Η Πλατυτέρα των Ουρανών

31 Μαρ. 2019

Ιστολόγιο |


Ἀπό τήν Ἀσκητική καί Ἡσυχαστική Ἁγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρο–Φα­νού­ριος γεν­νή­θη­κε στίς 12–7–1898 στό Τε­κό­στλ Ρου­μα­νί­ας. Οἱ γο­νεῖς του ὠ­νο­μά­ζον­ταν Στέ­φα­νος (Μαν­τράς) καί Ἑ­λέ­νη. Στήν βά­πτι­ση πῆ­ρε τό ὄ­νο­μα Βα­σί­λει­ος. Ἦ­ταν πρω­τό­το­κος πο­λυ­με­λοῦς οἰ­κο­γε­νεί­ας 14 παι­δι­ῶν. Οἱ πο­λύ εὐ­λα­βεῖς γο­νεῖς του ἐ­πει­δή πί­στευ­αν ὅ­τι τό πρῶ­το παι­δί ἀ­νή­κει στόν Θεό­ –κα­τά τό γρα­φι­κό– «πᾶν ἄρ­σεν δι­α­νοῖ­γον μή­τραν ἅ­γιον Θε­ῷ» ὅ­ταν ἔ­γι­νε 15 χρό­νων τόν ἔ­στει­λαν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, καί­τοι τόν ὑ­πε­ρα­γα­ποῦ­σαν, στήν Ρου­μα­νι­κή Σκή­τη τοῦ Τιμίου Προ­δρό­μου, ὅ­που εἶ­χε θεῖ­ο μο­να­χό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν καί γραμ­μα­τέ­ας στήν Σκή­τη.

Τό ἔ­τος 1913 ἦλ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί τό ἔ­τος 1915 ἔ­γι­νε μο­να­χός μέ τό ὄ­νο­μα Φα­νού­ριος. Ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε 30 χρό­νια ἀ­γω­νι­ζό­με­νος μέ ζῆ­λο καί πολ­λή εὐ­λά­βεια. Λα­χτα­ροῦ­σε ὅ­μως νά ζή­σει ἡ­συ­χα­στι­κά. Ἔ­τσι ἦρ­θε στήν κα­λύ­βη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου στήν Κα­ψά­λα. Ἐ­κεῖ ἔ­ζη­σαν καί ὁ ἅ­γιος Θε­ό­φι­λος ὁ Μυ­ρο­βλύ­της, πού τό Λεί­ψα­νό του εἶ­ναι θαμ­μέ­νο κά­τω ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, ὁ ἅ­γιος Γε­ρά­σι­μος Κε­φαλ­λη­νί­ας καί ὁ ὅ­σιος Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της. Ἁ­γι­α­σμέ­νο Κελ­λί, ἕ­να ἀ­πό τά προ­σκυ­νή­μα­τα τῆς Κα­ψά­λας. Ὅ­ποι­ος ἐ­πισκεπτόταν τό Κα­λύ­βι τοῦ γε­ρο–Φα­νου­ρί­ου γιά πρώ­τη φο­ρά, δι­ε­ρω­τᾶ­το ἄν κα­τοι­κεί κα­νείς. Δι­ό­τι εἶ­χε τε­λεί­α ἀ­προ­σπά­θεια καί ὅ­λη ἡ προ­σπά­θειά του ἦ­ταν στά πνευ­μα­τι­κά. Κα­θη­με­ρι­νῶς ἔ­κα­νε ἐ­νά­τες. Στέ­γνω­νε τό στό­μα του ἀ­πό τή νη­στεί­α καί τήν δί­ψα. Ἀ­πό τίς νη­στεῖ­ες ὁ ὀρ­γα­νι­σμός του ξε­συ­νή­θι­σε τά λα­δε­ρά καί δέν τά ἐ­δέ­χε­το. Ἄ­να­βε πολ­λά καν­τή­λια μπρο­στά στίς εἰ­κό­νες πού εἶ­χε στό κελ­λί του, ἐπί πλέον ἐ­κείνων πού ἦ­ταν στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἔ­κα­νε συ­νε­χεῖς ἀ­γρυ­πνί­ες μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι καί δι­ά­βα­ζε πο­λύ τό Ψαλ­τή­ρι, Πα­λαι­ά καί Και­νή Δι­α­θή­κη. Ἐ­πί­σης δι­ά­βα­ζε καί ἀ­γα­ποῦ­σε τόν ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ. Ἦ­ταν ἄ­ρι­στος ψάλ­της. Ἤ­ξε­ρε κα­λά τήν βυ­ζαν­τι­νή μου­σι­κή. Στό κα­λύ­βι του αἰ­σθα­νό­ταν σάν νά βρι­σκό­ταν στόν πα­ρά­δει­σο. Ὅ­ταν ἦ­ταν νε­ώ­τε­ρος, πή­γαι­νε σέ ἄλ­λα Κελ­λιά, ἐρ­γα­ζό­ταν καί οἰ­κο­νο­μεῖ­το. Κάποτε ὅ­μως εἶ­δε τούς Ἁ­γί­ους τοῦ Κελ­λιοῦ του καί τοῦ εἶ­παν: «Μήν πη­γαί­νεις νά δου­λεύ­εις σέ ἄλ­λα Κελ­λιά καί ἐ­μεῖς θά σέ φρον­τί­ζο­με». Ἀ­πό τό­τε δέν τοῦ ἔ­λει­ψε τί­πο­τα. Οὔ­τε ἐρ­γό­χει­ρο ἔ­κα­νε οὔ­τε σύν­τα­ξη πού δι­και­οῦ­το ἔ­παιρ­νε, οὔ­τε στίς Κα­ρυ­ές νά ψω­νί­σει πή­γαι­νε. Ἡ Πα­να­γί­α καί οἱ Ἅ­γιοι τοῦ Κελ­λιοῦ τόν οἰ­κο­νο­μοῦ­σαν σέ ὅ­λα.

Ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος εἶ­χε μί­α ἀ­λη­θι­νή αἴ­σθη­ση τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς. Κά­ποι­ος τοῦ χά­ρι­σε ἕ­να κο­σμι­κό ἐ­πα­νω­φό­ρι γιά τό κρύ­ο, ἀλ­λά δέν τό φό­ρε­σε, μο­λο­νό­τι τό χρει­α­ζό­ταν˙ τό ἔ­δω­σε σέ ἄλ­λον. Ἕ­νας ἄλ­λος μο­να­χός γεί­το­νάς του ἔ­φε­ρε νε­ρό μέ λά­στι­χο καί τοῦ πρό­τει­νε νά τοῦ βά­λει μί­α βρύ­ση νά παίρ­νη νε­ρό, ἀλ­λά δέν δέ­χθη­κε. Προ­τί­μη­σε νά πη­γαί­νει μέ τό κα­νά­τι νά παίρ­νει ἀ­πό μα­κριά, ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα τοῦ ὁ­σί­ου Θε­ο­φί­λου, μέ­χρι πού γή­ρα­σε καί δέν μπο­ροῦ­σε πλέ­ον νά φέρ­νει μό­νος του νε­ρό. Ἀ­γα­ποῦ­σε τήν ἡ­συ­χί­α καί τήν πα­ρά­δο­ση. Ὅ­ταν κά­ποι­ος τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θά κά­νουν δρό­μο στήν Κα­ψά­λα, στε­νο­χω­ρή­θη­κε λέ­γον­τας: «Ἀ­κοῦς δρό­μο στήν Κα­ψά­λα!». Ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος ἦ­ταν πο­λύ εὐ­λα­βής, ἀ­σκη­τι­κός καί νη­πτι­κός. Τό τυ­πι­κό του ἦ­ταν: Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε ἑ­σπε­ρι­νό μέ κομ­πο­σχο­ί­νι καί ἔ­τρω­γε τό λί­γο ἀ­λά­δω­το φα­γά­κι μέ πα­ξι­μά­δι, ξε­κου­ρα­ζό­ταν καμ­μιά ὥ­ρα. Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­ζε τήν ἀ­κο­λου­θί­α μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι μέ­χρι νά᾿ρθοῦν τά δά­κρυ­α. Ἔ­πει­τα ἔ­κλαι­γε προ­σευ­χό­με­νος γιά ὅ­λο τόν κό­σμο πού τόν ἀγ­κά­λια­ζε ἡ γε­μά­τη ἀ­γά­πη καρ­διά του. Ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος εἶ­χε τό χά­ρι­σμα τῶν δα­κρύ­ων, ἀ­δι­ά­λει­πτη μνή­μη θα­νά­του καί νο­ε­ρά προσ­ευ­χή. Ἔ­λε­γε ὁ Γέ­ρων: «Σκέ­φτο­μαι, ὅ­ταν πε­θά­νω, ποῦ θά μέ βά­λει ὁ Θε­ός, δι­ό­τι εἶ­μαι ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λός», καί ἔ­τρε­χαν ἀ­στα­μά­τη­τα τά δά­κρυ­ά του. «Ἐ­γώ πάν­τα κλαί­γω», εἶ­πε. «Χω­ρίς δά­κρυ­α δέν κα­θα­ρί­ζουν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες. Ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νά ἔ­χει φό­βο Θε­οῦ καί ἀ­γά­πη πρός τόν Θε­όν. Αὐ­τά τά δύ­ο εἶ­ναι ἀ­δελ­φω­μέ­να. Νά τά ζη­τᾶ ἀ­πό τόν Θε­όν καί ὁ Θε­ός θά τά δώ­σει». Ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος ἦ­ταν αἰχ­μα­λω­τι­σμέ­νος ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη πρός τόν Χρι­στό.
Συνήθως δι­ά­βα­ζε κα­θή­με­νος ἔ­ξω στήν αὐ­λή του σέ μία ἄ­κρη ὥστε νά μή φαίνεται, ἔ­χον­τας ἀ­νοι­χτή τήν πόρ­τα. Ὅ­σοι γνώ­ρι­ζαν ἔμ­παι­ναν, προ­σκυ­νοῦ­σαν καί αὐ­τός συ­νέ­χι­ζε, χω­ρίς νά δι­α­κό­πτει τήν με­λέ­τη του καί τήν προ­σευ­χή. Ἄν δέν ἤ­ξε­ραν, τούς ὡ­δη­γοῦ­σε στό να­ό καί τούς μι­λοῦ­σε γιά τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο, συ­νή­θως ἔν­δα­κρυς. Πολλές ὅμως φο­ρές ἀ­πό τήν ἔν­το­νη πνευ­μα­τι­κή του ἐρ­γα­σί­α καί τήν θεί­α του ἀ­πα­σχό­λη­ση, ὅ­ταν χτυ­ποῦ­σε κα­νείς, ἄ­νοι­γε τήν πόρ­τα καί δέν κοί­τα­ζε στό πρό­σω­πο τόν ἐ­πι­σκέ­πτη. Τόν ο­δη­γοῦ­σε σι­ω­πη­λά στό Ἐκ­κλη­σά­κι καί μέ­σα του συ­νέ­χι­ζε τήν εὐ­χή. Ὕ­στε­ρα ὅ­ταν ἔ­φευ­γε ὁ ἐπισκέπτης, ἄ­φη­νε ἀ­νοι­χτή τήν πόρ­τα καί ἔ­τρε­χε νά πά­ρει πά­λι τό βι­βλί­ο στά χέ­ρια του.

Ἐ­πι­σκέ­φθη­κε κά­ποι­ος νέ­ος μο­να­χός τόν γερο– Φα­νού­ριο καί τόν ρώ­τη­σε νά τοῦ πεί λό­γον ὠ­φε­λείας γιά νά δι­ορ­θώ­σει τήν ἐμ­πα­θῆ ψυ­χή του καί τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Παι­δί μου, τώ­ρα πού εἶ­σαι νέ­ος νά ἀ­γω­νι­σθείς νά βά­λεις κα­λή ἀρ­χή. Δι­ό­τι, ὅ­πως θά ἀρ­χί­σεις τήν κα­λο­γε­ρι­κή, ἔ­τσι καί θά κα­τα­λή­ξεις». Ὁ ἴδιος ἦ­ταν με­γά­λος ἀ­γω­νι­στής. Ἔ­λε­γε μέ τα­πεί­νωση: «Ἐ­πει­δή εἶ­μαι τεμ­πέ­λης καί δύ­σκο­λα ξυ­πνά­ω, γι᾿ αὐ­τό ἀρ­χί­ζω ἀ­πό τό βρά­δυ τήν ἀ­κολου­θί­α καί δέν κοι­μᾶ­μαι τή νύ­χτα». Ἀ­πό τίς ὀρ­θο­στα­σί­ες ἔ­πα­σχε ἀ­πό κή­λη. Τήν ἀ­σκη­τι­κό­τη­τά του καί τήν βί­α πού ἀ­σκοῦ­σε στόν ἑ­αυ­τό του, τήν ο­μο­λο­γοῦ­σαν μέ θαυ­μα­σμό καί ὁ πα­πα–Ξε­νο­φῶν καί ὁ γε­ρο–Ἡ­ρω­δί­ων, οἱ Ρου­μᾶ­νοι. Ὁ πα­πα–Ξε­νο­φῶν ἔ­λε­γε: «Οἱ πα­λαι­οί ἀ­σκη­τές δέν τόν ἔ­φθα­ναν τόν γε­ρο–Φα­νο­ύ­ριο στήν ἄ­σκη­ση. Προ­σευ­χό­ταν ἐ­πί πολ­λά ἡ­με­ρο­νύ­κτια συ­νέ­χεια, ἀ­κα­τά­παυ­στα. Εἶ­χε με­γά­λη ἀν­το­χή, ὥ­στε ἐρ­χό­ταν ἀ­πό τήν Δάφ­νη φορ­τω­μέ­νος μέ τό ντορ­βά του, χω­ρίς νά πά­ρει ἀ­νά­σα, ἄν καί ἦ­ταν μι­κρό­σω­μος». Ὅ­ταν ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ γε­ρο–Μα­κά­ριος ὁ Ρουμᾶ­νος πού ἦ­ταν γεί­το­νάς του, πή­γαι­νε κά­θε μέ­ρα ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος καί τόν βο­η­θοῦ­σε στίς ἀ­νάγ­κες του, πα­ρά τήν ἡ­λι­κί­α του. Ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος μέ τέ­τοι­ους ἀ­γῶ­νες ὑ­περ­φυ­εῖς εἶ­χε καί ἀ­νά­λο­γες ἐμ­πει­ρί­ες καί θεῖ­ες πα­ρα­κλή­σεις. Κάποτε εἶ­δε τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο μέ τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο, οἱ ὁ­ποῖ­οι τόν διορ­θώ­σα­νε, δι­ό­τι ἀ­με­λοῦ­σε σέ κά­τι. Ἔ­λε­γε ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος ὅ­τι ὁ ἅ­γιος Θε­ό­φι­λος φα­νε­ρώ­θη­κε καί στόν προ­κά­το­χό του, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε κου­νέ­λια καί ντου­φέ­κια, καί τόν ἔ­δι­ω­ξε, ἐ­πει­δή δέν ἤ­θε­λε νά δι­ορ­θω­θεί, λέ­γον­τάς του ὅ­τι ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­σκη­τή­ριο. Κά­ποι­ος ἄλ­λος πῆ­γε νά γκρε­μί­σει τόν τοῖ­χο νά πά­ρει τό Λεί­ψα­νο τοῦ ὁ­σί­ου Θε­ο­φί­λου καί ξε­πε­τά­χθη­καν φλό­γες. Ἄλ­λο­τε ἀ­πό τόν τοῖ­χο ἔρ­ρε­ε μύ­ρο ἀ­πό τό λεί­ψα­νο τοῦ ὁ­σί­ου Θε­ο­φί­λου. Σέ τέ­τοι­ο πε­ρι­βάλ­λον ἁ­γι­α­σμέ­νο μέ ἁ­γί­α ζω­ή ζοῦ­σε ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος. Ἔ­λε­γε: «Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἐ­δῶ Ἄγ­γε­λος, ὅ­λη τή νύ­χτα εἶ­ναι πο­λύ γα­λή­νια, ὅ­ταν ἔλ­θει δαί­μο­νας βρω­μά­ει ὁ τό­πος». Εἶ­δε κά­πο­τε το­ύς τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες καί ρώ­τη­σε τόν Μέ­γα Βα­σί­λει­ο, πού τόν εὐ­λα­βεῖ­το ἰ­δι­αι­τέ­ρως, ἐπειδή στήν βά­πτι­ση πῆ­ρε τό ὄ­νο­μά του καί αὐ­τό τόν πα­ρα­κί­νη­σε νά πά­ρει καί τό Κελ­λί πού ἐ­τι­μᾶ­το στό ὄ­νο­μά του:
– Πές μου, σέ πα­ρα­κα­λῶ, χρω­στά­ω πολ­λά ἀ­κό­μα;
– Κα­λά εἶ­σαι, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἅ­γιος.
Ἄλ­λη φο­ρά εἶ­δε τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο καί τοῦ εἶ­παν νά προ­σπα­θεί πε­ρισ­σό­τε­ρο στά πνευ­μα­τι­κά.
Εἶ­χε μνή­μη ἄ­ρι­στη ὥς τό τέ­λος του, ἡ ὁποία κα­τέ­γρα­φε γιά πάν­τα ὅ­λους τούς ἐ­πι­σκέ­πτες, γιά το­ύς ὁ­ποί­ους ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Θε­ό. Τρεῖς φο­ρές ἀ­πό εὐ­λά­βεια καί πό­θο πῆ­γε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα ὡς προ­σκυ­νη­τής. Δέν ἦ­ταν ζη­λω­τής, ἀλ­λά πο­νοῦ­σε πο­λύ γιά τήν κα­τά­στα­ση πού ὑ­πάρ­χει στήν Ἐκ­κλη­σί­α μέ τά σχί­σμα­τα καί τίς αἱ­ρέ­σεις. Ἦ­ταν εὐ­κο­λό­πι­στος, δι­ό­τι «ἄ­κα­κος ἀ­νήρ πι­στεύ­ει παν­τί λό­γῳ» (Πα­ροιμ. ι­δ΄, 15). Κά­πο­τε ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ἕ­να γεί­το­νά του. Ἐ­κεῖ­νος ἄ­κου­γε ρα­δι­ό­φω­νο. Τοῦ εἶ­πε προ­φη­τι­κά ὁ γερο–Φα­νού­ριος νά τό πε­τά­ξει, δι­ό­τι δι­α­φο­ρε­τι­κά θά τόν φέ­ρει στήν παν­τρειά. Ἐ­κεῖ­νος δέν τόν ἄ­κου­σε, καί δυ­στυ­χῶς ἔ­πα­θε αὐ­τό πού τοῦ εἶ­πε ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος.

Ἀ­πό τό 1984 ἄρ­χι­σε νά ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιά τήν ἔ­ξο­δό του. Ἔ­στει­λε τά λί­γα πράγ­μα­τά του στήν Ρου­μά­νι­κη Σκή­τη τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου πού ἦ­ταν ἡ με­τά­νοι­ά του, πῆ­γε στο­ύς γεί­το­νές του καί τούς ζή­τη­σε συγ­χώ­ρε­ση. Κλεί­στη­κε στήν φί­λη του ἡ­συ­χί­α καί ἐ­νέ­τει­νε τήν προ­σευ­χή καί τά δά­κρυ­α. Τό ἔ­τος 1986 εἶ­δε τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο καί τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί τοῦ εἶ­παν: «Ἐ­φέ­τος δέν θά κά­νεις Πρω­το­χρο­νιά ἐ­δῶ στό Κελ­λί, ἀλ­λά θά ᾿ρθεῖς νά γι­ορ­τά­σου­με μα­ζί». Τό εἶ­πε σέ κά­ποι­ον, καί αὐ­τός τοῦ συ­νέ­στη­σε νά μήν πι­στεύει­ σέ ὄ­νει­ρα. «Μά αὐ­τό δέν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο», ἀ­πάν­τη­σε. Δύ­ο πα­τέ­ρες πού τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­καν, φεύ­γον­τας τοῦ εἶ­παν: «Θά ξα­ναρ­θοῦ­με Γέ­ρον­τα». «Δέν θά μέ βρείτε. Θά πε­θά­νω», ἀ­πάν­τη­σε. Καί σέ ἄλ­λον μο­να­χό εἶ­πε συγ­κε­κρι­μέ­να ὅ­τι θά κοι­μη­θεί πρίν ἀπό τήν Πρω­το­χρο­νιά. Στίς 18 Δε­κεμ­βρί­ου, τοῦ ἔ­τους 1986, πα­ρα­μο­νή τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς, μέ τό νέ­ο ἡ­με­ρο­λό­γιο, τόν βρῆ­καν κε­κοι­μη­μέ­νο οἱ γεί­το­νές του. Στήν κη­δεί­α του εἶ­χε πολ­λά χι­ό­νια καί μό­νο τρεῖς πα­τέ­ρες πα­ρευ­ρέ­θη­καν. Ὁ τά­φος του ἦ­ταν γε­μᾶ­τος νε­ρά. Τό λεί­ψα­νο τοῦ π. Φα­νου­ρί­ου ἦ­ταν ἀ­νά­λα­φρο σάν πού­που­λο καί ἐπέ­πλε­ε πά­νω στό νε­ρό. Στήν ἀ­να­κο­μι­δή του τό κόκ­κα­λο τοῦ πο­διοῦ φά­νη­κε ὅ­τι εἶ­χε σπά­σει καί εἶ­χε κολ­λή­σει στρα­βά. Ποι­ός ξέ­ρει τί μαρ­τυ­ρι­κο­ύς πό­νους ὑ­πέ­μει­νε ὁ γε­ρο–Φα­νο­ύ­ριος, χω­ρίς νά το­ύς φα­νε­ρώ­σει οὔ­τε σέ για­τρό!
Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με. Ἀ­μήν.


Κείμενο
enromiosini.gr

Φωτογραφίες
enromiosini.gr
orthodoxia.online

Κοινωνία Ορθοδοξίας
agiotopia.blogspot.com



Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

23 Μαρ. 2019

Ιστολόγιο |


Η ασκητική ζωή του Αγιορείτη μοναχού από τη Λήμνο

Ο κατά κόσμον Γεώργιος Λαγιός γεννήθηκε το έτος 1891 στη Λήμνο. Φαίνεται ότι νέος δεν βοηθήθηκε πνευματικά γι' αυτό έπινε και μεθούσε. Αυτά γράφονται, όπως τα διέσωσαν παλαιοί γνώριμοί του, για να εξηγηθούν και κατανοηθούν κάποιες ιδιαίτερες μοναχικές του ασκήσεις. Αλλά ο καλός Θεός που είδε την καλή του προαίρεση, έδωσε μετάνοια φλογερή στην απλή και σπάνια ψυχή του και ήρθε να μονάσει στο Άγιον Όρος το έτος 1908.
Οι ησυχαστικές του αναζητήσεις και η φήμη του μεγάλου ησυχαστού, παπα-Δανιήλ Αγιοπετρίτου, οδήγησαν τα βήματά του στην πιο απομονωμένη και ησυχαστική περιοχή, στο κελλί στο οποίο ασκήτευσε ο Άγιος Πέτρος ο Αθωνίτης, ο πρώτος και μεγαλύτερος Αθωνίτης Ησυχαστής. Υποτάχθηκε στον παπα-Δανιήλ, τον οποίον προσπαθούσε να ακολουθεί στους αγώνες του και να του κάνει καλή υπακοή. Μετά από παρατεταμένη δοκιμή, έγινε μοναχός το έτος 1926 με το όνομα Πέτρος. Έμαθε από τον αγιασμένο Γέροντά του την πρακτική καλογερική και μυήθηκε απ' αυτόν τα μυστικά της ησυχίας, της νήψεως, τους εγκλεισμού και της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής, τα οποία κράτησε μέχρι θανάτου. Βιώνοντας βαθιά τη μετάνοια για τα εν γνώσει και αγνοία αμαρτήματα της νεανικής του ζωής ζήτησε και έλαβε ευλογία από τον Γέροντά του επί τρεις μήνες να μην πιεί νερό, για να συγχωρήσει ο Θεός τις οινοποσίες του. Έτρωγε φαγητό και χόρτα βέβαια, αλλά δεν ήπιε νερό επί τρεις μήνες! Ήταν πρόθυμος και γενναίος στους ασκητικούς αγώνες και με τη μεγάλη απλότητα που τον διέκρινε έκανε τελεία υπακοή στον Γέροντά του. Η καλή αρχή, το πνευματικό θεμέλιο που έθεσε, προοιμίαζε και την μετέπειτα φωτεινή πορεία του.
Όταν εκοιμήθη ο παπα-Δανιήλ, περίπου το 1929, για λίγα χρόνια έζησε με τους παραδελφούς του. Κάποιος από αυτούς βγήκε στον κόσμο. Οι άλλοι απεβίωσαν και φαίνεται ότι δυσκολευόταν μόνος του. Ήρθαν και τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και της πείνας. Έτσι αναγκάστηκε το 1940 να αφήσει το κελλί της μετανοίας του και να πάρει ένα ξηροκάλυβο στην Μικρά Αγία Άννα.
Βρίσκεται πάνω από την Καλύβη του Αποστόλου Θωμά, χαμηλότερα απ’τον δρόμο που οδηγεί στα Κατουνάκια και δεν φαίνεται γιατί είναι μέσα στο βράχο. Έχει δύο μικρά και χαμηλά κελλάκια. Μία εσωτερική πόρτα οδηγεί στον βράχο όπου υπάρχει μία σπηλιά αρκετά ευρύχωρη με ένα άνοιγμα για φωτισμό. Εδώ απομονωνόταν ο Γέροντας για περισσότερη ησυχία.
Αυτό ήταν το πνευματικό του εργαστήριο, η πνευματική του κυψέλη, το "γλυκό Κατούνι του", που γι' αυτόν ήταν επίγειος παράδεισος, αφού γευόταν το μέλι της ησυχίας και το μάννα του ουρανού. Γι' αυτό δεν του έκανε καρδιά να βγαίνει από το καλύβι του, να συναναστρέφεται και να μιλά με άλλους. 
Ο μικρόσωμος, αγράμματος και φτωχός "Πετράκης" ήταν ησυχαστής σε μεγάλα μέτρα. Είχε την αδιάλειπτη προσευχή, έβλεπε συχνά το Άκτιστο Φως και ζούσε από αυτή τη ζωή παραδεισένιες καταστάσεις.

Διηγήθηκε ο γ. Γεράσιμος ο Υμνογράφος: Γνώρισα τον γερο-Πέτρο (Πετράκη) τον Κατουνακιώτη. Ήταν όντως άγιος μοναχός. Έκανε πολλή προσευχή και μεγάλη άσκηση. Μια φορά την εβδομάδα μαγείρευε και έτρωγε κάθε μέρα από αυτό. Μια φορά ήρθε στο κελλί μας αλλοιωμένος στη όψη. Κλαίγοντας μου είπε ότι το βράδυ προσευχόμενος περικυκλώθηκε από λευκό άπλετο φως και γέμισε ευωδία το κελλί του. Ο ίδιος αισθάνθηκε ανέκφραστη μακαριότητα, γλυκύτητα και ειρήνη. Δεν γνώριζε αν βρισκόταν στο κελλί του. Ρωτούσε να μάθει τι είναι αυτό που του συνέβη. Μου είπε: "Εσύ είσαι μορφωμένος, ξέρεις γράμματα, να μου πεις μήπως είναι πλάνη του Σατανά, μήπως είναι τίποτε κακό;". Όλα όσα μου έλεγε ήταν της χάριτος˙καθώς τα διηγείτο είχε βγει εκτός εαυτού και σε μια στιγμή ξαφνικά το πρόσωπό του έλαμψε και εγώ τα' χασα. Δεν μιλούσα και τον άφησα να λέει. Δεν τον διέκοψα καθόλου. Αποτύπωνα και έλεγχα όσα έλεγε. Δεν διέκρινα κανένα σημείο πλάνης. Ύστερα του είπα να δοξάζει τον Θεό που αξιώθηκε να δει αυτά, γιατί όλα είναι από τον Θεό και δεν είναι πλάνη. Φεύγοντας με παρακάλεσε να μην τα πω πουθενά και να παρακαλώ τον Θεό να τον ελεήσει για να μην πλανηθεί. Ο γερο-Πέτρος ήταν της νοεράς προσευχής. Πολύ ταπεινός και απλός μοναχός". Φαίνεται πως αυτό το γεγονός, του συνέβη για πρώτη φορά, γιατί στη συνέχεια ζούσε πολλές τέτοιες καταστάσεις, όπως αποκάλυψε στον γέροντα Παΐσιο. Ο γερο-Πέτρος έβλεπε συχνά το Άκτιστο Φως και είχε αείρροα δάκρυα τα οποία συνόδευαν την αδιάλειπτη προσευχή του και είχε ξεπεράσει τα τυπικά.

Τον ρώτησε κάποιος Γέροντας αν κάνει κανόνα και ακολουθία και απάντησε: "Ούτε κανόνα ούτε ακολουθία κάνω. Μόλις δύσει ο ήλιος τρώγω, κάνω το Απόδειπνο και κοιμάμαι δύο ώρες. Όταν ξυπνήσω & έχει ήδη νυχτώσει, αρχίζω τα κομποσχοίνια. Στο δεύτερο-τρίτο κομποσχοίνι έρχονται τα δάκρυα και μέχρι το πρωί δεν ξέρω που βρίσκομαι. Το καλοκαίρι αρχίζω την αγρυπνία το βράδυ και όταν βγει ο ήλιος, τότε συνέρχομαι και μπαίνω μέσα".
Γι' αυτό ζούσε έγκλειστος και δεν ήθελε να μιλά, "εγκοπήν γλυκύτητος Θεού λαβείν μη βουλόμενος". Για να μην χάσει την επικοινωνία του με τον Θεό, απέφευγε τις συναναστροφές. "Ο αγαπών την ομιλίαν την μετά του Χριστού αγαπά γενέσθαι μοναστικός". 
Τον επισκέπτονταν οι πατέρες και χτυπούσαν την εξώπορτα, αυτός όμως άνοιγε λίγο το παραθυράκι και ρωτούσε ποιος είναι και τι θέλει. Αν του πήγαιναν τρόφιμα, τους έλεγε να τα αφήσουν έξω. Δεν έβγαινε να τα πάρει μέχρι που σάπιζαν. Αυτό το έκανε για να βλέπουν οι πατέρες τα σαπισμένα τρόφιμα και να μην του ξαναφέρουν. 
Τον ρώτησε κάποιος γιατί δεν βγαίνει. "Άμα βγω έξω, θα πούμε λόγια περίσσια", απάντησε. Ήταν ακτήμων. Μια-δυο φορές τον χρόνο έβγαινε για να δώσει το εργόχειρό του, τα κομποσχοίνια, και να προμηθευτεί το παξιμάδι του. Έκανε κάθε μέρα “ενάτη” και λάδι δεν έτρωγε σχεδόν όλο τον χρόνο. Η συνηθισμένη τροφή του ήταν τσάι με παξιμάδι. Έκανε και έκτακτα τριήμερα. Έλεγε στον παπα-Διονύσιο τον Μικραγιαννανίτη όταν ήταν νέο καλογέρι: "Για να μείνεις στην έρημο, θα πρέπει να είσαι καλός μάγειρας. Θα μαγειρεύεις φασόλια την Κυριακή και θα τρως μέχρι την Τρίτη. Την Τετάρτη θα βάλεις λίγο νεράκι και θα τα βράζεις, την Πέμπτη θα βάλεις λίγη ντοματούλα, την Παρασκευή λίγο αλατάκι και νερό, το Σάββατο θα βάλεις και λίγο χυλό από αλεύρι, και την Κυριακή άλλο φαγητό. Έτσι με ένα φαγητό περνάς όλη την εβδομάδα". Κάποτε είχε χιονίσει και τον έβλεπε ο παπα-Διονύσιος από απέναντι να πηγαινοέρχεται ξυπόλυτος πάνω στο χιόνι. Ύστερα τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό, και του εκμυστηρεύτηκε ότι είχε σαρκικό πόλεμο και βγήκε ξυπόλυτος στο χιόνι για να πολεμήσει την πύρωση.

Ο γερο-Πέτρος είχε χάρισμα να βλέπει πράγματα που θα συνέβαιναν μελλοντικά. Κάποια μέρα πήρε πληροφορία και πήγε στον τότε Γέροντα της Καλύβης του Αγίου Χαραλάμπους στη Νέα Σκήτη και του είπε: "Γέροντα, έρχεται ο λύκος να φάει το προβατάκι σου, το ξέρεις; Το καλογέρι σου δεν πάει καλά. Το παρακολουθείς; Πρόσεξέ το, γιατί θα φύγει και θα πετάξει". Όντως το καλογέρι ήταν πνιγμένο στους λογισμούς και σχεδίαζε να φύγει. Ο γερο-Πέτρος από τη Μικρά Αγία Άννα το έβλεπε αλλά δυστυχώς, παρά την προσπάθεια του Γέροντά του, έφυγε στον κόσμο και παντρεύτηκε.
Ο γερο-Πέτρος ζούσε τελείως απερίσπαστα. Ανέβαινε τα καλοκαίρια στον Άθωνα με την πρόφαση να μαζεύει τσάι, ενώ στην πραγματικότητα ησύχαζε και επεδίδετο στη νοερά και αδιάλειπτη προσευχή και στη θεωρία. Δεν είχε πολλές επικοινωνίες. Προσπαθούσε να ζει στην αφάνεια, γι' αυτό δεν διασώζονται πολλά στοιχεία από τη ζωή του. Αλλά, όπως λένε οι Άγιοι Πατέρες, αρκεί πολλές φορές και ένας λόγος, για να φανερώσει όλη την πνευματική κατάσταση και την εσωτερική εργασία του μοναχού.
Αν δοκιμάσει κανείς ένα ρακοπότηρο κρασί καταλαβαίνει όλη την ποιότητα του κρασιού ενός μεγάλου βαρελιού. Και ο γερο-Πέτρος, απ' τα λίγα στοιχεία που υπάρχουν, φαίνεται ότι ήταν προχωρημένος στην ευχή. Ήταν μοναχός της ευχής, της εσωτερικής εργασίας. Μοναχός βιαστής, πραγματικός ασκητής που συνδύαζε πράξη και θεωρία.

Όλοι οι πατέρες που τον γνώρισαν εκφράζονται γι' αυτόν με τα καλύτερα λόγια. "Ήταν ο καλύτερος της περιοχής"-"πραγματικός μοναχός"-"αγιότατο Γεροντάκι". Αλλά και ο γερο-Παΐσιος έλεγε ότι απ' όσους ασκητές γνώρισε, ο γερο-Πέτρος ήταν σε ανώτερα μέτρα, για αυτό ήθελε να γίνει υποτακτικός του. Ο παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης είχε πολλή ευλάβεια στον γερο-Πέτρο και είπε γι' αυτόν: "Σου άφηνε μια γλυκύτητα μέσα σου, όταν τον συναντούσες και σου μιλούσε αυτός ο άνθρωπος. Ποτέ δεν φάνηκε σε αγρυπνίες και ποτέ δεν προξένησε σκάνδαλο. Μια ζωή στο Άγιον Όρος και να είναι ειρηνικός με όλους, μεγάλο κατόρθωμα". Ο γερο-Πέτρος, όταν συναντούσε Πατέρες στο δρόμο, δεν έλεγε τον γνωστό καθιερωμένο χαιρετισμό "ευλογείτε", έλεγε το βαθυστόχαστο: "Πατέρες, φεύγουμε" (δηλαδή πεθαίνουμε). Είχε μεγάλη λεπτότητα. Απέφευγε να διανυκτερεύει σε κελλιά, για να μην επιβαρύνει τους πατέρες, αλλά και για να μη χάνει ο ίδιος την ησυχία του και παραβαίνει το τυπικό του. Κάποια φορά ο γερο-Ιωακείμ ο Καρυώτης, από την Βατοπεδινή Καλύβη της Αναλήψεως, τον πίεσε να διανυκτερεύσει στο κελλί του, αλλά δεν δέχθηκε. Ξεκίνησε με τα πόδια για την Δάφνη. Στον δρόμο νύχτωσε, άρχισε να βρέχει και διανυκτέρευσε σε μια κουφάλα καστανιάς.

Όταν προαισθάνθηκε ότι πλησιάζει η κοίμησή του, έφυγε από το κελλάκι του στην Μικρά Αγία Άννα και πήγε στη μετάνοιά του, στον Άγιο Πέτρο, να αφήσει τα κόκκαλά του εκεί όπου ξεκίνησε την καλογερική του. Έζησε εκεί μερικούς μήνες και εκοιμήθη το έτος 1958, την ημέρα της μνήμης του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτου, του οποίου είχε το όνομα και προς τιμήν του οποίου ετιμάτο ο ναός της Καλύβης. Όταν εκοιμήθη, τα μόνα πράγματα που βρέθηκαν στο κελλί του ήταν λίγο παξιμάδι σ' ένα καλάθι και μισό μπουκάλι λάδι για το καντήλι. Ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα είχε.
Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

«Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση»
Εκδόσεις: Ιερόν Ησυχαστήριον "Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος"

agiameteora.net

Φωτογραφίες
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΦΩΤΟΘΗΚΗ
agioritikesmnimes.blogspot.com
Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

21 Μαρ. 2019

Ιστολόγιο |


Ο Γέροντας της Καλύβης «των Αρχαγγέλων» στη Σκήτη της Αγίας Άννας, Ανανίας ιερομόναχος, έστειλε τον υποτακτικό του Μιχαήλ Μοναχό στη Δάφνη για επείγουσα εργασία, με τη ρητή εντολή, όπως επιστρέψει απαραίτητα το βράδυ στην Καλύβα τους.
Η συγκοινωνία Δάφνης - Αγίας Άννας γίνονταν τότε με τις βάρκες και τα κουπιά, επειδή δεν είχαν βγει ακόμη οι μηχανές. Και για το λόγο αυτόν, όλες οι ασκητικές Καλύβες που βρίσκονταν στην παραλία κοντά, διατηρούσαν ψαρόβαρκες, με τις οποίες πήγαιναν και στη Δάφνη.
Ο Μοναχός Μιχαήλ, ο οποίος ήταν ένας από τους πιο καλούς και συνεπείς υποτακτικούς, ξεκίνησε το πρωί με τη βάρκα του Γέρο - Γιωργάκη, ο οποίος, επειδή δεν είχε άλλο εργόχειρο, έκανε με τη βάρκα του τη συγκοινωνία Δάφνη - Αγία Άννα. Έφτασε στη Δάφνη, τελείωσε εκεί την εργασία για την οποία πήγε, αλλά εν τω μεταξύ ο καιρός χάλασε, έπεσε στη θάλασσα δυνατός αέρας και ξεσηκώθηκε απότομα μεγάλη θαλασσοταραχή με θεόρατα κύματα. Όλοι οι Πατέρες που είχανε πάει στη Δάφνη, επειδή ήταν αδύνατο να γυρίσουν στις Καλύβες τους, άλλοι πήγαν στα γειτονικά Μοναστήρια Σίμωνος Πέτρας και Ξηροποτάμου, κι άλλοι ξεκίνησαν με τα πόδια για τις Καρυές.
Αυτό το φαινόμενο γίνονταν τακτικά και οι Πατέρες ήταν μαθημένοι να φέρουν κι αυτό τον Σταυρό της πρόσθετης ταλαιπωρίας, κι έτσι φορτωμένοι τους ντορβάδες με τα ψώνια, πήγαιναν αγόγγυστα με τα πόδια. Με το κομποσχοίνι στο χέρι, την ευχή στο στόμα και την καρδιά, τέλειωναν τις εργασίες τους, μέχρι που βγήκαν, μετά από το 1933, οι μηχανές και τα μοτεράκια και γλίτωσαν από το πρόσθετο αυτό μαρτύριο.

Ο αδελφός Μιχαήλ, ένας Μοναχός απλός, αγαθός και άκακος, έμεινε κοντά στην παραλιακή ακτή, στο λιμάνι της Δάφνης και περίμενε τη θάλασσα να γαληνέψει, που είχε κυριολεκτικά εκμανεί και αφριζομανούσε με τα θεόρατα κύματά της, αλλ' αυτός δεν εννοούσε ν' απομακρυνθεί και ήταν στενοχωρημένος για την εντολή που είχε από τον γέροντά του, να γυρίσει το βράδυ στο σπίτι. 
Εκεί πού έκανε αυτές τις σκέψεις, πως να γυρίσει πίσω στην Αγία Άννα, βλέπει μπροστά του δύο λαμπροφορεμένους νέους, οι οποίοι τον ρώτησαν γιατί είναι στενοχωρημένος. Κι αυτός τους είπε:
- Έχω εντολή από το Γέροντά μου να γυρίσω οπωσδήποτε το βράδυ και να μη μείνω ούτε μια βραδιά έξω από την ασκητική μας Καλύβα.
Οι φαινόμενοι νέοι τού είπαν:
- Θέλεις να μπεις στη βάρκα μας να σε πάμε εμείς στο Γέροντά σου;
Ο αδελφός Μιχαήλ μετά χαράς δέχθηκε την πρόταση των νέων, μπήκε στη βάρκα τους και ο ένας από τους νέους πήρε τα κουπιά της βάρκας, τα κούνησε δυο - τρεις φορές και ξαφνικά βρέθηκαν στο λιμανάκι της Αγίας Άννας (ας σημειωθεί ότι σήμερα τα πετρελαιοκίνητα μοτεράκια, από τη Δάφνη στην Αγία Άννα, κάνουν δύο περίπου ώρες να φθάσουν, και τότε με τα κουπιά ήθελαν περισσότερο από πέντε ώρες).

Σκήτη Αγίας Άννας

Ο Μοναχός Μιχαήλ, υπό την σκέπη της υπακοής βρισκόμενος, δεν κατάλαβε τίποτε από τα υπερφυσικά φαινόμενα και από τη χαρά του που φθάσανε νωρίς, αφού βγήκε στην παραλία της Αγίας Άννας, ευχαρίστησε τους δύο λαμπρούς εκείνους νέους για την καλοσύνη που του κάνανε, κι ανέβηκε σχεδόν τρέχοντας τον ανήφορο, να φτάσει σύντομα στο Γέροντά του. Στον δρόμο τον συνάντησε, ο Πάτερ Γαβριήλ, όπως του φάνηκε, από την Καλύβα «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» και αφού χαιρετήθηκαν καλογερικά, «ευλογείτε, ο Κύριος, ο Πάτερ Γαβριήλ ρώτησε τον υποτακτικό Μιχαήλ:
- «Από που έρχεσαι Πάτερ και γιατί είσαι τόσο βιαστικός;»
Ο Πατήρ Μιχαήλ απάντησε στον φαινόμενο Μοναχό και είπε ότι ο Γέροντας με έστειλε σήμερα στη Δάφνη να πάρω τρόφιμα και να γυρίσω το βράδυ στο σπίτι, αλλά επειδή ο καιρός χάλασε και η θάλασσα είχε μεγάλη φουρτούνα, η βάρκα του Γέρο - Γιωργάκη, που κάνει τη συγκοινωνία, δεν μπορούσε να’ρθει, με πήραν εμένα δύο νέοι και με έφεραν από τη Δάφνη με τη δική τους βάρκα, και τώρα τρέχω να φτάσω νωρίς στον Γέροντά μου για να μη με μαλώσει και μου βάλει κανόνα - αυστηρή προσευχή και νηστεία.
Τότε ο φαινόμενος Μοναχός Γαβριήλ, ρώτησε τον υποτακτικό Μιχαήλ:
- Πού είναι τώρα αυτοί οι νέοι με τη βάρκα τους; Κι αυτός απάντησε πως μείνανε κάτω στην παραλία, εγώ βιαστικά έφυγα και δεν τους ρώτησα που θα μείνουν.
Ο Μοναχός Γαβριήλ, λέγει στον καλό υποτακτικό:
- Αδελφέ, για ρίξε μια ματιά προς τη θάλασσα, και τότε γύρισαν και βλέπουν πως η θάλασσα είχε ασπρίσει από τους αφρούς και τα κύματά της σκέπαζαν, όχι μόνον το λιμανάκι, αλλά όλη την παραλία μέχρι τα βράχια. Ούτε βάρκα, ούτε ψυχή φαίνονταν πουθενά.
Ο φαινόμενος Μοναχός Γαβριήλ έγινε άφαντος από τα μάτια του υποτακτικού Μιχαήλ, ο οποίος συνήλθε από την έκσταση, που η τυφλή υπακοή προς τον Γέροντά του τον είχε μέχρι τη στιγμή εκείνη σκεπάσει, και κατάλαβε πώς οι δύο εκείνοι νέοι ήταν, ο μεν ένας που πήρε τα κουπιά της βάρκας από τη Δάφνη και τα κούνησε τρεις φορές, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο δε άλλος που παρουσιάστηκε μπροστά του με το σχήμα του Μοναχού Γαβριήλ από την Καλύβα «Ευαγγελισμός» ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ.

Τα μάτια του καλού υποτακτικού Μιχαήλ μοναχού πλημμύρισαν από δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης προς τους Αρχαγγέλους και μ' όλη τη δύναμη της ψυχής και του σώματος, έτρεξε να αναγγείλει το θαύμα των Αρχαγγέλων στον Γέροντά του. Όταν έφτασε στην Καλύβα τους, βρήκε τον Γέροντά του, Ανανία ιερομόναχο, γονατιστό μπροστά στην εικόνα των Αρχαγγέλων να προσεύχεται και να παρακαλεί τον Θεό και τους Αρχαγγέλους -που στο μέσον της εικόνος έχουν τον Δεσπότη Χριστόν- με δάκρυα στα μάτια και ζητούσε να βοηθήσουν τον υποτακτικό του Γαβριήλ να επιστρέψει. Και ιδού ο Πανάγαθος θεός εισακούει την προσευχή του Γέροντα και με την πρεσβεία των Αγίων και των δούλων του «αμ' έπος, αμ' έργον» γοργά εισακούει και κάνει το θέλημα των φοβούμενων Αυτόν!

(Σημείωση Συντάκτου: Βλέπετε όμως, αδελφοί, ότι δεν ήταν μόνον ο υποτακτικός θεοφοβούμενος και συνεπής στις υποχρεώσεις του, αλλά και ο Γέροντάς του ήταν αγρυπνών και προσευχόμενος και παρακαλών τον Θεό να βοηθήσει και να σκεπάσει τον υποτακτικό του από κάθε κακό, έτσι έρχεται η χάρις και ευλογία του Θεού στον Γέροντα και ο φωτισμός, αλλά και η πληροφορία στον υποτακτικό τυφλά να υπακούει και να έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον Γέροντα και πνευματικό οδηγητή.
Δεν πρέπει λοιπόν να ζητούμε τα πάντα τέλεια από τον υποτακτικό, αλλά θα πρέπει να συμβάλει προς τούτο και η πνευματική αγωγή του Γέροντα, Ηγούμενου και υπόλογου Προεστώτος, όπως λέγει και ο Απόστολος Παύλος:
«Αδελφοί, πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε' αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών ως λόγον αποδώσοντες...» (Εβρ. ΙΓ' 17). Ο νοών νοείτω!)

pigizois.net

 
Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

20 Μαρ. 2019

Ιστολόγιο |


Κατά διήγηση, του αείμνηστου Γέροντα Καλλίνικου από τα Κατουνάκια, στους Γεροντάδες μας, το σωτήριο έτος 1912 - 1913 μια νύχτα παρουσιάστηκε στον Γέροντα Καλλίνικο, ο Ρώσος Ιερομόναχος Σεραπίων, από το Μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα, ο οποίος χρόνια συνέχιζε να συμβουλεύεται τον Γέροντα Καλλίνικο και να παρακολουθεί μαθήματα της νοεράς προσευχής, αλλά τη βραδιά εκείνη παρακάλεσε τον Γέροντα, να του δώσει την άδεια και ευλογία να φύγει από το Μοναστήρι και να επιδοθεί κατά μόνας, μ' όλη τη δύναμη της ψυχής του, στη νοερά προσευχή.
Ο Γέροντας Καλλίνικος, στην αρχή είπε στον Ρώσο Ιερομόναχο, πως αυτό που θέλει να κάνει είναι επικίνδυνο, δηλαδή να απομονωθεί από κάθε ανθρώπινη επικοινωνία και συμπαράσταση, και πως τα άκρα είναι δίκοπο μαχαίρι, διότι ό εχθρός και πολέμιος του ανθρωπίνου γένους Σατανάς, θα τον πολεμήσει πολύ σκληρά, γι' αυτό, καλά θα έκανε να μην απομακρυνθεί πολύ από τους ανθρώπους και «εν Χριστώ» αδελφούς και να παραμείνει στη μετάνοιά του, στο Μοναστήρι. Στην επίμονη και θερμή παράκληση του Ρώσου ιερομονάχου, υποχώρησε ο Γέρο - Καλλίνικος και συγκατατέθηκε, να πάει μεν στην έρημο, αλλά να τον επισκέπτεται συχνά για να τον παρακολουθεί, μη τυχόν παραπλανηθεί ή μπλεχτεί σε καμμιά πλεκτάνη του δόλιου Δαίμονα, που με πολλή μανία πολεμεί τους εργάτες της νοεράς προσευχής.
Ο παπα-Σεραπίων, από την φλόγα της προς Θεόν αγάπης και την επιθυμία της καρδίας του από την επίμονη κλίση του Αγίου Πνεύματος, που ακατάπαυστα του έλεγε: «Υιέ δός μου σήν καρδίαν», αλλά και από την πρώτη εντολή του δεκάλογου, που λέγει: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου» (Λουκ. Γ 27), εφοδιασμένος με την ευχή και ευλογία του καθοδηγητού του, Γέροντα Καλλίνικου, τέλεσε την Θεία Λειτουργία στο εκκλησάκι του Αγίου Γεράσιμου, κοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια και αναχώρησε προς την έρημο του Άθωνα.
Ο Γέρων Καλλίνικος, δεν έπαυσε μέρα - νύχτα να προσεύχεται στον αρχηγό και τελειωτή κάθε καλού και της αρετής, Κύριο ημών Ιησούν Χριστόν, για την θεία βοήθεια και σκέπη του αδελφού και μαθητού του παπα - Σεραπίωνα, που βγήκε να παλέψει με το Σατανά, στήθος με στήθος στη μοναξιά και στην έρημο.

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Είχαν περάσει, από τη βραδιά εκείνη, δώδεκα ολόκληρα χρόνια, και ο πάτερ Σεραπίων δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Μια βραδιά, όπως είπε ο Γέρο - Καλλίνικος, μετά το μεσονύκτιο, άκουσε να κτυπούν την πόρτα του ησυχαστηρίου του. Στην ερώτηση ποιος είναι; Άκουσε γνωστή φωνή, αλλά πολύ αδύνατη, να του λέγει: «Δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησοΰ Χριστέ ό Θεός ελέησον ημάς», ό Γέρων είπε το «Αμήν» αλλά επανέλαβε την ερώτηση, ποιος είσαι και τι θέλεις τέτοια ώρα; Τότε άκουσε τη φωνή να του λέγει: «Γέροντα, είμαι ό δούλος του Θεού και μαθητής σας παπα - Σεραπίων». Ο Γέρο - Καλλίνικος φοβούμενος την πλάνη του Σατανά, του είπε να αποστηθίσει το Σύμβολο της Πίστεως «Το Πιστεύω» και εκείνος με δάκρυα είπε το «Πιστεύω», το «Πάτερ ημών» και το «Εις Άγιος, Εις Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός και Πνεύματος Αγίου. Αμήν». Τότε ο Γέρο - Καλλίνικος άνοιξε την πόρτα, αγκάλιασε τον αδελφό παπα - Σεραπίωνα, ο οποίος, από την άκρα ασιτία και την εξαντλητική άσκηση, ήταν σκελετωμένος, ισχνόφωνος και με φωνή παλλόμενη από τη συγκίνηση, ρώτησε:
- Που ήσουν αδελφέ τόσα χρόνια, και γιατί δεν φάνηκες να σε δώ; Πίστεψε με σε είχα για χαμένο. Που έμενες μέχρι τώρα; Τι έτρωγες τόσον καιρό;
Ο πάτερ Σεραπίων, στο Γέρο - Καλλίνικο είπε:
- Πάτερ άγιε, από τότε που μου έδωσες την ευχή σου, πήγα πάνω στην κορυφή του Άθωνα και εκεί έμεινα τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Αλλά μη μπορώντας να βαστήξω το πολύ κρύο της νύχτας, κατέβηκα στην «Παναγία» εκεί έμεινα λίγο και πιο κάτω βρήκα μια σπηλιά στην οποία μέχρι σήμερα έμενα.
Ο Γέρο - Καλλίνικος και πάλι ρώτησε τον παπα - Σεραπίωνα:
- Καλά αδελφέ, εγώ ξέρω πως σ' αυτά τα μέρη βόσκουν πάνω από 500 τραγιά της Λαύρας και γυρίζουν πάντα δύο και περισσότεροι βοσκοί, αυτοί πώς δεν σε είδαν; Δεν σε ενοχλούσαν; Δεν περνούσαν απ' εκεί;

ΠΡΟΕΙΔΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ

Ο Ρώσος ασκητής σ' αυτά απάντησε:
- Γέροντα, όταν πήγα, δοκίμασα να μείνω στην «Παναγία» αλλ' επειδή περνούσαν απ' εκεί πολλοί προσκυνητές και μ' ενοχλούσαν, ανακάλυψα μια σπηλιά πιο κάτω, μπροστά από την οποία κάθε μέρα περνούσαν τα τραγιά και οι βοσκοί της Λαύρας, αλλά στο στόμιο της σπηλιάς που έμενα, κρέμασα το ράσο μου κι έτσι με τη σκέπη του Θεού, σ' όλο αυτό το διάστημα δεν με είδε κανείς ποτέ. Έβγαινα από τη σπηλιά, μάζευα κάστανα, διάφορα χόρτα, βλασταράκια, βαλάνια και καμμιά φορά έβγανα ρίζες και βολβούς. Αυτά όλα αποτελούσαν την τροφή μου. Νερό έπινα από το σπιτάκι που είναι το πηγάδι στην «Παναγία». Εκείνο που με ευχαριστούσε και με γέμιζε χαρά μέρα - νύχτα ήταν η αδιάκοπη προσευχή, αυτό μου έδινε πολλή και ανείπωτη ευφροσύνη, κάθε επιθυμία ξένη προς την προσευχή δεν μπορούσε να σταθεί, γιατί δεν άφηνα ούτε στιγμή το μυαλό μου να σκεφθεί τίποτε άλλο εκτός από την προσευχή, που με ανέβαζε σε θείες θεωρίες και βλέποντας τα μυστήρια του Θεού δεν ήθελα τίποτε άλλο.
Όταν μπαίνει, Γέροντα, εκείνο το Θείο φως μέσα στην καρδιά, την θερμαίνει και την φωτίζει και τόση γλύκα και χαρά αισθάνεσαι, που δεν έρχεται, ούτε χωράει άλλη επιθυμία, αλλά τι λέγω, ξεχάστηκα, συγχώρεσέ με Γέροντά μου που σου λέω τέτοια πράγματα, εσύ είσαι ο Δάσκαλός μου, κι αυτά τα πράγματα τα γνώρισες πολύ πριν από μένα.
Ο Γερο - Καλλίνικος, σαν άκουσε αυτά, θαύμασε και συγκινημένος είπε στον Ρώσο:
- Πες μου πάτερ κι άλλα τέτοια, διότι σε αξίωσε ο Θεός να δεις και να γνωρίσεις εκείνα που πολλοί πεθύμησαν και δεν είδαν! Και τότε είπε ο π. Σεραπίων:
- Ένα μόνον πεθύμησα, πάτερ άγιε, την Θεία Κοινωνία, θέλω να μεταλάβω το Σώμα και Αίμα του Δεσπότη Χριστού και γι' αυτό ήρθα να πάρω την Θεία Κοινωνία και την άγια ευχή και ευλογία Σας, γιατί ο καιρός της εμή αναλύσεως πλησίασε και δεν θέλω να φύγω από τον κόσμο τούτο, χωρίς τα θεία αυτά και ψυχοσωτήρια εφόδια.
Όταν είπε αυτά, ο Ρώσος ασκητής, την ίδια ημέρα τελέσαμε τη Θεία Λειτουργία και κοινώνησε τα Άχραντα και Πανάγια μυστήρια, φάγαμε λίγο παξιμάδι με λάχανα και αναχώρησε πάλι, για την αγαπημένη του έρημο. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδαμε, διότι φαίνεται τον πήρε ο Κύριος και αγαπημένος Νυμφίος Δεσπότης Χριστός, στη Βασιλεία των Ουρανών, να χαίρεται αιώνια με τον Θεό και όλους τους Αγίους Του.

ΟΣΙΑΚΟ ΚΑΙ ΜΑΚΑΡΙΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ

Δεν πέρασε πολύς καιρός, ίσως δύο ή τρία χρόνια, μετά την εμφάνιση του Ρώσου ασκητή και ο Γέρο - Καλλίνικος έπεσε βαριά άρρωστος στο κρεβάτι. Ήταν μήνας Ιούλιος που κυκλοφόρησε η είδηση αυτή και οι Πατέρες γνωστοί και άγνωστοι, έτρεξαν να επισκεφθούν τον ασθενή και να πάρουν την ευχή του.
Από την ίδια ασθένεια είχε προσβληθεί και ο μακαρίτης Γέροντάς του Παπα-Δανιήλ, με τη διαφορά πως εκείνου η ασθένεια βάστηξε δέκα πέντε ημέρες, ενώ του Γέροντα Καλλίνικου, επειδή η κράση του ήταν πολύ γερή, βάστηξε περίπου σαράντα ημέρες και έτσι μια ημέρα μετά την εορτή της του Χριστού «Μεταμορφώσεως», ο Γέρο-Καλλίνικος έκλεισε για πάντα τα μάτια του σώματος και με ολάνοιχτα μάτια της ψυχής, αφού είδε επί της γης το «άκτιστο θαβώριο Φως» του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, κατηξιώθη να βλέπει εις αιώνας αιώνων και το Τρισήλιον Σέλας της Υπερουσίου και Τρισυποστάτου Θεότητας, του Πατρός και του Υιού και του Παναγίου Πνεύματος, του Ενός και μόνου Θεού και Ποιητού των Όλων, στις 7 Αυγούστου του 1930.
Λίγες ώρες πριν να κοιμηθεί για πάντα, για πληροφορία της αιώνιας ζωής και μακαριότητας και των αιωνίων αγαθών «ά ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν», ο Μακάριος Γέρων Καλλίνικος είδε σε θεία οπτασία τους Αγιορείτες Οσίους να τον περιμένουν λαμπαδοφορούντες και έλαμψε το πρόσωπό του από χαρά και φώναξε τον υποτακτικό του, προς τον οποίον είπε:
- Αδελφέ Δανιήλ, πήγαινε με τον παραδελφό σου Χριστόδουλο, να ετοιμάσετε την εκκλησία, γιατί ήρθαν οι Όσιοι Αγιορείτες Πατέρες να με παραλάβουν, επειδή σ' όλη μου τη ζωή τους παρακαλούσα να συμπαρασταθούν τούτη την ώρα και ας είναι δοξασμένο το όνομα του Κυρίου, που συγκατέβη να ακούσει τη φωνή της δεήσεώς μου και να στείλει τους Αγίους Πατέρες.

Και έτσι παρέδωκε την τελευταία του πνοή, με τα λόγια τούτα στο στόμα: «Σε ευχαριστώ Θεέ μου, διότι αν και δεν έκανα τίποτε το αξιόλογο σ' όλη μου τη ζωή για να σε ευχαριστήσω, αλλά πεθαίνω Θεέ μου Χριστιανός Ορθόδοξος».
Τον θάνατο του Οσίου τούτου πατρός πένθησαν όλοι οι Αγιορείτες Πατέρες, διότι όσοι τουλάχιστον ευτύχησαν να τον γνωρίσουν, είχαν και μετά θάνατον, τα αθάνατα λόγια του και τις συμβουλές παντοτινή παρηγοριά και πνευματικό στήριγμα.

pigizois.net


Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

22 Ιαν. 2019

Ιστολόγιο |


Ο π. Μιχαήλ, ο Ζηλωτής μοναχός που ζει σε μια ερημιά ανάμεσα στα Κατουνάκια και τα Καρούλια, είναι ένας άνθρωπος εκπληκτικά ανόμοιος με τους άλλους καλογήρους. Όχι τόσο επειδή τούτος εδώ ό καλόγερος με την καθαρότητα της καρδιάς, την απλότητα και την αγαθότητα που τον διακρίνουν, κατορθώνει να συγκινήσει κάθε διαβάτη που θα ζητούσε να ξαποστάσει για λίγο στο φτωχικό του καλύβι, όσο γιατί ο π. Μιχαήλ, αν και Ζηλωτής και πραγματικός ασκητής, ωστόσο στα μεγάλα προβλήματα της ζωής δείχνει να έχει προσβάσεις καθόλου ευκαταφρόνητες.
- Ποιο είναι, γέροντα, το όνομά σας;
- Πάτερ Μιχαήλ, αμαρτωλός, ελεεινός, ταλαίπωρος κι ακατάστατος.
- Πόσα χρόνια έχεις εδώ;
- Δεν έχει σημασία αγαπητέ μου, σημασία έχει το να 'χει κανείς αυτό που πρέπει, δηλαδή το αντίκρυσμα. Να εκτελεί με συνέπεια τα καθήκοντά του.
- Και ποια είναι αυτά;
Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, ουράνια χαρίσματα λαβών, όπως λέει και το βιβλίο. Ποιος τηρεί αυτά με συνέπεια;
- Δεν τα τηρείτε; Ας τα πάρουμε ένα, ένα. Νηστεία, έχετε. Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή δεν τρώτε ...
- Ποιος στο 'πε; Κι αν τρώω Τρίτη, Πέμπτη και Σάββατο το διπλό, τότε που είναι η νηστεία της Τετάρτης; Ένα πορτοκάλι ισοδυναμεί μ' ένα αυγό. Τι να το κάνω αν δεν τρώω αυγό και τρώω δυο πορτοκάλια; Άλλα ας μη ξεχνάμε, νηστεία δεν είναι μόνο η αποχή από τα φαγητά. Νηστεία σημαίνει κυρίως νέκρωση των παθών. Ακινητοποίηση των αισθήσεων και όχι αποχή από το κρέας, το τυρί και το γάλα.
- Είστε μόνος εδώ ή μένει μαζί σας και άλλος;
- Μόνος. Ολομόναχος. Βέβαια, εννοείται, είμαι συντροφιά με τον Θεό. Μόνος του δεν μπορεί να ζήσει κανείς. Χωρίς τον Θεό ή ζωή γίνεται κόλαση.
- Και με τι συντηρείστε;
- Έχω εργόχειρο. Φτιάχνω μικρά πρεσαριστά σταυρουδάκια. Έχω πρέσα.
Βγαίνει μ' αυτό τον τρόπο το μεροκάματο;
- Όχι απλώς βγαίνει, αλλά και περισσεύει. Μακάρι να'ταν κι άλλος να φάει. Τα υλικά, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν. Εκείνο που λείπει είναι η αρετή. Δεν λέω λόγια και υπερβολές, αλλά την αλήθεια.
- Όμως μέσα στον κόσμο υπερπλεονάζει η αμαρτία. Το ξέρετε;
- Γιατί, στο Άγιο Όρος μήπως δεν συμβαίνει το ίδιο; Αν, όπως λέτε στον κόσμο υπερπλεονάζει η αμαρτία, τότε υπερπλεονάζει και ή χάρη. Ξέρετε μήπως να μου πείτε κι εμένα έστω έναν χώρο που να υπερπλεονάζει η αρετή; Πέστε μου για να σας πω μπράβο.
- Υπάρχουν εδώ στο Όρος άνθρωποι που διαθέτουν αρετή;
- Όλοι είναι καλοί και άγιοι. Εγώ είμαι ο τελευταίος καλόγερος. Δέστε τους μοναχούς που ζουν στην πρώτη γραμμή του πυρός, μέσα στα μοναστήρια, που είναι αναγκασμένοι να κάνουν υπακοή. Είναι μικρό πράγμα αυτό;  Όποιος έχει υπακοή έχει αγάπη, ταπείνωση, υπομονή.
- Κι εμείς οι λαϊκοί; Που θα πρέπει να κάνουμε υπακοή;
- Στην οικογένειά σας, στη γυναίκα και τα παιδιά σας. Ο άντρας λ.χ. μέσα στην οικογένεια θα πρέπει κι αυτός να κάνει υπακοή στη γυναίκα και τα παιδιά του. Ο έγγαμος δεν θα πρέπει ποτέ να επιβάλει, μέσα στην οικογένεια του, τη γνώμη του βάναυσα και σκληρά αλλά να υποτάσσεται κι αυτός στο όνομα της αγάπης. Η υπακοή δεν είναι μόνο υποχρέωση των καλογήρων, αλλά κάθε χριστιανού.
Σκεφθείτε έναν πνευματικό, έναν εξομολόγο που θέλει πάντα να επιβάλει στον εξομολογούμενο τη γνώμη του εν ονόματι, δήθεν, της αρετής. Τι λέτε, είναι αυτός σωστός πνευματικός; Νομίζω πως και ο εξομολόγος έχει το ίδιο καθήκον, να κάνει υπακοή στα πνευματικά του παιδιά μόνο και μόνο από ενδιαφέρον για διατήρηση της ενότητας μέσα στην Εκκλησία και από επιθυμία ο άνθρωπος να δέχεται ελεύθερα και όχι καταπιεστικά τις εντολές του Θεού.
- Δηλαδή και εμείς οι λαϊκοί που δεν είμαστε καλόγεροι μπορεί να σωθούμε;
- Μα τί λέτε; Οι κοσμικοί δεν βρίσκονται σε κατώτερη μοίρα από τους μοναχούς και νομίζω είναι αμαρτία μεγάλη να κάνει κανείς διαχωρισμούς μέσα στην Εκκλησία και να κάθεται να ασχολείται με παιδαριώδη ζητήματα, όπως λ.χ. ποιος δρόμος είναι καλύτερος. Ο μοναχικός ή ο δρόμος των κοσμικών; Ξέρετε, όλοι οι δρόμοι και οι λεωφόροι και τα μονοπάτια και τα καντούνια εξυπηρετούν το ίδιο ζωτικές ανάγκες μέσα στη ζωή. Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στον Θεό. Όποιον καλέσει ο Θεός να γίνει καλόγερος, βεβαίως θα γίνει. Αλλοίμονο όμως αν όλος ο κόσμος εγκαταλείψει τις πόλεις και τα χωριά του για να πάει στο μοναστήρι. Τότε θα έλθει μια μέρα που θα εκλείψει από τη γη και το γένος των μοναχών.
- Το μετάνοιωσες που ήλθες εδώ;
- Για όνομα του Θεού. Κάθε άλλο. Μη γένοιτο. Μη γένοιτο. Άλλωστε μήπως το καταλάβαμε πως ήλθαμε εδώ και μήπως καθόμαστε μόνοι μας;
Αλλά με ποιόν;
Με τον Θεό. Μόνος του εδώ δεν θα μπορούσε κανείς να μείνει ούτε στιγμή.
- Τον έχεις δει ποτέ τον Θεό;
Τι να σας πω τώρα. Αυτή η ερώτηση, συγγνώμη, αλλά είναι λίγο...
- Βλακεία; Πες το.
Όχι βλακεία, αλλά μοιάζει μ' εκείνο του Θωμά που είπε ότι αν δεν δω με τα μάτια μου δεν πρόκειται να πιστέψω.
Ξέρετε όμως; Εγώ είμαι ολιγόπιστος.
- Εγώ είμαι χειρότερος.
Έχεις δει κάποιο θαύμα;
Θαύματα κάθε μέρα βλέπουμε. Όμως ξέρεις, ο κακός ο άνθρωπος και χίλια θαύματα να δει δεν πιστεύει. Ακόμα και νεκρός να αναστηθεί, πάλι δεν θα το πιστέψει.
- Ποιο συγκεκριμένο θαύμα έχεις δει;
- Υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα απ' αυτό εδώ; Εγώ ο ταπεινός και ελεεινός να ζω μονάχος εδώ στην έρημο... Κάνε μου τη χάρη. Θέλω να το συλλάβεις. Υπάρχει απ' αυτό μεγαλύτερο θαύμα; Εγώ πιστεύω πως οπωσδήποτε αυτό είναι θαύμα. Ή δέστε κάτι ακόμα. Το ότι τόσα νέα παιδιά σήμερα ξεκινούν και από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, απ' όλη την οικουμένη, άλλος απ' την Αμερική, άλλος απ' την Ασία, άλλος απ' την Ευρώπη και σήμερα βρίσκονται εδώ στο Άγιο Όρος, αυτό δεν είναι θαύμα;
Τώρα έχουν έλθει στο Άγιο Όρος και πολλοί μορφωμένοι. Αυτό δεν είναι σημαντικό;
- Τι να τα κάνεις τα γράμματα; Καλά είναι, όμως αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου. Άμα δεν έχεις μέσα σου τον Θεό, δεν αξίζουν τα γράμματα.
- Τελευταία δημοσιεύονται στον Τύπο μερικές πληροφορίες από τα σκάνδαλα κληρικών. Τί εντύπωση σας κάνει αυτό;
Ο καθένας μας είναι πολύ εύκολο να πέσει και να κατρακυλήσει. Ο κίνδυνος αυτός εκδηλώνεται για τον άνθρωπο και στα βαθειά γηρατειά. Μόνο η πλάκα του τάφου θα τον απομακρύνει. Όμως είναι αστείο να λέμε πώς σήμερα το μεγαλύτερο σκάνδαλο μέσα στην Εκκλησία είναι οι ανθρώπινες πτώσεις. Το μεγαλύτερο σκάνδαλο δεν είναι αυτό, αλλά η σιωπή της Εκκλησίας μπροστά στα προβλήματα των καιρών. Η Εκκλησία, ενώ κατέχει την Αλήθεια, την κρατάει κρυμμένη και δεν την φέρνει στο φως. Η ένοχη σιωπή της Εκκλησίας είναι σήμερα το μεγαλύτερο σκάνδαλο.

Από το βιβλίο του Τάσου Μιχαλά: "Άθως, Όρος από Πολιτεία Ανθρώπινη"  - 1981


pigizois / pneumatikoi logoi
Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης