Η Πλατυτέρα των Ουρανών

9 Μαϊ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 

Γράφει ο Αλέκος Χριστοδούλου, Θεολόγος 

 

 



Παιδική ηλικία 1871 - 1888

Ο Όσιος Ιερώνυμος γεννήθηκε στο χωριό Ρεΐζ - Δερέ της επαρχίας Κρήνης Μικράς Ασίας το 1871 από φτωχούς και ευσεβείς γονείς, τον Νικόλαο Διακογιώργη και την Μαρία. Το χωριό του ήταν καθαρά χριστιανικό και βρισκόταν πέντε χιλιόμετρα βορειανατολικά από τ’ Αλάτσατα και δυόμιση χιλιόμετρα από τη θάλασσα. Οι περισσότεροι κάτοικοι ήσαν γεωργοί και αμπελουργοί και προέρχονταν από την Κρήτη και την Πελοπόννησο. Στη βάπτισή του έλαβε το όνομα Ιωάννης. Όταν πήγε στο σχολείο ήταν καλός μαθητής, ξεπερνούσε στην οξύ­νοια και φρόνηση τους συμμαθητές του, αφού για ένα μικρό διάστημα ο δάσκαλός του τον έστειλε να κάνει τον δάσκαλο σε κοντινή κωμόπολη, μόλις είχε τελειώσει το Δημοτικό.
Η εκκλησία του χωριού έγινε κέντρο της ζωής του. Εκεί εύρισκε ό,τι ζητούσε η ψυχή του. Τη χαρά και την ευλογία του Θεού, που χυνόταν πάνω του με τα μυστήρια, τις προσευχές, τις διακονίες. Αγαπούσε τις ιερές ακολουθίες, τους ιερείς, τους ψάλτες, τις αγρυπνίες, τα εξωκκλήσια. Βοηθούσε στο ψαλτήρι τους ιεροψάλτες και στο άγιο βήμα τους ιερείς. Από μικρός έδειχνε μεγάλος με την σιωπή, την σοβαρότητα και την ευλάβειά του.

Τέκνο φτωχών, από πολύ μικρός δοκίμασε την φτώχια, που αργότερα, ως μοναχός, θεληματικά θ’ ακολουθούσε πιστά. Πολύ λίγα γνωρίζουμε για τη ζωή της μικρής του ηλικίας. Η μητέρα του άφησε πάνω του ζωντανά αποτυπώματα της αγάπης της. Από αυτήν πρωτάκουσε τους βίους των αγίων, έμαθε να νηστεύει, να προσεύχεται, ν’ αγαπά τον Θεό. Οι άγιοι νωρίς έγιναν φίλοι του. Όλο και περισσότερο τον έχαναν οι δικοί του, γνώριζαν όμως ότι θα τον βρουν στα εξωκκλήσια. Δύο φορές τον θεράπευσε ο Άγιος Δημήτριος. Μια όταν είχε φοβερούς πόνους στα πόδια και δεύτερη φορά όταν είχε ανεμοβλογιά. Και τις δύο φορές παρέμεινε 40 μέρες μέσα στο ναό του Αγίου νηστεύοντας. Ένα βράδυ τον άκουσε η αδελφή του να λέει τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Το πρωί τον ρώτησε· «Ξέρεις τους Χαιρετισμούς; Όχι», της απάντησε. «Ε, τότε ευκαιρία να τους μάθεις», του είπε εκείνη. «Από επτά ετών γνώριζα τους Χαιρετισμούς απ’ έξω», συνήθιζε να λέει αργότερα ο Γέροντας.
Η μεγάλη πίστη της μητέρας του φανερώθηκε πριν από τα τέλη της, όταν φόρεσε το μοναχικό σχήμα, που από μικρή αγαπούσε· μετονομάστηκε Μελάνη. Ο αδελφός του έγινε μοναχός με το όνομα Μάξιμος· και οι τρεις αδελφές του μοναχές, Μαγδαληνή, Μελάνη και Κασσιανή. Οι δύο ήσαν έγγαμες πριν. Επίσης συγγενείς του ασπάστηκαν το αγγελικό σχήμα στο Άγιον Όρος και άλλοι σε Κοινόβια της Ελλάδος.
Σε ηλικία δώδεκα ετών πηγαίνει στη Χίο, στον περίφημο διακριτικό Γέροντα άγιο Παρθένιο, μαζί με άλλους τρεις νέους. Ο Όσιος ήταν σκυφτός και καλυμ­μένος όλος, ώστε να μη φαίνεται καθόλου ούτε η σάρκα του προσώπου και των χεριών του. Ζούσε σε σπήλαιο, δίπλα από μοναστήρι του οποίου ήταν κτίτορας, με μεγάλη άσκηση. Τους υποδέχτηκε καλώντας τους με τα ονόματά τους, παρ’ ότι πρώτη φορά τους έβλεπε. Στον καθένα είπε το τί δρόμο θ’ ακολουθήσει. Στον Ιωάννη με χαρά ανέφερε τη μοναχική του τελείωση.
Θα γράψει ο π. Ιερώνυμος αργότερα· «Κατά την εφηβική μου ηλικία σκεφτόμουν πώς θα μπορούσα να ευαρεστήσω τον Κύριο. Διάλεξα την καλή και θεάρεστη ζωή των μοναχών διότι αυτή ταιριάζει περισσότερο σ’ αυτόν που με ευλάβεια και υπακοή ακολουθεί τον Κύριο, ο οποίος λέει: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς». Και αφού πήρα την πατρική ευλογία και ευχή των γονέων και φυσικά τον Σταυρό του Κυρίου ως όπλο ακαταμάχητο, πήγα στο Άγιον Όρος του Άθω ως περισσότερο κατάλληλο και σύμφωνο στον θεοφιλή σκοπό και απόφασή μου».
Ο πατέρας του τού ευχήθηκε: «Να πας και να μη ξανάρθεις». Και αυτό το είπε γιατί μερικοί συνήθιζαν μετά από λίγο να επιστρέφουν στις πατρίδες τους. Ήθελε αυστηρό ο πατέρας τον γιό του.

Ο Όσιος Ιερώνυμος μοναχός στο Άγιον Όρος (1888 - 1920)

Ο μικρός Ιωάννης φθάνοντας στο Άγιον Όρος κάνει τον σταυρό του και ευχαριστεί την Παναγία. Εδώ η αγάπη του για την Παναγία θα μεγαλώσει και μέχρι να κοιμηθεί θα δακρύζει λέγοντας ή ακούοντας το όνομά της. Την εποχή που ήρθε, ο Άθωνας έχει πάνω από δέκα χιλιάδες μοναχούς.
Δοξολογώντας τον Θεό, εισέρχεται στον μυρωμένο χώρο, περνά την πύλη της Ιεράς Μονής της Σιμωνόπετρας, ο δεκαεφτάχρονος Ιωάννης για να μιμηθεί τα άγια κατορθώματα των αγίων του Θεού, στις 3 Οκτωβρίου 1888, και στις 28 γράφεται στο δοκιμολόγιο. Όπως γράφει ο ίδιος: «έγινα δεκτός από τον Καθηγούμενο σεβάσμιο γέροντα αείμνηστο Αρχιμανδρίτη Νεόφυτο που καταγόταν από τα Αλάτσατα της Ερυθραίας και κατατάχθηκα ως δόκιμος, εξυπηρετώντας κατά κανόνα κάθε διακονία που μου ανέθεταν».
Η ζωή που αρχίζει είναι αυτή που έζησαν χιλιάδες μοναχοί πριν από αυτόν. Ζωή ποτισμένη από τη μνήμη του Θεού, μυστική, με καθημερινές πολύωρες ακολουθίες, συχνές αγρυπνίες, τακτικές νηστείες. Τον κανόνα, το διακόνημα, την εξομολόγηση, τη θεία κοινωνία. Και μέσα σε όλα αυτά τα καθημερινά συνεχίζει τη ζωή που είχε αρχίσει στην πατρίδα του απορρίπτοντας τα περιτ­τά. Αρχίζει να μελετά, τη Γραφή, τους ασκητικούς Πατέρες, τα συναξάρια, βρέχοντας με δάκρυα τις σελίδες τους.
Ένα από τα πρώτα διακονήματά του ήταν του κονακτζή στο αντιπροσωπείο της Μονής στις Καρυές ως βοηθός του αντιπροσώπου. Μετά από δυόμιση χρόνια επιστρέφει λόγω ασθενείας στο μοναστήρι. Στέλλεται μικρό χρονικό διάστημα στη Δάφνη και για λίγους μήνες με το διακόνημα του κελλάρη στα μετόχια της Λήμνου. Η υπακοή στους υπευθύνους της Μονής μαρτυρεί την ταπείνωσή του.
Μετά από τεσσεράμισι χρόνια δοκιμασίας, την Κυριακή των Βαΐων του 1893, γίνεται μεγαλόσχημος μοναχός παίρνοντας το όνομα Ιερώνυμος. Τιμά την 15η Ιουνίου ιδιαίτερα τον άγιο και προστάτη του. Μετά την κουρά του νέοι μεγαλύτεροι αγώνες αρχίζουν.
Γράφει Γέροντας γι’ αυτόν· «Περισσότερο πετρέλαιο είχε κάψει στις αναγνώσεις που έκανε, παρά το νερό που είχε πιει. Ήταν πάντοτε σιωπηλός διότι είχε την εσωτερική νήψη. Πολλές φορές, όταν ήτο μόνος του, τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του ποτάμι. Ουδέποτε πλησίασε στην φωτιά, αν κι έκανε τόσο πολύ κρύο. Ουδέποτε έδωσε ανάπαυση στο σώμα του, αλλά καθήμενος έπαιρνε λίγο ύπνο. Και δεν μπορεί γλώσσα ανθρώπινη να διηγηθεί την ακτημοσύνη του. Αυτός ο μοναχός ήταν το στήριγμα της Μονής. Και σύμβουλος έστω και στην παραμικρή υπόθεση. Αυτόν τον άνθρωπο, που ήταν γεμάτος ταπεινοφροσύ­νη, τον είχε καύχημα η Μονή».

Σεβόμενοι τον αγώνα του π. ‘Ιερωνύμου αρχίζουν να τον πλησιάζουν οι αδελφοί όλο και περισσότερο. Σ’ αυτόν στέλνουν τους δοκίμους να τους εισαγάγει στο μοναχικό πνεύμα. Με πολλή διάκριση τους ομιλεί. Γράφει μακαριστός Γέροντας, τότε δόκιμος, τί του έλεγε ο πατήρ Ιερώνυμος: «Ήρθες να γίνεις καλόγερος; Το σκέφθηκες καλά; Η καλογερική ζωή είναι για τους αγνούς ένα τριανταφυλλάκι… Όταν τελειώνεις τις υπηρεσίες, που σου έχουν αναθέσει, να πηγαίνεις στο δωμάτιό σου, και να κάθεσαι στο σκαμνί σου.
Εκεί με το θέλημά σου θα έχεις την αυτομεμψία, και θα σκεφτείς ότι δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος για σένα, παρά μόνον ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, που πήρε την αμαρτία όλου του ανθρώπινου γένους. Κατόπιν θα ανοίξεις τον αόρατο πόλεμο. Όταν προφέρουμε το όνομα, το γλυκύτατο όνομα του Δεσπότου Χριστού, να προσέχεις απ’ όλα τα μέρη των αισθήσεων, που δοξολογούν τον Θεό, να μην έρθει κανείς δεξιός διάβολος και με την οίηση ή υπερηφάνεια σε βγάλει από την αγάπη του Κυρίου». Ο νέος μοναχός Ιερώνυμος γίνεται γραμματέας της Μονής, διακόνημα που διατήρησε και ως ηγούμενος. Μετά του αναθέτουν το δύσκολο έργο του αντιπροσώπου για όλες τις εξωτερικές υποθέσεις της Μονής. Αναγκάζεται τακτικά να βγαίνει από το Άγιον Όρος για να συναντήσει διάφορα πρόσωπα και να φέρει εις πέρας τις διάφορες υποθέσεις. Από νωρίς του ανατίθενται υπεύθυνες και κοπιώδεις αποστολές στα μετόχια.
Δίχως απολύτως καμμία -ποτέ- επιφύλαξη, με παραδειγματική υπακοή, ανταποκρίνεται στα αιτήματα των προϊσταμένων του, περνάει μεγάλα χρονικά διαστήματα εκτός Μονής, απασχολείται με θέματα οικονομικά και διοικητικά, αλλά δεν χάνει ούτε για μια στιγμή την αίσθηση της μοναχικής του κλήσεως ή την ανάγκη της εσωτερικής επικοινωνίας του με τον Θεό. Ο σεβασμός, η ευγένεια και η τέλεια υπακοή του στην Μονή και στους προϊσταμένους του τον ακολουθούν μέχρι τα βαθιά γεράματα.
Η μεγάλη προκοπή του στο Μοναστήρι, η επιτυχής διεκπεραίωση των διακονημάτων που του ανατίθενται και κυρίως η σεμνότητα, η πραότητα, και η εν γένει αρετή του τον κάνουν αφ’ ενός μεν πολύ αγαπητό και σεβαστό, αφ’ ετέρου δε, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, αντικείμενο ζηλοφθονίας και μικροπρέπειας. Απάντησή του είναι πάντοτε η σιωπή και η ανεξικακία. Στο μοναστήρι βράδια ολόκληρα βλέπανε τη λάμπα του αναμμένη. Διηγούνται παλαιοί πατέρες πως ποτέ δεν τον είδαν ξαπλωμένο. Όποια ώρα να πήγαινες θα τον έβρισκες όρθιο ή στην καρέκλα. Στην καρέκλα κοιμότανε. Ο πολύς ύπνος λιγοστεύει την αγάπη στον Θεό. Το πρωί τον βλέπανε στην ακολουθία, να γέρνει από το στασίδι του, ή να ψάλλει, να διαβάζει, να κανοναρχεί. Αναφέρει Γέροντας· «Μας έλεγχε, πήγαινα στα πίσω στασίδια να μην τον βλέπω, γιατί ντρεπόμουν τον εαυτό μου». Και στη νηστεία ήταν μεγάλος βιαστής. Ποτέ δεν έφαγε τίποτε έξω από την κοινοβιακή τράπεζα. Ποτέ δεν έλειψε, όσο ήταν στο μοναστήρι, από την καθημε­ρινή ακολουθία. Και το φαγητό στην τράπεζα δεν το έτρωγε όλο. Συνήθιζε να βάζει ανάγνωση και να τρώει μετά για να κρύβεται. Επιστρέφοντας απ’ τον κόσμο έκανε πολλές ημέρες να φάει λάδι για ν’ αναπληρώσει κάποια παραμικρή του κατάλυση, διηγείται ο παπα-Ευθύμιος. Και πόσοι οι άγνωστοι και μυστικοί του αγώνες…

Επιστρέφοντας από τα ταξίδια του δεν σταματούσε την εργασία. Έγραφε στη γραμματεία, στο κελλί του, ταξινομούσε τη βιβλιοθήκη, το αρχείο, μελετούσε. Διακονούσε στο ναό, βοηθούσε στις κοινές εργασίες. Καμιά διακονία δεν θεωρούσε ταπεινωτική και γι’ αυτό τον ύψωσε ο Θεός. Το 1910 για ένα εξάμηνο περίπου, βρίσκεται στην Αθήνα, στο μετόχι της Αναλήψεως, ως παροικονόμος. Με επιστολές του προσπάθησε να πείσει τη Μονή να μην πωλήσει το μετόχι. Οι προβλέψεις του για την μελλοντική του άνθηση επαληθεύτηκαν σύντομα.
Εδώ γίνεται η πρώτη γνωριμία του με τους ευσεβείς εκκλησιαζομένους του ναού, που αργότερα θα αναπτυχθεί και θα δώσει καρπούς. Το 1911 επιστρέφοντας στο Άγιον Όρος σώζεται από ναυάγιο. Σε επιστολή του τη σωτηρία του αποδίδει στο έργο της θείας προνοίας. Εκείνο που πολύ τον στηρίζει είναι η σχέση κοινωνίας που αναπτύσσει με τους αγίους της Εκκλησίας. Την σχέση του με τον Άγιο Δημήτριο και την θεραπεία του από αυτόν την είδαμε. Είχε όμως και ιδιαίτερη αγάπη στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Από μικρός έπασχε από κήλη. Οικονομούσε τον εαυτόν του αν και δυσκολευόταν πολύ. Όπως γράφει «εθεράπευθην όλως ανεπαισθήτως και άνευ φαρμάκων ή εγχειρίσεως». Κατά την αγρυπνία της εορτής του Αγίου Ιωάννου στις 26 Σεπτεμβρίου συνέβη η θεραπεία του. «Αφού έκανα τον σταυρό μου και παρακάλεσα τον Άγιο μπήκα στο στασίδιο και άρχισα να ψάλλω το Κύριε εκέκραξα. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκα την κήλη να εξαφανίζεται και από τότε να μη με ενοχλεί. Θεραπεύθηκα θαυματουργικά με την επίκληση του Αγίου Θεολόγου, του οποίου την θαυματουργική χάρη και βοήθεια ομολογώ με χαρά δοξάζοντας τον Θεό που είναι θαυμαστός στους αγίους του. Η θεραπεία μου έγινε το 1897».
Ο Άγιος τον επισκέφθηκε πάλι σε μια άλλη αγρυπνία του και τον απάλλαξε από τους έντονους ακάθαρτους λογισμούς και από τότε δεν ενοχλήθηκε από το πάθος αυτό και από τέτοιους λογισμούς. Η αγάπη του προς τους αγίους ήταν τόση ώστε ευδόκησε ο Θεός και γνώρισε, όπως προαναφέραμε, λίγο πριν από την κοίμησή του τον ασκητικότατο όσιο Παρθένιο της Χίου, συνδέθηκε δε με προσωπική φιλία με τον άγιο Νεκτάριο, τον άγιο Σάββα τον Νέο της Καλύμνου και τον άγιο Νικόλαο Πλανά.
Αυτή η έντονη αγιοφιλία του βρήκε έκφραση ποιητική μέσα από το χάρισμα που του έδωσε ο Θεός να ψάλλει και να υμνογραφεί. Έτσι αμέσως μετά την μοναχική κουρά του, το 1893, σε ηλικία 22 ετών, γράφει «οκτώ κανόνες κατ’ ήχον του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Σίμωνος του Μυροβλύτου» αναπληρώνοντας αυτούς που κάηκαν κατά την πυρκαϊά του 1891. Το 1896, συνθέτει παρακλητικό κανόνα στους αγίους της Μονής, Σίμωνα τον Μυροβλύτη και Μαρία την Μαγδαληνή, που εκδίδει αργότερα, το 1924, μαζί με τις ασματικές ακολουθίες τους και τους οκτώ κανόνες του οσίου Σίμωνος. Το 1902 γράφει και μελοποιεί ακολουθία του οσίου Εφραίμ του Σύρου και συμπληρώνει διάφορες άλλες ελλειπείς, μεταξύ των οποίων και τις ακολουθίες των αγίων Νεοφύτου και Ιωαννικίου, των οποίων τα ονόματα έφεραν οι γεροντάδες του, του αγίου Σωφρονίου, των 99 Οσίων των εν Κρήτη, του αγίου Ιερωνύμου και της αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής.
Την υμνογραφική του δοξολογία συνεχίζει όντας σε εξορία με παρακλητικό κανόνα στον Μέγα Αντώνιο, Χαιρετισμούς στους αγίους Μηνά, Βίκτωρα και Βικέντιο, Παύλο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Σέργιο και Βάκχο, συμπληρώματα σε ακολουθίες πολλών άλλων αγίων που τα τίμια λείψανά τους θησαυρίζονται στην Σιμωνόπετρα, ικετηρίους και προσευχητικούς στίχους στον Κύριο, την Παναγία και διαφόρους αγίους και κυρίως με την ανελλιπή καρδιακή συμμετοχή του στις καθημερινές ακολουθίες και την αδιάλειπτη προσευχή. Πολλά από τα έργα του μένουν άγνωστα και διασκορπισμένα.
Τον Φεβρουάριο του 1914 τον τιμούν ψηφίζοντάς τον Προϊστάμενο και μέλος της Γεροντίας παρά τις αντιρρήσεις του. Μέσα σε όλους τους κόπους και τα ταξίδια ποτέ δεν λησμονούσε τα μοναχικά του καθήκοντα. Πάντα με το κομποσχοίνι στον δρόμο, στην πρύμνη, στο τραίνο. Στη βαριά ασθένεια του Ηγουμένου Ιωαννίκιου, πρώτος συμπαραστάτης ήταν ο π. Ιερώνυμος. Στις 7 Δεκεμβρίου 1919 κλείνει τα μάτια τού δεύτερου Γέροντά του, που τελευταία επιθυμία ήταν να αναλάβει την ηγουμενία το αγαπητό και άξιο τέκνο του, ο πατήρ Ιερώνυμος.
Αξίζει να τονισθεί ότι στην ζωή του ποτέ δεν εζήτησε ούτε πολύ περισσότερο διεκδίκησε κάτι. Πάντοτε περίμενε υπομονετικά και αρνιόταν κάθε τιμή και διάκριση. Πολλά χρόνια τον παρακαλούσαν να γίνει ιερέας δίχως να δέχεται.

Ο Γέροντας Ιερώνυμος Ηγούμενος της Μονής (1920 - 1931)

Στο πρακτικό της 2ας Ιανουαρίου 1920 προτείνεται ως υποψήφιος ηγούμενος. Τον ίδιο χρόνο ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας Ειρηναίος τον χειροτονεί διάκονο στις 11 Απριλίου και πρεσβύτερο στις 12 χειροθετώντας τον αρχιμανδρίτη και πνευματικό. Στις 18 Απριλίου, την Κυριακή των Μυροφόρων, του παραδίδουν την ηγουμενική ράβδο με ομόφωνη απόφαση των πατέρων.
Στους πρώτους μήνες της ηγουμενίας του εξέρχεται της μονής και πάλι για ανάγκες της. Φθάνοντας με το πλοίο στον Πειραιά, αντί να πάει στο μετόχι της Αναλήψεως, που ήταν ο προορισμός του, κατευθύνεται με άλλο πλοίο στην Αίγινα. Εκεί συναντά ασθενή τον άγιο Νεκτάριο, με τον οποίο είχε γνωριστεί από την πρώτη επίσκεψη του αγίου στη μονή τους, το 1898. Από τότε αναπτύχθηκε πνευματικός σύνδεσμος που ανανεωνόταν με τις επισκέψεις του Γ. Ιερωνύμου στην Αθήνα.
Είναι παραμονή της Αγίας Τριάδος και πανηγυρίζει η εκεί μονή. Ο άγιος, κλινήρης, αδυνατεί να χοροστατήσει στην αγρυπνία. Οι μοναχές τον ρωτούν αν θα σημάνουν τις καμπάνες. Λέει· «Σημάνατε και ο παπάς έρχεται». Καθώς σήμαιναν, ο Γ. Ιερώνυμος έμπαινε στη μονή. «Δεν σας είπα πως έρχεται ο παπάς και μάλιστα ηγούμενος αγιορείτης», τους είπε ο άγιος. Μετά την αγρυπνία ζήτησε ο άγιος από τον Γ. Ιερώνυμο να περάσει απ’ όλα τα κελλιά των μοναχών να τα ευλογήσει. Κι εκείνος μπροστά στον αρχιερέα του Θεού δεν θέλησε να υπακούσει κι έφυγε κρυφά. Όταν αργότερα το διηγείτο, δακρύζοντας έλεγε- «Ποιός ήμουν εγώ μπροστά σε έναν άγιο…». Την παράκληση όμως του αγίου την θυμόταν πάντοτε και τρεις ημέρες προ της κοιμήσεώς του, το 1957, πήγε κι ευλόγησε τα κελλιά των μοναχών.
Ένα μήνα πριν κοιμηθεί ο άγιος Νεκτάριος, αξιώθηκε να τον επισκεφθεί και στο νοσοκομείο, κατά την ημέρα της ονομαστικής του εορτής, στις 11 Οκτωβρίου 1920.
Τον Αύγουστο του 1921 η Ιερά Κοινότητα τον διορίζει μέλος πεντάριθμης επιτροπής για την πρώτη σύνταξη του καταστατικού χάρτη του Αγίου Όρους.
Τα διοικητικά καθήκοντα και η ανάληψη τόσων ευθυνών δεν τον εμποδίζουν να μη δώσει πολλές απ’ τις ώρες του στη διακονία των αδελφών. Γίνεται συνδιακονητής των μοναχών. Συναντάται χαράματα στη ζύμη του φούρνου, το χειμώνα να μαζεύει κι αυτός τα χιόνια απ’ τις αυλές, στους κήπους τ’ απογεύματα, τις νύχτες να πλένει τα ρούχα του. Έδινε έτσι το παράδειγμα της ταπεινώσεως και της εργατικότητας. Ο Γέροντάς του, παλαιότερα, έτσι τον είχε διδάξει, πρώτος των διακονητών να είναι.
Αλλά και οι μεγάλοι και μυστικοί μοναχικοί του αγώνες συνεχίζονται. Δεν παύει να κοιμάται λίγο, στην καρέκλα ή στον καναπέ, μ’ ένα μαξιλάρι στην πλάτη. Διηγούνται παλαιοί Σιμωνοπετρίτες πως ποτέ δεν βρέθηκε η πόρτα του ηγουμενείου κλειστή, ό,τι ώρα και να πήγαινες σε περίμενε, θα μελετούσε ή θα έγραψε. Συνεχίζει να είναι το ίδιο απλός, ταπεινός, καταδεκτικός, ευγενής, ασκητικός, διακριτικός, αφανής και υποχωρητικός, όπως πρώτα.
Η ηγουμενία του διακρίνεται από πνευματική καρποφορία, λιτότητα, φιλοξενία και ελεημοσύνη, εργατικότητα, επιμέλεια, και εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού.

Το 1924 γίνεται η ημερολογιακή μεταρρύθμιση και στην εορτή του Ευαγγελισμού λειτουργεί για πρώτη φορά με το νέο ημερολόγιο στο Μετόχι της Αναλήψεως. Αυτό γεννά έντονη αντίδραση στην Μονή, ώστε, όταν επιστρέφει, να του απαγορευθεί από μια ομάδα μοναχών η είσοδος στον ναό για έξι μήνες. Αυτός ήρεμα υπομένει χωρίς να υποχωρεί στις θέσεις του.
Η ζωή του όλη ήταν ένα συνεχόμενο μαρτύριο. Αλλά και όλη του η βιοτή, η γνήσια στάση του, οι λίγες απαντήσεις του, η αξιοπρεπέστατη θέση που έπαιρνε απέναντι των κατηγόρων του, η σιωπή του και η αφοσίωσή του στο θέλημα του Θεού και η μετά από καιρό απόδειξη της αλήθειας μαρτυρούν πως βάδιζε τον δρόμο του σταυρωθέντος Κυρίου και πατούσε στα ίχνη των τόσων παρεξηγημένων και συκοφαντημένων αγίων.
Το ημερολογιακό θέμα αφ’ ενός, που οφείλετο στον αδιάκριτο ζήλο ορισμένων, και ο έντονος τοπικισμός αφ’ ετέρου, που με κανένα τρόπο δεν ήθελε μοναχούς από άλλα μέρη πλην της δικής τους περιοχής, της Μικράς Ασίας, όπως επίσης η αφιλοχρηματία και ελεημοσύνη του γέροντα και κυρίως η ακατανόητη για τους πατέρες πνευματική του ζωή, τον κατέστησαν «βαρύν και βλεπόμενον» (Σοφ. Σολ. Β΄ 14) με αποτέλεσμα, ύστερα από μια ενδεκαετή ηγουμενική περιπέτεια, να συκοφαντείται μέσα από το μοναστήρι του για οικονομική κακοδιαχείριση, και με απόφαση της Ιεράς Κοινότητος, στα τέλη του Ιουνίου του 1931, να εξορίζεται για έξι μήνες στην Ι. Μονή Κουτλουμουσίου.
Οι πατέρες της Μονής του συμπεριφέρονται με απεριόριστη αγάπη και τον αναγνωρίζουν ως άγιο. Εκείνος ομολογεί πως υποφέρει για τις αμαρτίες του. Η εξορία του και στη συνέχεια η αποστολή του στην Αθήνα θα γίνει αιτία σωτηρίας πολλών ψυχών. Η Ιερά Κοινότητα εμμέσως αναγνωρίζοντας την αθωότητά του διακόπτει την εξορία του και στους τέσσερις μήνες τον αποστέλλει στο Μετόχι της «Αναλήψεως» στην Αθήνα. Η άδικη τιμωρία του οδηγεί στον κατά Θεόν δοξασμό του· στην φανέρωση και αξιοποίηση των ταλάντων του, στο ξεδίπλωμα των αρετών και της χάριτός του. Εκεί πλέον κάνει την δεύτερη μεγάλη αποταγή του. Ζει για 26 ολόκληρα χρόνια, από 60 μέχρι 86 ετών, ως αγιορείτης εκτός Αγίου Όρους, χωρίς ποτέ ξανά να επιστρέψει σε αυτό. Κάνει τον τόπο της εξορίας του χώρο της διακονίας του και μεταφέρει το γνήσιο Άγιον Όρος στον λόφο της «Αναλήψεως», γίνεται ο ίδιος όρος άγιο στο οποίο οι άλλοι προσέρχονται.
Το 1937, μετά από παραίτηση του ηγουμένου Καισαρίου, του ξαναπροτείνουν οι προϊστάμενοι της Μονής την ηγουμενεία. Με σεβασμό, αγάπη, ταπείνωση και αξιοπρέπεια αρνείται να αναλάβει θεωρώντας ότι οι δυνάμεις του είναι ανεπαρκείς. Σε κάποια επιστολή του γράφει: «Και την μεν Ιεράν ημών Μετάνοιαν ουδόλως θα ωφελήσω, εμέ δε τα μέγιστα θα ζημιώσω, μη δυνάμενος να αντεπεξέλθω κατά το χρέος μου και καθήκον προς όσα η θέσις και η μεγάλη τω όντι διακονία απαιτεί και προσεπιβάλλεται εις τον αναδεχόμενον το πράγμα».

Ο Γέροντας Ιερώνυμος στο Μετόχι της «Αναλήψεως» (1931 - 1957)

Η Αθήνα του 1931 είναι μια πόλη με χαμηλή στάθμη πνευματικής ζωής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας σχεδόν άγνωστοι. Ο μοναχισμός θεωρείται ως η παλιά δόξα της Εκκλησίας που δεν χρειάζεται σήμερα. Η πόλη είναι γεμάτη φτωχούς. Φτώχια κληρονομική, από ορφάνια, τους πολέμους, την προσφυγιά.
Στο συνοικισμό του Βύρωνος που βρίσκεται το μετόχι της Αναλήψεως, κατοικούν Μικρασιάτες πρόσφυγες που διατηρούν ακόμη την αγνή λαϊκή ευσέβεια και που τον δέχτηκαν με χαρά σαν απεσταλμένο του Θεού. Μέχρι τέλους της ζωής του δεν τον άφησαν οι ασθένειες -- πυρετοί συνεχείς, πονοκέφαλοι, αδυναμία, υπερκόπωση, βρογχικά, ασθένειες του αίματος.
Όταν κοιμήθηκε το σώμα του ήταν γεμάτο καρκινώματα. Ποτέ δεν έλεγε πως πονάει. Στην επιμονή και στην αγάπη των γιατρών παίρνει φάρμακα. Μια μέρα δεν δέχτηκε να πάρει τα φάρμακά του λέγοντας: «Όχι σήμερα, είναι των Αγίων Αναργύρων και είναι ιατροί». Μετά την κοίμησή του βρήκαν στο ερμάρι του πολλά αχρησιμοποίητα φάρμακα. Οι πιέσεις των γιατρών δεν τον άφηναν να παραδεχθεί την ανάγκη και να δώσει στη σάρκα αυτό που απαιτούσε. Ο εκούσιος και ακούσιος πόνος αποτελεί άσκηση, που είναι μέσο αγιασμού, απόδειξη παραδόσεως στον Θεό. Δεν τον άφησαν όμως ποτέ και οι ποικίλοι πειρασμοί. «Είναι απαραίτητοι, έλεγε, σαν την αναπνοή μας. Κύματα θαλάσσης είναι οι πειρασμοί, χωρίς κύματα θάλασσα δεν ταξιδεύεται και χωρίς πειρασμούς άνθρωπος δεν σώζεται». Η πείρα του τού έδινε την άνεση να μιλά στα τέκνα του για την μεγάλη ωφέλεια των πειρασμών, που κουράζουν μόνο τους σαρκικούς ανθρώπους.
Υπόμενε τους πάντες στοργικά. Αντί να στενοχωριέται ο Γέροντας, όταν κάποιος τον ενοχλούσε, είχαν μεγάλη στεναχώρια τα πνευματικά του τέκνα, που τους έλεγε: «Ησυχάζετε, παρ’ όλα αυτά με αγαπάει». Το 1949 η μονή του, ύστερα από συκοφαντικές καταγγελίες, σκέπτεται να τον ανακαλέσει. Κυρίως τον κατηγορούν πως «μεγάλα ποσά καταναλίσκονται ασκόπως». Η αγάπη των τέκνων του δεν άφησε να πραγματοποιηθεί η ανάκλησή του. Με πολλές και θερμότατες επιστολές προς την μονή του φανερώνουν τον σεβασμό και την αγάπη τους.
Η ανάκληση δεν έγινε, αλλά πάρθηκαν αποφάσεις δεσμευτικές για την άνετη πορεία του πνευματικού του έργου. Όλα τα υπέμεινε, με την ταπείνωση που τον διέκρινε, δίχως συζητήσεις και αντιρρήσεις, αλλά όχι και χωρίς πόνο. Είχε όλος παραδοθεί στον Θεό και μόνο σ’ Αυτόν απέβλεπε. Ούτε οι έπαινοι του έδιναν χαρά, ούτε οι κατηγορίες λύπη.

Οι πρώτοι του επισκέπτες είναι κυρίως οι απλοί κάτοικοι της γύρω περιοχής. Η αγάπη του τον έκανε ξακουστό, ώστε σε λίγο να μην άδειαζε ποτέ ο πάγκος, έξω από το εξομολογητήριό του, από κόσμο, που ώρες περίμενε υπομονετικά τη σειρά του. Κόσμος πολύς ερχόταν να του εμπιστευτεί τους πόνους του. Όσο αυστηρός ήταν για τον εαυτό του, τόσο επιεικής ήταν για τους άλλους. Ο π. Ιερώνυμος αναδείχτηκε, κυρίως, πνευματικός πατήρ ενός μεγάλου πλήθους πληγωμένου από την αμαρτία. Στάθηκε φιλόστοργος ιατρός, επιμελητής ψυχών άριστος, φίλος που συμπονούσε στις ήττες και συνευφραινόταν στη χαρά της νίκης, διακριτικός οδηγός, προσεκτικός σύμβουλος, ακάματος, ήρεμος και γλυκύς.
Τα πρώτα χρόνια εξομολογούσε όρθιος. Άρχιζε μετά τη λειτουργία και τελείωνε πολλές φορές τα μεσάνυχτα. Συχνά, για να κερδίσει χρόνο, έτρωγε ή διάβαζε επιστολές και εξομολογούσε. Οι απαντήσεις του κάθε φορά έδειχναν όμως πόσο πρόσεχε. Δεν βιαζότανε ποτέ, παρά το ότι πολλοί τον περίμεναν. Ακόμη κι όταν ήταν άρρωστος. «Λέγετε, έλεγε, αφήστε τους άλλους να περιμένουν. Εγώ εσάς θέλω να ακούσω».
Έβλεπε τις ψυχές σαν ανοιχτό βιβλίο. Είχε καταπληκτική γνώση της ανθρώπινης ψυχής. Σπανίως έκανε ερωτήσεις στους εξομολογούμενους. Όταν τον ρωτούσαν γιατί δεν τους βοηθάει με ερωτήσεις, τους απαντούσε: «Δεν θέλω να σας βάλω σε αμαρτίες που δεν σκεφθήκατε. Ο καθένας γνωρίζει καλά τί έχει και τί τον βαραίνει». Πριν την εξομολόγηση κάτι θα σε κερνούσε, θα χαμογέλαγε, θα ρωτούσε για την εργασία σου και μετά θα φόραγε το πετραχήλι του. Άκουγε με προσοχή τις εξομολογήσεις και στο τέλος απαντούσε. Μερικές φορές έκανε πως κοιμόταν ή έκλεινε τα μάτια του από την κόπωση ή ήθελε να συγκεντρωθεί, να εντείνει την προσοχή του, να δώσει άνεση στον εξομολογούμενο, να μη τον κοιτά στα μάτια.
Τα πάντα χρησιμοποιούσε για να βοηθήσει τον πονεμένο, μη λογαριάζοντας χρόνο και κόπους. Η μεγαλύτερη χαρά και αμοιβή των κόπων του ήταν, όταν έβλεπε ανθρώπους που ειλικρινά μετανοούσαν. Μερικές φορές, αν κάτι του έκρυβες, με διάφορους τρόπους προσπαθούσε να σε φέρει σε τέτοια κατάσταση μετανοίας να το φανερώσεις. Δίχως να σε προσβάλει ή να σε θίξει στο παραμικρό. Είχε μια αρχαία αρχοντιά, αυτήν που έχουν κόσμημα όλοι οι πνευματικοί άνθρωποι. Η μεγαλύτερη λύπη του ήταν να βλέπει ψυχές να βγαίνουν από το εξομολογητήριο με μια ακόμη αμαρτία. Μια μη καθαρή εξομολόγηση ηθελημένη.
Στο τέλος σ’ ευχαριστούσε θερμά, γιατί τον εμπιστεύτηκες. Αν πήγαινες για πρώτη φορά, θα φύλαγε τ’ όνομά σου, και θα προσευχόταν καθημερινώς για σένα. Δεν σ’ άφηνε ν’ απελπιστείς. Ήξερε να παρηγορεί τις ψυχές. «Εγώ γι’ αυτό είμαι εδώ, έλεγε, αυτή είναι η δουλειά μου». Σου μιλούσε για το άπειρο έλεος του Πανάγαθου Θεού, τις πρεσβείες των Αγίων και της Θεοτόκου.
Η διάκρισή του και η ταπεινοφροσύνη του σκεπάζονταν και με το χάρισμα να προορά και να διορά τις ψυχές και τα μέλλοντα. Αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης του στον Θεό και του φωτισμού που είχε λάβει από αυτόν. Ήξερε τα μυστικά βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Έβλεπε τον άνθρωπο ολόκληρο.
Εκείνο το οποίο ζητούσε περισσότερο από τους εξομολογούμενούς του ήταν η συναίσθηση της αμαρτωλότητός τους και η ταπείνωση. Πλήρης αγάπης για την πάσχουσα ανθρώπινη φύση, έσωζε πραγματικά λαβωμένες ψυχές, οι οποίες του φανέρωναν τα έλκη και τις αλγηδόνες τους. Το θαυματουργό πετραχήλι, η μετάνοια, η διάπυρη ευχή του θεοφόρου πατρός για την κατάπεμψη του θείου ελέους και την άφεση, έδινε νόημα στη ζωή των ανθρώπων και άνοιγε παραδείσιες οδούς. Ήξερε να εκφράζεται όχι τόσο με όρους όσο με λόγια απλά. Η φωτισμένη καθαρή σκέψη του ήξερε να συγκροτεί, να χαροποιεί, να σώζει. Σ’ όλους όσοι τον πλησίαζαν έμεινε σαν ένα σύμβολο σοφού πνευματικού.

Οι ακολουθίες στην Ανάληψη ήταν καθημερινές, κατά το αγιορείτικο τυπικό. Γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα, την ώρα που σηκώνονταν και οι αδελφοί στη μονή, θα πήγαινε στον ναό να μείνει μόνος μέχρι τις 5, που άρχιζε καθημερινά η ακολουθία. Τις ώρες αυτές μνημόνευε μερικά από τα ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων, γιατί δεν τα προλάβαινε όλα την ώρα της προσκομιδής.
Στα δίπτυχά του είχε περισσότερα από δυόμισι χιλιάδες ονόματα. Οι καθημερινές ακολουθίες ήταν απλές, ήσυχες και κατανυκτικές. Οι ιεροψάλτες ήσαν άμισθοι και ευλαβέστατοι άνθρωποι. Οι ιερουργίες του Γέροντα ξεχώριζαν. Μετέδιδε τη χάρη στις ψυχές, με το φωτεινό του πρόσωπο, την ειρήνη, την απλότητά του.
Στη λειτουργία ποτέ δεν καθόταν. Ως λειτουργός, ήταν τελείως αφοσιωμένος στο έργο του. Φαινόταν εξαϋλωμένος. Κατά την ώρα της λειτουργίας πολλά παιδιά τον έβλεπαν πάνω από το έδαφος. «Ο παππούλης πετάει» φώναζαν. Τον έβλεπαν μια πιθαμή πάνω από τη γη. Μετά τη λειτουργία δεν έβλεπε τον κόσμο αμέσως. Ήθελε να καθίσει δύο λεπτά στην πολυθρόνα του να ησυχάσει, να κλείσει τα μάτια του. Έλεγε: «Μετά τη λειτουργία έχω και ταραχή, πως τα αμαρτωλά μου χέρια επιάσανε τον Χριστόν και θέλω λίγο να σταθώ να γαληνέψω».
Οι σχέσεις του Γέροντα με τα παιδιά, με τα οποία έμοιαζε και η προς αυτά αγάπη του, είναι από τις ωραιότερες σελίδες της μακαρίας βιωτής του. Οι περιγραφές από τότε παιδιά αυτής της αγαπητικής σχέσεως, είναι άφατα χαριτωμένες και δείχνουν, για μια ακόμη φορά, το μεγαλείο του. Μιλούσε με μεγάλη άνεση και σοβαρότητα σε μικρά παιδιά για μεγάλα θέματα. Τους είχε εμπιστοσύνη, τους μιλούσε όπως στους μεγάλους, λέγοντας πως καταλαβαίνουν περισσότερα απ’ όσα νομίζουμε, συχνά στον πληθυντικό.
Με την αγωγή που τους έδινε, τους άνοιγε τις καρδιές για να δεχτούν τον Χριστό και να τον φυλάξουν για πάντα. Με εξαιρετική συμπάθεια καθότανε ν’ ασχοληθεί με τα σχολικά τους μαθήματα, την πρόοδο της μορφώσεως, την υγεία, τη διατροφή, το μέλλον τους, που συχνά προέβλεπε, και προσπαθούσε να τα προσανατολίσει προς την κλήση τους. Ο ίδιος είχε πολλά να διδαχτεί με το σκύψιμό του πάνω στην ανεπιτήδευτη παιδική αναστροφή.

Οι ελεημοσύνες του αγαθού πατρός έμειναν παροιμιώδεις. Θυμίζουν τους βίους των μεγάλων ελεημόνων αγίων. Όλος σχεδόν ο συνοικισμός του Βύρωνα είναι ελεημένος από τα χέρια του, ιδιαίτερα στις δύσκολες ημέρες της Κατοχής. Δεν πρόσεχε ποιός ζητούσε, αν έχει ανάγκη ή όχι, έδινε απλόχερα παντού.
Προσπαθούσε να μην αφήσει να διανυκτερεύσουν στο κελλί του χρήματα, που η αγάπη και ο σεβασμός των τέκνων του τού πρόσφερε πλούσια. Όταν του τέλειωναν τα χρήματα δανειζόταν για να ελεεί. Όταν δεν είχε έλεγε: «Έτσι είναι, πότε χειμώνας και πότε καλοκαίρι».
Συχνά έμπαινε στο λεωφορείο και δεν είχε το αντίτιμο του εισιτηρίου. Τα ράσα, τα άμφια, τις φανέλες, τα υποδήματά του μοίραζε, όταν δεν είχε χρήματα να δώσει, για να μη λυπήσει κανέναν. Τόση ήταν η ευσπλαχνία του προς τους αδελφούς του.
Τα έδινε με τόση χαρά ως να τα λάβαινε ο ίδιος. Ο ίδιος υπερβολικά λιτοδίαιτος, αυστηρός νηστευτής, υποδειγματικά ολιγαρκής και αυτάρκης. «Πτωχός εκ πτωχών γονέων», όπως του άρεσε να λέει για τον εαυτό του. Όταν εκοιμήθη, βρέθηκαν μόνον επτά δραχμές στο συρτάρι του!

Σελίδες σελίδων θα χρειάζονταν, για να γραφούν οι διηγήσεις των ανθρώπων που τον γνώρισαν και αναφέρονται στο προορατικό του χάρισμα. Χωρίς να γνωρίζει το πρόσωπο, μιλούσε για την ιστορία του και τ’ όνομά του.
Έβλεπε τις σκέψεις, τις καρδιές, τα παρελθόντα, τα μέλλοντα, δίχως ψυχολογικές εμβαθύνσεις αλλά βιώνοντας την προπτωτική ζωή της καθαρότητας και αλήθειας. Αυτό που άξια θαυμάζει κανείς είναι ο απλός τρόπος που μιλούσε γι’ αυτά. Δεν μιλούσε για κοσμοϊστορικά γεγο­νότα, πολέμους και λοιπά.
Μιλούσε για τα προβλήματα της αγωνιζόμενης ψυχής που είχε μπροστά του, για να δώσει κουράγιο και άνεση και να διώξει την απελπισία. Τα έλεγε μ’ ένα τρόπο μυστικό, αλληγορικό, σαν να ήταν φυσικό να γνωρίζει τ’ άγνωστα.
Ποτέ δεν μίλησε για το χάρισμά του. Ήταν γι’ αυτόν σαν κάτι που δεν ήξερε αν το έχει, αν είναι καλά - καλά δικό του. Και πράγματι τις ώρες εκείνες μιλούσε με το στόμα του ο Θεός. Η παράδοση του ίδιου στον Θεό τον έκανε να είναι στήριγμα για τους άλλους. Έβλεπε πέρα από τις κάθε λογής πιθανότητες. Την πρώτη σκέψη που του έδινε ο Θεός την έδινε στον εξομολογούμενο κι έτσι ποτέ δεν λάθευε. Το χάρισμά του ήταν μια δωρεά βοήθειας στον κόσμο.
Δεν είναι λιγότερες οι θεραπείες των σωματικών πόνων και ασθενειών που έκανε ο Γέροντας. Ποτέ δεν πίστεψε και δεν άφησε τους άλλους να καταλάβουν ότι κάνει θαύματα. Αυτό που ήξερε και ακούραστα κήρυττε ήταν πως ο Θεός είναι κοντά μας και ακούει την προσευχή των πιστών.

Οι ευχές της Εκκλησίας, με τις ιερές ακολουθίες και τα θεία μυστήρια, ιδιαίτερα της εξομολογήσεως, της Θ. Μεταλήψεως και του Ευχελαίου, οι άγιοι με τις πρεσβείες τους, τις εικόνες και τα λείψανά τους, ιδιαίτερα η Θεοτόκος, ο τίμιος σταυρός, έχουν δύναμη ιαματική. Και τελικά και πρώτα, αυτός που θεραπεύει, λυτρώνει και σώζει, είναι ο Χριστός όταν δει θερμή πίστη στον άνθρωπο. «Κύριος ο Θεός σου ο ιώμενός σε». Τα όπλα του στις μάχιμες αυτές ώρες ήταν το πετραχήλι, ο σταυρός και το ευχολόγιο. Στα χέρια του έπαιρναν μια μεγαλειώδη δύναμη. Οι πιστοί και οι άπιστοι πλησιάζοντάς τον αναφωνούσαν «Ιδόντες εωράκαμεν, ότι ην ο Κύριος μετά σου». Με όλη τη φωτιά της πίστεώς του προσευχόταν ο Γέροντας στον Κύριο, που είπε στους Αποστόλους του και στους διαδόχους του· «Ασθενούντας θεραπεύετε… δαιμόνια εκβάλλετε…».
Βλέποντας ο Πανάγαθος Θεός, την ψυχή του ταπεινού ιερομονάχου Ιερωνύμου, που ολοκληρωτικά, από παιδί, του είχε δοθεί, δίχως να κρατήσει τίποτε για τον εαυτό του, με την άσκηση, την υπακοή, τη διακονία των αδελφών, πώς να μην του δώσει τη Χάρη του να θαυματουργεί;
Τα θαύματα, που ανέφεραν πρόσωπα ευλαβή, πιστά πνευματικά του τέκνα, είναι αυτά που είδαν και έζησαν κοντά του. Πόσα μένουν άγνωστα ακόμη είτε γιατί πολλοί που τα γνώρισαν έχουν αναπαυθεί, είτε μένουν άγνωστοι, είτε γιατί δεν τα γνώριζαν ούτε οι ίδιοι οι θεραπευμένοι και σωσμένοι, γιατί τελούνταν συχνά « εν τω κρυπτώ» και «εν συμβόλοις».

Αξιοσημείωτο είναι ότι μερικά από αυτά τ’ αναφέρουν μάρτυρες που δεν ζουν τόσο κοντά στην Εκκλησία. Οι εκφράσεις τους φανερώνουν μια κρυφή εκτίμηση στους γνήσιους υπηρέτες του Θεού. Η υπερβολική χρηστοήθεια του Γέροντα τον έκανε σ’ όλους σεβαστό.
Οι μετά την κοίμησή του παρόμοιες μαρτυρίες θαυμαστών επεμβάσεών του, δεν είναι λίγες. Και είναι φυσικό, αφού τώρα είναι κοντύτερα σε Αυτόν που τόσο πολύ αγάπησε κι έχει πλουσιότερη τη χάρη. Τώρα δεν κουράζεται το γεροντικό του σώμα να τρέχει στους ασθενείς του. Τώρα ευλογεί τα τέκνα του και από τον ουρανό, για να δοξάζεται περισσότερο τ’ όνομα του θαυματοδότη και μεγαλόδωρου Θεού.
Ο Θεός τον είχε σκεπάσει για τη μεγάλη του αγάπη, από εδώ στη γη, με τη Χάρη Του και δεν μπορούσε να κρυφτεί, όπως ο ήλιος στον ανέφελο ουρανό. Συχνά η ευωδία της αρετής γίνεται αισθητή και από τις σωματικές αισθήσεις.

Το 1938, στην κηδεία του αρχιεπισκόπου Χρυσοστό­μου είχαν καλέσει και τον Γέροντα. Τον έβαλαν στη σειρά με την τάξη των εγγάμων δίχως να μιλήσει. Πλάι του ήταν ένας σεβάσμιος κληρικός και του είπε:
- «Τί έχετε εσείς οι αγιορείτες και ευωδιάζετε;»
Και ο Γέροντας είπε:
- «Πάψε ευλογημένε, τί έχουμε…».
- Εκείνος επέμενε· «Όχι, το αισθάνομαι, έρχεται η ευωδία από εσάς, κάτι έχετε επάνω σας…».
Κάποιο άλλο πνευματικό του παιδί έλεγε: «Όσο απομακρυνόμουν από κοντά του τόσο λιγόστευε η ευωδία - κάτι ανάμεσα γαρύφαλλο και τριαντάφυλλο. Παρόμοια ευωδία αισθάνθηκα στον Άγιο Νεκτάριο».
Σε μια εποχή καθαρά αντιμοναχική, ο Γέροντας κατόρθωσε να εμπνεύσει την αγάπη στον μοναχισμό και να φορέσει το μοναχικό σχήμα σε περισσότερες από τριακόσιες ψυχές, δίχως να διακρίνει ηλικία και κοινωνική κατάσταση. Δεν είναι λίγες οι οικογένειες, που ολόκλη­ρες αφιερώθηκαν στον Θεό, με πρώτη τη δική του. Μοναχούς έστελνε στο Άγιον Όρος και αλλού. Τις μοναχές σε διάφορες μονές. Μερικές, λόγω της πολύ περασμένης ηλικίας τους, τις έκειρε και τις άφηνε στα σπίτια τους. Άλλες, τις έστελνε με τα λαϊκά στις μονές κι άλλες αγαπούσε να τους φορά ο ίδιος το σχήμα, στην Ανάληψη, στα εξωκκλήσια. Διάβα­ζε την κλήση, που ήταν χαραγμένη στις καρδιές των τέκνων του και τους προετοίμαζε το δρόμο τους. Με τις δεήσεις του βοηθούσε ν’ αυξηθεί το αγγελοειδές τάγμα των μοναχών. Βλέποντας ν’ αυξάνει ο αριθμός αυτός δεν του έμενε παρά να ευχαριστεί τον Κύριο και την Θεοτόκο.

Το μακάριο τέλος του  (6 Ιανουαρίου 1957)

Τον θάνατό του ο μακάριος Γέροντας προείδε και προμήνυσε σε πολλούς με διάφορους τρόπους. Τις ετοιμασίες για το ταξίδι του ουρανού είχε κάνει από τα νεανικά του χρόνια. Όλη του η ζωή ήταν μια ετοιμασία για το καλωσόρισμα του θανάτου, που τον ανέμενε με λαχτάρα.
Ήταν 86 ετών και η σφοδρότητα της ασθένειάς του τον ταλαιπωρούσε αρκετές ημέρες, αλλά δεν του διέκοπτε την προσευχή και συχνά έκανε το σημείο του σταυρού. Δίχως κανένα παράπονο, με υπομονή, με τον καλό λόγο και ηρεμία καρτερούσε το τέλος.
Λίγες ημέρες πριν την κοίμησή του, μεταφέρθηκε σε κλινική του Πειραιά. Τέσσερεις ημέρες πριν, κατόπιν θείου οράματος, επισκέφθηκε τη μονή του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα, παρά την κακοκαιρία, για να προσκυνήσει την ιεράν κάρα του Αγίου. Η ωραιοποιημένη ψυχή του από τους πολυχρονίους αγώνες άφησε το πολύαθλο σώμα στις 11:40 το πρωί, ημέρα Κυριακή μετά τη λειτουργία και τον αγιασμό των Θεοφανείων, 6 Ιανουαρίου 1957. Ανέβαινε η ψυχή του σε ανοιχτούς ουρανούς. Την παραμονή είχε τελεστεί το ιερό ευχέλαιο και είχε μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Πρόλαβε να πιει και Μεγάλο αγιασμό. Αμέσως μετά την τελευτή του ο πολιτικός και θρησκευτικός τύπος έγραψε πολλά περί της μακαρίας βιοτής του. Οι ένθερμες νεκρολογίες πολλών, ήσαν ύμνοι και ευχαριστίες στον Θεό, που τους χάρισε τέτοιον πατέρα.
Λίγες ημέρες μετά την ταφή του Γέροντα, κάθονταν μερικοί κοντά στον τάφο του, που βρίσκεται πίσω από το ιερό του ναού της Αναλήψεως και ένιωσαν να έρχεται ένα λεπτό άρωμα από αυτόν.
Στις 8 Μαΐου του 1965 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του. Ο Γέρων Γελάσιος Σιμωνοπετρίτης στάλθηκε από την Μονή για την παραλαβή των οστών του, είπε: «Αν ο οικονόμος δεν τα έκρυβε στο καμπαναριό του ναού θα επέστρεφα το κιβώτιο κενό». Με ιερή λαχτάρα όλος ο κόσμος έπεσε στον τάφο του να πάρει ως ευλογία και φυλακτό, χώμα και ξύλο από το φέρετρό του. Πολλοί είχαν την ευκαιρία πάλι να αισθανθούν έντονα τα σημεία της χάριτος του Θεού. Με θαυμασμό αναφέρουν την ευωδία κατά την ώρα της ανακομιδής.

Αυτό που άφησε πίσω του ως εικόνα και αίσθηση του προσώπου του περιγράφεται θαυμάσια από τον λόγιο βιογράφο του αγιορείτη Γέροντα Μωϋσή:
«Ο Γέροντας ήταν πολύ απλός. Κοντός στο ανάστημα. Παρά το ότι ήταν λίγο ευτραφής φαινόταν εξαϋλωμένος και το βλέμμα σου τον διαπερνούσε. Το πρόσωπό του ήταν συνήθως φωτεινό και αυστηρό, σοβαρό και με καλωσύνη. Ποτέ δεν αποχωριζόταν τον καλογερικό του σκούφο. Οι αχνές ρυτίδες του προσώπου του είχαν μια φυσικότητα. Τα μάτια του βαθουλωτά, κοιτούσαν συνήθως χαμηλά και είχαν σπάνια φωτεινότητα. Δυσκολευόσουν αρκετά να τον δεις κατάματα. Συχνά φορούσε απλά ματογυάλια. Το βλέμμα του είχε επιείκεια, ζεστασιά και σε πρόσεχε με μια ακριβή αγάπη. Το χαμόγελό του είχε μια ιδιαίτερη ωραιότητα. Τα γένια του άσπρα, και στην μέση χωρίζανε λίγο. Συνήθως ήταν ωχρός. Ένας απλός ιερομόναχος, με καθαρά ρούχα και υποδήματα. Με έντονα τα ιδιαίτερα πατρικά χαρίσματα, αγαθότητα, ηρεμία, διάκριση και συμπάθεια.
Ο χαρακτήρας του προσώπου του, υπογραμμισμένος από την λευκότητα των διάχυτων μαλλιών του, η απλότητα των ενδυμάτων και των λόγων του, η χάρη των νοημάτων του από θερμές φράσεις γίνονταν βιβλίο βοηθείας στους αναγκεμένους. «Στολισμός γάρ ανδρός και βήμα ποδός και γέλως οδόντων αναγγελεί τα περί αυτού». Βλέποντάς τον να ζει μέσα σε μια συνεχόμενη και αδιατάρακτη πραότητα και γαλήνη, αυτόν τον άνθρωπο του Θεού, τον απλό γέροντα, αναφωνούσες στα μύχια σου· «Καλόν το πορεύεσθαι οπίσω Κυρίου…»

Ο πατήρ Ιερώνυμος έζησε ως επίγειος άγγελος, ουράνιος άνθρωπος.
Με Συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου ο γνωστός Όσιος Γέρων της Αναλήψεως, του Αγιορειτικού Μετοχίου Βύρωνος Αθηνών, ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ ανεγράφη πρόσφατα στις αγιολογικές δέλτους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Η ιερά μνήμη του καθιερώθηκε την 9η Μαΐου εκάστου έτους.

 
“ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων”

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

2 Μαϊ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Toυ Βασίλειου Ευσταθίου
Δρ. Φυσικού, πτυχ. Θεολογίας
(Τμ.Κοιν.Θ.ΕΚΠΑ)

 


Ο γέροντας Ευθύμιος στήν Καψάλα του Αγίου Όρους δημοσίευσε στίς 14 Απριλίου ένα κείμενο μέ αφορμή τόν κορωναϊό καί τά μέτρα γι αυτόν. Αυτό, δηλαδή τό νά δημοσιεύσει κείμενο, συνέβη πρώτη φορά, καθώς τού τό επέβαλε η ανάγκη, όπως ο ίδιος εξηγεί, γιά νά μήν προκύψει ζημιά, από διάφορες φήμες πού ακούγονταν ότι είπε τό ένα ή τό άλλο επί τού θέματος, χωρίς όμως νά ανταποκρίνονται επακριβώς στό τί πραγματικά έχει πεί, μέ αποτέλεσμα νά προκύπτει σύγχυση («κάποιοι ανεύθυνα καί ψευδώς διέδωσαν», «χωρίς τήν άδειά μου ανήρτησαν συζητήσεις μου μέ ανακριβείς καί αντικρουόμενες απόψεις μου»). Επίσης, εξηγεί ξεκάθαρα ότι όσα δημοσιεύει είναι προσωπική του άποψη καί δέν έχει τήν διάθεση νά τήν επιβάλλει σέ άλλους («εντελώς προσωπική, χωρίς διάθεση νά τήν επιβάλλω καί σέ άλλους»).

Στήν συνέχεια λοιπόν γράφει ότι η Εκκλησία μέ τά μέτρα πού τής επιβλήθηκαν από τήν Πολιτεία ταπεινώθηκε, αποδυναμώθηκε καί δεσμεύτηκε. Γράφει επίσης - τό γνωστό στούς πάντες - ότι «Παλαιότερα, σέ παρόμοιες περιπτώσεις θανατηφόρων επιδημιών τελούσε αγιασμούς καί έκανε λιτανείες ιερών εικόνων καί αγίων λειψάνων» καί μέ τήν κοινή λογική, αλλά καί πίστη διερωτάται: «Γιατί καί σήμερα νά μήν γίνωνται αυτά; «Μή ουκ ισχύει η χείρ Κυρίου» νά μάς βοηθήση καί σήμερα;» Στήν συνέχεια παραθέτει ένα θαύμα τού Αγίου Χαραλάμπους. Μετά επαναλαμβάνει αυτό πού αναφέρει σέ επίσημη επιστολή του στήν Υπουργό καί στήν Κυβέρνηση καί ο Μητροπολίτης Μεσογαίας Νικόλαος, ότι «Ούτε ο Διοκλητιανός, ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι κομμουνιστές στήν Ρωσσία, ούτε οι Γερμανοί στά χρόνια τής κατοχής κατάφεραν νά παύσουν τήν Θεία Λειτουργία καί τήν προσέλευση τών πιστών γιά τήν Θεία Κοινωνία». Καί φέρνει τό παράδειγμα άλλων χωρών: «Τήν ίδια ώρα πού εδώ όλα σιωπούν από φόβο, στίς Ορθόδοξες Εκκλησίες τής Σερβίας, της Βουλγαρίας και της Γεωργίας γίνεται η λατρεία απρόσκοπτα, οι ναοί είναι ανοιχτοί, τελείται η Θεία Λειτουργία καί δέν φοβούνται οι πιστοί μήν προσβληθούν από τόν ιό».
Συνεχίζει γράφοντας γιά τήν αντισυνταγματικότητα τών μέτρων επί τής οποίας αντισυνταγματικότητας αρθρογράφησε επανειλημμένα ο καθηγητής Δρ. Κυριάκος Κυριαζόπουλος, κατοχυρωμένα μέ πλήρη σειρά αδιάσειστων επιχειρημάτων, ενώ τονίζει και τον αρνητικό ρόλο τών συστημικών ΜΜΕ. Καί καταλήγει ότι ναί μέν πρέπει νά προστατέψουμε τήν δική μας υγεία καί τών άλλων, όμως χωρίς νά φοβόμαστε, γιατί «στήν κατάσταση τού φόβου ο άνθρωπος δέν μπορεί νά σκεφθή καί νά ενεργήση λογικά καί διακριτικά». Καί έδωσε ένα παράδειγμα μέ τόν Άγιο Παΐσιο, πού άν καί δέν επρόκειτο γιά επιδημία, αλλά γιά τήν ραδιενέργεια μετά τό πυρηνικό ατύχημα στό Τσερνομπίλ, είχε πεί «νά κάνωμε τόν σταυρό μας καί νά τρώμε άφοβα, δίνοντας ο ίδιος πρώτος τό παράδειγμα».
Καί προσθέτει «Άν ζούσε σήμερα είναι αδιανόητο νά τόν βλέπαμε μέ μάσκα καί γάντια, νά έχη στήν τσέπη του τό μπουκάλι μέ τό οινόπνευμα καί νά αποφεύγη τούς ανθρώπους ή νά τούς μιλά από απόσταση».
Προφανώς εδώ ο γέροντας Ευθύμιος δέν εννοεί νά μήν φοράμε μάσκα καί γάντια, αλλά ότι άν ο Άγιος ζούσε τώρα, δέν θά τό έκανε αυτό. Καί γράφει ότι άν ζούσε σήμερα θά ελυπόταν γιά τό κλείσιμο τών Εκκλησιών. Αλήθεια υπάρχει κανένας απλός πιστός πού πιστεύει ότι άν ζούσε ο Άγιος σήμερα θά χαιρόταν γιά τό κλείσιμο τών Εκκλησιών; Είναι δυνατόν; Μετά ο γέροντας Ευθύμιος αναφέρεται στό θέμα τού εμβολίου, όπου γράφει:

«Εμείς αρνούμαστε νά κάνωμε τό εμβόλιο. Όποιος φοβάται, άς κάνη όσα εμβόλια θέλει, αλλά νά γνωρίζη ότι μπορεί νά έχη απρόβλεπτες βαρειές παρενέργειες» καί δίνει μερικά παραδείγματα. Τί λάθος λέει; Υπάρχει κανείς πού νά μήν γνωρίζει ότι τά εμβόλια μπορεί νά έχουν καί παρενέργειες; Πόσα καί πόσα δέν λέγονται γι αυτό, γιατί πολλά έχουν γίνει. Μπορεί νά έχουν παρενέργεια σέ κάποιον, ή μπορεί, καί είναι τό πιό πιθανόν, νά μήν έχουν. Δέν λέει κάτι άλλο ο γέροντας, ούτε καί επιβάλλεται σέ κανέναν νά μήν κάνει τό εμβόλιο. Απλά όμως θέλει νά τονίσει αυτό πού θά έπρεπε νά είναι αυτονόητο γιά κάθε πιστό:
«Άν δέν φυλάξη ο Θεός, τί μπορούν νά κάνουν τά εμβόλια καί τά φάρμακα;» καί προσθέτει «Εμείς έχουμε ανώτερα εμβόλια καί «φάρμακα αθανασίας», τά άγια Μυστήρια. Γιατρούς δοκιμασμένους καί ειδικούς γιά τόν ιό, τόν Άγιο Χαράλαμπο, τόν Άγιο Βησσαρίωνα Δουσίκου, πού είναι γιά τήν πανώλη καί τόσους άλλους Αγίους».
Ως τελευταίο πράγμα αναφέρεται σέ αυτό γιά τό οποίο υπάρχει ένας κατακλυσμός άρθρων από πολλές πλευρές γιά τό τί κρύβεται πίσω από τόν κορωναϊό, ως πρός τό πώς μπορούν οι «αρμόδιοι» νά εκμεταλλευτούν τήν περίσταση που προκλήθηκε από αυτόν: «Κορυφαίοι γιατροί καί επιστήμονες επισημαίνουν ότι αυτά πού γίνονται είναι τέστ πειθαρχίας γιά νά χειραγωγούν τούς ανθρώπους εκεί πού θέλουν». Καί γράφει, ο γέροντας Ευθύμιος, συγκεκριμένα παραδείγματα πολιτικών οι οποίοι τό αποδεικνύουν ξεκάθαρα μέ όσα υποστηρίζουν δημοσίως:
«Η πανδημία τού κορωναϊού ανέδειξε τήν ανάγκη μιάς παγκόσμιας δημοκρατικής διακυβέρνησης» (Γιώργος Παπανδρέου) καί «νά έχη ο κάθε άνθρωπος ένα μικροτσίπ γιά νά έχη βιομετρικά δεδομένα σέ σχέση μέ τόν ιό ή μέ άλλες επιδημικές μετρήσεις» (Ευάγγελος Βενιζέλος), καταλήγοντας: «Αυτούς τούς ανθρώπους πού μάς υποδούλωσαν στούς ξένους δανειστές καί τώρα μάς οδηγούν στήν σκλαβιά τού Αντιχρίστου, είναι δυνατόν νά τούς εμπιστευθούμε;».

Εδώ άς προσέξουμε ιδιαίτερα τό λόγο τού πατρός Ευθυμίου. Ταιριάζει ή δέν ταιριάζει μέ τό λόγο τού Αγίου Παϊσίου; Ο Άγιος Παΐσιος δέν μάς έχει μιλήσει γιά τούς έσχατους καιρούς καί μάς έχει αφήσει ιερά παρακαταθήκη, όχι μόνο νά μήν σφραγιστούμε, αλλά ούτε κάν νά δεχθούμε ταυτότητα, άν αυτή έχει πάνω τόν αριθμό τού Αντιχρίστου; Καί αναφέρει ο γέροντας καί τί είχε πεί ο Άγιος Παΐσιος γιά τίς μελλοντικές δυσκολίες: «Μόνο μέ καλή πνευματική ζωή θά τά βγάλωμε πέρα». Εδώ ειδικά θέλουμε νά σχολιάσουμε, ότι πρώτον από όλους αυτόν τόν λόγο τού Αγίου Παϊσίου πρέπει νά τόν έχουμε σήμερα, όπως τό Ιερό Ευαγγέλιο.
Καί καταλήγει ο γέροντας τής Καψάλας: «Επέτρεψε ο Θεός γιά τίς αμαρτίες μας αυτήν τήν μεγάλη δοκιμασία. Έχουμε ανάγκη από ειλικρινή μετάνοια, υπομονή ανεξάντλητη καί προσευχή αδιάλειπτη, η οποία ενισχύει τήν Πίστη μας». Δέν μιλάει σωστά, ουσιαστικά καί πατερικά εδώ; Καί κλείνει μέ τίς αγίες ευχές του, πού όλοι έχουμε τόσο ανάγκη.

Όταν μελέτησα τό κείμενο τού γέροντα Ευθυμίου χάρηκα πολύ καί ωφελήθηκα. Δέν είναι η πρώτη φορά πού μέ ωφελούν οι λόγοι του, αλλά είναι πρώτη φορά πού τούς είδα καί γραπτώς. Τό ίδιο πίστεψα ότι ωφελήθηκε καί χάρηκε και πλήθος πιστών, καί δέν μπορούσα ούτε κάν νά διανοηθώ ότι θά ενοχλούσε κάποιους εντός τής Εκκλησίας καί μάλιστα ρασοφόρους. Επειδή σκοπός μου δέν είναι κάποια προσωπική αντιπαράθεση, αλλά νά απαντήσω στήν αδικία εις βάρος τού γέροντα, δέν θά αναφερθώ ονομαστικά.
Ξεκίνησαν, λοιπόν, μέ τά ακόλουθα υβριστικά καί αδιανόητα γιά τόν συγκεκριμένο σεβαστό καί αγαπητό γέροντα: «Ζουν τη δαιμονική γλυκιά ψευδαίσθηση της αυθεντίας, αφού άφησαν, ή και θεοστυγώς καλλιέργησαν το να τους βγεί το όνομα του Αγίου ή του Φωτισμένου. Στο τέλος και οι ίδιοι το πίστεψαν και φυσικά όταν δουν τα σκούρα δεν μπορούν να το διαχειριστούν όχι απλά απαθώς, αλλά ούτε καν στα πεζά συνήθη ανθρώπινα μέτρα».
- Από πού βγαίνει τό συμπέρασμα περί ψευδαίσθησης τής αυθεντίας, γιατί ο γέροντας εξ αρχής, όπως προαναφέραμε, δήλωσε ότι όσα γράφει τά γράφει ως προσωπική του άποψη, τήν οποία δέν θέλει νά τήν επιβάλλει σέ κανέναν; Όσοι γνωρίζουν τόν γέροντα καί έχουν βοηθηθεί σέ σοβαρότατα ζητήματά τους από αυτόν μπορούν νά κρίνουν τίς παραπάνω κατηγορίες.
Συνέχισαν νά αναφέρονται στόν γέροντα μέ προσβλητικό καί ειρωνικό ύφος τού τύπου: «Δεν παρακολουθεί ο πατήρ Ευθύμιος ή δεν τον πληροφορούν οι δικοί του για τις καθημερινές υπεύθυνες ανακοινώσεις των ειδημόνων λοιμωξιολόγων σε όλο τον κόσμο και στην Πατρίδας μας…» καί «Μέσα στην ασφάλεια του σκητιώτικου μονυδρίου του και την επιλεγείσα από τον ίδιο ησυχία για πνευματική ζωή, δεν έχει συνειδητοποιήσει την οσμή του θανάτου που αοράτως περιφέρεται κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα και από εκεί μεταδίδεται και στην επαρχία».
Αλήθεια από πού βγαίνουν αυτά τά συμπεράσματα περί μή ενημέρωσης καί μή συνειδητοποίησης τού γέροντα, γιατί εμείς τό ακριβώς αντίθετο έχουμε αντιληφθεί γιά αυτόν.
Γράφουν: «Όταν σε άλλα κράτη πεθαίνουν κατά χιλιάδες κάθε μέρα άνθρωποι όλων των ηλικιών και μάλιστα ηλικιωμένοι και ευπαθείς ομάδες, επειδή οι κυβερνήσεις τους άργησαν να πάρουν περιοριστικά μέτρα προς αποφυγήν του συγχρωτισμού, ποιά εκκλησιαστική αρχή θα έκανε την απερισκεψία να κάμει πολυπληθείς λιτανείες και προσκυνήσεις ιερών εικόνων και λειψάνων; Πώς θα βάσταζε το συνειδησιακό βάρος από την εξάπλωση του θανατικού που σίγουρα θα γινόταν;»
Είδαμε καί τό αποτέλεσμα τής προσπάθειας νά γίνουν ολιγομελείς λιτανείες μέ περιοριστικά μέτρα, οι οποίες τελικά, είτε δέν δώθηκε άδεια καί απαγορεύτηκαν νά γίνουν, είτε άν επιδιώχθηκαν χωρίς άδεια, έλαβαν παραφουσκωμένα πρόστιμα καί κατασχέσεις πινακίδων (περίπτωση Αιγίου), ενώ γιά τήν Θεία Κοινωνία είδαμε καί σύρσιμο στόν Εισαγγελέα (περίπτωση Μητροπολίτου Νεκταρίου καί π. Γεωργίου Σχοινά).
Τό νά λέμε βέβαια ότι άν γινόνταν λιτανείες καί προσκυνήματα θά εξαπλώνοταν τό θανατικό καί θά είχαμε συνειδησιακό βάρος πρόκειται γιά κραυγαλέα ολιγοπιστία, άν όχι βλασφημία.
Τό θανατικό πάντως από ότι αποδείχθηκε, όντως δέν εξαπλώνεται μέ υπαίθριες συναυλίες, κινούμενες πάνω σέ φορτηγά, όπως αυτήν τής Πρωτοψάλτη, πού τήν χαιρέτισε μέσα στό συνωστισμένο πλήθος καί ο Πρωθυπουργός. Τότε, ούτε μέτρα δέν χρειάζονται καθόλου, υπάρχει πλήρης ασφάλεια!

Συνεχιζουν τήν προσβολή πρός τόν γέροντα Ευθύμιο: «Εκείνος μέσα στο ασφαλές καλογερικό του κατάλυμα, τί έχει να φοβηθεί;», ενώ λένε γιά τόν Άγιο Παΐσιο: «θα έκανε υπακοή στην Εκκλησία σε ό,τι έχει αποφασίσει σε συνεργασία με την Πολιτεία». Εδώ βέβαια ως Εκκλησία εννοούν τίς αποφάσεις τής εκκλησιαστικής ηγεσίας. Δόξα ο Θεός, πολλές φορές κάναμε ανυπακοή μέσα στήν Τεσσαρακοστή καί μπορέσαμε καί εκκλησιαστήκαμε καί κοινωνήσαμε, διαφορετικά ακόμα θά μάς έδερναν οι τύψεις τής συνειδήσεως μέ αυτές τίς εντολές πού μάς δώσανε.
Γράφουν: «Την Εκκλησία που ασεβώς χαρακτηρίζει ο πατήρ Ευθύμιος ταπεινωμένη όσο ποτέ άλλοτε, αποδυναμωμένη και δεσμευμένη από την πολιτεία».
- Ποιά ακριβώς είναι η ασέβεια δηλαδή; Τουλάχιστον όσον αφορά τήν εκκλησιαστική ηγεσία, αυτό είναι πλήρως αληθές.
Επίσης γράφουν εκ μέρους τού Αγίου Παϊσίου: «δεν θα έκρινε και δεν θα κατέκρινε - μάλιστα από διαδικτύου - δίκην διαγγέλματος τις σωτήριες αποφάσεις της Πολιτείας, που εγκωμιάζουν έγκυρα μέσα ενημέρωσης παγκόσμιας εμβέλειας και προσωπικότητες διεθνώς».
- Εμείς πιστεύουμε ότι όσον αφορά τά μέτρα γιά τήν Εκκλησία, δηλαδή τό κλείσιμό τους, ο Άγιος θά είχε σηκώσει μπαϊράκι. Ο Άγιος δέν ήταν βέβαια νερόβραστος, καί ούτε ήθελε τούς νερόβραστους.
Και συνεχίζουν γιά τόν Άγιο Παΐσιο: «Και πάντως δεν θα συμφωνούσε με το κείμενο του πατρός Ευθυμίου». - Μά πότε, τέλος πάντων, ο Άγιος τούς διόρισε εκπρόσωπούς του, νά κρίνουν εκ μέρους του, ακόμα καί σεβαστά πρόσωπα, όπως ο αγαπητός γέροντας τής Καψάλας;

Ακολουθεί παρακάτω μιά ολόκληρη παράγραφος μέ σκοπό νά ελέγξει τό γέροντα«Από την Εκκλησία αντλεί και την ιερωσύνη δια της χειροτονίας του ο π. Ευθύμιος, αλλά και αυτή τη μοναχική κουρά του την οποία τέλεσε κάποιος ιερεύς, όπως και το βάπτισμά του που τέλεσε κάποτε άλλος Ιερεύς. Αυτή λοιπόν η Εκκλησία που έχει την ποιμαντική ευθύνη, δεν ζήτησε τη γνώμη του, πολύ δε περισσότερο την άδειά του για το τι θα έπραττε. Και φυσικά δεν τον τιμά η λεγόμενη παρέμβασή του από το διαδίκτυο. Ως Αγιορείτης δε, εκκλησιαστικά ανήκει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο το οποίο έχει αποφανθεί για το θέμα, και η απόφασή του εφαρμόζεται στις τοπικές Εκκλησίες του κλίματός του.
Έργο του εν λόγω Ιερομονάχου είναι μόνο τα μοναχικά του καθήκοντα και τα λειτουργικά του ως ιερέως, καθώς και η φροντίδα των υποτακτικών του Μοναχών μέσα στο χώρο της ασκήσεώς του, δηλαδή του σκητιώτικου μονυδρίου του που είθισται να αποκαλείται καλύβη, που πάλι η Εκκλησία στην οποία ανήκει του έδωσε δια της κυριάρχου Μονής. Η αληθής μοναχική συνείδηση συμβαδίζει πάντα με το γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα. Κανείς που θεωρεί τον εαυτό του μέλος της Εκκλησίας του Χριστού δεν είναι αυτόνομος και αναρχικός».

Μέ άλλα λόγια επιτιμούν εδώ τόν γέροντα νά κάθεται στήν Καλύβη του καί νά μήν μιλάει. Προσοχή εδώ: Αυτό τό λένε εκείνοι πού τρέχουν από βήμα σέ βήμα, νά μιλήσουν δημοσίως, είτε προφορικώς σέ ομιλίες, είτε γραπτώς σέ ιστολόγια. Αυτοί, λοιπόν, νά ομιλούν όποτε θέλουν, ο γέροντας Ευθύμιος όμως κακώς έγραψε μιά φορά ένα κείμενο καί αυτός! Γιατί όμως δύο μέτρα καί δύο σταθμά; Εδώ απαντάμε εμείς. Γιατί οι πρώτοι γράφουν ότι οι «πρώτοι» τούς πούν, κάνοντας τυφλή υπακοή. Ο γέροντας όμως εκφράζει, καί αυτό έγραψε καί τώρα, αυτό πού τού υποδεικνύει η συνείδησή του μετά από προσευχή. «Πρώτος» γιά τόν γέροντα, είναι η αλήθεια, δηλαδή ο Χριστός, καί αυτό πολλές φορές πονάει.
Άν οι «πρώτοι» ακολουθούσαν, τουλάχιστον στά σοβαρότερα θέματα, τά τής πίστεως καί τής ενότητας, τήν αλήθεια, δέν θά υπήρχε πρόβλημα. Τό πρόβλημα ξεκινάει τήν στιγμή πού πολλάκις δέν τό κάνουν στά σοβαρότερα αυτά θέματα. Καί επειδή, όσο δέν μιλάει ο γέροντας γι αυτά τά θέματα δημοσίως δέν μπορούσαν νά τόν ελέγξουν, τόν έλεγξαν εμμέσως πλήν σαφώς τώρα, πού έγραψε γιά τόν κορωναϊό καί τά μέτρα.Αυτό αποδεικνύεται στήν άποψη περί αποτείχισης πού ακολουθεί αμέσως μετά: «Και δεν εννοώ -Θεός φυλάξοι- την αποτείχιση που είναι η υπογραφή της αυτοκαταδίκης». Άλλα όμως λέει ο 15ος ιερός κανόνας τής ΑΒ΄.

Καί γράφουν καί παρακάτω ξεκάθαρα, ότι αυτό είναι τό κεντρικό πρόβλημα, νά μήν δίνεται από τόν γέροντα μέ κανέναν τρόπο ομολογία πίστεως:
«Αυτονομίες και αναρχίες είναι και τα τέτοιου είδους μπαϊράκια τα υπαγορευόμενα από τους εκ δεξιών πειρασμούς. Στην Εκκλησία και ο ερημίτης έχει Επίσκοπο, αφού εκεί που κοινωνεί μνημονεύεται ο Επίσκοπος του τόπου, εξ ονόματός του οποίου ο ιερεύς τελεί την Θεία Λειτουργία, πολύ δε περισσότερο, πρέπει να το αντιλαμβάνεται αυτό αν είναι και ο ίδιος Ιερεύς. Το άγιο σχήμα που φορεί, δεν του επιτρέπει να αποφαίνεται. Δεν μπορεί να δημιουργεί συνειδησιακά προβλήματα δια της υποκινήσεως παρακοής στο ποίμνιο της Εκκλησίας πάνω στο οποίο δεν έχει δικαιώματα, και να έχει την ιδέα ότι κάνει και ομολογία πίστεως, εκτός αν έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, πράγμα που καθιστά την περίπτωσή του ακόμη πιο προβληματική».
Τώρα ιδού τό ερώτημα: «Ποιός πραγματικά δημιουργεί συνειδησιακά προβλήματα- ο μοναχός καί ο κάθε πιστός πού ομολογεί ή ο ιεράρχης πού ολιγοπιστεί ή καί πολύ χειρότερα προδίδει τήν πίστη καί τήν ενότητα τής Εκκλησίας»;

Καί σχετικά μέ τήν άποψη τού γέροντα Ευθύμιου γιά τό εμβόλιο γράφουν:
«Πώς το αντέχει η συνείδησή σου, πάτερ, και τα γράφεις αυτά απευθυνόμενος προς τον λαόν; Καταλαβαίνεις το κακό που κάνεις; Συνειδητοποιείς αυτόκλητε καθοδηγέ, προς τα πού προτρέπεις τους ανθρώπους που σε πιστεύουν; Πώς τολμάς να παίρνεις και να δημοσιεύεις τέτοια ευθύνη για την υγεία των ανθρώπων, αντί να πονέσουν τα γόνατά σου και ό ιδρώτας σου να τρέχει «ωσεί θρόμβοι αίματος» (Λουκ.22,44) προσευχόμενος στο ασφαλές κελλί σου, με πόνο & φιλότιμο για τους απανταχού επιστήμονες ερευνητές που ξενυχτούν στα εργαστήριά τους για να βρουν το φάρμακο και το εμβόλιο κατά του ιού και να πάρουν από τα νύχια του χάρου αναρίθμητες ζωές;».
Ο γέροντας ξεκαθάρισε ότι, άν καί ό ίδιος δέν τό κάνει, όμως δέν επιβάλλει σέ κανένα νά μήν κάνει τό εμβόλιο. Μόνο ο καθένας πρίν τό κάνει, θά πρέπει νά τό σκεφθεί καλά. Τώρα γιά τό πόσο προσεύχεται στό «ασφαλές κελί» του, άς τό αφήσουμε αυτό νά τό ξέρει ο ίδιος καί ο Θεός, καί δέν είναι δουλειά μας.

Όσο γι' αυτό πού γράφουν: «Αλλά όλο το μπλα μπλα εγράφη για να φτάσει στο γνωστό γλυφιτζούρι περί του σφραγίσματος του Αντιχρίστου που τώρα ξέφτισε, ανόστησε και δεν πιάνει πια προς μεγάλη θλίψη των ευλαβών με βλάβη επενδυτών του, που πριν χρόνια είχαν προκαλέσει εφιάλτη στους ανθρώπους και είχανε γίνει πρόξενοι κατανάλωσης ποσότητος ψυχοφαρμάκων».
Μήπως ξέφτισαν καί τά χειρόγραφα τού Αγίου Παϊσίου πού γράφει γι' αυτό το θέμα, στόν οποίο τόσες αναφορές έκαναν, αλλά εδώ ξέχασαν τί έχει πεί σχετικά καί γράψει;

Καί βέβαια ο Άγιος Πορφύριος δέν τά απέρριψε όλα αυτά, πού παρακάτω μάς προτρέπουν νά διαβάσουμε «τα όσα είχε πει ο μεγάλος Άγιος των ημερών μας Πορφύριος στον πατέρα Αθανάσιο Σιμωνοπετρίτη, τότε κατά την περίοδο της αντιχριστολογίας».

Απλά είπε νά μήν ασχολούμαστε. Νά μήν ασχολούμαστε μέν, ωστόσο θά πρέπει νά έχουμε γνώση τί μέλλει γενέσθαι καί νά είμαστε σέ θέση νά δούμε τά «σημεία τών καιρών», όπως μάς προτρέπει καί ο ίδιος ο Κύριος νά κάνουμε («τό μέν πρόσωπον τού ουρανού γινώσκετε διακρίνειν, τά δέ σημεία τών καιρών ου δύνασθε γνώναι;» Ματθ.16,3). Καί τό ίδιο κάνει καί ο γέροντας Ευθύμιος, ο οποίος στά όσα ωφέλιμα εξέφρασε δημοσίως, άξιζε μιά καλύτερη από τήν αυθάδη αντιμετώπιση πού είχε, ανθρώπων πού ξέρουν μόνο νά συμβουλεύουν τούς άλλους μέ τούς λόγους τού Αγίου Παϊσίου ή τού Αγίου Αρσενίου, αλλά δέν ξέρουν νά τούς τηρούν στόν εαυτό τους.

“vimaorthodoxias”

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

29 Απρ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 

 Στη φωτογραφία ο π. Ευθύμιος
με τον Γέροντά του
Ισαάκ τον Λιβανέζο

 

 

 

Πήραμε τον δρόμο για την Καψάλα και το κελλί του πατρός Ευθυμίου, μιας από τις πλέον σεβάσμιες σύγχρονες μορφές του Αγιορείτικου ησυχασμού... Ένα μικρό ανηφορικό μονοπάτι και σε λίγο βρισκόμαστε έξω από την μικρή πόρτα. Εκεί υπήρχε η αύρα της Παναγούδας και του Γέροντος Παϊσίου πνευματικού πατέρα του παπά - Ευθύμη, με ταπεινά καθίσματα από κορμούς δέντρων να σε γυρίζουν σε αυτά που ποτέ δεν έζησες και όμως πάντα θα νοσταλγείς... Δεν απογοητευτήκαμε όταν ένας από τους υποτακτικούς του Γέροντα μάς είπε πως εκείνος έλειπε και πως θα επέστρεφε το Σάββατο… Και αυτό γιατί ήταν σαν να τον συναντήσαμε στα ιλαρά πρόσωπα που είχαν τα καλογέρια του…

Ο Μοναχός μας προσέφερε κέρασμα λουκούμι και δροσερό νερό. Ήταν ίσως η πρώτη φορά που αισθανθήκαμε τόσο ευλογημένοι πίνοντας ένα ποτήρι νερό. Και αυτό γιατί συνειδητοποιήσαμε ότι πουθενά στο κελλί δεν υπήρχε βρύση και φυσικά ούτε ρεύμα…
- Το κουβαλάμε από μακριά. μας είπε όταν τον ρωτήσαμε ο Μοναχός ο οποίος έπλενε μια μεγάλη κατσαρόλα κάνοντας συντονισμένες κινήσεις ώστε να μην πηγαίνει χαμένη ούτε σταγόνα…
Πιείτε και άλλο παιδιά, μας είπε, είστε κουρασμένοι !!! Χαμογελάσαμε με νόημα αρνούμενοι να τους στερήσουμε κι άλλο υπερπολύτιμο νεράκι και θελήσαμε να αφήσουμε κάποια ονόματα για τον Πατέρα Ευθύμιο όταν θα γύριζε. Φύγαμε παίρνοντας μαζί μας ευλογίες του Γέροντα ένα πολύ όμορφο οπτικοακουστικό υλικό αφιερωμένο στον Γέροντα Παϊσιο και τις εικόνες αυτάρκειας, ταπεινότητας και αληθινής ευτυχίας που εξέπεμπαν αβίαστα οι Μοναχοί της ευλογημένης αυτής συνοδείας. (Οκτώβριος 2010)

Αρκετά χρόνια μετά ...

... Στις 2 τη νύχτα είχαμε συναποφασίσει έγερση.
Εμείς οι πέντε μαζί με τον Απλού και τον καλοκάγαθο Δημήτριο τον συνοδοιπόρο του. Για αυτό εξάλλου μείναμε στο παλιό Νοσοκομείο της σκήτης έξω από την πύλη, για να μπορέσουμε να ξεκινήσουμε πολύ πριν το άνοιγμά της για τα μέρη της κάτω Καψάλας και το κελλί του παπά Ευθύμη και της συνοδείας του. Ένα από τα πιο γνωστά καταφύγια δεομένων, ένα από τα πιο ενεργά εργαστήρια υπομονής και αγάπης του Άθωνα!
Ο Γέροντας -όπως κάθε χρόνο- τέτοια εποχή «εξαφανίζεται» επί μακρόν για ησυχία και προσευχή. Ήταν από τις τελευταίες μέρες που θα μπορούσαμε να τον δούμε από κοντά και να του μιλήσουμε. Το ίδιο όμως γνώριζαν και σχεδόν όλοι οι επισκέπτες προσκυνητές στα μέρη πέριξ των Καρυών. Γι αυτόν τον λόγο και για να προλάβουμε έστω για λίγο τον παππούλη θα έπρεπε να ήμασταν από πολύ νωρίς έξω από την πόρτα του κελιού! Ξεκινήσαμε λοιπόν στην πιο γλυκιά Φθινοπωρινή νυχτιά που έμοιαζε μέρα, με ένα έκπαγλο φεγγάρι να οδηγεί τα βήματά μας στον χωμάτινο δρόμο. Πετάμε από χαρά!
Πρώτη φορά σε νυχτερινή πτήση σε… αεροδιαδρόμους Αθωνικούς.
Μετά από μισή ώρα βρήκαμε τον χαρακτηριστικό Σταυρό στον βράχο και το μονοπάτι που σχεδόν αμέσως μας οδήγησε έξω από την πόρτα του κελλιού! Το Σταυρονικητιανό κελλί της Αναστάσεως του Κυρίου!
Μια από τις αστείρευτες ξεδιψαστικές κρήνες του Όρους! Εκεί έξω από τον ξύλινο φράχτη, ήδη βρίσκονταν συγκεντρωμένοι 10 άνθρωποι που περίμεναν!
Ένας είχε κοιμηθεί εκεί από τις 11 το βράδυ! Ο Πέτρος από τις Σέρρες. Βολεύτηκε όπως -όπως πάνω σε κάτι κούτσουρα για δύο ώρες περίπου! Έπειτα από λίγο γύρω στη μία, ήρθαν οι Καβαλιώτες συνοδοιπόροι που διανυκτέρευσαν επί τούτου στις Καρυές στο πανδοχείο που λειτουργεί, για να μην δεσμεύονται από τα ωράρια των Μονών.
– Είχαμε έρθει και πέρυσι! Περιμέναμε πάνω από 8 ώρες, γιατί φτάσαμε μεσημέρι και δεν τα καταφέραμε να του μιλήσουμε! Φέτος είπαμε να ‘ρθουμε από νύχτα! Έχουμε ανάγκη να τον δούμε οπωσδήποτε φέτος! Μόλις ελάχιστα πριν από εμάς, 6 πασίχαροι Αιγιώτες με επικεφαλής τους τον πατέρα Σ. έλαβαν και εκείνοι θέση αναμονής. Τέτοιο πόθο είχαν οι πρώτοι… της άτυπης σειράς να δουν τον Γέροντα, το πνευματικό άνθος της σποράς του Αγίου Παϊσίου.
Κάποιοι θα μιλήσουν για ακρότητες και υπερβολές. Στου Πανσόφου Σειράχ τους λόγους ας προστρέξουμε να λάβουμε την απάντηση: Αν βρεις άνθρωπο συνετό πήγαινε σε αυτόν απ’ τα χαράματα! Από τα βήματά σου να φαγωθούν τα σκαλιά στην είσοδό του! ἐὰν ἴδῃς συνετόν, ὄρθριζε πρὸς αὐτόν, καὶ βαθμοὺς θυρῶν αὐτοῦ ἐκτριβέτω ὁ πούς σου. (Σοφία Σειράχ 6,36)

Ο Πέτρος μας μιλά για τον παππούλη και το πόσο τον βοήθησε όταν πριν από χρόνια, ανήμερα της Μεταμορφώσεως, παραλίγο να χάσει την ζωή του σε ατύχημα με την μηχανή! Έχει αγάπη πολύ ο Γέροντας! Εμένα μου άλλαξε την ζωή! Γι' αυτό θέλω να τον βλέπω και να μπαίνω κάτω απ’ το πετραχήλι του!
Όποτε τα καταφέρνω έρχομαι! Να γεμίσω τις μπαταρίες μου! Που να με έβλεπες πριν μερικά χρόνια αδελφέ μου! Μόλις πρωτοήρθα στον Γέροντα! Άλλος άνθρωπος ήμουνα, μέσα και έξω! Είχαμε θάψει και τον αδελφό μου τον Παύλο τότε που τον σκότωσε ένας μεθυσμένος με αυτοκίνητο την ώρα που περπατούσε το παλικάρι μας στον δρόμο! Πόσο τον αγαπούσα! Πέτρος και Παύλος! Αχώριστοι ήμασταν πάντα!
Είχα θυμό μέσα μου πολύ! Μα έπειτα γαλήνεψα, ηρέμησα, τα είδα όλα αλλιώς! Έχω πολύ δρόμο ακόμα βέβαια! Να φτάσω στην πίστη που όλα τα γιατρεύει!

Εδώ που κάθομαι και περιμένω αδελφέ μου, έχω ακούσει πολλές ιστορίες για ανθρώπους που αληθινά πιστεύουν! Αυτή που με είχε κάνει να κλάψω ήταν με μια μάννα, που Μεγάλη Παρασκευή μπήκε μέσα στο δωμάτιο του μοναχογιού της και τον βρήκε παγωμένο και νεκρό! Έμεινε για ώρες πολλές δίπλα του! Μόλις νύχτωσε, κοίταξε την Παναγιά στο εικόνισμα και της είπε:
- Τώρα φεύγω να πάω στην κηδεία του Υιού σου Παναγία μου! Αύριο σε παρακαλώ νε έρθεις και εσύ στην κηδεία του δικού μου! Και έφυγε για τον Επιτάφιο δίχως να πει σε κανέναν κουβέντα! Μόλις επέστρεψε, την περίμενε ολοζώντανο το παιδί της! Τον επανέφερε η Παναγία στη ζωή!
Ο Απλούς ακούει και δακρύζει με αυτήν την ιστορία! Έχει και αυτός τόσα να θυμηθεί! – Εμείς πριν από χρόνια είχαμε πάει στο κελλάκι των Ιωασαφαίων στις Καρυές! Πάνε σχεδόν 35 χρόνια! 1983, 84 ήτανε! Μπήκαμε μέσα, βλέπουμε έναν Γέροντα. Μας λέει: Ήμασταν πολύ κουρασμένοι σήμερα γιατί είχαμε πανήγυρη με αγρυπνία μεγάλη ! Πριν έρθετε ήταν εδώ η Παναγία! Μας έπλυνε και μας καθάρισε για ώρα πολύ! Μόλις ήρθατε έφυγε!
Ακούγονται απίστευτα αυτά, μα είναι όλα αλήθεια! Σκέψου παιδί μου ότι σε εμένα που είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος όλων, έχουν συμβεί θαύματα! Ήμουν στο χειρουργείο για πολύ σοβαρή εγχείρηση στο λαιμό! Είμαι και ψάλτης πολλά χρόνια στο χωριό μου! Μία ώρα κράτησε μόνο η νάρκωση να φανταστείς! Σε όλη την επέμβαση άκουγα συνέχεια αγγελικά ψάλματα: Άγιος Άγιος Άγιος Κύριος Σαβαώθ!
Σκέψου, αν άκουγα εγώ Αγγέλους, αυτοί εδώ πώς να μην ανταμώνουν καθημερινά με την Παναγία;

Σε στιγμές σιγής από όλους, ακούγαμε μέσα τους Πατέρες που τελούσαν κανονικά τις ακολουθίες τους. Σχεδόν πεντέμισι το πρωί και ήδη είχαμε πίσω μας άλλα δεκαπέντε άτομα. Και όλο έρχονταν και άλλοι διψασμένοι αδελφοί μας! Είχαμε ξαναέρθει στον Γέροντα πριν από αρκετά χρόνια! Αλλά αυτό που θα αντικρίζαμε ύστερα από δυο ώρες περίπου, μόλις μας άνοιξαν την πόρτα, ξεπερνούσε κάθε προσδοκία! Στην αυλή του κελλιού σχεδόν έτοιμος ένας μεγάλος Αγιορείτικος Ναός προς τιμήν του Αγίου Παϊσίου! Μέσα σε έναν μόλις χρόνο ετοιμάστηκε μαζί με νέο ξενώνα για επισκέπτες προσκυνητές και ένα υπέροχο υπαίθριο αρχονταρίκι με απίστευτα περίβλεπτη θέα στον… αχαμήλωτο Άθωνα!

Πίσω από το ιερό του Ναού, το μνήμα του Γέροντα Ισαάκ του Λιβανέζου!
Ο Παπάς, ο Θεολόγος, ο μύστης των ασκητικών του Αγίου Ισσάκ, ο πνευματικός των μαθητών της Αθωνιάδας σχολής, ο αγωνιστής, ο φωτιστής, ο διακριτικός, ο ελεήμων, ο καλλίφωνος! Μόνασε στον Λίβανο και όταν ήρθε για να σπουδάσει την Θεολογία στην Θεσσαλονίκη συνδέθηκε στενά με τον Άγιο Παϊσιο. Εκείνος έμελε να του δώσει το μέγα Αγγελικό σχήμα και αυτός να γίνει ο βιογράφος του Αγίου!
Εδώ, σε αυτά τα μέρη που τώρα στεκόμαστε, ολοκλήρωσε το υπέροχο αυτό και πασίγνωστο - ανά τον κόσμο -… "μπλε βιβλίο", μόλις λίγο καιρό πριν εκδημήσει, πλήρης υπομονής και ευχαριστίας εις Κύριον στα 61 του μόλις χρόνια έπειτα από μαρτυρικούς πόνους και πολύχρονη ασθένεια. Αγάπησε τόσο πολύ της Ελλάδα! Έλεγε με πόνο ψυχής για τους σύγχρονους Έλληνες, ο μακαριστός Ισαάκ, πως:
«Το Ορθόδοξο κύτταρο μέσα τους υπολειτουργεί. Σκέφτομαι πόσο σε παλιές εποχές η θεολογία αποτελούσε ανάγκη βιοτική του λαού και πόσο σήμερα έχει αποξενωθεί από τα ενδιαφέροντά του». «Παλιά μιλούσαν μέσα στα μπακάλικα και τα καφενεία για αλήθειες δογματικές. Η θεολογία έγινε υπόθεση πανεπιστημιακή κι όχι κατάσταση βιωματική. Τρέφεται από τη λογοκρατία, ενώ θα έπρεπε να ζούσε από τον Λόγο. Το μεγαλύτερο κακό για τον σημερινό άνθρωπο είναι τ’ ότι μέσα στην κοινωνία δέχεται τόσα πολλά ερεθίσματα. ώστε τού μένει ελάχιστος χρόνος για να σκεφθεί τον Θεό».

(Πηγή: Μον. Μωυσέως Αγιορείτου, Μέγα Γεροντικό εναρέτων Αγιορειτών του εικοστού αιώνος τ. Γ’ /1956-1983, Εκδ. Μυγδονία, Α΄ Έκδοσις, Σεπτ. 2011).

Πόσο ευλογημένοι, οφείλουμε να αισθανθούμε, όλοι εμείς σε αυτήν την αυλή την αγγελόπλαστη, σε τούτο το χάραγμα μιας νέας μυστικής ημέρας.
Απερίσπαστοι έχουμε μπροστά μας χρόνο άφθονο να σκεφθούμε τον Θεό, να επαναπροσδιορίσουμε την σχέση μας μαζί Του.
Να κοιτάξουμε μέσα στον καθρέφτη ενός φτωχού μνήματος, και στους πωρόλιθους ενός νεότευκτου ουρανίου οίκου και να δούμε μέσα τους τον ταλαίπωρο εαυτό μας, τον ξεχασμένο μας σκοπό… Να λαξεύσουμε τους πώρους της αδρανούς ψυχής μας, διόδους να ανοίξουμε μέσα τους να ρουφήξουν δρόσους, από μάτια ταπεινών αδελφών και λόγια πολύπειρων γεροντάδων.
Να λοιπόν, δίπλα σε αυτό το απέριττο μνήμα του Ιερομονάχου Ισσάκ, ο Ναός του πνευματικού του Πατέρα Αγίου Παϊσίου. Και ο παπά Ευθύμης πλέον να τους έχει μαζί… σε παράταξη μάχης. Σε μια διαφορετική στην κυριολεξία παράταξη μάχης βρισκόμαστε - σχεδόν όλοι - περιμένοντας τον Γέροντα. Κάποιοι προσπαθούν να κατατάξουν εαυτούς και αλλήλους σε σειρά, ανάλογα με την ώρα προσέλευσης. Μερικοί φαίνεται αυτό να το αγνοούν και επικαλούμενοι ιδίους λόγους θέλουν να προσπεράσουν… Δύο, αλλοίμονο, παραλίγο να έρθουν στα χέρια! Θυμόμαστε τον ιδιαίτερο κανόνα του Αγίου Παϊσίου του Βελιστσκόφσκυ. Δεν άφηνε τον ήλιο να δύσει επί του παροργισμού! Αν κάποιος είχε οργή εναντίον αδελφού, σε αυτόν δεν επιτρεπόταν να εισέλθει στον Ναό ή να συμπροσευχηθεί στο Πάτερ ημών. Αλήθεια, πως πρέπει να μας συνέχει κάθε στιγμή αυτός ο κανόνας του Προφητηλιάτη Αγίου!

Ο Απλούς θυμάται όταν περίμεναν έξω απ'τον συρμάτινο φράχτη της Παναγούδας τον Άγιο να βγει.
- Ο Γέροντας μας άφηνε μια ώρα και παραπάνω να περιμένουμε! Δοκίμαζε την υπομονή μας! Και έπειτα έβγαινε! Κάποιοι έφευγαν.
Εμείς εκεί, όσες ώρες και να ‘κανε θα τον περιμέναμε! Καταλαβαίνουμε γρήγορα πως η διάκριση πρέπει να πρυτανεύσει.
Η υπομονή και η θυσιαστική αγάπη, πρέπει να φτιάξουν την σειρά προτεραιότητας.

Ο Θωμάς από την Θεσσαλονίκη, πνευματικοπαίδι του Γέροντα εδώ και δεκαπέντε χρόνια, μας μιλά για τα δικά του θαύματα, τα δύο παιδιά του! Θυμάται και αυτός τις αμέτρητες ώρες της υπομονής σε τούτην την αυλή!
- Ήρθα κάποτε σχεδόν πρώτος και περίμενα από νύχτα και έπειτα από 3-4 ώρες μπήκα και εξομολογήθηκα στον παππούλη. Μόλις βγήκα θυμήθηκα κάτι που οπωσδήποτε έπρεπε να του πω. Έλα όμως που όπως και σήμερα τον περίμεναν καμμιά εικοσαριά ακόμα άνθρωποι.
Τι να κάνω, φοβήθηκα μη σκανδαλίσω κανέναν…
Και περίμενα, αδέλφια μου, μετρημένες δεκατέσσερις ακόμα ώρες.
Όταν είχε νυχτώσει για τα καλά, με ξαναβλέπει ο Γέροντας μπροστά του! Βρε ευλογημένε - μου λέει - τί συμβαίνει;… Γελούσε μόλις κατάλαβε! Μα δεν με είχε πειράξει καθόλου η αναμονή! Είναι και αυτή μέρος του μυστηρίου και μάλιστα απαραίτητο! Του λέω για την μικρή μου θυγατέρα που είναι βαπτισμένη στο όνομα του Μυροβλήτη προστάτη της Θεσσαλονίκης. Αστράφτουν τα μάτια του από χαρά και αμέσως βγάζει από ένα μικρό πορτοφόλι, ένα κομμάτι από μπαμπάκι που μυροβολά. Είναι από το άνοιγμα της λειψανοθήκης! - Πάρ’ το αδελφέ μου, θα βρω άλλο εγώ!

Με τον Θωμά βρεθήκαμε για λίγα λεπτά! Ίσως και να μην ξαναανταμώσουμε σε τούτη τη ζωή! Κύριος οίδε! Μα δεν θα λησμονήσω ποτέ θαρρώ, την φιλαδελφία του και όλο το άρωμα που ξεχύθηκε από το αλαβάστρινο μέρος της μυρωπής καρδιάς του, όταν αναζήτησε του Μεγαλομάρτυρος την ευλογία! Τίποτα δεν μπορεί να νοθεύσει τούτες τις στιγμές.
Πολλές δεκάδες, άγνωστοι μέχρι σήμερα άνθρωποι, γινόμαστε Ένα καρτερώντας μια γουλιά δροσερό νερό από τις χούφτες του ταπεινού παπά να ποτίσει το άκαρπό μας και έναν Θεό να ξαναγεννηθεί μέσα μας… Ο χρόνος πάλι σταματά, υποχωρεί, πολλαπλασιάζεται, βαραίνει, σημαδεύεται… Λίγο πριν το μεσημέρι στην σκιά του νέου Ναού του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου, στο κελλί της κάτω Καψάλας! Μόλις από το μικρό δωμάτιο, όπου βρίσκεται ο Γέροντας εξέρχεται ο πρώτος της σειράς! Ο Πέτρος που χαμογελά και αγκαλιάζει σχεδόν όποιον βρίσκεται μπροστά του!
- Τις γέμισα τις μπαταρίες μου δόξα τω Θεώ! Καλή υπομονή παιδιά! Αξίζει η αναμονή! Να ξέρατε πόσο!

Η σειρά προτεραιότητας πλέον δεν υπάρχει! Η διάκριση και το φιλότιμο παλεύουν να μην σκανδαλιστεί και φύγει κανείς χωρίς να αναπαυθεί! Κάποιοι τούτο το ενστερνίζονται πλήρως. Καθόμαστε στις απόσκιες πάνω πεζούλες με τον π. Σ., από την Αθήνα, τέκνο και λειτουργό των Τριών Ιεραρχών.
Συνήθως όποιον ιερωμένο έρχεται τα καλογέρια σπεύδουν να τον προτάξουν, σεβόμενα το σχήμα του. Ευλογημένο! Μα αυτός εδώ δεν δέχεται επουδενί λόγω την προτίμηση. Κάθεται μαζί μας περιμένοντας και φαίνεται να απολαμβάνει την κάθε ελάχιστη στιγμή! Κανείς δεν έχει φύγει, από το αξημέρωτο ακόμα.
Μετράμε ήδη κλεισμένες οκτώ ώρες! Υπολογίζουμε πως για να μας δει όλους εμάς ο παπά Ευθύμιος, έστω από πέντε λεπτά τον καθένα, θα πρέπει να φτάσει σούρουπο! Πέντε λεπτά! Μοιάζουν με τα ψυχία της Χαναναίας αυτά τα λεπτά! Όλοι κάτι θέλουμε, έστω ελάχιστο, να λάβουμε σαν τροφή πνευματική, να θρέψει την ψυχή την αχόρταστη που σπαράζει το βοήθει μοι. Να μιμούμαστε πάντα την υπομονή της, την καρτερία της, την μεγάλη πίστη της!

Ο πραότατος νέος παπάς, σημειώνει συνεχώς ονόματα στο μπλοκάκι του, για προσευχή! Είμαι σίγουρος πως θα σπάσει την πόρτα του Θεού για αυτές τις ψυχές που μόλις συνάντησε! Θυμάται την πρώτη φορά που είδε τον Γέροντα πριν λίγα χρόνια. Πραγματικά μας εντυπωσιάζουν τα λιγοστά μα εμπνευσμένα λόγια του:
- Δεν έχω κάτι συγκεκριμένο να σας πω ή να σας ρωτήσω , του είπα! Μιλήστε μου εσείς για ό,τι θέλετε! Εγώ θα σας ακούσω και θα ωφεληθώ απ’ το οτιδήποτε! Πείτε μου αν θέλετε ακόμα και για το αμπέλι σας, αυτό που υπάρχει έξω από την καλύβη σας! Για μένα αδελφοί μου ο Γέροντας όπως και κάθε σεβάσμιος Αγιορείτης δεν είναι ένας μάγος, ένας θαυματοποιός! Χάνουμε την ουσία αν τους βλέπουμε με τέτοιον τρόπο! Όλοι αυτοί οι Γεροντάδες, είναι μια ζωντανή παρουσία του Θεού στη γη γιατί έχουν δικά Του χαρακτηριστικά!
Ταπείνωση, πραότητα, αρχοντιά, συγχωρηρικότητα, διάκριση! Γι’ αυτόν τον λόγο συγκεντρώνουν τόσους και τόσους ανθρώπους έξω από το κελλάκι τους! Αρκεί να τους αντιμετωπίζουμε και εμείς έτσι, γιατί αλλιώς τους στενοχωρούμε!

Θυμόμαστε τον Άγιο Παϊσιο τον Αγιορείτη! Πήγαν μια φορά στον Τίμιο Σταυρό, το πρώτο του κελλί κοντά στην Σταυρονικήτα, κάποιοι νέοι τότε άνθρωποι, που είχαν ακούσει ότι ο Γέροντας με την προπτωτική του χάρη, προσέλκυε δίπλα του άγρια ζώα και τα ημέρευε! Μόλις τον είδαν, πρώτη φορά τους ήταν, του ζήτησαν με ενθουσιασμό να τους δείξει τα φίδια που είχαν μάθει από άλλους ότι πιστά τον υπάκουαν! (Σημ. Συντ.: από διήγηση του Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανασίου). Και εκείνος με ταπείνωση τους είπε: Εδώ τα έχω! Δείχνοντας το μέρος της ταπεινής του καρδιάς, που χτυπούσε μόνο για μετάνοια και ξερίζωμα των… ερπετών παθών.
Απογοητεύτηκαν εκείνοι τότε, μιας και άλλα περίμεναν να δουν και άλλα είδαν! Χάσαμε την ώρα μας, είπαν!
Περίμεναν κάποιον περισπούδαστο Γέροντα, με όψη Βιβλική των ηρώων της Γενέσεως και παράστημα επιβλητικό, να τους πει ανήκουστα πράγματα και να τους κάνει υπέρλογα σημεία. Τους πέρασε μέσα στο φτωχότατο κελλάκι του και εκεί τους έλεγε αστεία και καθόταν με κάτι τρύπιες κάλτσες ανακούρκουδα πάνω στο ντιβανάκι του. Πάρτε λουκούμια παιδιά! Λέει σε έναν που ήταν τροφαντός:
- Πάρε παλικάρι είναι διαίτης αυτά μην φοβάσαι! Αφού πέρασε η ώρα έτσι χωρίς μεγάλα λόγια…πνευματικά, τους λέει ο Άγιος αστειευόμενος: - Άντε να φύγετε τώρα γιατί σε λίγο θα περάσει το λεωφορείο από την στάση! - Γέροντα πείτε μας κάτι πνευματικό! του είπε κάποιος. - Τι να σας πω παλικάρια! Να κάνετε μετάνοιες, να νηστεύετε! Τίποτα άλλο Γέροντα; - Άντε να πάτε στην ευχή της Παναγίας! Εκείνη την στιγμή πλημμύρισε ο τόπος από ευωδία ανεπανάληπτη!
Σαν να χύθηκαν βαρέλια ολόκληρα! Το κατάλαβε αμέσως και ο Γέροντας…- Άντε θα νυχτώσει, φεύγετε τώρα! Άρχισαν εκείνοι τότε να τρέχουν σαν τρελλοί από χαρά!
Η ευωδία τούς ακολουθούσε σε όλη την πορεία τους! Όλο έτρεχαν, έτρεχαν!
Και έφτασαν από Σταυρονικήτα στις Καρυές σε χρόνο ασύλληπτο! Είκοσι λεπτά θυμούνται έκαναν!
Και μόλις έφτασαν κοιτάχτηκαν έκπληκτοι μεταξύ τους και αλληλορωτήθηκαν: - Γιατί τρέχαμε; Την απάντηση βέβαια την ήξεραν! Τρέχανε γεμάτοι από ανέκφραστη χαρά! Μόλις είχαν συναντήσει μια ζωντανή παρουσία του Θεού! Έναν δικό Του! Έναν που θαυμάστωσε για να Τον δοξάζει μόνο με το είναι του και το βίωμά του! Έναν παντευλόγητο γητευτή όχι φιδιών αλλά ψυχών!

Δίπλα μας, άλλος ένας Αθηναίος αδελφός μας! Ο Γ. που ταξίδεψε μόνος του φέτος στον Άθωνα για πρώτη φορά!
- Χθες, παιδιά, το μεσημέρι άρχισα να περπατάω από Καρυές για να «μαρκάρω» τον δρόμο για εδώ! Λίγο νωρίτερα, μετά την στροφή με την πινακίδα για Καψάλα, συνάντησα έναν μοναχό! Τριμμένα μπαλωμένα ράσα, κάτι τρύπια παπούτσια, εντελώς ατημέλητος και ασκητικός! Τον ρώτησα τα σχετικά για το κελλί του Γέροντα! Αφού μου είπε αρχίσαμε να μιλάμε! Δεν έχω ξανανιώσει έτσι αδελφοί μου! Μου μίλαγε, μου μίλαγε και εγώ δεν χόρταινα να τον ακούω! Πολύ γλυκός ο τρόπος του! Μου άγγιξε τόσο την ψυχή! Πόση αγάπη έβγαζαν τα λόγια του! Πέρασαν χωρίς να το καταλάβω δύο ολόκληρες ώρες! Όσα έμαθα για την πίστη μας αυτές τις 2 ώρες , δεν τα είχα μάθει σε όλη μου την ως τώρα ζωή! Είμαι 43 χρονών! Αλλά αυτό που με συγκλόνισε ήταν, ότι μόλις αποχαιρετιστήκαμε και πήρα την ευχή του, τον ρώτησα το όνομά του, που μονάζει, να ξέρω για να τον ξανασυναντήσω! - Δεν έχει σημασία παιδί μου, μου είπε! Δεν χρειάζεται να μάθεις! Να είσαι ευλογημένος! Και έφυγε δίχως να μου αποκαλύψει τίποτα!

Μάλλον Άγγελος θα ήταν! Ανώνυμοι και αόρατοι ενίοτε, Άγγελοι εν σώματι, ευλογημένοι Αγιορείτες! Μόνο μία η αποστολή σας, σε τούτη τη ζωή! Η σωτηρία της ψυχής! Η έμπονη αγάπη προς τον πλησίον! Αφανείς οι περισσότεροι στα μάτια μας! Καταγεγραμμένοι στης Ζωής την βίβλο! Μόνο ένα όνομα μάς χρειάζεται σε τούτη την πρόσκαιρη ζήση, το υπέρ παν Όνομα! Το διαβεβαίωσε και ο κλειδούχος της Βασιλείας των Ουρανών Πέτρος: «…οὐδὲν γὰρ ὀνομα ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξ. 4,12).

Σχεδόν πέντε το απόγευμα! Πλησιάζει η σειρά μας! Μόλις έφτασαν και άλλοι και άλλοι αδελφοί μας να συναντήσουν τον Γέροντα Ευθύμιο! Έρχεται μαζί τους και ένας λογισμός! Μου ψιθυρίζει να τους παρακολουθήσω, να δω μήπως μας πάρουν την σειρά! Γυρίζουν ξανά οι σελίδες του Ευαγγελικού λόγου μέσα μας! Είναι τούτο το μέρος τόσο διαλεχτό, σαν το Όρος των μακαρισμών! Από παντού αντιλαλούν του Ιησού τα ρήματα, να μας φωτίσουν τα σκοτεινιάσματα του νου μας! Τώρα είναι η σειρά της παραβολής των εργατών του αμπελώνος να μας ελέγξει και να μας γαληνέψει! Θέλω τούτοις τοις εσχάτοις δούναι ως και σοι! Ίσοι όλοι ενώπιόν Του! Έσονται οι έσχατοι πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι! Και αυτοί που ήρθαν τώρα, την ενδεκάτη ώρα και αυτοί που βάσταξαν της ημέρας το βάρος και τον… καύσωνα, όλοι ανεξαιρέτως τελικώς θα λάβουμε το δηνάριό μας!

Δύο ώρες αργότερα, με έναν ατίμητο θησαυρό βαλμένο στην γαληνόχαρη πλέον καρδιά μας, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής για την Σκήτη του Προφήτη Ηλία! Σχεδόν τρέχουμε και εμείς! Ούτε λόγος για κούραση!Η οδός που οδηγεί στη Ζωή ορθάνοιχτη! Η θύρα της Βασιλείας των Ουρανών, άκλειστη σαν την πόρτα του ταπεινού παπά της Καψάλας. Αρκεί τα χτυπήματά μας να την κρατούν έτσι! Τω κρούοντι ανοιγήσεται… Η πόρτα της δικής μας καρδιάς, πάντα με το πόμολο από μέσα! Και Εκείνος, ιδού έστηκε και κρούει! Ακούσωμεν τώρα της Φωνής Του! Κάποτε θα παρακαλέσουμε εμείς ικετευτικά, να ακούσει την δική μας φωνή και να μας δώσει την αληθινή Ζωή κατά το έλεος και το κρίμα Του το δίκαιο! Μια τρισευλογημένη μέρα, σημείο παντοτινής αναφοράς στην Αθωνική μας θύμηση σιγά-σιγά σουρουπώνει!

Νώντας Σκοπετέας

___________________

Αποσπάσματα από Ημερολόγια Αγίου Όρους και θύμησες
από έναν ταπεινό ασκητή


Στήριγμα η ολοκάθαρη φωνή του τούτες τις δύσκολες ώρες. Κάποιοι μιλώντας από ... καθέδρας, μεταξύ άλλων θλιβερών, τον έψεξαν γιατί δεν εσιώπησε.

Μέχρι και ότι - βολεμένος όντας στην θαλπωρή του κελλιού του, παρασύρει όσους βρίσκουν στηριγμό και παραμυθία στα γεμάτα από σύμπονη αγάπη λόγια του - ακούστηκε...
Ο... βολεμένος ασκητής που δεν είχε μήτε νερό στο κελλάκι του ...

Εδώ ταιριάζει θαρρούμε απόλυτα ένας λόγος από το Ευαγγέλιο του ηγαπημένου μαθητή: "Αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ..."


Νώντας Σκοπετέας
_______________

sotiriapsixis.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

26 Απρ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 




Σε μια Εκκλησία του Γαλατά στην Πόλη, όπου συχνάζουν οι ναυτικοί και ταξιδιώται ν’ ανάψουν το κεράκι τους για τους δικούς τους και το καλό ταξείδι προς τις φουρτουνιασμένες θάλασσες του Πόντου. Εκεί τη Μεγάλη Σαρακοστή του 195… πήγε να λειτουργήση και να ξομολογήση τους Χριστιανούς κάποιος Γέρων Πνευματικός, για πρώτη φορά επισκεπτόμενος την Πόλη.

Ο τακτικός εφημέριος, εξυπηρετών και άλλην Εκκλησίαν εις γειτονικόν Αγίασμα, αφού τον κατετόπισε εις τα του Ιερού βήματος, του έδωσε δε και μερικές δεκάδες ονομάτων «ζώντων και τεθνεώτων», τον ωδήγησε εις συνεχόμενον σκοτεινόν Παρεκκλήσιον, και αφού του έδειξε μικράν κλίμακα ανερχομένην ελικοειδώς τα Κατηχούμενα του Ναού, του είπεν εμπιστευτικώς, ότι τον περιμένουν επάνω καμμιά δεκαριά άνθρωποι για να εξομολογηθούν και είναι ανάγκη ν’ ανεβή να τους εξομολογήση και μεταλάβουν είτα εις την Λειτουργίαν, διότι επείγονται να φύγουν το βράδυ με το πλοίο της γραμμής, είναι ξένοι από μακρυά. Ανέβαινε ο Γέρων συλλογιζόμενος το δύσκολον ζήτημα της συνεννοήσεως μετ’ αυτών, εφ’ όσον ήσαν ξένοι από μακρυά· αυτός δε πλην της Ελληνικής δεν εγνώριζεν άλλην γλώσσαν.
Εκεί εις το ημίφως του υπερώου διέκρινε δεκάδα ανδρών χωρικών μεγάλης ηλικίας, οίτινες εις το αντίκρυσμά του έβαλον όλοι μετάνοιαν και ο γεροντότερος του είπεν εις ποντιακήν διάλεκτον:

– «Ήμες Χριστιανοί, πάτερ, α σον Πόντον, και λαλεύομεν (φιλούμεν) τα πόδα σου, να ξαγουρεύομεν και μεταλάβομεν σήμερον και απές να λέομεν στην αγιωσύνην σου ντο θέλομεν ένα κι’ άλλον».

Έμαθε λοιπόν παρ’ αυτών ότι ολόκληρον το χωρίον των είναι κρυπτοχριστιανοί από πολλών ετών, και εις την ανταλλαγήν δεν τους επετράπη να φύγουν εις την Ελλάδα, διότι τα «νεφούζια» τους (ταυτότητες) ήσαν με τουρκικά ονόματα, ότι στο φανερό είναι Οθωμανοί και Τούρκοι, και στο κρυφό είναι Χριστιανοί και Έλληνες και περιμένουν να τους γλυτώση ο Θεός από την σκλαβιά.
Στα φανερά λέγονται Χασάνηδες και Μεμέτηδες, και τα πραγματικά ονόματά τους είναι Γεώργιος, Παναγιώτης κ.λπ. Έχουν ένα δικό τους δήθεν Χότζα, αλλά ούτε περιτομή κάνουν, ούτε ραμαζάνια και Μπάϊράμια· τουναντίον, μυστικά σε υπόγειες Εκκλησίες εορτάζουν Χριστιανικά το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, της Παναγίας.
Ευτυχώς ότι ο Γέρων συναναστραφείς προ ετών μετά Ποντίων προσφύγων εν Μακεδονία ενεθυμείτο αρκετά της απηρχαιωμένης αυτής Ελληνικής διαλέκτου και εννόησε τι ήθελον, και τι θα του έλεγον εξομολογούμενοι.
Πριν της «ανταλλαγής» έπαιρναν Παπά από γειτονικά χωριά και τους βάπτιζε, τους στεφάνωνε, τους λειτουργούσε τις μεγάλες εορτές και μετελάμβανον.
Αλλά τώρα δεν υπάρχει πουθενά Παπάς και αναγκαστικώς έρχονται στην Πόλη εκ περιτροπής, για δουλειές δήθεν, και γίνονται Χριστιανοί.

Ο Γέρων Πνευματικός τα ήκουσε σαστισμένος, του εφαίνετο ότι διάβαζε συναξάρι, της εποχής του Διοκλητιανού και δεν ημπορούσε να συγκρατήση τα δάκρυα από την συγκίνηση.
Εξομολογήθηκαν βιαστικά, και όλοι μαζί κατέβηκαν αθόρυβα εις το σκοτεινό Παρεκκλήσι, απ’ όπου θα ήκουον την λειτουργίαν των Προηγιασμένων, χωρίς κανείς να τους βλέπει. Και όταν μετά την λήξιν εμετάλαβον οι άλλοι εκκλησιαζόμενοι, εγένετο η απόλυσις και έφυγε και ο Κανδηλανάπτης, έμεινε δε μόνος ο λειτουργός Πνευματικός με τον γνωστόν σκοπόν της εξομολογήσεως, τότε κλείσας έσωθεν τας θύρας και λαβών τα Άγια εισήλθεν εις το Βήμα του Παρεκκλησίου και εκάλεσε τους μαρτυρικούς Κρυπτοχριστιανούς, ίνα «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθωσι».
«Μεταλαμβάνει ο δούλος του θεού: Ανάστας – Αναστάσιος εις…». «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού: Γιορίκας – Γεώργιoς, το τίμιον και πανάσπιλον και ζωοποιόν Σώμα και Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εις ίασιν σώματος και ψυχής, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν την αιώνιον. Αμήν».

Μετά την «Ευχαριστίαν» και την απόλυσιν, είπον εις τον Πνευματικόν: «Πάτερ, να κάνης μας άλλον κι’ έναν χάριν, έχουμες αδά σην Πόλιν και τας καρίδας (γυναίκας) και τέσσαρα παιδία μουν, και το πουρνίν (αύριον) να βαπτίζης τα παιδία, να μυρώνης τα, Πάτερ, κουρμπάν (άγιε) Πάτερ, ποίσον τα Χριστιανούς. Ο Πουπάν αδά της Εκκλησίας φοβόσκετεν, Πάτερ, τους Τουρκάδες κ’ εβαπτίζε τα. Ντο να κάνουμεν, Πάτερ, σεμέτερον την Ελλάδαν κι’ αφήνουν μας να δεβαίνουμεν. Στο Χριστό και στην Παναγίαν την Σουμελάν ορκίζομέν σε, Πάτερ, ποίσον το καλόν α σε μας τα παιδία σου».

– «Μα ο Παπάς αδά είπε με, πως θα φύγετε το βράδυν με το παπόρ».
– «Να συγχωρέης μας, Πάτερ, λέομεν ψεματίας, ωσάν να λάσκομεν τες δουλείες μας. Ντο να κάνουμεν, Πάτερ; Ο Θεόν να λυπάται τα μέτεραν τα βάσαναν».

Έμειναν σύμφωνοι να έλθουν το βράδυ με τας γυναίκας και τα παιδία, να μείνουν στο δωμάτιο του Παπά, ο οποίος υπό μίαν πρόφασιν θα έλειπε, και την νύκτα μυστικά θα γινόταν η βάπτισις των παιδιών κ.λπ.
Μετά το νεοβάπτισμα κοιμηθήκανε επάνω υπό την φύλαξιν μιας γυναικός, οι δε άλλοι εξημερώθηκαν εις τον Ναόν… Ο Γέρων Πνευματικός τους έκαμε ευχέλαιον, κατόπιν τους έκανε και παράκλησιν της Παναγίας, και ενόσω αυτός εδιάβαζεν και έψαλλεν, αυτοί όλοι, άνδρες και γυναίκες γονατιστοί εψιθύριζον το «Κύριε ελέησον» και «Παναγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Ήλθον τμηματικά και με προφυλάξεις το βράδυ προς το σουρούπωμα, έως ότου καθησυχάση ο κόσμος. Εξομολογήθηκαν και αι γυναίκες, και προ του μεσονυκτίου εγένετο και η βάπτισις, το μύρωμα και ο Εκκλησιασμός των παιδίων εις το Παρεκκλήσιον.

Από το βιβλίο
«Από τον κήπο του Παππού,
Αγιορειτικές Διηγήσεις Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου»,
κεφάλαιο «Σύγχρονα Μαρτυρολόγια»
Εκδόσεις: “Το Περιβόλι της Παναγίας”

Το γεγονός αυτό το έζησε ο ίδιος.

_____________

 theomitoros.blogspot.com

 Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

9 Απρ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 

Οσίου γέροντος Εφραίμ του Φιλοθεΐτου,  
"Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης"

Τον κοινώνησε Άγγελος Κυρίου

Μία εορτάσιμη ημέρα, ύστερα από τρεις μήνες εγκλεισμού του, έστειλε τον πατέρα Αρσένιο να κοινωνήσει λέγοντάς του:
- Πήγαινε εσύ. Εγώ δεν θα έρθω, διότι δεν μπορώ να σύρω τα πόδια μου.
Θα μείνω εδώ και θα συνεχίσω την ευχή. Εσύ πήγαινε στην Εκκλησία.
Έτσι κάθισε στο κελάκι του λυπημένος, διότι δεν θα μπορούσε να κοινωνήσει. Έφυγε ο πατήρ Αρσένιος, ενώ αυτός έμεινε σκυμμένος στο σκοτεινό και μικρό κελάκι του κι έλεγε την ευχή έχοντας βάλει τον νου μέσα στην καρδιά του.
"Μου ήρθε τότε κάτι σαν παράπονο και είπα στον εαυτό μου: Ταλαίπωρε άνθρωπε, από τις αμαρτίες σου είσαι ανάξιος να κοινωνήσεις! Όλοι οι άλλοι πατέρες θα κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων, ενώ εσύ που είσαι άχρηστος, δεν θα κοινωνήσεις".

Εκεί που καθόταν λοιπόν, κλαίγοντας και ελεεινολογώντας τον εαυτό του, ξαφνικά πλημμύρισε το κελάκι του από φως. Άνοιξε η στέγη του και κατέβηκε ένας νέος άνθρωπος με φτερά και στάθηκε μπροστά του. Ήταν Άγγελος Κυρίου.
Ε, μόλις που μπορούσα να τον δω, με την όψη του ως αστραπή που ήταν. Έβαλε μέσα στον κόρφο του το χέρι του και έβγαλε ένα όμορφο κουτάκι. Στρογγυλό, φωτεινό, όλο άπλετο φως ήταν. Το Φως του άλλου κόσμου... Τότε ο Άγγελος άνοιξε το κουτάκι με προσοχή και μου ένευσε να ετοιμαστώ και πήρε από μέσα μία μερίδα Άρτου με την λαβίδα.
Ευρισκόμενος υπό την επήρεια του πνευματικού αυτού φαινομένου και του μυστηρίου της Χάριτος της οπτασίας, αθέλητα και χωρίς να σκεφτώ, έκαμα αυτό που ο Θεός μου έλεγε να κάμω - διότι σε αυτές τις στιγμές ο άνθρωπος παύει να σκέφτεται και να αισθάνεται κατά το σύνηθες.
Άνοιξα το στόμα μου και με κοινώνησε λέγοντας: "Σώμα και Αίμα Χριστού μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Ιωσήφ μοναχός". Μετά μου χαμογέλασε σεμνά ο Άγγελος, έκλεισε το σκεύος και ανελήφθη δια της στέγης. Έπειτα έγινε πάλι σκότος εις το δωμάτιόν μου".
Έσκυψε πάλι το κεφάλι του ο άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής και άρχισε την προσευχή!
Ομολογούσε μετά ότι: "Τόση χαρά και ευτυχία ένιωθα, που ποτέ μου αυτή τη Χάρη δεν την γεύτηκα! Μία εβδομάδα δεν ένιωθα την ανάγκη ούτε για φαγητό ούτε για νερό. Έπαυσε κάθε λειτουργία του σώματός μου".

Ο άγιος Ιωσήφ αποτελεί για μας τους "ογδοΐτες" μεγάλο στήριγμα και τούτο διότι με τον βίο του επιβεβαίωσε και επισφράγισε τα νηπτικά βιώματα.
Ο σύγχρονος χριστιανός διαβάζοντας ότι ορισμένοι ξακουστοί ασκητές, που ζούσαν στην "έρημο", χωρίς ποτέ τους να συναντούν ανθρώπους, είχαν αξιωθεί της δωρεάς να μεταλαμβάνουν της Θείας Κοινωνίας από Αγγέλους, εξαιτίας της γενικής χλιαρότητας, δυσπιστεί σε αυτού του είδους τις μαρτυρίες.
Ιδού όμως, που και στις μέρες μας φανερώνονται γενναίες ψυχές, με πύρινο πόθο Θεού & βαθιά ταπείνωση, με μεγάλη άσκηση και αυταπάρνηση, που καταξιώνονται των ιδίων δωρεών. Και έτσι, το παράδειγμα του αγίου γέροντός μας Ιωσήφ, μας διδάσκει με βροντερή φωνή, πώς η αγιότης και τα χαρίσματα των Μεγάλων Πατέρων, είναι κατορθωτά σε κάθε εποχή, ακόμη και στη δική μας.

 Ο διάβολος ξηλώνει τη στέγη της καλύβης

Ο άγιος γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής σε όλη του τη ζωή πολεμούσε στήθος με στήθος με τα δαιμόνια. Οι αποστάτες της θείας Αγάπης, τον πολεμούσαν με διαφόρους τρόπους. Πότε με λογισμούς, πότε με ασθένειες κατά παραχώρηση Κυρίου, πότε με την φανερή την παρουσία τους και αργότερα χρησιμοποιώντας ασθενέστερους αδελφούς και υποτακτικούς, των οποίων τους πειρασμούς σήκωνε. Μια χειμωνιάτικη νύχτα, ο άγιος γέροντας με τον πατέρα Αρσένιο ήταν στην καλύβη τους πάνω στον Άγιο Βασίλειο. Έξω μαινόταν χιονοθύελλα. Ο αέρας μούγκριζε και ούρλιαζε μανιασμένα. Το κρύο περόνιαζε τα κόκκαλα.
Οι Γεροντάδες, κατά το τυπικό τους, αγωνίζονταν στην αγρυπνία, με μνήμη θανάτου, δάκρυα μετανοίας, χιλιάδες γονυκλισίες και κυρίως με Νοερά προσευχή. Αυτό όμως δεν άρεσε και πολύ στον φθονερό διάβολο, γι' αυτό και εξήγειρε ένα σωρό επιθέσεις εναντίον του Γέροντος με λογισμούς, φαντασίες, μετεωρισμούς, κρότους, απειλές και ό,τι άλλο γνωρίζει. Δοκίμασε τρεις και τέσσερις φορές να τον υποσκελίσει, αλλά όλες οι επιθέσεις του απέτυχαν, διότι ο άγιος γέροντας ήταν πλέον έμπειρος αγωνιστής.
Στο τέλος, ο διάβολος τόσο μάνιασε εναντίον του, ώστε μπήκε μέσα στην καλύβα των Γεροντάδων από την πόρτα, με τη μορφή βιαίου ανέμου, τίναξε την πόρτα και σήκωσε την στέγη στον αέρα! Και έμεινε εμβρόντητος ο άγιος μέσα στην καλύβα να κοιτάζει την σκεπή με αμέτρητα κιλά πέτρες πάνω της να πετά στον αέρα σαν ανεμόπτερο!...
Εκεί πάνω στον Άγιο Βασίλειο έχει βέβαια δυνατούς ανέμους, αλλά αυτό που συνέβη δεν ήταν μία απλή δυνατή ανεμοθύελλα, αλλά κάποιο δαιμόνιο. Τελικά, η σκεπή με ορμή γκρεμοτσακίστηκε στους αντικρυνούς βράχους κι έμειναν τα λείψανά της οικτρό θέαμα πάνω στα χιόνια. Κι έτσι οι δύο ασκητές έμειναν έκθετοι στη χιονοθύελλα. Την αγρυπνία τους όμως δεν την σταμάτησαν! Αναρωτιέστε τι έκαναν για να μην παγώσουν; Μετάνοιες όλη τη νύχτα ...

Αισθητή δαιμονική επίθεση

Μία άλλη φορά, καθώς ο άγιος γέροντας αγρυπνούσε με την ευχή, φανερώθηκε μπροστά του ένας δαίμονας. Προφανώς, ο σκοπός του θα ήταν να αρχίσει το ξυλοκόπημα. Αλλά ο γέροντας Ιωσήφ τόση ανδρεία είχε και τόση μανία εναντίον τους, που αμέσως όρμησε πάνω του να τον τσακίσει. Εκεί που πάλευε με τον δαίμονα, τον ακινητοποίησε και φώναξε στον πατέρα Αρσένιο:
- Αρσένιε! Φέρε φωτιά να τον κάψουμε! Τώρα που τον έπιασα, δεν θα γλυτώσει!...
Και καθώς ο γέροντας κρατούσε σφικτά το δαιμόνιο και ο πατήρ Αρσένιος άναβε φωτιά για να τον κάψουν, ο διάβολος μεταμορφώθηκε σε κόρακα και πέταξε.
Αυτά ακούγονται εύκολα, αλλά μόνο εκείνοι που γεύθηκαν τις αισθητές δαιμονικές επιθέσεις μπορούν να αξιολογήσουν ορθά το θάρρος και την ανδρεία του αγίου γέροντος Ιωσήφ.
Ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ, που γεύθηκε άφθονα τις δαιμονικές εμφανίσεις, τόσο μόνο αρκέστηκε να πει: "Είναι απαίσιοι"!...  

 Από το βιβλίο "Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ ο
Ησυχαστής και Σπηλαιώτης"
Του Οσίου γέροντος Εφραίμ του Φιλοθεΐτου
Σελίδες 114-115 και 117-118

“Λόγος Φωτός”
logosfotos.blogspot.com

  Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης