Η Πλατυτέρα των Ουρανών

9 Απρ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 

Οσίου γέροντος Εφραίμ του Φιλοθεΐτου,  
"Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης"

Τον κοινώνησε Άγγελος Κυρίου

Μία εορτάσιμη ημέρα, ύστερα από τρεις μήνες εγκλεισμού του, έστειλε τον πατέρα Αρσένιο να κοινωνήσει λέγοντάς του:
- Πήγαινε εσύ. Εγώ δεν θα έρθω, διότι δεν μπορώ να σύρω τα πόδια μου.
Θα μείνω εδώ και θα συνεχίσω την ευχή. Εσύ πήγαινε στην Εκκλησία.
Έτσι κάθισε στο κελάκι του λυπημένος, διότι δεν θα μπορούσε να κοινωνήσει. Έφυγε ο πατήρ Αρσένιος, ενώ αυτός έμεινε σκυμμένος στο σκοτεινό και μικρό κελάκι του κι έλεγε την ευχή έχοντας βάλει τον νου μέσα στην καρδιά του.
"Μου ήρθε τότε κάτι σαν παράπονο και είπα στον εαυτό μου: Ταλαίπωρε άνθρωπε, από τις αμαρτίες σου είσαι ανάξιος να κοινωνήσεις! Όλοι οι άλλοι πατέρες θα κοινωνήσουν των Αχράντων Μυστηρίων, ενώ εσύ που είσαι άχρηστος, δεν θα κοινωνήσεις".

Εκεί που καθόταν λοιπόν, κλαίγοντας και ελεεινολογώντας τον εαυτό του, ξαφνικά πλημμύρισε το κελάκι του από φως. Άνοιξε η στέγη του και κατέβηκε ένας νέος άνθρωπος με φτερά και στάθηκε μπροστά του. Ήταν Άγγελος Κυρίου.
Ε, μόλις που μπορούσα να τον δω, με την όψη του ως αστραπή που ήταν. Έβαλε μέσα στον κόρφο του το χέρι του και έβγαλε ένα όμορφο κουτάκι. Στρογγυλό, φωτεινό, όλο άπλετο φως ήταν. Το Φως του άλλου κόσμου... Τότε ο Άγγελος άνοιξε το κουτάκι με προσοχή και μου ένευσε να ετοιμαστώ και πήρε από μέσα μία μερίδα Άρτου με την λαβίδα.
Ευρισκόμενος υπό την επήρεια του πνευματικού αυτού φαινομένου και του μυστηρίου της Χάριτος της οπτασίας, αθέλητα και χωρίς να σκεφτώ, έκαμα αυτό που ο Θεός μου έλεγε να κάμω - διότι σε αυτές τις στιγμές ο άνθρωπος παύει να σκέφτεται και να αισθάνεται κατά το σύνηθες.
Άνοιξα το στόμα μου και με κοινώνησε λέγοντας: "Σώμα και Αίμα Χριστού μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Ιωσήφ μοναχός". Μετά μου χαμογέλασε σεμνά ο Άγγελος, έκλεισε το σκεύος και ανελήφθη δια της στέγης. Έπειτα έγινε πάλι σκότος εις το δωμάτιόν μου".
Έσκυψε πάλι το κεφάλι του ο άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής και άρχισε την προσευχή!
Ομολογούσε μετά ότι: "Τόση χαρά και ευτυχία ένιωθα, που ποτέ μου αυτή τη Χάρη δεν την γεύτηκα! Μία εβδομάδα δεν ένιωθα την ανάγκη ούτε για φαγητό ούτε για νερό. Έπαυσε κάθε λειτουργία του σώματός μου".

Ο άγιος Ιωσήφ αποτελεί για μας τους "ογδοΐτες" μεγάλο στήριγμα και τούτο διότι με τον βίο του επιβεβαίωσε και επισφράγισε τα νηπτικά βιώματα.
Ο σύγχρονος χριστιανός διαβάζοντας ότι ορισμένοι ξακουστοί ασκητές, που ζούσαν στην "έρημο", χωρίς ποτέ τους να συναντούν ανθρώπους, είχαν αξιωθεί της δωρεάς να μεταλαμβάνουν της Θείας Κοινωνίας από Αγγέλους, εξαιτίας της γενικής χλιαρότητας, δυσπιστεί σε αυτού του είδους τις μαρτυρίες.
Ιδού όμως, που και στις μέρες μας φανερώνονται γενναίες ψυχές, με πύρινο πόθο Θεού & βαθιά ταπείνωση, με μεγάλη άσκηση και αυταπάρνηση, που καταξιώνονται των ιδίων δωρεών. Και έτσι, το παράδειγμα του αγίου γέροντός μας Ιωσήφ, μας διδάσκει με βροντερή φωνή, πώς η αγιότης και τα χαρίσματα των Μεγάλων Πατέρων, είναι κατορθωτά σε κάθε εποχή, ακόμη και στη δική μας.

 Ο διάβολος ξηλώνει τη στέγη της καλύβης

Ο άγιος γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής σε όλη του τη ζωή πολεμούσε στήθος με στήθος με τα δαιμόνια. Οι αποστάτες της θείας Αγάπης, τον πολεμούσαν με διαφόρους τρόπους. Πότε με λογισμούς, πότε με ασθένειες κατά παραχώρηση Κυρίου, πότε με την φανερή την παρουσία τους και αργότερα χρησιμοποιώντας ασθενέστερους αδελφούς και υποτακτικούς, των οποίων τους πειρασμούς σήκωνε. Μια χειμωνιάτικη νύχτα, ο άγιος γέροντας με τον πατέρα Αρσένιο ήταν στην καλύβη τους πάνω στον Άγιο Βασίλειο. Έξω μαινόταν χιονοθύελλα. Ο αέρας μούγκριζε και ούρλιαζε μανιασμένα. Το κρύο περόνιαζε τα κόκκαλα.
Οι Γεροντάδες, κατά το τυπικό τους, αγωνίζονταν στην αγρυπνία, με μνήμη θανάτου, δάκρυα μετανοίας, χιλιάδες γονυκλισίες και κυρίως με Νοερά προσευχή. Αυτό όμως δεν άρεσε και πολύ στον φθονερό διάβολο, γι' αυτό και εξήγειρε ένα σωρό επιθέσεις εναντίον του Γέροντος με λογισμούς, φαντασίες, μετεωρισμούς, κρότους, απειλές και ό,τι άλλο γνωρίζει. Δοκίμασε τρεις και τέσσερις φορές να τον υποσκελίσει, αλλά όλες οι επιθέσεις του απέτυχαν, διότι ο άγιος γέροντας ήταν πλέον έμπειρος αγωνιστής.
Στο τέλος, ο διάβολος τόσο μάνιασε εναντίον του, ώστε μπήκε μέσα στην καλύβα των Γεροντάδων από την πόρτα, με τη μορφή βιαίου ανέμου, τίναξε την πόρτα και σήκωσε την στέγη στον αέρα! Και έμεινε εμβρόντητος ο άγιος μέσα στην καλύβα να κοιτάζει την σκεπή με αμέτρητα κιλά πέτρες πάνω της να πετά στον αέρα σαν ανεμόπτερο!...
Εκεί πάνω στον Άγιο Βασίλειο έχει βέβαια δυνατούς ανέμους, αλλά αυτό που συνέβη δεν ήταν μία απλή δυνατή ανεμοθύελλα, αλλά κάποιο δαιμόνιο. Τελικά, η σκεπή με ορμή γκρεμοτσακίστηκε στους αντικρυνούς βράχους κι έμειναν τα λείψανά της οικτρό θέαμα πάνω στα χιόνια. Κι έτσι οι δύο ασκητές έμειναν έκθετοι στη χιονοθύελλα. Την αγρυπνία τους όμως δεν την σταμάτησαν! Αναρωτιέστε τι έκαναν για να μην παγώσουν; Μετάνοιες όλη τη νύχτα ...

Αισθητή δαιμονική επίθεση

Μία άλλη φορά, καθώς ο άγιος γέροντας αγρυπνούσε με την ευχή, φανερώθηκε μπροστά του ένας δαίμονας. Προφανώς, ο σκοπός του θα ήταν να αρχίσει το ξυλοκόπημα. Αλλά ο γέροντας Ιωσήφ τόση ανδρεία είχε και τόση μανία εναντίον τους, που αμέσως όρμησε πάνω του να τον τσακίσει. Εκεί που πάλευε με τον δαίμονα, τον ακινητοποίησε και φώναξε στον πατέρα Αρσένιο:
- Αρσένιε! Φέρε φωτιά να τον κάψουμε! Τώρα που τον έπιασα, δεν θα γλυτώσει!...
Και καθώς ο γέροντας κρατούσε σφικτά το δαιμόνιο και ο πατήρ Αρσένιος άναβε φωτιά για να τον κάψουν, ο διάβολος μεταμορφώθηκε σε κόρακα και πέταξε.
Αυτά ακούγονται εύκολα, αλλά μόνο εκείνοι που γεύθηκαν τις αισθητές δαιμονικές επιθέσεις μπορούν να αξιολογήσουν ορθά το θάρρος και την ανδρεία του αγίου γέροντος Ιωσήφ.
Ο άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ, που γεύθηκε άφθονα τις δαιμονικές εμφανίσεις, τόσο μόνο αρκέστηκε να πει: "Είναι απαίσιοι"!...  

 Από το βιβλίο "Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ ο
Ησυχαστής και Σπηλαιώτης"
Του Οσίου γέροντος Εφραίμ του Φιλοθεΐτου
Σελίδες 114-115 και 117-118

“Λόγος Φωτός”
logosfotos.blogspot.com

  Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

27 Μαρ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 

Πρωτοπρεσβύτερος Άγγελος Αγγελακόπουλος

   

Επίκαιρες διδαχές και νουθεσίες σε σύγχρονα εκκλησιατικά και εθνικά θέματα

 

 

 

1. Σύντομος βίος Γέροντος Βασιλείου

Ὁ Γέρων Βασίλειος ὁ Καυσοκαλυβίτης γεννήθηκε στήν Κρήτη τό 1922, ἀλλά μεγάλωσε στήν Κόρινθο. Σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν ἐγκαταστάθηκαν οἰκογενειακῶς στό Λουτράκι.  Ἐκεῖ δούλευε ὡς καροποιός μέ τήν τέχνη τοῦ ροδᾶ στό ἐργαστήριο τοῦ πατέρα του. Γράμματα πολλά δέν γνώριζε. Εἶχε, ὅμως, μεγάλη ἐπιθυμία ἀπό μικρός νά γνωρίσει τά γράμματα τοῦ Θεοῦ, γι' αὐτό εἶχε τάξει ἀπό μικρός νά γίνει μοναχός. Ἡ κλήση του αὐτή ἦταν τόσο ἐμφανής, ὥστε οἱ συγγενεῖς καί οἱ συμμαθητές του ἀπό πολύ μικρό τόν ἀποκαλοῦσαν «ὁ καλόγερος». Ξεχώριζε ἀπό τά ἄλλα παιδιά τῆς ἡλικίας του. Στό σχολεῖο ἤ στό σπίτι προτιμοῦσε νά ἀγιογραφεῖ, ἀντί νά παίζει, ὅπως ἔκαναν ὅλα τά παιδιά.     

Ἄν καί εἶχε μεγάλο πόθο νά γίνει μοναχός, βρέθηκε σέ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν παντρεμένος μέ μιά συνομήλικη κοπέλα ἀπό τό Λουτράκι. Μέσα στή φτώχεια μεγαλώσανε καί τά τέσσερα παιδιά τους. Ἐνῶ ἡ Ἑλλάδα βρισκόταν σέ ἐμπόλεμη κατάσταση, πατέρας δύο παιδιῶν πλέον, ὑπηρέτησε στόν Ἑλληνικό Στρατό. Μετά ἀπό πέντε χρόνια ἐπέστρεψε στό Λουτράκι, ὅπου ἐργάστηκε ὡς καροποιός ἀρχικά, κι ἔπειτα ὡς μαραγκός. Οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς ἐνίσχυαν τήν πίστη του καί τίς ἀντιμετώπιζε πάντα μέ προσευχή. Ἰδιαίτερα εὐλαβοῦνταν τήν Παναγία μας.

Ὅταν ἔφυγε ἀπό τήν ζωή ἡ σύζυγός του, ἐκεῖνος ἔφυγε γιά τό Ἅγιον Ὄρος. Δέν παρέλειψε προηγουμένως νά τακτοποιήσει καί τά τέσσερα παιδιά του. Στό Ἅγιον Ὄρος δέν κάθισε πολύ.  Πῆρε τήν καλύβη του καί μετά πῆγε στά Ἱεροσόλυμα, στόν Πανάγιο Τάφο. Ἐκεῖ τόν χειροθετήσανε κι ἔλαβε τό μικρό ἀγγελικό σχῆμα.
Προηγουμένως, τόν εἶχε χειροθετήσει ἀναγνώστη καί τοῦ διάβασε τήν ρασοευχή ὁ πατήρ Χρυσόστομος ὁ Γρηγοριάτης στόν Ναό, πού ὁ Γέρων εἶχε χτίσει στά Κοιμητήρια τοῦ Λουτρακίου. Ὁ συγκεκριμένος Ναός εἶναι ἀφιερωμένος στήν Παναγία τήν Μυρτιδιώτισσα καί στόν Ἅγιο Θεόδωρο τόν Στρατηλάτη. Ἀναγνώστη τόν χειροθέτησε καί ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Κορίνθου κυρός Παντελεήμων.
Μετά ἀπό πέντε χρόνια διακονίας στόν Πανάγιο Τάφο, γύρισε στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Ἀνάδοχο εἶχε τόν γέροντα Λουκᾶ. Στό  Ἅγιον Ὄρος, μέχρι νά  ἑτοιμαστεῖ τό κελί του, ἔμενε γιά ἕνα διάστημα μέσα σέ σπήλαιο.
Ἐκεῖ, μέ αὐστηρή νηστεία καί ἀδιάλειπτη προσευχή, μακρυά ἀπό τίς συνήθεις μέριμνες τῆς καλύβης, ζοῦσε μέ ἀπόλυτη προσευχή καί προσήλωση στόν Θεό.
Ἀπό τήν σπηλιά ἔφυγε, ὅταν ἑτοιμάστηκε ἡ καλύβη του στά Καυσοκαλύβια. Τό 1987 στάλθηκε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος στό μοναστήρι τῆς Κλεισούρας στήν Καστοριά. Ἡ διακονία του ἐκεῖ ἦταν ὑποδειγματική καί ἀπολάμβανε τῆς ἀπόλυτης ἐμπιστοσύνης τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτη Καστοριᾶς κυροῦ Γρηγορίου. Κατά τήν ἐκεῖ παραμονή του ἔγιναν καί κάποια θαύματα στόν χῶρο τοῦ μοναστηριοῦ. Ἔπειτα, ἐπέστρεψε καί πάλι στήν καλύβη του στό Ἅγιον Ὄρος, ἀπ΄ ὅπου, ἐξαιτίας τῆς ἐπιβαρυνθείσης ὑγείας του,  ἀνεχώρησε ὁριστικά τό 2007.
Πλέον φιλοξενοῦνταν ἀπό μία οἰκογένεια στά Πεῦκα Θεσσαλονίκης.
Ἔξω ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, στόν κόσμο πλέον καί σέ προχωρημένη ἡλικία, ὁ Γέρων Βασίλειος διακονοῦσε τόν κόσμο μέσα ἀπό τήν διαρκή διδασκαλία τοῦ Θείου λόγου. Διακρινόταν γιά τήν ταπείνωση, τήν καρτερία του, τό ἀσκητικό του πνεῦμα καί τήν ἀνεξάντλητη, χριστιανική ἀγάπη του. Ἀγαποῦσε πολύ νά χτίζει Ναούς καί μέχρι τήν κοίμησή του ἔχτισε συνολικά ὀκτώΤήν 18η Ὀκτωβρίου 2015 ὁ Γέρων Βασίλειος ἀπεδήμησε εἷς Κύριον. Τάφηκε, κατ΄ ἐπιθυμία του, στό Παλαιόκαστρο Κοζάνης, στόν τόπο, ὅπου θεμελιώθηκε ὁ τελευταῖος του Ναός. Ὁ τάφος του βρίσκεται στόν περίβολο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Προφήτου Ἠλιού τοῦ νεκροταφείου [1].
Οἱ διδαχές καί οἱ νουθεσίες τοῦ Γέροντος Βασιλείου ἔχουν καταγραφεῖ σέ δύο τόμους ἀπό τίς ἐκδόσεις
«Ἀγαθός Λόγος» (Ἀθήνα, 2018 - 2019).
Ἐπειδή ἀρκετές ἀπό αὐτές ἀναφέρονται σέ σύγχρονα ἐκκλησιαστικά θέματα δογματικοῦ χαρακτῆρος, καί ἄλλες σέ σημερινά τεκταινόμενα στόν κόσμο καί στή Χώρα μας, γι’αὐτό κρίναμε ὀρθό νά τίς παραθέσουμε στό παρόν κείμενο.

2. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τόν αἱρεσιάρχη Πάπα: Κόρακας, πού μεταμορφώνεται σέ ἥμερο περιστέρι.

«Ἐσεῖς νά μήν ξεχνᾶτε ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ὁ πρόδρομος τοῦ ἀντιχρίστου. Θά δεῖτε πῶς θά ἔλθει σάν λευκή ἀθώα περιστερά καί, προσποιούμενος, θά κερδίσει τήν ἐμπιστοσύνη τους. Θά ἔλθει μαζί μέ  ἄλλους κόρακες. Θά μποῦν στά σπίτια μας. Θά τούς ἐμπιστευθοῦμε καί, ἀφοῦ μᾶς κερδίσουν, τότε θά δείξουν τό ἀληθινό πρόσωπο τοῦ κόρακα καί θά μᾶς ξεσχίσουν, γιά νά φᾶνε τίς σάρκες μας. Νά μήν τούς ἐμπιστευθοῦμε. Σήμερα οἱ περισσότεροι Ἱεράρχες μας προτιμοῦν νά ἀξιοποιήσουν τά φθαρτά καί τά ἄφθαρτα, τά ὠφέλιμα τά ρίχνουν στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων. Καλό εἶναι νά εἴμαστε δεῖκτες τῆς ἀληθείας καί νά μήν ἐπιδεικνύουμε συμπάθεια πρός τό κακό» [2].

«Τὸ κακὸ θὰ ἔρθει ἀπὸ τὴ Δύση καὶ γρήγορα. Θὰ δεῖτε πὼς θὰ κυριαρχήσουν οἱ ἀλλόθρησκοι. Θὰ φτιάξουν σημεῖα καὶ τέρατα οἱ αἱρέσεις. Θὰ δεῖτε πὼς τἄχιστα ὁ κόρακας θὰ γίνει περιστέρι ἥμερο. Οἱ Χριστιανοὶ θὰ ἀνοίξουν τὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν τους, ἀφοῦ θὰ τὸ δοῦν ἥμερο, καὶ θὰ τὸ καλοδεχτοῦν. Τὸ περιστέρι αὐτὸ θὰ τοὺς ξεγελάσει. Θὰ τοὺς πάρει μὲ τὸ μέρος του. Κι ἀφοῦ τοὺς πάρει μὲ τὸ μέρος του καὶ τοὺς κοροϊδέψει, τότε καὶ πάλι θὰ πάρει τὴ μορφὴ τοῦ κόρακα. Μάλιστα θὰ σπεύσει νὰ φέρει καὶ τοὺς ἄλλους κόρακες, γιὰ νὰ φωλιάσουν στὰ σπίτια τῶν χριστιανῶν, σὲ κάθε σπίτι, σ’ ὅλα τὰ σπίτια ποὺ θὰ τὸν δεχθοῦν» [3].
«Ἀκοῦστε προσεκτικά, παιδιά μου. Ἐδῶ καὶ λίγα χρόνια, δυστυχῶς, ἔχουμε ἀνοίξει ὡς χώρα παράθυρο, τί λέγω παράθυρο, ὁλάκερη τὴν κεντρικὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μας στὸν κόρακα, δηλαδὴ τὸν Πάπα. Πολιτικοὶ καὶ ἐκκλησιαστικοὶ προύχοντες ἔτρεξαν νὰ τὸν προσκυνήσουν, εἴτε ἐδῶ, ποὺ ἦρθε καὶ θὰ ξανάρθει, εἴτε στὸν οἶκο του, στὸ Βατικανό.

Βλέπεις ἔχει καὶ διακινεῖ τὸ χρῆμα καὶ τὶς γνωριμίες τῆς ἐξουσίας. Ἄσχημο πράγμα ὁ Μαμωνᾶς. Ἀπὸ τὴ στιγμή, ποὺ τὸν προσκυνήσεις, σὲ κυριεύει. Αὐτὸς ὁ κόρακας, δηλαδὴ ὁ Πάπας, παιδιά μου, θὰ γίνει περιστερὰ καὶ θὰ καταφέρει νὰ εἰσέλθει σὲ πολλοὺς οἴκους τῶν χριστιανῶν. Δὲν εἶχε ἄδικο ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὅταν βροντοφώναζε καὶ προέτρεπε τοὺς χριστιανούς, λέγοντας˙ «Τὸν Πάπα νὰ καταρᾶστε, γιατί αὐτὸς θὰ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ…» [4]!
«Ἀκοῦστε παιδιά μου. Ὅταν δεῖτε αὐτὸ τὸ δέντρο καὶ ἀνθίσει πρόσκαιρα, τότε περιμένετε τὸ ἄλφα σημεῖο. 
Τότε θὰ δεῖτε τοὺς κόρακες καὶ τοὺς γλάρους νὰ κατασπαράζουν τὰ περιστέρια. (Αὐτὸ ἔγινε λίγες ἑβδομάδες μετὰ τὴν ἀνάληψη τῆς ἐξουσίας στὸ Βατικανὸ ἀπὸ τὸν νῦν Πάπα Φραγκῖσκο, ὅταν ἕνα κοράκι ἐπιτέθηκε καὶ σκότωσε ἕνα ἐκ τῶν δύο περιστεριῶν, ποὺ ἐλευθέρωσε ὁ Πάπας, καὶ τὴν ἴδια στιγμή, ταυτόχρονα δηλαδή, ἕνας γλάρος σκότωσε τὸ δεύτερο περιστέρι. Ὅλοι τότε μίλησαν γιὰ σημάδι τοῦ οὐρανοῦ). Τότε θὰ ἀρχίσει ὁ κόρακας νὰ ὀρέγεται διακαῶς τὴν Ορθόδοξην ἀνατολήν. Προσέχετε καὶ προσεύχεστε. Διότι, θέλουν νὰ σᾶς πλησιάσουν προβατόσχημοι λύκοι, γιὰ νὰ σᾶς πάρουν μὲ τὸ μέρος τους. Οὐαὶ-οὐαὶ καὶ ἀλοίμονο εἰς τοὺς πιστεύοντας εἰς αὐτὸν τὸν κόρακα. Ὅλα ὅσα ἀκούσατε τὰ πάντα θὰ γίνουν.

Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς προσευχῆς του ἕνας νηστευτὴς μοναχὸς ἄκουσε φωνὴ Κυρίου ἐξ οὐρανοῦ λέγουσα: «Εἶπον γὰρ καὶ λέγω σοι ἑτέραν φοράν˙ λάλησον εἰς τὸ ποίμνιον, ὃ ἤκουσας. Λέγω σοι ἑτέραν φοράν˙ ὁ κόραξ θέλει γίνει περιστερά, πολὺ ὡραία, πολὺ ὡραία περιστερά, ἥμερος, ἵνα ξεγελάσει τοὺς ἀνθρώπους, ἵνα τὴν ἀποδεχθοῦν εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν. Ἀκούσωσιν τὰς διδαχάς αὐτῆς τῆς περιστερᾶς, τὰ κελαηδήματά της. Θὰ τὴν περιποιηθοῦν πλήρως! Τόσον πολὺ αὕτη ἡ περιστερὰ θὰ τοὺς γοητεύσει. Αὔθις τοὺς κερδίσει, αὐτομάτως σπεύδει, φέρει κι ἄλλους κόρακας, ἵνα καταβροχθήσωσι τὰς σάρκας αὐτῶν.

Προσέχετε˙ προσεύχεστε˙ λάλησον, ἃ εἶδες, ἃ ἤκουσες. Δίδαξον τὸ ποίμνιον, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, εἰς τὴν εὐθείαν ὁδόν, τὴν λευκὴν ὁδὸν τῆς σωτηρίας. Στενὴ μέν, ἀλλὰ πλουσία. Στενὴ μέν, ἀλλὰ σωτήριος. Διὰ τῆς στενῆς ὁδοῦ πάντες σωθήσονται» [5].

3. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο

«Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον μας ἐκτίει ποινὴ αἰώνων, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὸ ἀπαράδεκτο ἄνοιγμά του στὸν παπισμό, πρὶν τὸ σκλαβώσουν οἱ Ὀθωμανοί, τότε μὲ τὸν Ἅγιο Μάρκο τὸν Εὐγενικό, πού εὐτυχῶς ἀντιστάθηκε καί κράτησε ἀναμμένη τή δάδα τῆς ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας. Ὁ καλὸς Θεὸς τὸ ἐλευθέρωσε γιὰ λίγο πρὶν τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφή, ἀλλά, δυστυχῶς, καὶ οἱ τότε ἐπικεφαλῆς τοῦ θρόνου τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα δὲν ἐξέλαβαν τὴ χάρη γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ποινῆς, ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεός, καὶ ἀσχολοῦνταν πάλι μὲ τὴ Δύση, μὲ τὴν ὁποία εἶχαν καί ἐμμένουν νά ἔχουν σούρτα-φέρτα. Καὶ τότε ὁ Θεὸς ζήτησε νὰ συνεχιστεῖ ἡ ποινή, μέχρις ὅτου ἔρθει ἡ μετάνοια. Κρίμα καὶ πάλι κρίμα! Ἂν καὶ ὁ Θεὸς προίκισε τὸν νῦν Οἰκουμενικό μας Πατριάρχη Βαρθολομαῖο μὲ πολλὰ χαρίσματα, αὐτὸς δυστυχῶς δὲν τὰ ἀξιοποιεῖ γιὰ τὴ δόξα τοῦ Τριαδικοῦ καὶ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἐμμένει σὲ πάγιες τακτικὲς τῶν προκατόχων του, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἁλυσοδεμένοι ἀπὸ τὴν βδελυρὴ Μασονία. Νὰ προσευχηθοῦμε ὅλοι ὁ νῦν Οἰκουμενικός μας Πατριάρχης νὰ στρέψει τὴν καρδιά του στὸν Θεὸ καὶ νὰ γυρίσει τὴν πλάτη του στὴ Δύση. Νὰ καταλάβει ὅτι ἀπὸ τὴ Δύση μόνο μαῦρα σύννεφα ἔρχονται καὶ δὲν θὰ βρεῖ κανένα καλό. Νὰ προσευχόμαστε γι’ αὐτόν, γιά νὰ καταγραφεῖ ὡς Πατριάρχης, ποὺ θὰ δεῖ ἐλευθερωμένο τὸν θρόνο του ἀπὸ τὴν Ὀθωμανικὴ καὶ κάθε ἄλλη φανερή καί ἀφανή αἰχμαλωσίαν ποὺ ἔχουν ἐπιβληθεῖ ἀπὸ πνευματικοὺς νόμους ὡς ποινές. Αὐτὸ προσμένει ὁ οὐρανὸς καὶ οἱ ἅγιοί μας. Ὁ Θεὸς εἶναι δίκαιος. Θὰ φθάσει σύντομα ὁ καιρὸς ποὺ στὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον μας θὰ συνειδητοποιήσουν ὅτι τὴν πραγματικὴ ἀσφάλεια δὲν τὴν ἐγγυῶνται τὰ ταγκαλάκια τῆς Δύσεως, ἀλλὰ ὁ Κύριός μας, ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς Χριστός. Νὰ προσεύχεστε γιὰ τὸν Βαρθολομαῖο μας νὰ τὸν φωτίσει ὁ Θεός, ἔτσι ὥστε νὰ ἑνώσει καὶ ὄχι νὰ διχάσει τὸ χριστεπώνυμον ποίμνιον. Νὰ γνωρίζετε πάντως ὅτι εἶναι θέλημα Θεοῦ ὁ θρόνος τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα νὰ ἐπανέλθει σύντομα στὰ χέρια τῶν Ρωμιῶν. Μακάρι νὰ εἶναι ὁ Βαρθολομαῖος τότε Πατριάρχης. Ἐσεῖς θὰ τὸ ζήσετε. Θὰ τὸ δεῖτε» [6].

4. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τόν Ἀρχιεπίσκοπο κυρό Χριστόδουλο καί τίς σχέσεις του μέ τόν Πάπα

«Ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος καθιέρωσε ἕνα ἀλισβερίσι τῆς Ἐκκλησίας μας μέ τόν πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου, τόν Πάπα. Τό πλήρωσε φρικτά ὁ ἴδιος. Τό πλήρωσαν καί θά τό πληρώσουν κι ἄλλοι, πού συμμετεῖχαν ἐνεργά σ'αὐτό. Νά προσευχόμαστε γι'αὐτόν. Δυστυχῶς, αὐτό τό ἀλισβερίσι δίδει τό δικαίωμα στόν διάολο νά ἁλωνίζει στόν εὐλογημένο αὐτό τόπο» [7].

«Ἄχ, παιδιά μου, ἕνα θὰ σᾶς πῶ! Ἐὰν ὁ μακαριστὸς Χριστόδουλος εἶχε γυρίσει τὴν πλάτη στὸν Πάπα, ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὸν ἔπαιρνε τόσο πρόωρα. Ἀκόμα θὰ ζοῦσε. Τὰ ὅποια ἀνθρώπινα λάθη ὁ Θεὸς τὰ συγχωρεῖ. Τὰ λάθη, ὅμως, ποὺ ἐγκυμονοῦν κινδύνους γιὰ τὴν πίστη μας, εἶναι ἀσυγχώρητα. Νὰ, ὁ μακαριστὸς Σεραφεὶμ δὲν εἶχε οὔτε τὴν μόρφωση οὔτε τὰ χαρίσματα τοῦ Χριστοδούλου, ἀλλὰ ἦταν ἁγνός. Ἄφησε τὴν καρδιά του νὰ μιλήσει κι εἶπε ἀλήθειες, ποὺ τοῦ ἄνοιξαν τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου. «Εἶναι τὸ Βατικανὸ Ἐκκλησία»; εἶχε κάποτε πεῖ στὴν Ἱεραρχία! Καὶ δὲν ἀρκέστηκε μόνο στὸ νὰ ἀμφισβητήσει εὐθέως τοὺς Λατίνους, ἀλλὰ εἶχε ἀπαγορεύσει στὸν Πάπα νὰ ἔρθει στὴν Ἑλλάδα. Ὁ μακαριστὸς Ἐπίσκοπος Σιατίστης Ἀντώνιος εἶδε μετὰ τὴν κοίμησή του μὲ ὁλόλευκη στολὴ τὸν μακαριστό Σεραφεὶμ νὰ λειτουργεῖ στὸ οὐράνιο θυσιαστήριο καὶ μοῦ ἐκμυστηρεύτηκε ὅσα τώρα σᾶς λέγω. Ὁ Κύριος προειδοποίησε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, μέσῳ τοῦ αἰφνιδίου θανάτου τοῦ Κερκύρας Τιμοθέου, τὸ βράδυ τῆς ἐπιστροφῆς του ἀπὸ τὸ Βατικανὸ, ἀλλὰ τὸ μήνυμα τότε δὲν τὸ κατανόησε… Κατά τόν ἴδιο τρόπο δέν κατανόησε κι ἄλλα μηνύματα, πού τοῦ ἔστειλε πρίν καί μετά τήν ἐκδήλωση τῆς ἀσθενείας του» [8].

«Σταθεροποιῆστε τήν πίστη σας στήν ἁγνή Ὀρθοδοξία, πιστεύετε μέ καθαρή τήν καρδία καί ὄχι ἀναμεμειγμένοι μετά τῶν αἱρετικῶν, μετά τοῦ προδρόμου τοῦ ἀντιχρίστου» [9].

5. Προόραση Γέροντος Βασιλείου τό 2011 γιά τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης

«Ἐκ Δυσμῶν θά ἔλθει τό κακό καί ἐκ τῆς Κρήτης θά ξεκινήσει. Ναί, τεσσαράκοντα καί δύο ἡμέρες, ναί παιδιά μου, λέγω αὐτά θά γίνουν σαράντα καί δύο ἡμέρες μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας. Μέσα σέ ὀκτώ ἡμέρες ἀπό τότε θά γίνουν πολλά, τά ὁποία θά ἀποτελέσουν καί τήν αἰτία, γιά νά στείλει ὁ Κύριός μας πολλές δοκιμασίες, προκειμένου νά δεῖ, ἄν θά ἄρουν τάς κακάς βουλάς των. Ἐπίσκοποι βούλονται ἐκ τῆς Κρήτης τό κακόν, κακόν θέλουσι καί λάβουν. Θεέ μου, μή γένοιτο! Πῶ-πῶ! Τί φρικτό τέλος θά ἔχουν! Θεέ μου μή γένοιτο! Οὗτοι (οἱ Ἐπίσκοποι) πορεύονται πρός τόν Κύριό μας κακῶς καί διεστραμμένως. Κι Ἐκεῖνος θά φανεῖ πρός αὐτούς μέ ὀργή καί ἀγανάκτηση. Ὅποιος θέλει νά σωθεῖ, παιδιά μου, ἔρχεται σέ μετάνοια. Κι ὅποιος δέν θέλει νά σωθεῖ, ἀγκαλιάζει τήν κακογνωσία καί τήν κακογνώμονα θέλησή του. Διά τῆς μετανοίας ὁ ἁμαρτωλός θά σωθεῖ, ἐνῶ ὁ ἀμετανόητος ὄχι. Μετανοεῖτε, μετανοεῖτε καί προσεύχεσθε. Τό τέλος εἶναι ἐγγύς. Οἱ ἀναστάντες πορεύονται ἐν τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ καί γνωρίζουν ὅτι ὁ Κύριος γνωρίζει τά πάντα, βλέπει τά πάντα.

Μή γελιέστε! Συνέλθετε, ἔλθετε εἰς τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας.
Μετανοεῖτε καί προσεύχεσθε, παιδιά μου, ὥστε νά μήν χάσετε, νά μήν σᾶς ἐγκαταλείψει ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου μας.
Ἔρχονται πολλά δεινά στήν Ἐκκλησία μας. Θά δοκιμασθοῦμε πολύ». «Ἀνώτατος ρασοφόρος θά κηρύξει καινούργια θρησκεία, ξένη μέ τήν Ὀρθοδοξία» [10].

6. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τούς προδίδοντας τήν Ὀρθοδοξίαν

«Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο εἰς τοὺς ἀπιστοῦντας, οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο εἰς τοὺς προδίδοντας τὴν Ὀρθοδοξίαν. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο εἰς τοὺς βλασφημοῦντες. Θέλουν νὰ δοῦν αὐτοὶ οἱ βλασφημοῦντες, οἱ προδίδοντες τὴν Ὀρθοδοξίαν, θέλουν νὰ δοῦν πλείονες ἀσθένειες, ὅτι οὗτοι οὐκ ἠθέλησαν νὰ ἀσπαστοῦν τὴν μετάνοια. Μακάριοι οἱ μετανοοῦντες, ὅτι αὐτοὶ θέλουν κληρονομήσωσιν τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ πιστεύσαντες. Οὐκ εἶδον˙ οὐκ ἔχουσι ὀφθαλμοὺς οἱ προδίδοντες τὴν Ὀρθοδοξίαν, γιὰ νὰ δοῦν τί ποιοῦν, τί κάνουν. Ἐθελουσίως βαδίζουν εἰς τὰς ἀνομίας˙ ἐθελουσίως βλασφημοῦν˙ ἐθελουσίως ἔσονται δοῦλοι τοῦ διαβόλου. Ὦτα ἔχουσι καὶ οὐκ ἀκούωσι˙ ὀφθαλμοὺς ἔχουν καὶ οὐ ὄψονται. Ὢ ἁμαρτωλέ! στρέψε τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ δὲς τὸ φῶς τὸ ἀληθινό˙ φεῦ ἐκ τοῦ σκότους˙ δὲν βλέπεις ποῦ βαδίζεις; Σὺ δὲ ζητεῖς τὴν ὁδὸν τῆς ἀπωλείας, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὸ σκότος. Αὐτός, ποὺ ἐπιδιώκει νὰ δεῖ τὸ σκότος, ποιεῖ τὸ θέλημα τοῦ Μαμωνᾶ, γίνεται δοῦλος αὐτοῦ» [11].

7. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τούς Ναούς, τούς Ἱερεῖς, τήν Θεία Κοινωνία καί τούς Ὀρθοδόξους

«Θά σφραγίσουν ἐκκλησίες καί θά τίς κάνουν ἀποθῆκες μέ τρόφιμα, δῆθεν γιά νά βοηθοῦν κόσμο. Θά ἀπαγορεύουν στούς ἱερεῖς νά φοροῦν καί νά κυκλοφοροῦν μέ ράσα. Θά τούς ξυρίσουν καί ὅσοι δέν ὑπακούουν, θά διώκονται. Ἡ Θεία Κοινωνία θά γίνει σέ στερεά μορφή καί σφραγισμένη, δῆθεν γιά νά μήν κολλᾶνε ἀρρώστειες οἱ πιστοί» [12] «Πολλοί ἐκ τῶν πιστευόντων στόν ἀληθινό Θεό θά διωχθοῦν, θά ραπιστοῦν, θά τραυματιστοῦν βαρέως, θά θανατωθοῦν, ὅμως θά δικαιωθοῦν» [13].
«Θά βλέπουμε στήν Ἀθήνα καί τήν Θεσσαλονίκη κυρίως νά γίνονται παπικές λειτουργίες. Θά ὑποχρεώνουν τούς ἱερεῖς μας νά συμμετέχουν καί ὅποιος δέν θά πηγαίνει, θά τοῦ κόβουν τόν μισθό» [14].

8. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τά τεκταινόμενα στόν κόσμο καί τήν Ἑλλάδα

Ὁ Γέρων Εὐσέβιος, πού ζοῦσε στά Κατουνάκια στό Ἅγιον Ὄρος, ἔστειλε τόν ὑποτακτικό του, μοναχό Ἰωάννη, στόν Γέροντα Βασίλειο, γιά νά τοῦ μεταφέρει τά ἑξῆς: «Πὲς εἰς αὐτούς, ποὺ ἀνησυχοῦν, ὅτι τὸ τέλος ἐγγίζει! Ναί, θέλει διεξαχθεῖ πόλεμος εἰς γειτονικὰ κράτη, καὶ ἐντός τῆς χώρας θὰ διεξαχθοῦν διαταραχὲς (ἐμφύλιος). Πολλοὶ ἀκόμη θέλουν νὰ διασαλέψουν τὴν Ἐκκλησίαν˙ οὗτοι κακῶς σκεπτόμενοι, θὰ εὕρουν ὅ,τι τοὺς χρειάζεται. Ἐσύ, Βασίλειε, μὴ λυπᾶσαι˙ μᾶλλον πρόσεχε καὶ προσεύχου, ἵνα ἀπομακρύνουν τὰς κακάς των ἰδέας-ἐπιχειρήσεις κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσοι ἀπέσυραν τὸν σταυρὸν ἀπὸ τοὺς οἴκους τους, θὰ δοῦν τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου μας  ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ θὰ τρέμουν ὡς τὰ φύλλα τοῦ δέντρου, ἱκετεύοντας γιὰ σωτηρία, ποὺ πλέον δὲν θὰ ἔχουν. Σύ, Βασίλειε, δίδαξον τὸ ποίμνιο, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, νὰ δώσει μεγάλη προσοχή, ἄκρα σεβασμό, εἰς τὸν σταυρὸν καὶ εἰς τὰς ἱερᾶς εἰκόνας. Πολλὲς ἐξ αὐτῶν τῶν ἱερῶν εἰκόνων θέλουν θαυματοποιήσει, θέλουν ποιήσει θαύματα. Δίδαξον νὰ μὴν ἀποσύρουν σταυροὺς καὶ εἰκόνες ἀπὸ τὰς οἰκίας των, ἀπὸ τὰ σχολεῖα των, τὰ γραφεῖα, τὰ ἱδρύματα καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ δημόσια κτήρια. Δίδαξον καὶ προέτρεψε πάντας νὰ ἔχουν πάντοτε πάνω τους τὸν Τίμιον Σταυρόν, ξύλινο σταυρό. Τὸ διάστημα, ποὺ κάποιοι ἀλλόθρησκοι θὰ ἐπιχειροῦν μεθοδικὰ νὰ δημιουργήσουν κλίμα ἐνάντια εἰς τὰς ἱερᾶς εἰκόνας, μέλλει γενέσθαι μεταξὺ δύο γειτονικῶν κρατῶν πόλεμος. Κάποιοι ἐξ αὐτῶν θά προσορμιστοῦν καὶ ἐντός τῆς χώρας μας (λαθρομετανάστες-πρόσφυγες).
Προσευχηθεῖτε, γιὰ νὰ ἀποφευχθεῖ αὐτό, λέγοντας˙ «Κύριε, Κύριε, βοήθησόν με˙ ναί, Κύριε, Κύριε, βοήθησὸν με», καθὼς καὶ ὡς λέγει τὸ τροπάριον «Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου» καὶ «νίκας χορηγών τοῖς Ὀρθοδόξοις
». Προσευχηθεῖτε πρὸς ἀποφυγὴ τοῦ κακοῦ. Οὗτος ὁ πόλεμος θὰ ἔχει θύματα. Ἐν συνεχεία, ὁ παράξενος αὐτὸς καλόγερος μοῦ ἔκανε γνωστὸ πὼς ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἐμφανίστηκε στὸν γέροντά του καὶ τοῦ εἶπε : «Ἐγὼ θέλω πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἐλθεῖν. Ὅμως, οἱ ἄνθρωποι βλασφημοῦν τὸ ὄνομά μου, τὸ ὄνομα τῆς μητρός μου, βλασφημοῦν τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός μου καὶ ἐγὼ θέλω ἀνταποδώσω αὐτοῖς κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν. Ἄκουσον, εἶδε, κάθε βῆμα καὶ βλασφημία ἀπὸ πολλούς. Δὲν θέλουν νὰ μορφωθοῦν ἀπὸ τὴν διδασκαλία μου, παρὰ μόνο θὰ ἔρθουν εἰς ἐπίγνωσιν μὲ μίαν μεγάλην δοκιμασία, τὴν ὁποία θὰ λάβουν ἐγκαίρως. Πρόσεχε, προσεύχου, τὸ τέλος γὰρ ἐγγύς. Μὴ ρωτᾶς χρόνο, μόνο σπούδαζον τὸν κόσμον, δίδαξον τὸ ποίμνιο, ἵνα πατεῖ τὴν καλὴν ὁδὸν τοῦ φωτός» [15]. Στόν εὐλογημένο αὐτό τόπο θά ζήσει λαός ἀσυνήθης, λαός ἀσεβής. Θά δημιουργηθεῖ διχόνοια ἐντός καί ἐκτός. Θά ὑπάρξουν θύματα» [16]. «Ἡ Ἑλλάδα θά ἀναδείξει πάλι πολλούς Ἁγίους, ἀλλά θά χαθοῦν καί πολλές ψυχές. Προσέχετε καί προσεύχεσθε, γιατί θά δεῖτε μέ τά μάτια σας πολλά ἀπρεπῆ. Προσεύχεσθε γιά καλή σωτηρία τῶν ψυχῶν καί ἰδιαίτερα γιά τά παιδιά σας. Εἴμαστε στούς ἐσχάτους καιρούς. Ἐκτός τῶν ἄλλων, θά χτυπήσουν τήν χώρα μας καί καιρικές συνθῆκες ἄσχημες. Θά γίνει σεισμός μέγας καί ἐντός καί ἐκτός. Ἄγρια ἀνεμοθύελλα μέ χαλάζι θά καταστρέψει δένδρα, φυτά, ζῶα καί ἀνθρώπους. Τό μίσος, τό ὁποῖο ἐπικρατεῖ, φέρνει τήν καταστροφή αὐτή, πρός γνώση καί συμμόρφωση πάντων. Θέλει ἔλθει κράτος ἐπί κράτος. Τό ἕνα κράτος κατά τοῦ ἄλλου, ὄχι ἕνα, ἀλλά πολλά. Τό ἕνα κράτος κατά τοῦ ἄλλου. Προσέχετε. Σταθεροποιῆστε τήν Ὀρθοδοξία μας, γιατί αὐτή εἶναι ἀληθής. Θά δεῖτε ἀκόμη πιό φρικτά, ὄχι σέ ἕνα μέρος, ἀλλά καί σέ ἄλλα καί σέ ἄλλα. Τό ἕνα κράτος νά πολεμᾶ τό ἄλλο, τό ἕνα κράτος νά πολεμᾶ τόν ἑαυτό του (ἐμφύλιος). Καί ἔτσι ρέει τό ἀθῶον αἷμα. Κι ὅλα αὐτά θά εἶναι ἀπό τούς ἀπίστους.

Τό κακό θα ἔρθει ἀπό τή Δύση καί γρήγορα. Θά κυριαρχήσουν οἱ ἀλλόθρησκοι. Θά φτιάξουν τέρατα καί σημεῖα οἱ αἱρέσεις. Θά γίνει ἐμφύλιος πάνω σέ πολιτική ἀκυβερνησία, σέ ἐκλογές, γιατί δέν θά θέλουν νά παραδώσουν τήν κουτάλα. Θά πληγοῦν κυρίως οἱ μεγάλες πόλεις. Θά χυθεῖ αἷμα καί ἀπό τις δύο πλευρές. Θά χυθεῖ ἀθῶο αἷμα, ἀλλά δέν θά κρατήσει πολύ˙ μέρες θά εἶναι˙ στά δάκτυλα τοῦ ἑνός χεριοῦ.
Ὅλα τά κράτη θά εἶναι ἐναντίον τῆς Ἑλλάδας καί θά θέλουν νά τήν κατακτήσουν, ἀλλά τό μόνο, πού θά καταφέρουν, εἶναι νά κατακτηθοῦν οἱ ἴδιοι
.
Ἀλλά, νά γνωρίζετε ὅτι, χωρίς νά πέσει μία τουφεκιά, θά μᾶς σκλαβώσουν. Θά κοιμηθοῦμε ἐλεύθεροι καί θά ξυπνήσουμε σκλαβωμένοι μ’αὐτά, πού θά ὑπογράψουν καί θά δεχθοῦν οἱ δικοί μας (πολιτικοί – μνημόνια). Ἀλλοίμονο στούς νέους τότε. Θά σπέρνουν καί δέν θά θερίζουν. Θά πέσει μεγάλη δυστυχία. Πολλοί θά φύγουν (μετανάστευση λόγῳ ἀνεργίας). Σέ λίγο καιρό θά ἔχουμε Νέα Τάξη, μέ τάξη, τό ψωμί δεκάξι (16) καί τό λάδι θά πετάξει
. Τούς ξένους θά τούς διώξει ὁ Θεός ἄρον-ἄρον. Θά τούς δώσει πολλές ἀρρώστειες ἀθεράπευτες, πού θά φοβηθοῦν καί θά φύγουν. Θά λένε˙δέν μᾶς θέλει ἐδῶ ὁ Θεός τῆς Ἑλλάδος.
Ἐσεῖς θά τά ζήσετε, ἀλλά νά μήν φοβᾶστε. Νά θυμᾶστε πάντα πώς ἡ ἀγάπη ὑπερέχει, ἡ ὑπομονή βεβαιεῖ. Ἡ ταπείνωση ὑπογράφει καί ἡ μετάνοια εἰσάγει εἰς τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὅποιος ἄνθρωπος τηρεῖ αὐτά τά τρία, τίς τρεῖς ἐντολές, ἀγάπη, ταπείνωση, μετάνοια, αὐτός θά κερδίσει τό πᾶν. Ἡ ἀγάπη φέρνει τήν πίστη. Ἡ πίστη φέρνει τήν εὐτυχία» [17].

8. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τήν προσωρινή κατάληψη τῆς Λέσβου, τῆς Χίου καί τῆς Ρόδου ἀπό τούς Τούρκους

«Πλησιάζει ὁ καιρός, πού οἱ Τοῦρκοι θά πάρουν αὐτά τά τρία νησιά˙ τήν Λέσβο, τή Χίο καί τή Ρόδο. Θ’ ἀκολουθοῦν μιά πολιτική ἀποπροσανατολισμοῦ, γιά νά μπερδέψουν τόν ἑλληνικό στρατό, ὅτι δῆθεν θέλουν μικρά νησιά, ἀλλά τά τρία αὐτά ἑλληνικά νησιά θέλουν νά καταλάβουν. Σέ λίγο καιρό, ὅμως, ἡ Τουρκία θά διαλυθεῖ. Στά νησιά αὐτά θά μποῦν καί θά βγοῦν˙ λίγο καιρό θά τά κρατήσουν˙ μόλις τρεῖς μῆνες. Θά χυθεῖ αἷμα καί ἀπό τούς μέν καί ἀπό τούς δέ. Θά δεῖτε ὅτι θά παρελάσουν οἱ Τοῦρκοι ἐντός Ἑλλάδος (λαθρομετανάστες) καί θά χτίσουν τζαμιά παντοῦ.

Εἴμαστε αἰχμάλωτοι˙ τελείωσε˙ μόνο ἡ προσευχή θά μᾶς σώσει. Ἀλλά, ποιός κάνει προσευχή; Κανένας. Οἱ Ἑβραῖοι θά ὑπερισχύσουν. Αὐτοί ἀνακατεύουν σήμερα ὅλον τόν κόσμο. Ἔχουν κάνει μεγάλο κακό στόν κόσμο καί θά πληρώσουν. Τελειώνουν τά ψωμιά τους» [18].

9. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τήν ἀλλόθρησκη κυβέρνηση

«Θὰ ἔρθει καιρός, ποὺ τὴν Ἑλλάδα θὰ κυβερνήσει κυβερνήτης, ποὺ ἐπισήμως θὰ δηλώνει ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόδοξος χριστιανός.
Θὰ τὸ δεῖτε γρήγορα.
Θὰ κυβερνήσει γιὰ ἕνα διάστημα. Ἐσεῖς νὰ μὴν τὸν πιστέψετε σὲ τίποτε, γιατί αὐτὸς καὶ οἱ συνεργάτες του θέλουν νὰ χτυπήσουν τὴ ρίζα τῆς Ὀρθοδοξίας  καὶ ἔχουν ἤδη ἁπλώσει τὰ πλοκάμια τους. Θέλουν νὰ χτυπήσουν ἀλύπητα τὴν πατρίδα μας, τόσο ἄσχημα ποὺ δὲν θὰ γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τὸν ἄνθρωπο. Στὸ λίγο διάστημα, ποὺ θὰ κυβερνήσει αὐτὴ ἡ ἀλλόθρησκος κυβέρνηση, θὰ συμβοῦν παρὰ πολλὰ κακὰ καὶ ἄσχημα πράγματα. Μὴν τοὺς δεχτεῖτε, μὴν κάνετε αὐτά, ποὺ θὰ σᾶς ποῦν, προκειμένου νὰ σᾶς σφραγίσουν. Διῶξτε τους. Ἄχ, ἄχ, ὁ στεναγμὸς θὰ εἶναι μεγάλος, Θὰ θρηνοῦν καὶ δὲν θὰ ξέρουν τί νὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι. Μὴν ἐξετάζεις χρόνο. Σᾶς εἶπα˙ ἤγγικεν ὁ καιρός. Θὰ κυριέψουν αὐτοὶ γιὰ ἕνα διάστημα. Ὅμως, ὁ Θεός, μὴ μπορώντας νὰ βλέπει τὸ πλάσμα του νὰ ὑποφέρει, θὰ στείλει τοὺς Ἁγίους ἀγγέλους Του καὶ θὰ τοὺς καταστρέψει ὅλους. Καὶ θ’ ἀνθίσει πάλιν ἡ ἀρχὴ τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Χριστοῦ θὰ ζήσουν καὶ θὰ βασιλεύσουν εἰς αἰώνας αἰώνων
» [19].

Ἐπίλογος

«Ὡς εἶπον σοι ἑτέραν φοράν λέγω˙ θέλει γεννηθεῖ ἄνθρωπος μὲ κεφαλὴν μόσχου, θέλει γεννηθεῖ ἄνθρωπος θῆλυ μὲ κεφαλὴν αἴγας. Ὅλα, ἃ λέγω σοι, ἃ εἶδες, ἃ ἤκουσες, τὰ πάντα γεννηθήσονται ἐν καιρῷ. Λάλησον τοῖς ἀνθρώποις˙ ἤγγικεν γὰρ ὁ καιρός. Μετανοεῖτε, γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεστε. Μὴν καταπατεῖτε τὸν Σταυρόν μου καὶ τὰ πάθη μου. Ἐποιήσατε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός μου οἶκον καταλαλιᾶς καὶ ἑτέρων φαύλων συζητήσεων. Εἴδατε καὶ στοχαστεῖτε˙ μᾶλλον ἐν τάχει ἔρχομαι. Ἵνα τί ἐθελοτυφλεῖτε ἐντός τοῦ οἴκου τοῦ Πατρός μου; Ποδοπατεῖτε τὸν σταυρόν, φαυλολογεῖτε διὰ ὀλίγα ἀργύρια. Εἴδετε καὶ στοχαστεῖτε˙ μέλλει ἀναβλύσῃ καὶ ἐκ τῆς γῆς φλόγα μεγίστη, ἵνα κατακαύσῃ ἀπίστους καὶ προβατόσχημους λύκους, ποὺ κατατρώγουν τὰ πρόβατά μου. Λάλησον εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὅτι μέλλει ριφθεῖ ἐξ οὐρανοῦ καταρράκτης, οὐχὶ μόνον πλήρους ὕδατος, ἀλλὰ καὶ χώματος. Λάλησον εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὰ πρέποντα, ἵνα ἔλθουν τάχιστα εἰς μετάνοιαν. Τὸ τέλος ἐγγίζει καὶ μέλλει θορυβῆστε. Γρηγορεῖτε, γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα εἰσέλθῃτε εἰς ζωὴν αἰώνιον, εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν».
Κατόπιν αὐτῶν ὅλοι μας ὀφείλουμε νὰ θέσουμε ὡς βασικὴ προτεραιότητα στὴ ζωή μας τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία. Νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ πορευτοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μας [20]. «Σήμερα ὁ κόσμος διάγει κακῶς καί διεστραμμένως ἀπέναντι στό Θεό. Ποῦ εἶναι ἡ μετάνοια; Ποῦ εἶναι οἱ δεήσεις, ποῦ εἶναι οἱ νηστεῖες, οἱ προσευχές; Μετανοῆστε, μετανοῆστε! Τό τέλος ἐγγύς. Μετανοῆστε, γιά νά μᾶς λυπηθεῖ ὁ Θεός. Τήν λύση στά ἀδιέξοδα τήν φέρνουν ἡ ταπείνωση, ἡ μετάνοια, ἡ ὑπομονή καί ἡ πίστη. Ἄν δέν ἔχουμε πίστη, δέν ἔχουμε θάρρος. Ἡ πίστη καί τό θάρρος σώζουν τόν ἄνθρωπο. Οἱ ἅγιοι μάρτυρες ἐκλάμβαναν ὡς σκύβαλα τά ὑπάρχοντα ὑλικά ἀγαθά καί λαχταροῦσαν τά οὐράνια. Νά θυμᾶστε˙ πίστη ἄνευ καλῶν ἔργων νεκρά ἐστί» [21].

 


[1]  http://gerontasvasileios.gr/#el/o-bios/
[2]  ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ, Γέρων Βασίλειος ΚαυσοκαλυβίτηςΝουθεσίες – Διδαχές, Μέρος Α΄, ἐκδ. Ἀγαθός Λόγος (σειρά Συναξάρια Ἁγίων), Ἀθήνα 2018, σσ. 74-75.
[3]  Ὅ. π., σ. 86.
[4]  Ὅ. π., σ. 87.
[5]  Ὅ. π., σσ. 91-92.
[6]  Ὅ. π., σσ. 89-90.
[7]  Ὅ. π., σ. 75.
[8]  Ὅ. π., σσ. 88-89.
[9]  Ὅ. π., σσ. 75-76.
[10]  Ὅ. π., σσ. 72-73, 74.
[11]  Ὅ. π., σ. 84.
[12]  Ὅ. π., σ. 74.
[13]  Ὅ. π., σ. 75.
[14]  Ὅ. π., σ. 76.
[15]  Ὅ. π., σσ. 81-82.
[16]  Ὅ. π., σ. 75.
[17]  Ὅ. π., σσ. 76-78.
[18]  Ὅ. π., σσ. 69-70.
[19]  Ὅ. π., σσ. 83-84.
[20]  Ὅ. π., σσ. 92-93.
[21]  Ὅ. π., σ.  76.



http://aktines.blogspot.com/

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

31 Μαρ. 2019

Ιστολόγιο |


Ἀπό τήν Ἀσκητική καί Ἡσυχαστική Ἁγιορείτικη Παράδοση

Ο γε­ρο–Φα­νού­ριος γεν­νή­θη­κε στίς 12–7–1898 στό Τε­κό­στλ Ρου­μα­νί­ας. Οἱ γο­νεῖς του ὠ­νο­μά­ζον­ταν Στέ­φα­νος (Μαν­τράς) καί Ἑ­λέ­νη. Στήν βά­πτι­ση πῆ­ρε τό ὄ­νο­μα Βα­σί­λει­ος. Ἦ­ταν πρω­τό­το­κος πο­λυ­με­λοῦς οἰ­κο­γε­νεί­ας 14 παι­δι­ῶν. Οἱ πο­λύ εὐ­λα­βεῖς γο­νεῖς του ἐ­πει­δή πί­στευ­αν ὅ­τι τό πρῶ­το παι­δί ἀ­νή­κει στόν Θεό­ –κα­τά τό γρα­φι­κό– «πᾶν ἄρ­σεν δι­α­νοῖ­γον μή­τραν ἅ­γιον Θε­ῷ» ὅ­ταν ἔ­γι­νε 15 χρό­νων τόν ἔ­στει­λαν στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, καί­τοι τόν ὑ­πε­ρα­γα­ποῦ­σαν, στήν Ρου­μα­νι­κή Σκή­τη τοῦ Τιμίου Προ­δρό­μου, ὅ­που εἶ­χε θεῖ­ο μο­να­χό, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν καί γραμ­μα­τέ­ας στήν Σκή­τη.

Τό ἔ­τος 1913 ἦλ­θε στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί τό ἔ­τος 1915 ἔ­γι­νε μο­να­χός μέ τό ὄ­νο­μα Φα­νού­ριος. Ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε 30 χρό­νια ἀ­γω­νι­ζό­με­νος μέ ζῆ­λο καί πολ­λή εὐ­λά­βεια. Λα­χτα­ροῦ­σε ὅ­μως νά ζή­σει ἡ­συ­χα­στι­κά. Ἔ­τσι ἦρ­θε στήν κα­λύ­βη τοῦ Ἁγίου Βασιλείου στήν Κα­ψά­λα. Ἐ­κεῖ ἔ­ζη­σαν καί ὁ ἅ­γιος Θε­ό­φι­λος ὁ Μυ­ρο­βλύ­της, πού τό Λεί­ψα­νό του εἶ­ναι θαμ­μέ­νο κά­τω ἀ­πό τήν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα, ὁ ἅ­γιος Γε­ρά­σι­μος Κε­φαλ­λη­νί­ας καί ὁ ὅ­σιος Νι­κό­δη­μος ὁ Ἁ­γι­ο­ρεί­της. Ἁ­γι­α­σμέ­νο Κελ­λί, ἕ­να ἀ­πό τά προ­σκυ­νή­μα­τα τῆς Κα­ψά­λας. Ὅ­ποι­ος ἐ­πισκεπτόταν τό Κα­λύ­βι τοῦ γε­ρο–Φα­νου­ρί­ου γιά πρώ­τη φο­ρά, δι­ε­ρω­τᾶ­το ἄν κα­τοι­κεί κα­νείς. Δι­ό­τι εἶ­χε τε­λεί­α ἀ­προ­σπά­θεια καί ὅ­λη ἡ προ­σπά­θειά του ἦ­ταν στά πνευ­μα­τι­κά. Κα­θη­με­ρι­νῶς ἔ­κα­νε ἐ­νά­τες. Στέ­γνω­νε τό στό­μα του ἀ­πό τή νη­στεί­α καί τήν δί­ψα. Ἀ­πό τίς νη­στεῖ­ες ὁ ὀρ­γα­νι­σμός του ξε­συ­νή­θι­σε τά λα­δε­ρά καί δέν τά ἐ­δέ­χε­το. Ἄ­να­βε πολ­λά καν­τή­λια μπρο­στά στίς εἰ­κό­νες πού εἶ­χε στό κελ­λί του, ἐπί πλέον ἐ­κείνων πού ἦ­ταν στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἔ­κα­νε συ­νε­χεῖς ἀ­γρυ­πνί­ες μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι καί δι­ά­βα­ζε πο­λύ τό Ψαλ­τή­ρι, Πα­λαι­ά καί Και­νή Δι­α­θή­κη. Ἐ­πί­σης δι­ά­βα­ζε καί ἀ­γα­ποῦ­σε τόν ἀβ­βᾶ Ἰ­σα­άκ. Ἦ­ταν ἄ­ρι­στος ψάλ­της. Ἤ­ξε­ρε κα­λά τήν βυ­ζαν­τι­νή μου­σι­κή. Στό κα­λύ­βι του αἰ­σθα­νό­ταν σάν νά βρι­σκό­ταν στόν πα­ρά­δει­σο. Ὅ­ταν ἦ­ταν νε­ώ­τε­ρος, πή­γαι­νε σέ ἄλ­λα Κελ­λιά, ἐρ­γα­ζό­ταν καί οἰ­κο­νο­μεῖ­το. Κάποτε ὅ­μως εἶ­δε τούς Ἁ­γί­ους τοῦ Κελ­λιοῦ του καί τοῦ εἶ­παν: «Μήν πη­γαί­νεις νά δου­λεύ­εις σέ ἄλ­λα Κελ­λιά καί ἐ­μεῖς θά σέ φρον­τί­ζο­με». Ἀ­πό τό­τε δέν τοῦ ἔ­λει­ψε τί­πο­τα. Οὔ­τε ἐρ­γό­χει­ρο ἔ­κα­νε οὔ­τε σύν­τα­ξη πού δι­και­οῦ­το ἔ­παιρ­νε, οὔ­τε στίς Κα­ρυ­ές νά ψω­νί­σει πή­γαι­νε. Ἡ Πα­να­γί­α καί οἱ Ἅ­γιοι τοῦ Κελ­λιοῦ τόν οἰ­κο­νο­μοῦ­σαν σέ ὅ­λα.

Ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος εἶ­χε μί­α ἀ­λη­θι­νή αἴ­σθη­ση τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς. Κά­ποι­ος τοῦ χά­ρι­σε ἕ­να κο­σμι­κό ἐ­πα­νω­φό­ρι γιά τό κρύ­ο, ἀλ­λά δέν τό φό­ρε­σε, μο­λο­νό­τι τό χρει­α­ζό­ταν˙ τό ἔ­δω­σε σέ ἄλ­λον. Ἕ­νας ἄλ­λος μο­να­χός γεί­το­νάς του ἔ­φε­ρε νε­ρό μέ λά­στι­χο καί τοῦ πρό­τει­νε νά τοῦ βά­λει μί­α βρύ­ση νά παίρ­νη νε­ρό, ἀλ­λά δέν δέ­χθη­κε. Προ­τί­μη­σε νά πη­γαί­νει μέ τό κα­νά­τι νά παίρ­νει ἀ­πό μα­κριά, ἀ­πό τό ἁ­γί­α­σμα τοῦ ὁ­σί­ου Θε­ο­φί­λου, μέ­χρι πού γή­ρα­σε καί δέν μπο­ροῦ­σε πλέ­ον νά φέρ­νει μό­νος του νε­ρό. Ἀ­γα­ποῦ­σε τήν ἡ­συ­χί­α καί τήν πα­ρά­δο­ση. Ὅ­ταν κά­ποι­ος τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θά κά­νουν δρό­μο στήν Κα­ψά­λα, στε­νο­χω­ρή­θη­κε λέ­γον­τας: «Ἀ­κοῦς δρό­μο στήν Κα­ψά­λα!». Ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος ἦ­ταν πο­λύ εὐ­λα­βής, ἀ­σκη­τι­κός καί νη­πτι­κός. Τό τυ­πι­κό του ἦ­ταν: Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε ἑ­σπε­ρι­νό μέ κομ­πο­σχο­ί­νι καί ἔ­τρω­γε τό λί­γο ἀ­λά­δω­το φα­γά­κι μέ πα­ξι­μά­δι, ξε­κου­ρα­ζό­ταν καμ­μιά ὥ­ρα. Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­ζε τήν ἀ­κο­λου­θί­α μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι μέ­χρι νά᾿ρθοῦν τά δά­κρυ­α. Ἔ­πει­τα ἔ­κλαι­γε προ­σευ­χό­με­νος γιά ὅ­λο τόν κό­σμο πού τόν ἀγ­κά­λια­ζε ἡ γε­μά­τη ἀ­γά­πη καρ­διά του. Ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος εἶ­χε τό χά­ρι­σμα τῶν δα­κρύ­ων, ἀ­δι­ά­λει­πτη μνή­μη θα­νά­του καί νο­ε­ρά προσ­ευ­χή. Ἔ­λε­γε ὁ Γέ­ρων: «Σκέ­φτο­μαι, ὅ­ταν πε­θά­νω, ποῦ θά μέ βά­λει ὁ Θε­ός, δι­ό­τι εἶ­μαι ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λός», καί ἔ­τρε­χαν ἀ­στα­μά­τη­τα τά δά­κρυ­ά του. «Ἐ­γώ πάν­τα κλαί­γω», εἶ­πε. «Χω­ρίς δά­κρυ­α δέν κα­θα­ρί­ζουν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες. Ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νά ἔ­χει φό­βο Θε­οῦ καί ἀ­γά­πη πρός τόν Θε­όν. Αὐ­τά τά δύ­ο εἶ­ναι ἀ­δελ­φω­μέ­να. Νά τά ζη­τᾶ ἀ­πό τόν Θε­όν καί ὁ Θε­ός θά τά δώ­σει». Ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος ἦ­ταν αἰχ­μα­λω­τι­σμέ­νος ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη πρός τόν Χρι­στό.
Συνήθως δι­ά­βα­ζε κα­θή­με­νος ἔ­ξω στήν αὐ­λή του σέ μία ἄ­κρη ὥστε νά μή φαίνεται, ἔ­χον­τας ἀ­νοι­χτή τήν πόρ­τα. Ὅ­σοι γνώ­ρι­ζαν ἔμ­παι­ναν, προ­σκυ­νοῦ­σαν καί αὐ­τός συ­νέ­χι­ζε, χω­ρίς νά δι­α­κό­πτει τήν με­λέ­τη του καί τήν προ­σευ­χή. Ἄν δέν ἤ­ξε­ραν, τούς ὡ­δη­γοῦ­σε στό να­ό καί τούς μι­λοῦ­σε γιά τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο, συ­νή­θως ἔν­δα­κρυς. Πολλές ὅμως φο­ρές ἀ­πό τήν ἔν­το­νη πνευ­μα­τι­κή του ἐρ­γα­σί­α καί τήν θεί­α του ἀ­πα­σχό­λη­ση, ὅ­ταν χτυ­ποῦ­σε κα­νείς, ἄ­νοι­γε τήν πόρ­τα καί δέν κοί­τα­ζε στό πρό­σω­πο τόν ἐ­πι­σκέ­πτη. Τόν ο­δη­γοῦ­σε σι­ω­πη­λά στό Ἐκ­κλη­σά­κι καί μέ­σα του συ­νέ­χι­ζε τήν εὐ­χή. Ὕ­στε­ρα ὅ­ταν ἔ­φευ­γε ὁ ἐπισκέπτης, ἄ­φη­νε ἀ­νοι­χτή τήν πόρ­τα καί ἔ­τρε­χε νά πά­ρει πά­λι τό βι­βλί­ο στά χέ­ρια του.

Ἐ­πι­σκέ­φθη­κε κά­ποι­ος νέ­ος μο­να­χός τόν γερο– Φα­νού­ριο καί τόν ρώ­τη­σε νά τοῦ πεί λό­γον ὠ­φε­λείας γιά νά δι­ορ­θώ­σει τήν ἐμ­πα­θῆ ψυ­χή του καί τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Παι­δί μου, τώ­ρα πού εἶ­σαι νέ­ος νά ἀ­γω­νι­σθείς νά βά­λεις κα­λή ἀρ­χή. Δι­ό­τι, ὅ­πως θά ἀρ­χί­σεις τήν κα­λο­γε­ρι­κή, ἔ­τσι καί θά κα­τα­λή­ξεις». Ὁ ἴδιος ἦ­ταν με­γά­λος ἀ­γω­νι­στής. Ἔ­λε­γε μέ τα­πεί­νωση: «Ἐ­πει­δή εἶ­μαι τεμ­πέ­λης καί δύ­σκο­λα ξυ­πνά­ω, γι᾿ αὐ­τό ἀρ­χί­ζω ἀ­πό τό βρά­δυ τήν ἀ­κολου­θί­α καί δέν κοι­μᾶ­μαι τή νύ­χτα». Ἀ­πό τίς ὀρ­θο­στα­σί­ες ἔ­πα­σχε ἀ­πό κή­λη. Τήν ἀ­σκη­τι­κό­τη­τά του καί τήν βί­α πού ἀ­σκοῦ­σε στόν ἑ­αυ­τό του, τήν ο­μο­λο­γοῦ­σαν μέ θαυ­μα­σμό καί ὁ πα­πα–Ξε­νο­φῶν καί ὁ γε­ρο–Ἡ­ρω­δί­ων, οἱ Ρου­μᾶ­νοι. Ὁ πα­πα–Ξε­νο­φῶν ἔ­λε­γε: «Οἱ πα­λαι­οί ἀ­σκη­τές δέν τόν ἔ­φθα­ναν τόν γε­ρο–Φα­νο­ύ­ριο στήν ἄ­σκη­ση. Προ­σευ­χό­ταν ἐ­πί πολ­λά ἡ­με­ρο­νύ­κτια συ­νέ­χεια, ἀ­κα­τά­παυ­στα. Εἶ­χε με­γά­λη ἀν­το­χή, ὥ­στε ἐρ­χό­ταν ἀ­πό τήν Δάφ­νη φορ­τω­μέ­νος μέ τό ντορ­βά του, χω­ρίς νά πά­ρει ἀ­νά­σα, ἄν καί ἦ­ταν μι­κρό­σω­μος». Ὅ­ταν ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ γε­ρο–Μα­κά­ριος ὁ Ρουμᾶ­νος πού ἦ­ταν γεί­το­νάς του, πή­γαι­νε κά­θε μέ­ρα ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος καί τόν βο­η­θοῦ­σε στίς ἀ­νάγ­κες του, πα­ρά τήν ἡ­λι­κί­α του. Ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος μέ τέ­τοι­ους ἀ­γῶ­νες ὑ­περ­φυ­εῖς εἶ­χε καί ἀ­νά­λο­γες ἐμ­πει­ρί­ες καί θεῖ­ες πα­ρα­κλή­σεις. Κάποτε εἶ­δε τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο μέ τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο, οἱ ὁ­ποῖ­οι τόν διορ­θώ­σα­νε, δι­ό­τι ἀ­με­λοῦ­σε σέ κά­τι. Ἔ­λε­γε ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος ὅ­τι ὁ ἅ­γιος Θε­ό­φι­λος φα­νε­ρώ­θη­κε καί στόν προ­κά­το­χό του, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε κου­νέ­λια καί ντου­φέ­κια, καί τόν ἔ­δι­ω­ξε, ἐ­πει­δή δέν ἤ­θε­λε νά δι­ορ­θω­θεί, λέ­γον­τάς του ὅ­τι ἐ­δῶ εἶ­ναι ἀ­σκη­τή­ριο. Κά­ποι­ος ἄλ­λος πῆ­γε νά γκρε­μί­σει τόν τοῖ­χο νά πά­ρει τό Λεί­ψα­νο τοῦ ὁ­σί­ου Θε­ο­φί­λου καί ξε­πε­τά­χθη­καν φλό­γες. Ἄλ­λο­τε ἀ­πό τόν τοῖ­χο ἔρ­ρε­ε μύ­ρο ἀ­πό τό λεί­ψα­νο τοῦ ὁ­σί­ου Θε­ο­φί­λου. Σέ τέ­τοι­ο πε­ρι­βάλ­λον ἁ­γι­α­σμέ­νο μέ ἁ­γί­α ζω­ή ζοῦ­σε ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος. Ἔ­λε­γε: «Ὅ­ταν ἔρ­χε­ται ἐ­δῶ Ἄγ­γε­λος, ὅ­λη τή νύ­χτα εἶ­ναι πο­λύ γα­λή­νια, ὅ­ταν ἔλ­θει δαί­μο­νας βρω­μά­ει ὁ τό­πος». Εἶ­δε κά­πο­τε το­ύς τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες καί ρώ­τη­σε τόν Μέ­γα Βα­σί­λει­ο, πού τόν εὐ­λα­βεῖ­το ἰ­δι­αι­τέ­ρως, ἐπειδή στήν βά­πτι­ση πῆ­ρε τό ὄ­νο­μά του καί αὐ­τό τόν πα­ρα­κί­νη­σε νά πά­ρει καί τό Κελ­λί πού ἐ­τι­μᾶ­το στό ὄ­νο­μά του:
– Πές μου, σέ πα­ρα­κα­λῶ, χρω­στά­ω πολ­λά ἀ­κό­μα;
– Κα­λά εἶ­σαι, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἅ­γιος.
Ἄλ­λη φο­ρά εἶ­δε τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο καί τοῦ εἶ­παν νά προ­σπα­θεί πε­ρισ­σό­τε­ρο στά πνευ­μα­τι­κά.
Εἶ­χε μνή­μη ἄ­ρι­στη ὥς τό τέ­λος του, ἡ ὁποία κα­τέ­γρα­φε γιά πάν­τα ὅ­λους τούς ἐ­πι­σκέ­πτες, γιά το­ύς ὁ­ποί­ους ἔ­κα­νε κομ­πο­σχο­ί­νι καί πα­ρα­κα­λοῦ­σε τόν Θε­ό. Τρεῖς φο­ρές ἀ­πό εὐ­λά­βεια καί πό­θο πῆ­γε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα ὡς προ­σκυ­νη­τής. Δέν ἦ­ταν ζη­λω­τής, ἀλ­λά πο­νοῦ­σε πο­λύ γιά τήν κα­τά­στα­ση πού ὑ­πάρ­χει στήν Ἐκ­κλη­σί­α μέ τά σχί­σμα­τα καί τίς αἱ­ρέ­σεις. Ἦ­ταν εὐ­κο­λό­πι­στος, δι­ό­τι «ἄ­κα­κος ἀ­νήρ πι­στεύ­ει παν­τί λό­γῳ» (Πα­ροιμ. ι­δ΄, 15). Κά­πο­τε ἐ­πι­σκέ­φθη­κε ἕ­να γεί­το­νά του. Ἐ­κεῖ­νος ἄ­κου­γε ρα­δι­ό­φω­νο. Τοῦ εἶ­πε προ­φη­τι­κά ὁ γερο–Φα­νού­ριος νά τό πε­τά­ξει, δι­ό­τι δι­α­φο­ρε­τι­κά θά τόν φέ­ρει στήν παν­τρειά. Ἐ­κεῖ­νος δέν τόν ἄ­κου­σε, καί δυ­στυ­χῶς ἔ­πα­θε αὐ­τό πού τοῦ εἶ­πε ὁ γε­ρο–Φα­νού­ριος.

Ἀ­πό τό 1984 ἄρ­χι­σε νά ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιά τήν ἔ­ξο­δό του. Ἔ­στει­λε τά λί­γα πράγ­μα­τά του στήν Ρου­μά­νι­κη Σκή­τη τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου πού ἦ­ταν ἡ με­τά­νοι­ά του, πῆ­γε στο­ύς γεί­το­νές του καί τούς ζή­τη­σε συγ­χώ­ρε­ση. Κλεί­στη­κε στήν φί­λη του ἡ­συ­χί­α καί ἐ­νέ­τει­νε τήν προ­σευ­χή καί τά δά­κρυ­α. Τό ἔ­τος 1986 εἶ­δε τόν ἅ­γιο Θε­ό­φι­λο καί τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί τοῦ εἶ­παν: «Ἐ­φέ­τος δέν θά κά­νεις Πρω­το­χρο­νιά ἐ­δῶ στό Κελ­λί, ἀλ­λά θά ᾿ρθεῖς νά γι­ορ­τά­σου­με μα­ζί». Τό εἶ­πε σέ κά­ποι­ον, καί αὐ­τός τοῦ συ­νέ­στη­σε νά μήν πι­στεύει­ σέ ὄ­νει­ρα. «Μά αὐ­τό δέν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο», ἀ­πάν­τη­σε. Δύ­ο πα­τέ­ρες πού τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­καν, φεύ­γον­τας τοῦ εἶ­παν: «Θά ξα­ναρ­θοῦ­με Γέ­ρον­τα». «Δέν θά μέ βρείτε. Θά πε­θά­νω», ἀ­πάν­τη­σε. Καί σέ ἄλ­λον μο­να­χό εἶ­πε συγ­κε­κρι­μέ­να ὅ­τι θά κοι­μη­θεί πρίν ἀπό τήν Πρω­το­χρο­νιά. Στίς 18 Δε­κεμ­βρί­ου, τοῦ ἔ­τους 1986, πα­ρα­μο­νή τῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς, μέ τό νέ­ο ἡ­με­ρο­λό­γιο, τόν βρῆ­καν κε­κοι­μη­μέ­νο οἱ γεί­το­νές του. Στήν κη­δεί­α του εἶ­χε πολ­λά χι­ό­νια καί μό­νο τρεῖς πα­τέ­ρες πα­ρευ­ρέ­θη­καν. Ὁ τά­φος του ἦ­ταν γε­μᾶ­τος νε­ρά. Τό λεί­ψα­νο τοῦ π. Φα­νου­ρί­ου ἦ­ταν ἀ­νά­λα­φρο σάν πού­που­λο καί ἐπέ­πλε­ε πά­νω στό νε­ρό. Στήν ἀ­να­κο­μι­δή του τό κόκ­κα­λο τοῦ πο­διοῦ φά­νη­κε ὅ­τι εἶ­χε σπά­σει καί εἶ­χε κολ­λή­σει στρα­βά. Ποι­ός ξέ­ρει τί μαρ­τυ­ρι­κο­ύς πό­νους ὑ­πέ­μει­νε ὁ γε­ρο–Φα­νο­ύ­ριος, χω­ρίς νά το­ύς φα­νε­ρώ­σει οὔ­τε σέ για­τρό!
Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με. Ἀ­μήν.


Κείμενο
enromiosini.gr

Φωτογραφίες
enromiosini.gr
orthodoxia.online

Κοινωνία Ορθοδοξίας
agiotopia.blogspot.com



Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

23 Μαρ. 2019

Ιστολόγιο |


Η ασκητική ζωή του Αγιορείτη μοναχού από τη Λήμνο

Ο κατά κόσμον Γεώργιος Λαγιός γεννήθηκε το έτος 1891 στη Λήμνο. Φαίνεται ότι νέος δεν βοηθήθηκε πνευματικά γι' αυτό έπινε και μεθούσε. Αυτά γράφονται, όπως τα διέσωσαν παλαιοί γνώριμοί του, για να εξηγηθούν και κατανοηθούν κάποιες ιδιαίτερες μοναχικές του ασκήσεις. Αλλά ο καλός Θεός που είδε την καλή του προαίρεση, έδωσε μετάνοια φλογερή στην απλή και σπάνια ψυχή του και ήρθε να μονάσει στο Άγιον Όρος το έτος 1908.
Οι ησυχαστικές του αναζητήσεις και η φήμη του μεγάλου ησυχαστού, παπα-Δανιήλ Αγιοπετρίτου, οδήγησαν τα βήματά του στην πιο απομονωμένη και ησυχαστική περιοχή, στο κελλί στο οποίο ασκήτευσε ο Άγιος Πέτρος ο Αθωνίτης, ο πρώτος και μεγαλύτερος Αθωνίτης Ησυχαστής. Υποτάχθηκε στον παπα-Δανιήλ, τον οποίον προσπαθούσε να ακολουθεί στους αγώνες του και να του κάνει καλή υπακοή. Μετά από παρατεταμένη δοκιμή, έγινε μοναχός το έτος 1926 με το όνομα Πέτρος. Έμαθε από τον αγιασμένο Γέροντά του την πρακτική καλογερική και μυήθηκε απ' αυτόν τα μυστικά της ησυχίας, της νήψεως, τους εγκλεισμού και της αδιαλείπτου νοεράς προσευχής, τα οποία κράτησε μέχρι θανάτου. Βιώνοντας βαθιά τη μετάνοια για τα εν γνώσει και αγνοία αμαρτήματα της νεανικής του ζωής ζήτησε και έλαβε ευλογία από τον Γέροντά του επί τρεις μήνες να μην πιεί νερό, για να συγχωρήσει ο Θεός τις οινοποσίες του. Έτρωγε φαγητό και χόρτα βέβαια, αλλά δεν ήπιε νερό επί τρεις μήνες! Ήταν πρόθυμος και γενναίος στους ασκητικούς αγώνες και με τη μεγάλη απλότητα που τον διέκρινε έκανε τελεία υπακοή στον Γέροντά του. Η καλή αρχή, το πνευματικό θεμέλιο που έθεσε, προοιμίαζε και την μετέπειτα φωτεινή πορεία του.
Όταν εκοιμήθη ο παπα-Δανιήλ, περίπου το 1929, για λίγα χρόνια έζησε με τους παραδελφούς του. Κάποιος από αυτούς βγήκε στον κόσμο. Οι άλλοι απεβίωσαν και φαίνεται ότι δυσκολευόταν μόνος του. Ήρθαν και τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής και της πείνας. Έτσι αναγκάστηκε το 1940 να αφήσει το κελλί της μετανοίας του και να πάρει ένα ξηροκάλυβο στην Μικρά Αγία Άννα.
Βρίσκεται πάνω από την Καλύβη του Αποστόλου Θωμά, χαμηλότερα απ’τον δρόμο που οδηγεί στα Κατουνάκια και δεν φαίνεται γιατί είναι μέσα στο βράχο. Έχει δύο μικρά και χαμηλά κελλάκια. Μία εσωτερική πόρτα οδηγεί στον βράχο όπου υπάρχει μία σπηλιά αρκετά ευρύχωρη με ένα άνοιγμα για φωτισμό. Εδώ απομονωνόταν ο Γέροντας για περισσότερη ησυχία.
Αυτό ήταν το πνευματικό του εργαστήριο, η πνευματική του κυψέλη, το "γλυκό Κατούνι του", που γι' αυτόν ήταν επίγειος παράδεισος, αφού γευόταν το μέλι της ησυχίας και το μάννα του ουρανού. Γι' αυτό δεν του έκανε καρδιά να βγαίνει από το καλύβι του, να συναναστρέφεται και να μιλά με άλλους. 
Ο μικρόσωμος, αγράμματος και φτωχός "Πετράκης" ήταν ησυχαστής σε μεγάλα μέτρα. Είχε την αδιάλειπτη προσευχή, έβλεπε συχνά το Άκτιστο Φως και ζούσε από αυτή τη ζωή παραδεισένιες καταστάσεις.

Διηγήθηκε ο γ. Γεράσιμος ο Υμνογράφος: Γνώρισα τον γερο-Πέτρο (Πετράκη) τον Κατουνακιώτη. Ήταν όντως άγιος μοναχός. Έκανε πολλή προσευχή και μεγάλη άσκηση. Μια φορά την εβδομάδα μαγείρευε και έτρωγε κάθε μέρα από αυτό. Μια φορά ήρθε στο κελλί μας αλλοιωμένος στη όψη. Κλαίγοντας μου είπε ότι το βράδυ προσευχόμενος περικυκλώθηκε από λευκό άπλετο φως και γέμισε ευωδία το κελλί του. Ο ίδιος αισθάνθηκε ανέκφραστη μακαριότητα, γλυκύτητα και ειρήνη. Δεν γνώριζε αν βρισκόταν στο κελλί του. Ρωτούσε να μάθει τι είναι αυτό που του συνέβη. Μου είπε: "Εσύ είσαι μορφωμένος, ξέρεις γράμματα, να μου πεις μήπως είναι πλάνη του Σατανά, μήπως είναι τίποτε κακό;". Όλα όσα μου έλεγε ήταν της χάριτος˙καθώς τα διηγείτο είχε βγει εκτός εαυτού και σε μια στιγμή ξαφνικά το πρόσωπό του έλαμψε και εγώ τα' χασα. Δεν μιλούσα και τον άφησα να λέει. Δεν τον διέκοψα καθόλου. Αποτύπωνα και έλεγχα όσα έλεγε. Δεν διέκρινα κανένα σημείο πλάνης. Ύστερα του είπα να δοξάζει τον Θεό που αξιώθηκε να δει αυτά, γιατί όλα είναι από τον Θεό και δεν είναι πλάνη. Φεύγοντας με παρακάλεσε να μην τα πω πουθενά και να παρακαλώ τον Θεό να τον ελεήσει για να μην πλανηθεί. Ο γερο-Πέτρος ήταν της νοεράς προσευχής. Πολύ ταπεινός και απλός μοναχός". Φαίνεται πως αυτό το γεγονός, του συνέβη για πρώτη φορά, γιατί στη συνέχεια ζούσε πολλές τέτοιες καταστάσεις, όπως αποκάλυψε στον γέροντα Παΐσιο. Ο γερο-Πέτρος έβλεπε συχνά το Άκτιστο Φως και είχε αείρροα δάκρυα τα οποία συνόδευαν την αδιάλειπτη προσευχή του και είχε ξεπεράσει τα τυπικά.

Τον ρώτησε κάποιος Γέροντας αν κάνει κανόνα και ακολουθία και απάντησε: "Ούτε κανόνα ούτε ακολουθία κάνω. Μόλις δύσει ο ήλιος τρώγω, κάνω το Απόδειπνο και κοιμάμαι δύο ώρες. Όταν ξυπνήσω & έχει ήδη νυχτώσει, αρχίζω τα κομποσχοίνια. Στο δεύτερο-τρίτο κομποσχοίνι έρχονται τα δάκρυα και μέχρι το πρωί δεν ξέρω που βρίσκομαι. Το καλοκαίρι αρχίζω την αγρυπνία το βράδυ και όταν βγει ο ήλιος, τότε συνέρχομαι και μπαίνω μέσα".
Γι' αυτό ζούσε έγκλειστος και δεν ήθελε να μιλά, "εγκοπήν γλυκύτητος Θεού λαβείν μη βουλόμενος". Για να μην χάσει την επικοινωνία του με τον Θεό, απέφευγε τις συναναστροφές. "Ο αγαπών την ομιλίαν την μετά του Χριστού αγαπά γενέσθαι μοναστικός". 
Τον επισκέπτονταν οι πατέρες και χτυπούσαν την εξώπορτα, αυτός όμως άνοιγε λίγο το παραθυράκι και ρωτούσε ποιος είναι και τι θέλει. Αν του πήγαιναν τρόφιμα, τους έλεγε να τα αφήσουν έξω. Δεν έβγαινε να τα πάρει μέχρι που σάπιζαν. Αυτό το έκανε για να βλέπουν οι πατέρες τα σαπισμένα τρόφιμα και να μην του ξαναφέρουν. 
Τον ρώτησε κάποιος γιατί δεν βγαίνει. "Άμα βγω έξω, θα πούμε λόγια περίσσια", απάντησε. Ήταν ακτήμων. Μια-δυο φορές τον χρόνο έβγαινε για να δώσει το εργόχειρό του, τα κομποσχοίνια, και να προμηθευτεί το παξιμάδι του. Έκανε κάθε μέρα “ενάτη” και λάδι δεν έτρωγε σχεδόν όλο τον χρόνο. Η συνηθισμένη τροφή του ήταν τσάι με παξιμάδι. Έκανε και έκτακτα τριήμερα. Έλεγε στον παπα-Διονύσιο τον Μικραγιαννανίτη όταν ήταν νέο καλογέρι: "Για να μείνεις στην έρημο, θα πρέπει να είσαι καλός μάγειρας. Θα μαγειρεύεις φασόλια την Κυριακή και θα τρως μέχρι την Τρίτη. Την Τετάρτη θα βάλεις λίγο νεράκι και θα τα βράζεις, την Πέμπτη θα βάλεις λίγη ντοματούλα, την Παρασκευή λίγο αλατάκι και νερό, το Σάββατο θα βάλεις και λίγο χυλό από αλεύρι, και την Κυριακή άλλο φαγητό. Έτσι με ένα φαγητό περνάς όλη την εβδομάδα". Κάποτε είχε χιονίσει και τον έβλεπε ο παπα-Διονύσιος από απέναντι να πηγαινοέρχεται ξυπόλυτος πάνω στο χιόνι. Ύστερα τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό, και του εκμυστηρεύτηκε ότι είχε σαρκικό πόλεμο και βγήκε ξυπόλυτος στο χιόνι για να πολεμήσει την πύρωση.

Ο γερο-Πέτρος είχε χάρισμα να βλέπει πράγματα που θα συνέβαιναν μελλοντικά. Κάποια μέρα πήρε πληροφορία και πήγε στον τότε Γέροντα της Καλύβης του Αγίου Χαραλάμπους στη Νέα Σκήτη και του είπε: "Γέροντα, έρχεται ο λύκος να φάει το προβατάκι σου, το ξέρεις; Το καλογέρι σου δεν πάει καλά. Το παρακολουθείς; Πρόσεξέ το, γιατί θα φύγει και θα πετάξει". Όντως το καλογέρι ήταν πνιγμένο στους λογισμούς και σχεδίαζε να φύγει. Ο γερο-Πέτρος από τη Μικρά Αγία Άννα το έβλεπε αλλά δυστυχώς, παρά την προσπάθεια του Γέροντά του, έφυγε στον κόσμο και παντρεύτηκε.
Ο γερο-Πέτρος ζούσε τελείως απερίσπαστα. Ανέβαινε τα καλοκαίρια στον Άθωνα με την πρόφαση να μαζεύει τσάι, ενώ στην πραγματικότητα ησύχαζε και επεδίδετο στη νοερά και αδιάλειπτη προσευχή και στη θεωρία. Δεν είχε πολλές επικοινωνίες. Προσπαθούσε να ζει στην αφάνεια, γι' αυτό δεν διασώζονται πολλά στοιχεία από τη ζωή του. Αλλά, όπως λένε οι Άγιοι Πατέρες, αρκεί πολλές φορές και ένας λόγος, για να φανερώσει όλη την πνευματική κατάσταση και την εσωτερική εργασία του μοναχού.
Αν δοκιμάσει κανείς ένα ρακοπότηρο κρασί καταλαβαίνει όλη την ποιότητα του κρασιού ενός μεγάλου βαρελιού. Και ο γερο-Πέτρος, απ' τα λίγα στοιχεία που υπάρχουν, φαίνεται ότι ήταν προχωρημένος στην ευχή. Ήταν μοναχός της ευχής, της εσωτερικής εργασίας. Μοναχός βιαστής, πραγματικός ασκητής που συνδύαζε πράξη και θεωρία.

Όλοι οι πατέρες που τον γνώρισαν εκφράζονται γι' αυτόν με τα καλύτερα λόγια. "Ήταν ο καλύτερος της περιοχής"-"πραγματικός μοναχός"-"αγιότατο Γεροντάκι". Αλλά και ο γερο-Παΐσιος έλεγε ότι απ' όσους ασκητές γνώρισε, ο γερο-Πέτρος ήταν σε ανώτερα μέτρα, για αυτό ήθελε να γίνει υποτακτικός του. Ο παπα-Εφραίμ ο Κατουνακιώτης είχε πολλή ευλάβεια στον γερο-Πέτρο και είπε γι' αυτόν: "Σου άφηνε μια γλυκύτητα μέσα σου, όταν τον συναντούσες και σου μιλούσε αυτός ο άνθρωπος. Ποτέ δεν φάνηκε σε αγρυπνίες και ποτέ δεν προξένησε σκάνδαλο. Μια ζωή στο Άγιον Όρος και να είναι ειρηνικός με όλους, μεγάλο κατόρθωμα". Ο γερο-Πέτρος, όταν συναντούσε Πατέρες στο δρόμο, δεν έλεγε τον γνωστό καθιερωμένο χαιρετισμό "ευλογείτε", έλεγε το βαθυστόχαστο: "Πατέρες, φεύγουμε" (δηλαδή πεθαίνουμε). Είχε μεγάλη λεπτότητα. Απέφευγε να διανυκτερεύει σε κελλιά, για να μην επιβαρύνει τους πατέρες, αλλά και για να μη χάνει ο ίδιος την ησυχία του και παραβαίνει το τυπικό του. Κάποια φορά ο γερο-Ιωακείμ ο Καρυώτης, από την Βατοπεδινή Καλύβη της Αναλήψεως, τον πίεσε να διανυκτερεύσει στο κελλί του, αλλά δεν δέχθηκε. Ξεκίνησε με τα πόδια για την Δάφνη. Στον δρόμο νύχτωσε, άρχισε να βρέχει και διανυκτέρευσε σε μια κουφάλα καστανιάς.

Όταν προαισθάνθηκε ότι πλησιάζει η κοίμησή του, έφυγε από το κελλάκι του στην Μικρά Αγία Άννα και πήγε στη μετάνοιά του, στον Άγιο Πέτρο, να αφήσει τα κόκκαλά του εκεί όπου ξεκίνησε την καλογερική του. Έζησε εκεί μερικούς μήνες και εκοιμήθη το έτος 1958, την ημέρα της μνήμης του Αγίου Πέτρου του Αθωνίτου, του οποίου είχε το όνομα και προς τιμήν του οποίου ετιμάτο ο ναός της Καλύβης. Όταν εκοιμήθη, τα μόνα πράγματα που βρέθηκαν στο κελλί του ήταν λίγο παξιμάδι σ' ένα καλάθι και μισό μπουκάλι λάδι για το καντήλι. Ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα είχε.
Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

«Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση»
Εκδόσεις: Ιερόν Ησυχαστήριον "Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος"

agiameteora.net

Φωτογραφίες
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΦΩΤΟΘΗΚΗ
agioritikesmnimes.blogspot.com
Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

21 Μαρ. 2019

Ιστολόγιο |


Ο Γέροντας της Καλύβης «των Αρχαγγέλων» στη Σκήτη της Αγίας Άννας, Ανανίας ιερομόναχος, έστειλε τον υποτακτικό του Μιχαήλ Μοναχό στη Δάφνη για επείγουσα εργασία, με τη ρητή εντολή, όπως επιστρέψει απαραίτητα το βράδυ στην Καλύβα τους.
Η συγκοινωνία Δάφνης - Αγίας Άννας γίνονταν τότε με τις βάρκες και τα κουπιά, επειδή δεν είχαν βγει ακόμη οι μηχανές. Και για το λόγο αυτόν, όλες οι ασκητικές Καλύβες που βρίσκονταν στην παραλία κοντά, διατηρούσαν ψαρόβαρκες, με τις οποίες πήγαιναν και στη Δάφνη.
Ο Μοναχός Μιχαήλ, ο οποίος ήταν ένας από τους πιο καλούς και συνεπείς υποτακτικούς, ξεκίνησε το πρωί με τη βάρκα του Γέρο - Γιωργάκη, ο οποίος, επειδή δεν είχε άλλο εργόχειρο, έκανε με τη βάρκα του τη συγκοινωνία Δάφνη - Αγία Άννα. Έφτασε στη Δάφνη, τελείωσε εκεί την εργασία για την οποία πήγε, αλλά εν τω μεταξύ ο καιρός χάλασε, έπεσε στη θάλασσα δυνατός αέρας και ξεσηκώθηκε απότομα μεγάλη θαλασσοταραχή με θεόρατα κύματα. Όλοι οι Πατέρες που είχανε πάει στη Δάφνη, επειδή ήταν αδύνατο να γυρίσουν στις Καλύβες τους, άλλοι πήγαν στα γειτονικά Μοναστήρια Σίμωνος Πέτρας και Ξηροποτάμου, κι άλλοι ξεκίνησαν με τα πόδια για τις Καρυές.
Αυτό το φαινόμενο γίνονταν τακτικά και οι Πατέρες ήταν μαθημένοι να φέρουν κι αυτό τον Σταυρό της πρόσθετης ταλαιπωρίας, κι έτσι φορτωμένοι τους ντορβάδες με τα ψώνια, πήγαιναν αγόγγυστα με τα πόδια. Με το κομποσχοίνι στο χέρι, την ευχή στο στόμα και την καρδιά, τέλειωναν τις εργασίες τους, μέχρι που βγήκαν, μετά από το 1933, οι μηχανές και τα μοτεράκια και γλίτωσαν από το πρόσθετο αυτό μαρτύριο.

Ο αδελφός Μιχαήλ, ένας Μοναχός απλός, αγαθός και άκακος, έμεινε κοντά στην παραλιακή ακτή, στο λιμάνι της Δάφνης και περίμενε τη θάλασσα να γαληνέψει, που είχε κυριολεκτικά εκμανεί και αφριζομανούσε με τα θεόρατα κύματά της, αλλ' αυτός δεν εννοούσε ν' απομακρυνθεί και ήταν στενοχωρημένος για την εντολή που είχε από τον γέροντά του, να γυρίσει το βράδυ στο σπίτι. 
Εκεί πού έκανε αυτές τις σκέψεις, πως να γυρίσει πίσω στην Αγία Άννα, βλέπει μπροστά του δύο λαμπροφορεμένους νέους, οι οποίοι τον ρώτησαν γιατί είναι στενοχωρημένος. Κι αυτός τους είπε:
- Έχω εντολή από το Γέροντά μου να γυρίσω οπωσδήποτε το βράδυ και να μη μείνω ούτε μια βραδιά έξω από την ασκητική μας Καλύβα.
Οι φαινόμενοι νέοι τού είπαν:
- Θέλεις να μπεις στη βάρκα μας να σε πάμε εμείς στο Γέροντά σου;
Ο αδελφός Μιχαήλ μετά χαράς δέχθηκε την πρόταση των νέων, μπήκε στη βάρκα τους και ο ένας από τους νέους πήρε τα κουπιά της βάρκας, τα κούνησε δυο - τρεις φορές και ξαφνικά βρέθηκαν στο λιμανάκι της Αγίας Άννας (ας σημειωθεί ότι σήμερα τα πετρελαιοκίνητα μοτεράκια, από τη Δάφνη στην Αγία Άννα, κάνουν δύο περίπου ώρες να φθάσουν, και τότε με τα κουπιά ήθελαν περισσότερο από πέντε ώρες).

Σκήτη Αγίας Άννας

Ο Μοναχός Μιχαήλ, υπό την σκέπη της υπακοής βρισκόμενος, δεν κατάλαβε τίποτε από τα υπερφυσικά φαινόμενα και από τη χαρά του που φθάσανε νωρίς, αφού βγήκε στην παραλία της Αγίας Άννας, ευχαρίστησε τους δύο λαμπρούς εκείνους νέους για την καλοσύνη που του κάνανε, κι ανέβηκε σχεδόν τρέχοντας τον ανήφορο, να φτάσει σύντομα στο Γέροντά του. Στον δρόμο τον συνάντησε, ο Πάτερ Γαβριήλ, όπως του φάνηκε, από την Καλύβα «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» και αφού χαιρετήθηκαν καλογερικά, «ευλογείτε, ο Κύριος, ο Πάτερ Γαβριήλ ρώτησε τον υποτακτικό Μιχαήλ:
- «Από που έρχεσαι Πάτερ και γιατί είσαι τόσο βιαστικός;»
Ο Πατήρ Μιχαήλ απάντησε στον φαινόμενο Μοναχό και είπε ότι ο Γέροντας με έστειλε σήμερα στη Δάφνη να πάρω τρόφιμα και να γυρίσω το βράδυ στο σπίτι, αλλά επειδή ο καιρός χάλασε και η θάλασσα είχε μεγάλη φουρτούνα, η βάρκα του Γέρο - Γιωργάκη, που κάνει τη συγκοινωνία, δεν μπορούσε να’ρθει, με πήραν εμένα δύο νέοι και με έφεραν από τη Δάφνη με τη δική τους βάρκα, και τώρα τρέχω να φτάσω νωρίς στον Γέροντά μου για να μη με μαλώσει και μου βάλει κανόνα - αυστηρή προσευχή και νηστεία.
Τότε ο φαινόμενος Μοναχός Γαβριήλ, ρώτησε τον υποτακτικό Μιχαήλ:
- Πού είναι τώρα αυτοί οι νέοι με τη βάρκα τους; Κι αυτός απάντησε πως μείνανε κάτω στην παραλία, εγώ βιαστικά έφυγα και δεν τους ρώτησα που θα μείνουν.
Ο Μοναχός Γαβριήλ, λέγει στον καλό υποτακτικό:
- Αδελφέ, για ρίξε μια ματιά προς τη θάλασσα, και τότε γύρισαν και βλέπουν πως η θάλασσα είχε ασπρίσει από τους αφρούς και τα κύματά της σκέπαζαν, όχι μόνον το λιμανάκι, αλλά όλη την παραλία μέχρι τα βράχια. Ούτε βάρκα, ούτε ψυχή φαίνονταν πουθενά.
Ο φαινόμενος Μοναχός Γαβριήλ έγινε άφαντος από τα μάτια του υποτακτικού Μιχαήλ, ο οποίος συνήλθε από την έκσταση, που η τυφλή υπακοή προς τον Γέροντά του τον είχε μέχρι τη στιγμή εκείνη σκεπάσει, και κατάλαβε πώς οι δύο εκείνοι νέοι ήταν, ο μεν ένας που πήρε τα κουπιά της βάρκας από τη Δάφνη και τα κούνησε τρεις φορές, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο δε άλλος που παρουσιάστηκε μπροστά του με το σχήμα του Μοναχού Γαβριήλ από την Καλύβα «Ευαγγελισμός» ήταν ο Αρχάγγελος Γαβριήλ.

Τα μάτια του καλού υποτακτικού Μιχαήλ μοναχού πλημμύρισαν από δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης προς τους Αρχαγγέλους και μ' όλη τη δύναμη της ψυχής και του σώματος, έτρεξε να αναγγείλει το θαύμα των Αρχαγγέλων στον Γέροντά του. Όταν έφτασε στην Καλύβα τους, βρήκε τον Γέροντά του, Ανανία ιερομόναχο, γονατιστό μπροστά στην εικόνα των Αρχαγγέλων να προσεύχεται και να παρακαλεί τον Θεό και τους Αρχαγγέλους -που στο μέσον της εικόνος έχουν τον Δεσπότη Χριστόν- με δάκρυα στα μάτια και ζητούσε να βοηθήσουν τον υποτακτικό του Γαβριήλ να επιστρέψει. Και ιδού ο Πανάγαθος θεός εισακούει την προσευχή του Γέροντα και με την πρεσβεία των Αγίων και των δούλων του «αμ' έπος, αμ' έργον» γοργά εισακούει και κάνει το θέλημα των φοβούμενων Αυτόν!

(Σημείωση Συντάκτου: Βλέπετε όμως, αδελφοί, ότι δεν ήταν μόνον ο υποτακτικός θεοφοβούμενος και συνεπής στις υποχρεώσεις του, αλλά και ο Γέροντάς του ήταν αγρυπνών και προσευχόμενος και παρακαλών τον Θεό να βοηθήσει και να σκεπάσει τον υποτακτικό του από κάθε κακό, έτσι έρχεται η χάρις και ευλογία του Θεού στον Γέροντα και ο φωτισμός, αλλά και η πληροφορία στον υποτακτικό τυφλά να υπακούει και να έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στον Γέροντα και πνευματικό οδηγητή.
Δεν πρέπει λοιπόν να ζητούμε τα πάντα τέλεια από τον υποτακτικό, αλλά θα πρέπει να συμβάλει προς τούτο και η πνευματική αγωγή του Γέροντα, Ηγούμενου και υπόλογου Προεστώτος, όπως λέγει και ο Απόστολος Παύλος:
«Αδελφοί, πείθεσθε τοις ηγουμένοις υμών και υπείκετε' αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών ως λόγον αποδώσοντες...» (Εβρ. ΙΓ' 17). Ο νοών νοείτω!)

pigizois.net

 
Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης