες ποὺ μετάτρεψαν ἕνα ἀπ’ τὰ κελλιὰ τῆς καλύβας σὲ μία λιτή, μικροσκοπικὴ ἐκκλησία.
Τὸ καλύβι του, φτωχικὸ κι ἀπέριττο, στέκει ἀκόμα μάρτυρας ἀξιόπιστος τῆς ἁγίας φτώχειας του. Στὸ ἐσωτερικό του βλέπει κανεὶς τὶς λιγοστὲς σανίδες ποὺ χρησίμευαν γιὰ κρεββάτι καὶ κάθισμα, δυὸ σκαμνάκια καὶ λίγα μαγειρικὰ σκεύη. Λίγο πιὸ πέρα ἕνας διάδρομος τριῶν μέτρων ὁδηγεῖ στὸ μικρὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ὅπου ὁ γέροντας συνομιλοῦσε μὲ τοὺς Ἀγγέλους καὶ συλλειτουργοῦσε μὲ τοὺς Άγίους.
Στὴν Καψάλα ἔμεινε σχεδὸν σαράντα τέσσερα χρόνια. Στὰ χρόνια αὐτὰ πολλοὶ ἄνθρωποι τὸν ἐπισκέφτηκαν. Ἀνάμεσά τους μητροπολίτες, ἡγούμενοι καὶ μοναχοί. Πολλοὶ ἦταν ἐπίσης καὶ οἱ λαϊκοὶ ποὺ ἔρχονταν κοντὰ του κουρασμένοι ἀπὸ τὴν «ἁλμυρὰ τοῦ κόσμου ἀκαταστασία» γιὰ ν’ ἀναπαυτοῦν, ν’ ἀκούσουν τὶς συμβουλές του ποὺ ἦταν «σταλαγματιὲς βιωμάτων τῆς καρδιᾶς του».

Φωτισμένος Δάσκαλος

«Ἐδίδασκε ὁ παπὰ - Τύχων μὲ τὴν ἁγιασμένη ζωή του. Ἡ ἁπλότητά του καὶ ἡ βαθειά του ταπεινοφροσύνη μιλοῦσαν τόσο φανερά. Μιλοῦσε καὶ δίδασκε καὶ μὲ κλειστὸ τὸ στόμα, ὅταν ὅμως ἄρχιζε νὰ διδάσκει, νὰ λέει τὶς συμβουλὲς του ὁ Γέροντας καθισμένος στὴ ρίζα τῆς μικρῆς ἐλιᾶς, δίπλα στὸν τάφο του ἤ στὴ σκληρὴ σανίδα τοῦ κρεββατιοῦ του, τότε ἡ ψυχὴ τοῦ μαθητοῦ ἐγοητεύετο».
Γοήτευε τὶς ψυχὲς ὁ δάσκαλος παπὰ-Τύχων. Ἁπλὰ μιλοῦσε κι ἁπλὰ δίδασκε. Ἄρχιζε διδάσκοντάς σε νὰ ξεκινᾶς πάντα ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ μόλις ἔφτανες στὸ κελλὶ σ’ ἔπαιρνε ἀπ’ τὸ χέρι καὶ σὲ ὁδηγοῦσε στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Σταύρου. Ἔψαλλε τὸ «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ» καὶ τὸ «ΣΩΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΤΟΝ ΛΑΟΝ ΣΟΥ». Μετὰ ἀφοῦ σ’ ἔβαζε νὰ κάνεις τρεῖς μετάνοιες μπροστὰ στὸν μεγάλο σταυρὸ ποὺ ἦταν στημένος σὲ κεντρικὴ θέση ἐκεῖ μέσα πρόσθετε τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλεήσεις τὸν δοῦλον σου».
Ἔπειτα ἀφοῦ σὲ κερνοῦσε ἄρχιζε ν’ ἀπαντᾶ στὶς ἐρωτήσεις σου. Σὲ συμβούλευε κι ἦταν οἱ συμβουλὲς του ἀπ’ ἀτόφιο χρυσάφι καμωμένες. Σοῦ ἔλεγε γιὰ τὴν ταπεινοφροσύνη. Σοῦ ἔλεγε, μὲ τὰ σπασμένα ἑλληνικά του, πὼς «κάθε πρωὶ ὁ Θεὸς εὐλογεῖ ὅλο κόσμο μὲ ἕνα χέρι. Βλέπει ταπεινό! Εὐλογεῖ μὲ δύο χέρια. Πά, πά, πά. Ταπεινὸ ἄνθρωπο ἀξίζει πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅλο κόσμο».
Μελετοῦσε πολὺ ὁ παπὰ-Τύχων κι ἐπέμενε στὸ θέμα τῆς μελέτης. Τόνιζε συχνὰ πὼς «ὅταν διαβάσει νοῦς καθαρίσει».
Ἡ εὐχὴ σύντροφος παντοτινός τῆς ζωῆς του. Ζώντας τὰ εὐεργετήματά της ἔλεγε: «Πάντοτε νὰ κάνεις εὐχὴ πρὶν ἀρχίσεις κάθε δουλειὰ νὰ λές: Θεέ μου δῶσε μου δύναμη καὶ φώτιση, κατόπιν ν’ ἀρχίζεις τὴ δουλειά σου καὶ στὸ τέλος νὰ λὲς, Δόξα τῷ Θεῶ».
Πνευματικός, φωτισμένος ὁ ἴδιος, καθοδηγητὴς ἀπὸ τοὺς λίγους, ἀξιώθηκε κοντὰ σὲ γέροντες εὐσεβεῖς νὰ βιώσει τὶς εὐεργεσίες ποὺ δίδει ἕνας καλὸς πνευματικός. Γι’ αὐτὸ καὶ συμβούλευε: «Γιὰ νὰ βρείς καλὸν πνευματικὸ νὰ κάνεις τρεῖς μέρες προσευχὴ καὶ κατόπιν τί ὁ Θεὸς θὰ φωτίσει. Καὶ στὸ δρόμο ποὺ θὰ πηγαίνεις νὰ κάνεις προσευχὴ νὰ τὸν φωτίσει ὁ Θεὸς νὰ σοῦ πεί λόγους καλούς».
Τὰ περισσά του δάκρυα τὰ μάζευε μὲ ἕνα πανὶ ποὺ ἦταν πάντα μουσκεμένο. Τοῦτα τὰ δάκρυά του στέκαν μάρτυρες ἀξιόπιστοι γιὰ τὸ πόσο ζοῦσε τὴ συμβουλὴ ποὺ τόνιζε πώς: «Δάκρυα, παιδί μου, δάκρυα, αὐτὸ θέλει ὁ Θεός».
Ἡ σχέση τοῦ μοναχοῦ μὲ τὰ χρήματα καὶ τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ θέλει πολλὴ προσοχή. Τόξερε αὐτὸ ὁ φωτισμένος μοναχὸς καθὼς ἔλεγε πὼς «ὁ ἐρημίτης ἔχει εὐλογία νὰ κρατᾶ μόνο τὰ ἀπαραίτητα χρήματα γιὰ τὰ σαρανταλείτουργα. Γύρω ἀπ’ τὴν καλύβα του μπορεῖ νὰ ἔχει κλήματα γιὰ νὰ παίρνει σταφύλια, λίγες ἐλιὲς γιὰ τὸ λάδι κι ἕνα κῆπο γιὰ τὰ λαχανικά του. Αὐτὰ νὰ τοῦ εἶναι ἀρκετὰ καὶ νὰ μὴ λησμονᾶ τὴν ἐλεημοσύνη». Τόξερε ὁ παπὰ-Τύχων μὰ κι ἀληθινὰ τὸ ζοῦσε γι’ αὐτὸ σὰν τοῦ περίσσευαν χρήματα τὰ ἔστελλε σὲ κάποιον μπακάλη στὶς Καρυὲς διαμυνώντας του: «Παρακαλῶ κάνε ἀγάπη νὰ πάρει ψωμὶ καὶ νὰ δώσει φτωχὸ ἄνθρωπο, αὐτὸ ποὺ ἔχει ἀνάγκη».
Μοναχὸς ποὺ τιμοῦσε τὸ μοναχικὸ σχῆμα συνειδητοποιεῖ ἀληθινὰ τὸ βάρος του γι’ αὐτὸ καὶ τόνιζε: «Δὲν ἀρκεῖ ἁπλὰ νὰ τὸ φέρουμε ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουμε μία ἁγία ζωή. Στὴ Ρωσσικὴ Ἐκκλησία τρέφεται ἄπειρος σεβασμὸς στοὺς μεγαλόσχημους μοναχούς. Τὸ μέγα σχῆμα ἀντικαθιστᾶ τὸν ἄγγελο, τὸν τέλειο μοναχό, τὸν ἀπαλλαγμένο ἀπὸ πάσα βιοτικὴ μέριμνα. Εἶναι αὐτὸς ποὺ ἀνέβηκε ὅλες τὶς ἀρετές, ζητᾶ τὴν ἀγγελικὴ ζωή, μεριμνᾶ τὰ τοῦ Θεοῦ, πῶς θ’ ἀρέσει μόνο στὸν Θεό, ὄχι στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα σχῆμα: κελλί, ἐκκλησία, νηστεία, προσευχὴ ἀδιάλειπτος. Δὲν δικαιολογεῖται ὁ μεγαλόσχημος νὰ περιφέρεται δεξιὰ κι ἀριστερά, οὔτε ν’ ἀσχολεῖται μὲ τὴν διοίκηση. Στὴ Ρωσικὴ Ἐκκλησία τὸν μεγαλόσχημο τὸν θεωροῦν ἅγιο. Λέγουν πὼς ἂν δοῦν τὸν πατριάρχη πρῶτα θὰ βάλουν μετάνοια στὸν μεγαλόσχημο. Ὄχι ὅπως τὸ ἔχουμε ἐμεῖς ποὺ τὸ φοροῦν οἱ νέοι καὶ καμαρώνουν, αὐτὸ εἶναι ἁμαρτία».

Η κοίμησή του, ηλιοβασίλεμα φωτεινό

Φωτεινὴ ἦταν ἡ ζωή του, φωτεινὸ καὶ τὸ τέλος του. Δίκαιος στὴ ζωὴ του ὁλόκληρη δὲν φοβήθηκε τὸν θάνατο. Τὸν περίμενε μὲ ἠρεμία καὶ χαρά. Περίπου δέκα μέτρα ἀπ’ τὸ κρεββάτι του ἄνοιξε τὸν τάφο του: Τὸν ἄνοιξε ὁ ἴδιος. Τὸν ἔσκαψε μὲ τὰ χέρια, καὶ καθὼς ἦταν ὁ σωρὸς τὸ χῶμα, στὴν ἄκρη εἶχε μπηγμένο τὸ φτυάρι. «Νὰ ἔτσι ρίξει χῶμα», ἔλεγε στὸν μοναχὸ ποὺ τὸν ἐπεσκέπτετο καὶ ἔκανε τὴν σχετικὴ κίνηση ρίχνοντας μιὰ φτυαριὰ χῶμα μέσα στὸν τάφο του. Ἐφύτεψε καὶ ἕνα δεντρολίβανο στὴν ἄκρη. Συχνὰ ἔδινε ὁδηγίες γιὰ τὸ τί θὰ κάνουν στὴν ἔξοδό του. —«Πεθαίνει παπὰ – Τύχων; Σιωπή! Κάνει κομποσχοίνι. Μετὰ λές: παπὰ-Τύχων πέθανε».
Ἑτοίμασε καὶ τὰ γράμματα ποὺ θὰ ἔστελλαν σὲ γνωστοὺς καὶ φίλους του μετὰ τὸν θάνατό του. Ἦταν γράμματα ἁπλὰ μὰ πρόδιδαν τὸν πλοῦτο τοῦ συντάκτη τους.
«Φίλος παπὰ – Τύχων ἀπέθανε ἡμέρα… (ἄφηνε κενὸν) παρακαλῶ διάβασε μία εὐχή».
Ὁ Θεὸς τὸν ἀξίωσε νὰ προγνωρίζει τὸν θάνατό του. Τόλεγε στὸν ὑποτακτικό του: «Παπὰ Τύχων ἂν θέλει Θεὸς ζήσει μία βδομάδα, δέκα μέρες». Λίγες μέρες μετὰ ἡ Παναγία φανερώθηκε στὸν γέρο-ἐρημίτη καὶ σὰν ὁ ὑποτακτικός του π. Παίσιος (σημ.: ο Άγιος Παϊσιος), τὸν ρώτησε τί τοῦ εἶπε, ὁ παπὰ Τύχων ἀπάντησε ἁπλά: «Εἶπε παπὰ – Τύχωνα περάσει ἡ γιορτὴ Της πάρει».
«Καὶ πράγματι ἀφοῦ πέρασε ἡ ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου 8 Σεπτεμβρίου, σὲ δύο ἡμέρες, στὶς 10.9.1968 ἀφοῦ ἔλαβε τὸ «ἐφόδιον τῆς ἀθανασίας», μετάλαβε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἐξέφρασε τὴν εὐχαρίστησή του μὲ προσευχὴ καὶ μὲ λαμπερὸ πρόσωπο, ἔκανε τὸ σημεῖον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ποὺ τόσο ἀγαποῦσε καὶ ἀνεπαύθη. Ἂν ζοῦσε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης θὰ μποροῦσε νὰ γράψει «ὡς δὲ ἐπλήρωσε τὴν εὐχαριστίαν καὶ ἡ χεὶρ ἐπαχθεῖσα διὰ τῆς σφραγίδος τῷ προσώπῳ τὸ πέρας τῆς εὐχῆς διεσήμανε, μέγα τι καὶ βύθιον ἀναπνεύσασα τῇ προσευχῃ τὴν ζωὴν συγκατέληξεν» (Βίος Ὁσίας Μακρίνης)».

agiazoni.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης