Η Πλατυτέρα των Ουρανών

12 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 12 Απριλίου

 



Eι και νέος συ Aκάκιε τοις χρόνοις,
Aλλ’ ουν παλαιούς υπερήρας τοις πόνοις.

Ο Όσιος Ακάκιος έζησε και ανεδείχθη κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε μάλλον λίγα χρόνια μετά το έτος 1630 μ.Χ., στο χωριό Γόλιτσα των Αγράφων, της (τότε) επαρχίας Φαναρίου και Νεοχωρίου, στη σημερινή κοινότητα Αγίου Ακακίου του νομού Καρδίτσας. Οι γονείς του, ευσεβείς και ενάρετοι Χριστιανοί, με την εργασία τους κατόρθωσαν στα δύσκολα εκείνα χρόνια να εξασφαλίσουν τα αναγκαία της ζωής τους με αυτάρκεια και στοργικά είχαν αφοσιωθεί στην ανατροφή των δύο παιδιών τους που τους χάρισε ο Θεός. Όμως ο πρόωρος θάνατος του πατέρα συγκλόνισε την οικογένεια και επισκίασε την ευτυχία τους.
Ο Αναστάσιος, αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του Οσίου, έμεινε ορφανός σε πολύ μικρή ηλικία. Η μητέρα τους με τη βαθιά Xριστιανική πίστη και την ευσέβειά της αγωνίζεται αγώνα σκληρό «πρὸς τὰ τῆς χηρείας δεινά» και αναλαμβάνει μόνη της το βάρος της οικογενειακής ευθύνης. Εργάζεται αγόγγυστα για να συντηρήσει τα δύο ανήλικα παιδιά της και να τα αναθρέψει με παιδεία και νουθεσία Κυρίου.
Πολύ σύντομα στο πλευρό της μητέρας του βρέθηκε και ο μικρός Αναστάσιος, για να αναλάβει και εκείνος ένα μέρος από τις ευθύνες για την συντήρηση της οικογένειάς του.
Ο λόγος του Ευαγγελίου είχε συγκλονίσει από νωρίς την καρδιά του Αναστασίου και η φλόγα της Θείας αγάπης θέρμαινε την παιδική του ψυχή. Ένοιωθε ζωηρά και πολύ έντονα την κλίση και τον ζήλο προς τον μοναχικό βίο. Γι’ αυτό απέφευγε τον θόρυβο του κόσμου και αναζητούσε συχνά την ησυχία σε τόπους ερημικούς. Εκεί, αφοσιωμένος στον Θεό, διέθετε όλον τον χρόνο του στην προσευχή και τη νηστεία. Σύντομα αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και σε ηλικία είκοσι τριών ετών έφυγε προς τα μέρη της Ζαγοράς Βόλου. Κατέληξε στο μοναστήρι της Σουρβιάς, που είχε χτίσει ο Όσιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή της Μακρυνίτσας Βόλου και είναι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα.
Όταν έφθασε στο μοναστήρι τον υποδέχθηκαν με καλοσύνη. Παρουσιάσθηκε στον ηγούμενο και με όλο τον σεβασμό ανέφερε τον σκοπό της επισκέψεώς του. Εκείνος τον άκουσε με προσοχή και του εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τις δυσκολίες της μοναχικής ζωής, αλλά και το αυστηρό πρόγραμμα της μονής. Ο Αναστάσιος όμως επέμενε, δίνοντας την υπόσχεση πως με την βοήθεια του Θεού θα υπερνικήσει όλα τα εμπόδια και θα ανταποκριθεί στα καθήκοντα που όριζε η μοναχική πολιτεία.
Ο ηγούμενος, ως έμπειρος πνευματικός, διέγνωσε τον ένθεο ζήλο του Αναστασίου και διαπίστωσε την αμετακίνητη και σταθερή απόφασή του να μονάσει. Έτσι τον δέχθηκε στο μοναστήρι. Εκεί ο Αναστάσιος εκάρη μοναχός με το όνομα Ακάκιος. Και την ίδια νύχτα που δέχθηκε το αγγελικό σχήμα και περιεβλήθηκε το μοναχικό ένδυμα, αξιώθηκε με θεία οπτασία. Είδε σαν να βαστούσε στα χέρια του μια αναμμένη λαμπάδα, που είχε φως υπέρλαμπρο και φώτιζε όλο τον τόπο εκείνο.
Ο νέος μοναχός με την συμπεριφορά, την εργατικότητα και την πνευματικότητά του κέρδισε την αγάπη και την συμπάθεια όλων των πατέρων της μονής. Όμως, οι ανάγκες και οι απαιτήσεις του μοναστηριού δεν τον ικανοποιούσαν πλέον, διότι πολύ σύντομα είχε κατακτήσει τις μοναχικές αρετές του απλού μοναχού και η ψυχή του αναζητούσε άλλο χώρο για απόλυτη ησυχία και μεγαλύτερη άσκηση.
Έτσι, μεταξύ των ετών 1660-1670 μ.Χ., αναχωρεί για το Άγιον Όρος.
Αρχικά ο Όσιος κατευθύνθηκε στην περιοχή της Μεγίστης Λαύρας και κατέφυγε σε κάποιο σπήλαιο, κοντά στη «Σκήτη του Καυσοκαλύβη», όπου ασκήτεψε για ένα χρονικό διάστημα. Το ενδιαφέρον του για την όσο το δυνατόν καλύτερη μόρφωσή του, τον οδήγησε στο να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα ασκήσεως και πνευματικής εργασίας. Χωρίς καμμιά καθυστέρηση επισκέπτεται μοναστήρια και σκήτες, ερημητήρια ησυχαστών και σπήλαια ασκητών και αναζητεί, «ὡς ἐλαφρῶς διψώσα ἐπὶ τᾶς πηγᾶς τῶν ὑδάτων», τους εκλεκτούς και δοκιμασμένους μοναχούς. Υποτάσσεται πρόθυμα σε αυτούς, συνεργάζεται μαζί τους και μαθητεύει με υπομονή κοντά τους.
Ο Όσιος φθάνει τελικά στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου και μετά από σύντομη επίσκεψη σε αυτό απομακρύνεται σε ερημική τοποθεσία επάνω από το μοναστήρι, για να ησυχάσει. Εκεί έμεινε πολύ καιρό και κάθε Σάββατο κατέβαινε στο μοναστήρι και εκκλησιαζόταν.
Επόμενος σταθμός του ήταν η σκήτη του Παντοκράτορος, όπου συναντήθηκε με τον γνωστό από το μοναστήρι της Σουρβιάς γέροντα πνευματικό του, που είχε έλθει από τη Ζαγορά του Βόλου για να σπουδάσει τη βυζαντινή μουσική. Ο γέροντας χάρηκε πάρα πολύ όταν συναντήθηκε με τον Όσιο και ζήτησε να τον πάρει μαζί του ως μοναχό. Εκείνος όμως ζήτησε την ευχή του και τον παρακάλεσε να μην επιμείνει, διότι ήθελε να ασκητέψει μόνος του.
Ύστερα από την συνάντηση αυτή ο Όσιος έφυγε από τη σκήτη του Παντοκράτορος προς άγνωστη κατεύθυνση και με συμβουλή του γέροντος πνευματικού Γαλακτίωνος ήλθε στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, επάνω στη Μεταμόρφωση, για να μονάσει.
Εκεί ασκητεύοντας παρέμεινε είκοσι ολόκληρα χρόνια.
Κάποτε ο Όσιος Ακάκιος είδε τον Όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη (τιμάται 13 Ιανουαρίου), με κάτασπρη και αστραφτερή ιερατική στολή, να περιφέρεται και να θυμιατίζει όλο τον ναό και ένα πλήθος μοναχών με την ίδια λευκή στολή να τον ακολουθούν. Και όταν ο Όσιος Ακάκιος ρώτησε,
«ποιοί ήσαν αυτοί που τον συνόδευαν», ο Όσιος Μάξιμος απάντησε: «Είναι όλοι εκείνοι οι Όσιοι Πατέρες από την περιοχή των Καυσοκαλυβίων, οι οποίοι χάρις σε αυτόν ευρήκαν τη σωτηρία τους».
Επειδή τα χρόνια περνούσαν και η περιοχή που ασκήτευε ο Όσιος ήταν δύσβατη και άνυδρη, αναγκάσθηκε να μετακινηθεί χαμηλότερα προς την θάλασσα, προς το ακρωτήρι της Αθωνικής Χερσονήσου, εκεί όπου βρίσκεται η σημερινή σκήτη των Καυσοκαλυβίων (Αγίας Τριάδος). Εκεί ο Όσιος αναζήτησε την κατοικία του σε ένα μικρό σπήλαιο, το οποίο μέχρι σήμερα φέρει το όνομά του. Με τις σπάνιες αρετές του αναδείχθηκε κατά τον υμνωδό
«κορυφαίος των Ασκητών και Θεοφόρων Πατέρων το καύχημα».
Ο Όσιος Ακάκιος προέβλεψε και προείπε την κοίμησή του σε όλους τους υποτακτικούς που μόναζαν κοντά του. Ιδιαίτερα όμως στον μοναχό Αθανάσιο, ο οποίος έφθασε στο σπήλαιο του Οσίου από την σκήτη της Αγίας Άννης για να λάβει την ευχή του, είπε:
«Εγώ τώρα Αθανάσιε, πηγαίνω στράτα μακρά και πλέον δεν θα βλέπουμε ο ένας τον άλλον. Να έχεις την ευχή της Παναγίας μας». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του. Ευλόγησε έπειτα τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και κοιμήθηκε με ειρήνη την Κυριακή των Μυροφόρων, το έτος 1730 μ.Χ. και σε ηλικία εκατό περίπου ετών.

 agios-dimitrios.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

8 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

 

 

 




Έλαβα, παιδί μου, την επιστολή σου, και είδα σ’ αυτήν την ανησυχία σου.

Όμως μη λυπάσαι, παιδί μου. Μην ανησυχείς τόσο. Και αν πάλι έπεσες, πάλι σήκω. Ονομάσθηκες ουρανοδρόμος.
Δεν είναι παράξενο να σκοντάφτει εκείνος που τρέχει; Μόνον χρειάζεται να έχει υπομονή και μετάνοια κάθε στιγμή.
Βάζε, λοιπόν, μετάνοια συνεχώς όταν σφάλεις και μη χάνεις καιρό. Γιατί όσον αργείς να ζητήσεις συγχώρηση, τόσον δίνεις άδεια στον πονηρό να απλώνει μέσα σου ρίζες. Μην τον αφήνεις να αποκτά δικαιώματα εις βάρος σου.
Λοιπόν, μην απελπίζεσαι όταν πέφτεις, αλλά αφού σηκωθείς πρόθυμα βάζε μετάνοια λέγοντας· – Συγχώρησέ με, Χριστέ μου, άνθρωπος είμαι και ασθενής.
Δεν είναι εγκατάλειψη αυτό. Αλλά, επειδή έχεις ακόμα μεγάλη υπερηφάνεια κοσμική, κενοδοξία πολλή, σε αφήνει ο Χριστός μας να σφάλλεις, να πέφτεις. Να μαθαίνεις κάθε μέρα αισθητά την αδυναμία σου και να υπομένεις τους φταίχτες. Να μην κατακρίνεις τους αδελφούς, εάν σφάλλουν, αλλά να τους υπομένεις.
Ώστε, όσες φορές πέφτεις, πάλι να σηκώνεσαι και αμέσως να ζητάς τη συγχώρηση.
Μην αφήνεις λύπη στην καρδιά σου. Διότι η χαρά του πονηρού είναι η λύπη, η αθυμία, από την οποία γεννιούνται πολλά και με τα οποία γεμίζει πικρία η ψυχή αυτού που τα έχει. Ενώ η διάθεση του μετανοούντος λέει: «Ήμαρτον, συγχώρησον, Πάτερ»! Και διώχνει τη λύπη. «Μήπως, λέει, δεν είμαι άνθρωπος ασθενής; Λοιπόν, τί πρέπει να κάνω»; Πράγματι, παιδί μου, έτσι είναι. Έχε θάρρος.
Μόνον όταν έλθει η χάρις του Θεού, τότε στέκει στα πόδια του ο άνθρωπος. Αλλιώς, χωρίς χάρη, πάντοτε παρασύρεται και πάντοτε πέφτει. Να έχεις ανδρεία λοιπόν και μη φοβάσαι καθόλου.
Είδες πώς υπέμεινε τον πειρασμόν ο αδελφός που γράφεις; Το ίδιο κάνε και σύ. Απόκτησε γενναίο φρόνημα στους πειρασμούς που έρχονται εναντίον σου. Πάντως θα έλθουν. Έχεις ανάγκη απ’ αυτούς. Γιατί αλλιώς δεν καθαρίζεσαι. Άφησε τι λέει η ακηδία και η ραθυμία σου. Μην τους φοβάσαι. Καθώς με την χάρη του Θεού πέρασαν οι προηγούμενοι, έτσι θα περάσουν και αυτοί, αφού κάνουν το έργο τους.
Φάρμακα είναι οι πειρασμοί και βότανα ιατρικά, που θεραπεύουν τα πάθη τα φανερά και τις αόρατες πληγές μας.
Έχε, λοιπόν, υπομονή για να κερδίζεις καθημερινά, να αποταμιεύεις μισθό, ανάπαυση και χαρά στην ουράνια Βασιλεία. Γιατί έρχεται νύχτα, δηλαδή ο θάνατος, που τότε κανείς πλέον δεν μπορεί να εργασθεί. Γι’ αυτό τρέξε. Είναι λίγος ο καιρός.
Γνώριζε δε και αυτό· ότι καλλίτερα είναι μια ημέρα ζωής γεμάτη νίκες με βραβεία και στεφάνια, παρά χρόνια πολλά και να ζεις με αμέλεια. Γιατί μιας ημέρας αγώνας με γνώση και αίσθηση ψυχής, ισχύει για πενήντα χρόνια κάποιου άλλου, χωρίς γνώση αλλά που αγωνίζεται με αμέλεια.
Χωρίς αγώνα και χωρίς να χύσεις αίμα μη περιμένεις να ελευθερωθείς από τα πάθη. Αγκάθια και τριβόλια φυτρώνει η γη μας μετά την παράβαση. Πήραμε εντολή για κάθαρση· αλλά με πόνο πολύ, με ματωμένα χέρια και με πολλούς αναστεναγμούς ξεριζώνονται. Κλάψε λοιπόν, χύσε δάκρυα ποταμούς και μαλακώνει η γη της καρδιάς σου. Και αφού το χώμα βραχεί, εύκολα ξεριζώνεις τα αγκάθια.

«Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας»
Έκδ. Ιεράς Μονής Φιλοθέου Αγίου Όρους

vimaorthodoxias.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

20 Μαρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

 

 

 

 

   Ο Θεός και ο άνθρωπος. Αυτές είναι οι δύο μοναδικές πραγματικότητες.
Ο Θεός ως αυτοΰπαρξη και ο άνθρωπος ως ύπαρξη κατά χάριν. Ο Θεός ως κατ’ ουσίαν Θεός και ο άνθρωπος ως κατά χάριν θεός. Ο Θεός ως ουσία άγνωστος και σχετικά γνωστός από τις ενέργειές του και ο άνθρωπος γνωστός κατά τις ενέργειές του και άγνωστος κατά τις δυνατότητές του. Ο Θεός έχει φυσικές όλες τις τελειότητες και υπερτελειότητες και ο άνθρωπος έχει κατά μετοχή και χάρη κάποιες θείες καταβολές αναλογικές και δυνατότητες ομοιώσεως με τον Θεόν. Είναι πλέον δεδομένο και αμετάβλητο το δημιουργικό πρόσταγμα του Θεού: ο άνθρωπος είναι πλασμένος
«κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού».
Ο άνθρωπος δεν είναι επομένως ένα ον αυθύπαρκτο, άσχετο, ανεξάρτητο, αυτόνομο. Είναι ένα ον λογικό που από τη φύση του ανήκει στον Θεόν, εξαρτάται από τον Θεόν, σχετίζεται με τον Θεόν, συγγενεύει με τον Θεόν. Οι «φυσικές» καταβολές του είναι τάξεως υπερφυσικής, λειτουργούν με αναφορά στον Θεόν. Κάθε παρέκκλιση, κάθε κίνηση του ανθρώπου να αυτονομηθή και να διακόψη τη σχέση του με τον πλάστη και πατέρα του, οδηγεί στην αποπλάνηση και παραμόρφωσή του. Γίνεται ένα τέρας, ένα ον αντινομικό και πλήρες από σύγχυση και δυστυχία.
Οι πρωτόπλαστοι εσάρκωσαν τη μεγαλύτερη δυνατή τελειότητα στις σχέσεις τους μεταξύ των και απέναντι του Θεού. Μέσα στην αναμαρτησία, πλέοντες στη χάρι τού Θεού και το άκτιστο φως, ζούσαν σε τελεία αρμονία με τη βούληση της πατρικής αγάπης, οδηγούμενοι σταδιακά στην κατά χάρη ομοίωσή τους με τον Θεόν. Όλο τους το είναι ήταν λουσμένο στην θεϊκή χάρη, ο νους ακτινοβόλος από την άκτιστη λάμψη, η καρδιά καθαρή, φλογερή από αγάπη, «πάσχουσα τα θεία» από την ερωτική σχέση της με τον επίσης ερωτικά διακείμενο και «εξιστάμενο» Θεόν.
Αυτή η αμοιβαία έλξη αγάπης και έρωτος μεταξύ Θεού και ανθρώπου, αποτελούσε την «κατά φύση» σχέση, που εξέφραζε και τον προορισμό τού ανθρώπου, που πλάστηκε για ευτυχία και θέωση. Υπό το πρίσμα αυτό θεωρούμενος ο άνθρωπος, αναδεικνύεται όντως ως ένας κατά χάριν Θεός «δόξη και τιμή εστεφανωμένος», ένας «εν σαρκί περιπολών θεός». Το δε πρωτόκτιστο κάλλος του, η λειτουργία των ψυχοδιανοητικών του δυνάμεων, το πνευματικό του ήθος, οι απαθείς σχέσεις του με τον σύντροφόν του, η στάση του απέναντι του κτιστού κόσμου και η ερωτική του φορά προς τον Θεόν και τις άκτιστες ενέργειές του, όλα αυτά αποτελούν τα μοναδικά και ιερά αρχέτυπα, πρότυπα και υποδείγματα μιμήσεως και οικειώσεως υπό των ανθρώπων.
  
   Ο άνθρωπος
- ως ελεύθερον ον - δελεασθείς απατήθηκε από τον «απ’ αρχής ανθρωποκτόνον»
Ολόκληρος ο άνθρωπος, η ψυχή και το σώμα, αρρώστησε βαρύτατα. Έγινε θνητός, εμπαθής, σκοτεινός. Διέστρεψε τις υιϊκές σχέσεις του με τον Θεόν. Έχασε την λάμψη τής χάριτος, ο νους έπαψε να βλέπη την δόξα τής θεότητος. Οι δυνάμεις τής ψυχής άλλαξαν ρυθμό. Το θυμικό έχασε την αρρενωπή κίνηση και αντί να στρέφεται με απαθή τρόπο κατά του κακού εστράφη κατά του ανθρώπου. Το επιθυμητικό, που ήταν στην διάθεση της αγάπης προς τον Θεόν και τον άνθρωπο, μετεβλήθη σε πηγή φιληδονίας. Και το λογιστικό, που λειτουργούσε μόνο με πνευματικές θεωρίες και προσευχές — αφού ο νους ήταν «Επόπτης της αισθητής κτίσεως και μύστης τής νοουμένης» — σκοτισμένο, θαμπό, τυφλό, υποκείμενο στις εμπαθείς υποβολές τού παθητικού μέρους τής ψυχής και στις απατηλές προσβολές τού διαβόλου, κατήντησε έρμαιο των παθών και των σατανικών φαντασιώσεων. Έτσι ο άνθρωπος, με αφώτιστη συνείδηση και νοσηρή ψυχική αίσθηση εξελάμβανε το κακό ως καλό, το πικρό ως γλυκύ, το ψεύτικο ως αληθινό και το δαιμονικό ως θείο. Και ενώ η ψυχή, διατηρούσα κάποια λείψανα της θείας ευγενείας της, ορμούσε από ορμέμφυτο για ό,τι καλό και αληθινό, συνελάμβανε στη σύγχυσή της τα είδωλά των, σκιές, φαντάσματα και εικόνες, όπου εκένωνε τον ακάθαρτο έρωτά της, εν αγνοία τής πλάνης της.

Μέσα σε αυτά τα χαλκεύματα πρέπει να ενταχθούν όλες οι προχριστιανικές θρησκείες και όλες οι φιλοσοφίες, εξαιρέσει της ιουδαϊκής, την οποία ως προτύπωση του χριστιανισμού απεκάλυψεν ο Θεός. Και οι διάφορες θρησκείες και οι ποικίλες φιλοσοφίες, ως αναζητήσεις, υπό των πρώτων, του Θεού, και υπό των δευτέρων, της αληθείας, αποτελούν μαρτυρίες ενός άλλου κόσμου, που εχάθη και αγωνιωδώς ερευνάται για την επανεύρεσή του. Εάν θ’ αναλύση κανείς την Ελληνική φιλοσοφία, θα ανακαλύψη το κάλλος, το φως, τις εφέσεις και τις θείες δράσεις τού απτώτου και απλού ανθρώπου σε μια θλιβερά αλλοιωμένη μορφή σαν μια χαμένη παλαιά ευγένεια, σαν ένα απολεσθέντα παράδεισο. Τί άλλο από αναζήτηση του Θεού, της αληθείας και της μακαριότητος που έχασεν ο άνθρωπος, είναι ο Πυθαγορισμός, ο Πλατωνισμός, ο Στωϊκισμός, ο Νεοπλατωνισμός, ο Αριστοτελισμός; Παντού κανείς ανακαλύπτει την δίψα τής ψυχής για τον Θεόν, για την ευτυχία, για την αλήθεια. Δίψα μόνο χωρίς την δυνατότητα ευρέσεως, αφού τα όργανα αναζητήσεως — οι ψυχικές δυνάμεις — έχουν υποστή διαστροφή και ο διάβολος εξουσιαστικά αποπλανούσε τον άνθρωπο. Γι’ αυτό όλες οι φιλοσοφίες περιέχουν στοιχεία αληθείας, αλλ’ όχι αυτή την αλήθεια. Περιέχουν τάσης μυστικές, αλλά μένουν στη δίψα, για να φανερώνεται, ότι κάποτε ο άνθρωπος ανεπαύετο στους κόλπους τού Θεού σε μια αλληλοπεριχώρηση αγάπης.

   Ο άνθρωπος ήταν αδύνατο να εύρη τον Θεόν. Γι’ αυτό και ο Θεός απεκαλύφθη στον άνθρωπο. Αλλά δεν έφθανε η φανέρωση. Χρειαζότανε και η πρόσληψη του αρρώστου ανθρώπου για να τον θεραπεύση και να τον θεώση. Γι’ αυτό και εσαρκώθη. Σάρκωση, Βάπτιση, Σταύρωση και Ανάσταση, επανέφεραν τον άνθρωπον στο «αρχαίον απλούν» στην προπτωτική κατάσταση. Η ψυχή καθαρίστηκε με το βάπτισμα, απόκτησε με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος την πνευματική δράση, την πνευματική γεύση και την πνευματική ακοή, δηλαδή την καθολική αίσθηση, με την οποία η ψυχή ειδοποιείται για την ποιότητα όσων προσπίπτουν στην αίσθησή της. Αλλά ενώ στην προπτωτική κατάσταση ο άνθρωπος είχε απλανή την αίσθηση για την διάκριση των ποιοτήτων και σταθερή, μετά την πτώση συμβαίνει το αντίθετο. Ούτε απλανής είναι η αίσθηση ούτε σταθερή. Έως ότου η ψυχή με πολλούς αγώνες και χρόνους αποκτήση το απλανές στη διάκριση και τη σταθερότητα, θα πλανάται πολύ ή λίγο και θα κυμαίνεται πολύ ή λίγο.
Έτσι βλέπουμε χριστιανούς που πίστεψαν και βαπτίστηκαν, να πλανώνται πολύ ή λίγο στην διάκριση των πνευματικών θεμάτων και να παρουσιάζουν την κύμανση μεταξύ καλού και κακού, ψεύτικου και αληθινού. Κι έτσι ο Χριστιανός, ενώ πιστεύει και προσέρχεται στον Χριστό που υπόσχεται: «Ος δ’ άν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα» (Ιωάν. δ’ 14), εν τούτοις και διψάει και ζητεί να ξεδιψάση σε θολές, αμαρτωλές και πολλές φορές καθ’ αυτό δαιμονικές πηγές, που θέλγουν τις αφώτιστες ψυχές.

Απ’ όσα ελέχθησαν προκύπτει, ότι ο πόθος τού ανθρώπου για αγάπη, ανάπαυση, ειρήνη, έχουν μεταφυσικά αίτια και μόνο στη μόνη μεταφυσική πηγή, στον Θεόν, είναι δυνατό το ξεδίψασμα της ψυχής. Αλλά για να προσπελάση κανείς στην πηγή, τον Θεόν, και «να μη διψήση εις τον αιώνα» πρέπει να προσέλθη με βαθειά ταπείνωση στον Χριστό, να τηρήση τις εντολές του, να αποβάλη τα πάθη, να μεταστοιχειώση τις δυνάμεις τής ψυχής προς το αγαθό, βοηθούμενος βέβαια από την χάρη τού Χριστού, για να αγαπήση τον Θεόν και τον άνθρωπο, να φωτισθή ο νους από τις άκτιστες ενέργειες τού Αγίου Πνεύματος, και να μεταμορφωθή ολόκληρος επί το θειότερο. Οπότε η ψυχή του θα «καταπαύση» εν τω Θεώ προ της μελλούσης μακαριότητος στην αιωνιότητα.
Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν αγώνα μακρό και έντονο σύμφωνα με την ασκητική και πνευματική παράδοση της Ορθοδοξίας. Και προς υποβοήθηση αυτού του αγώνος επενοήθη ο μοναχισμός, ο οποίος προσφέρει την αγιασμένη πείρα του, με την οποία ηγιάσθησαν και εθεώθησαν αναρίθμητα πλήθη χριστιανών. Χωρίς την παραδοσιακή οδό, χωρίς την «νόμιμη άθληση» η ψυχή ταλαιπωρείται μέσα στα πάθη της, μένει αλύτρωτη, δυστυχής και μέσα στο πνευματικό σκοτάδι της αναζητεί την λύτρωσή της εκεί που δεν υπάρχει. Κι έτσι πέφτει μέσα στις παγίδες τού σατανά, που είναι γνωστές από τα διάφορα ονόματά τους
μασωνισμόςρόταρυ, μαρξισμός, ανατολικές θρησκείες… που αιχμαλωτίζουν τον σύγχρονον άνθρωπον.

Περιοδικό “Ο Όσιος Γρηγόριος” τ. 2, 1977, ψηφιακή επεξεργασία “alopsis.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

11 Μαρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

 

 

  
   Αν βλέπεις με το νου σου δαιμόνια (λογισμούς κακίας, πονηρίας, εμπάθειας, αισχρότητας), ταπεινώσου και προσπάθησε να μη βλέπεις και τρέξε όσο πιο γρήγορα γίνεται στον πνευματικό σου γέροντα, στον οποίο παραδόθηκες. Πες του τα όλα, και τότε ο Κύριος θα σε ελεήσει και θα σωθείς από την πλάνη.
Αν, όμως, νομίζεις ότι εσύ γνωρίζεις περισσότερα για την πνευματική ζωή από τον πνευματικό και πάψεις να του λες τι σου συμβαίνει, εξαιτίας αυτής της υπερηφανείας, θα παραχωρηθεί αναπόφευκτα κάποιος πειρασμός, για να σε συνετίσει.
Πέφτουμε στην πλάνη, όταν νομίζουμε ότι είμαστε πιο φρόνιμοι και έμπειροι από τους άλλους, ακόμη και από τον πνευματικό μας πατέρα. Έτσι σκέφτηκα κι εγώ με την απειρία μου και γι’ αυτό υπέφερα. Κι ευχαριστώ από την καρδιά μου τον Θεό, γιατί με τον τρόπο αυτό με ταπείνωσε και με νουθέτησε και δεν απέσυρε το έλεός Του από μένα.
Και τώρα σκέφτομαι ότι, χωρίς εξομολόγηση στον πνευματικό δεν είναι δυνατόν να απαλλαγούμε από την πλάνη, γιατί στον πνευματικό έδωσε ο Θεός την χάρη του δεσμείν και λύειν.

Αρχιμανδρίτης Παύλος Παπαδόπουλος

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

1 Μαρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 Αρνούνταν να φύγει από τα Καρούλια, νήστευε και προσευχόταν συνεχώς!

 


Υπάρχουν πάρα πολλοί μοναχοί στο Άγιον Όρος, οι οποίοι με την αξιοθαύμαστη πίστη τους, την αγάπη τους για τον Θεό και τα χαρίσματα με τα οποία προικίστηκαν, άφησαν το στίγμα τους στη Αγιορείτικη Πολιτεία. Ένας από αυτούς είναι και ο Παρθένιος ιερομόναχος Καρουλιώτης (1881 – 1959), ο οποίος άφησε πίσω του την πριγκιπική καταγωγή του και έζησε στα απόκρημνα Καρούλια του Αγίου Όρους μέχρι που άφησε την τελευταία του πνοή. Έτρωγε ξηρά τροφή, νήστευε, προσευχόταν μέρα – νύχτα, είχε ως μοναδική του παρέα το κομποσχοίνι του και αρνούνταν να αφήσει το μικρό κελλί του στα Καρούλια. Ήταν τέτοια η αγάπη του και η πίστη του για τον Θεό, που λένε πως ακόμη και τα κουρελιασμένα ρούχα του δεν μύριζαν άσχημα, αλλά ευωδίαζαν.

Η επιστολή που τον συγκλόνισε

Πρόκειται για τον κατά κόσμον Παύλο Ιβανιώφ, από την Μόσχα, όπου γεννήθηκε το 1881.
Η καταγωγή του ήταν από πριγκιπική οικογένεια της Ρωσίας, την τσαρική δυναστεία των Ρομανώφ και λέγεται πως η κτηματική του περιουσία ήταν σε έκταση όση η Μακεδονία. Μόλις 18 ετών έφτασε να μονάσει στο Άγιον Όρος. Αρχικά πήγε στο Χιλανδαρινό κελλί του Αγίου Νικολάου, που το κατοικούσαν πολλοί Ρώσοι. Στο κελλί αυτό εκάρη μοναχός το 1906 και ασκήθηκε στην υπακοή, στην ταπείνωση και στην εξουθένωση της κοινοβιακής ζωής.
Αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Μάλιστα, λόγω της μόρφωσής του τον έθεσαν στη γραμματεία του κελλιού και είχε μεγάλη αλληλογραφία.

Μία ημέρα, μεταξύ των επιστολών που έλαβε ήταν και μίας γυναίκας, η οποία έγραφε πως πληροφορήθηκε για την ανοικοδόμηση ναού και έστειλε λίγα χρήματα, γιατί ήταν φτωχή.
Μάλιστα, όπως έγραφε, και αυτά τα λίγα χρήματα τα εξοικονόμησε, κόβοντας τις κοτσίδες των μαλλιών της και πουλώντας τες στις αρχόντισσες, που τα φορούσαν, κατά την μόδα της εποχής, στις δεξιώσεις.
Το γεγονός αυτό τον συγκλόνισε και τον έκανε ν’ αναχωρήσει για τα φρικτά Καρούλια. Λίγο προ του τέλους του έλεγε σ’ έναν μοναχό πως συγκλονίσθηκε από εκείνη την επιστολή. «Μία γυναίκα έκοψε και πούλησε τα μαλλιά της κι έστειλε από το υστέρημά της κι εκείνος να κάθεται στην πολυθρόνα, να πίνει τσάι, να τρώει καλά και να έχει όλες τις ανέσεις;».

Ο πρίγκιπας που αγάπησε τα Καρούλια

Έτσι, αποφάσισε να πάει στα απόκρημνα Καρούλια, να υποφέρει για την αγάπη του Εσταυρωμένου Χριστού, για την σωτηρία της αθάνατης ψυχής του. Περί το 1920 πήγε και κατοίκησε στην Καλύβη του Αγίου Ιννοκεντίου στα Καρούλια. Ο διακαής πόθος της ησυχίας τον οδήγησε εκεί. Έδειξε τέλεια αυταπάρνηση και μεγάλη αγάπη προς όλους τους συνασκητές του, τους οποίους έβλεπε ως επίγειους αγίους αγγέλους του Θεού. Βοηθούσε όλους όσους μπορούσε. Δεν άφηνε κανέναν να εισέλθει στο κελλί του, για να μη δει που κοιμόταν. Για στρώμα είχε ένα τρίχινο σάισμα και για προσκέφαλο ένα κούτσουρο. Δεν μαγείρευε και αρκείτο συνήθως σε ξηρά τροφή. Τον χειμώνα δεν άναβε φωτιά για να ζεσταθεί. Το κουρελιασμένο ζωστικό του δεν μύριζε άσχημα, μα μάλλον ευωδίαζε. Λέγεται από πολλούς, που τον γνώρισαν, πως τον κοσμούσε το προορατικό χάρισμα. Το κομποσχοίνι ήταν πάντοτε στο χέρι του και η ευχή του Ιησού στο στόμα του.
Πολλοί, πολλές φορές τον κάλεσαν στον κόσμο, αλλά ποτέ δεν άφησε τα Καρούλια.

Είχε μία βιβλική μορφή, που τον έκανε σεβάσμιο. Μόνη η όψη του φανέρωνε την ευγενική καταγωγή του. Τον έβλεπες και σου προκαλούσε δέος, σεβασμό και αγάπη. Ήταν σεβαστός και αγαπητός από όλους. Έλεγε ο μοναχός Δανιήλ, της αδελφότητος των Δανιηλαίων, ότι έβαζε στο λίγο χώμα, που εκεί είχε κάτι πατατούλες και δεν τις έτρωγε. Τις έδινε και αυτές ευλογία σε άλλους με χαρά. Η ασκητική ζωή του συγκινούσε τους πάντες. Το πριγκιπόπουλο για την αγάπη του Χριστού έγινε φτωχός, ερημίτης, σπηλαιώτης, Καρουλιώτης.
Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 11.1.1959, για ν’ απολαμβάνει αιώνια, στην ατελεύτητη Ουράνια Βασιλεία την θεσπέσια θέα του Θεού. Την εκδημία του την είχε προαισθανθεί και την προείπε.

romioitispolis.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης