Η Πλατυτέρα των Ουρανών

9 Μαϊ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

Πρωτοπρεσβύτερος Άγγελος Αγγελακόπουλος

  Επίκαιρες διδαχές και νουθεσίες σε σύγχρονα εκκλησιατικά και εθνικά θέματα

 

1. Σύντομος βίος Γέροντος Βασιλείου

Ὁ Γέρων Βασίλειος ὁ Καυσοκαλυβίτης γεννήθηκε στήν Κρήτη τό 1922, ἀλλά μεγάλωσε στήν Κόρινθο. Σέ ἡλικία δεκαπέντε ἐτῶν ἐγκαταστάθηκαν οἰκογενειακῶς στό Λουτράκι.  Ἐκεῖ δούλευε ὡς καροποιός μέ τήν τέχνη τοῦ ροδᾶ στό ἐργαστήριο τοῦ πατέρα του. Γράμματα πολλά δέν γνώριζε. Εἶχε, ὅμως, μεγάλη ἐπιθυμία ἀπό μικρός νά γνωρίσει τά γράμματα τοῦ Θεοῦ, γι' αὐτό εἶχε τάξει ἀπό μικρός νά γίνει μοναχός. Ἡ κλήση του αὐτή ἦταν τόσο ἐμφανής, ὥστε οἱ συγγενεῖς καί οἱ συμμαθητές του ἀπό πολύ μικρό τόν ἀποκαλοῦσαν «ὁ καλόγερος». Ξεχώριζε ἀπό τά ἄλλα παιδιά τῆς ἡλικίας του. Στό σχολεῖο ἤ στό σπίτι προτιμοῦσε νά ἀγιογραφεῖ, ἀντί νά παίζει, ὅπως ἔκαναν ὅλα τά παιδιά.     

Ἄν καί εἶχε μεγάλο πόθο νά γίνει μοναχός, βρέθηκε σέ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν παντρεμένος μέ μιά συνομήλικη κοπέλα ἀπό τό Λουτράκι. Μέσα στή φτώχεια μεγαλώσανε καί τά τέσσερα παιδιά τους. Ἐνῶ ἡ Ἑλλάδα βρισκόταν σέ ἐμπόλεμη κατάσταση, πατέρας δύο παιδιῶν πλέον, ὑπηρέτησε στόν Ἑλληνικό Στρατό. Μετά ἀπό πέντε χρόνια ἐπέστρεψε στό Λουτράκι, ὅπου ἐργάστηκε ὡς καροποιός ἀρχικά, κι ἔπειτα ὡς μαραγκός. Οἱ δυσκολίες τῆς ζωῆς ἐνίσχυαν τήν πίστη του καί τίς ἀντιμετώπιζε πάντα μέ προσευχή. Ἰδιαίτερα εὐλαβοῦνταν τήν Παναγία μας.

Ὅταν ἔφυγε ἀπό τήν ζωή ἡ σύζυγός του, ἐκεῖνος ἔφυγε γιά τό Ἅγιον Ὄρος. Δέν παρέλειψε προηγουμένως νά τακτοποιήσει καί τά τέσσερα παιδιά του. Στό Ἅγιον Ὄρος δέν κάθισε πολύ.  Πῆρε τήν καλύβη του καί μετά πῆγε στά Ἱεροσόλυμα, στόν Πανάγιο Τάφο. Ἐκεῖ τόν χειροθετήσανε κι ἔλαβε τό μικρό ἀγγελικό σχῆμα.
Προηγουμένως, τόν εἶχε χειροθετήσει ἀναγνώστη καί τοῦ διάβασε τήν ρασοευχή ὁ πατήρ Χρυσόστομος ὁ Γρηγοριάτης στόν Ναό, πού ὁ Γέρων εἶχε χτίσει στά Κοιμητήρια τοῦ Λουτρακίου. Ὁ συγκεκριμένος Ναός εἶναι ἀφιερωμένος στήν Παναγία τήν Μυρτιδιώτισσα καί στόν Ἅγιο Θεόδωρο τόν Στρατηλάτη. Ἀναγνώστη τόν χειροθέτησε καί ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Κορίνθου κυρός Παντελεήμων.
Μετά ἀπό πέντε χρόνια διακονίας στόν Πανάγιο Τάφο, γύρισε στό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκάρη μεγαλόσχημος μοναχός. Ἀνάδοχο εἶχε τόν γέροντα Λουκᾶ. Στό  Ἅγιον Ὄρος, μέχρι νά  ἑτοιμαστεῖ τό κελί του, ἔμενε γιά ἕνα διάστημα μέσα σέ σπήλαιο.
Ἐκεῖ, μέ αὐστηρή νηστεία καί ἀδιάλειπτη προσευχή, μακρυά ἀπό τίς συνήθεις μέριμνες τῆς καλύβης, ζοῦσε μέ ἀπόλυτη προσευχή καί προσήλωση στόν Θεό.
Ἀπό τήν σπηλιά ἔφυγε, ὅταν ἑτοιμάστηκε ἡ καλύβη του στά Καυσοκαλύβια. Τό 1987 στάλθηκε ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος στό μοναστήρι τῆς Κλεισούρας στήν Καστοριά. Ἡ διακονία του ἐκεῖ ἦταν ὑποδειγματική καί ἀπολάμβανε τῆς ἀπόλυτης ἐμπιστοσύνης τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτη Καστοριᾶς κυροῦ Γρηγορίου. Κατά τήν ἐκεῖ παραμονή του ἔγιναν καί κάποια θαύματα στόν χῶρο τοῦ μοναστηριοῦ. Ἔπειτα, ἐπέστρεψε καί πάλι στήν καλύβη του στό Ἅγιον Ὄρος, ἀπ΄ ὅπου, ἐξαιτίας τῆς ἐπιβαρυνθείσης ὑγείας του,  ἀνεχώρησε ὁριστικά τό 2007.
Πλέον φιλοξενοῦνταν ἀπό μία οἰκογένεια στά Πεῦκα Θεσσαλονίκης.
Ἔξω ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος, στόν κόσμο πλέον καί σέ προχωρημένη ἡλικία, ὁ Γέρων Βασίλειος διακονοῦσε τόν κόσμο μέσα ἀπό τήν διαρκή διδασκαλία τοῦ Θείου λόγου. Διακρινόταν γιά τήν ταπείνωση, τήν καρτερία του, τό ἀσκητικό του πνεῦμα καί τήν ἀνεξάντλητη, χριστιανική ἀγάπη του. Ἀγαποῦσε πολύ νά χτίζει Ναούς καί μέχρι τήν κοίμησή του ἔχτισε συνολικά ὀκτώ. Τήν 18
η Ὀκτωβρίου 2015 ὁ Γέρων Βασίλειος ἀπεδήμησε εἷς Κύριον. Τάφηκε, κατ΄ ἐπιθυμία του, στό Παλαιόκαστρο Κοζάνης, στόν τόπο, ὅπου θεμελιώθηκε ὁ τελευταῖος του Ναός. Ὁ τάφος του βρίσκεται στόν περίβολο τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ Προφήτου Ἠλιού τοῦ νεκροταφείου [1].
Οἱ διδαχές καί οἱ νουθεσίες τοῦ Γέροντος Βασιλείου ἔχουν καταγραφεῖ σέ δύο τόμους ἀπό τίς ἐκδόσεις 
«Ἀγαθός Λόγος» (Ἀθήνα, 2018 - 2019).
Ἐπειδή ἀρκετές ἀπό αὐτές ἀναφέρονται σέ σύγχρονα ἐκκλησιαστικά θέματα δογματικοῦ χαρακτῆρος, καί ἄλλες σέ σημερινά τεκταινόμενα στόν κόσμο καί στή Χώρα μας, γι’αὐτό κρίναμε ὀρθό νά τίς παραθέσουμε στό παρόν κείμενο.

2. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τόν αἱρεσιάρχη Πάπα: Κόρακας, πού μεταμορφώνεται σέ ἥμερο περιστέρι

«Ἐσεῖς νά μήν ξεχνᾶτε ὅτι ὁ Πάπας εἶναι ὁ πρόδρομος τοῦ ἀντιχρίστου. Θά δεῖτε πῶς θά ἔλθει σάν λευκή ἀθώα περιστερά καί, προσποιούμενος, θά κερδίσει τήν ἐμπιστοσύνη τους. Θά ἔλθει μαζί μέ  ἄλλους κόρακες. Θά μποῦν στά σπίτια μας. Θά τούς ἐμπιστευθοῦμε καί, ἀφοῦ μᾶς κερδίσουν, τότε θά δείξουν τό ἀληθινό πρόσωπο τοῦ κόρακα καί θά μᾶς ξεσχίσουν, γιά νά φᾶνε τίς σάρκες μας. Νά μήν τούς ἐμπιστευθοῦμε. Σήμερα οἱ περισσότεροι Ἱεράρχες μας προτιμοῦν νά ἀξιοποιήσουν τά φθαρτά καί τά ἄφθαρτα, τά ὠφέλιμα τά ρίχνουν στόν κάλαθο τῶν ἀχρήστων. Καλό εἶναι νά εἴμαστε δεῖκτες τῆς ἀληθείας καί νά μήν ἐπιδεικνύουμε συμπάθεια πρός τό κακό» [2].

«Τὸ κακὸ θὰ ἔρθει ἀπὸ τὴ Δύση καὶ γρήγορα. Θὰ δεῖτε πὼς θὰ κυριαρχήσουν οἱ ἀλλόθρησκοι. Θὰ φτιάξουν σημεῖα καὶ τέρατα οἱ αἱρέσεις. Θὰ δεῖτε πὼς τἄχιστα ὁ κόρακας θὰ γίνει περιστέρι ἥμερο. Οἱ Χριστιανοὶ θὰ ἀνοίξουν τὶς πόρτες τῶν σπιτιῶν τους, ἀφοῦ θὰ τὸ δοῦν ἥμερο, καὶ θὰ τὸ καλοδεχτοῦν. Τὸ περιστέρι αὐτὸ θὰ τοὺς ξεγελάσει. Θὰ τοὺς πάρει μὲ τὸ μέρος του. Κι ἀφοῦ τοὺς πάρει μὲ τὸ μέρος του καὶ τοὺς κοροϊδέψει, τότε καὶ πάλι θὰ πάρει τὴ μορφὴ τοῦ κόρακα. Μάλιστα θὰ σπεύσει νὰ φέρει καὶ τοὺς ἄλλους κόρακες, γιὰ νὰ φωλιάσουν στὰ σπίτια τῶν χριστιανῶν, σὲ κάθε σπίτι, σ’ ὅλα τὰ σπίτια ποὺ θὰ τὸν δεχθοῦν» [3].
«Ἀκοῦστε προσεκτικά, παιδιά μου. Ἐδῶ καὶ λίγα χρόνια, δυστυχῶς, ἔχουμε ἀνοίξει ὡς χώρα παράθυρο, τί λέγω παράθυρο, ὁλάκερη τὴν κεντρικὴ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μας στὸν κόρακα, δηλαδὴ τὸν Πάπα. Πολιτικοὶ καὶ ἐκκλησιαστικοὶ προύχοντες ἔτρεξαν νὰ τὸν προσκυνήσουν, εἴτε ἐδῶ, ποὺ ἦρθε καὶ θὰ ξανάρθει, εἴτε στὸν οἶκο του, στὸ Βατικανό.
Βλέπεις ἔχει καὶ διακινεῖ τὸ χρῆμα καὶ τὶς γνωριμίες τῆς ἐξουσίας. Ἄσχημο πράγμα ὁ Μαμωνᾶς. Ἀπὸ τὴ στιγμή, ποὺ τὸν προσκυνήσεις, σὲ κυριεύει. Αὐτὸς ὁ κόρακας, δηλαδὴ ὁ Πάπας, παιδιά μου, θὰ γίνει περιστερὰ καὶ θὰ καταφέρει νὰ εἰσέλθει σὲ πολλοὺς οἴκους τῶν χριστιανῶν. Δὲν εἶχε ἄδικο ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὅταν βροντοφώναζε καὶ προέτρεπε τοὺς χριστιανούς, λέγοντας˙ 
«Τὸν Πάπα νὰ καταρᾶστε, γιατί αὐτὸς θὰ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ…» [4]!
«Ἀκοῦστε παιδιά μου. Ὅταν δεῖτε αὐτὸ τὸ δέντρο καὶ ἀνθίσει πρόσκαιρα, τότε περιμένετε τὸ ἄλφα σημεῖο. 
Τότε θὰ δεῖτε τοὺς κόρακες καὶ τοὺς γλάρους νὰ κατασπαράζουν τὰ περιστέρια. (Αὐτὸ ἔγινε λίγες ἑβδομάδες μετὰ τὴν ἀνάληψη τῆς ἐξουσίας στὸ Βατικανὸ ἀπὸ τὸν νῦν Πάπα Φραγκῖσκο, ὅταν ἕνα κοράκι ἐπιτέθηκε καὶ σκότωσε ἕνα ἐκ τῶν δύο περιστεριῶν, ποὺ ἐλευθέρωσε ὁ Πάπας, καὶ τὴν ἴδια στιγμή, ταυτόχρονα δηλαδή, ἕνας γλάρος σκότωσε τὸ δεύτερο περιστέρι. Ὅλοι τότε μίλησαν γιὰ σημάδι τοῦ οὐρανοῦ). Τότε θὰ ἀρχίσει ὁ κόρακας νὰ ὀρέγεται διακαῶς τὴν Ορθόδοξην ἀνατολήν. Προσέχετε καὶ προσεύχεστε. Διότι, θέλουν νὰ σᾶς πλησιάσουν προβατόσχημοι λύκοι, γιὰ νὰ σᾶς πάρουν μὲ τὸ μέρος τους. Οὐαὶ-οὐαὶ καὶ ἀλοίμονο εἰς τοὺς πιστεύοντας εἰς αὐτὸν τὸν κόρακα. Ὅλα ὅσα ἀκούσατε τὰ πάντα θὰ γίνουν.

Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς προσευχῆς του ἕνας νηστευτὴς μοναχὸς ἄκουσε φωνὴ Κυρίου ἐξ οὐρανοῦ λέγουσα: «Εἶπον γὰρ καὶ λέγω σοι ἑτέραν φοράν˙ λάλησον εἰς τὸ ποίμνιον, ὃ ἤκουσας. Λέγω σοι ἑτέραν φοράν˙ ὁ κόραξ θέλει γίνει περιστερά, πολὺ ὡραία, πολὺ ὡραία περιστερά, ἥμερος, ἵνα ξεγελάσει τοὺς ἀνθρώπους, ἵνα τὴν ἀποδεχθοῦν εἰς τὰς οἰκίας αὐτῶν. Ἀκούσωσιν τὰς διδαχάς αὐτῆς τῆς περιστερᾶς, τὰ κελαηδήματά της. Θὰ τὴν περιποιηθοῦν πλήρως! Τόσον πολὺ αὕτη ἡ περιστερὰ θὰ τοὺς γοητεύσει. Αὔθις τοὺς κερδίσει, αὐτομάτως σπεύδει, φέρει κι ἄλλους κόρακας, ἵνα καταβροχθήσωσι τὰς σάρκας αὐτῶν.

Προσέχετε˙ προσεύχεστε˙ λάλησον, ἃ εἶδες, ἃ ἤκουσες. Δίδαξον τὸ ποίμνιον, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, εἰς τὴν εὐθείαν ὁδόν, τὴν λευκὴν ὁδὸν τῆς σωτηρίας. Στενὴ μέν, ἀλλὰ πλουσία. Στενὴ μέν, ἀλλὰ σωτήριος. Διὰ τῆς στενῆς ὁδοῦ πάντες σωθήσονται» [5].

3. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο καί τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο

«Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον μας ἐκτίει ποινὴ αἰώνων, ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὸ ἀπαράδεκτο ἄνοιγμά του στὸν παπισμό, πρὶν τὸ σκλαβώσουν οἱ Ὀθωμανοί, τότε μὲ τὸν Ἅγιο Μάρκο τὸν Εὐγενικό, πού εὐτυχῶς ἀντιστάθηκε καί κράτησε ἀναμμένη τή δάδα τῆς ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας. Ὁ καλὸς Θεὸς τὸ ἐλευθέρωσε γιὰ λίγο πρὶν τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφή, ἀλλά, δυστυχῶς, καὶ οἱ τότε ἐπικεφαλῆς τοῦ θρόνου τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα δὲν ἐξέλαβαν τὴ χάρη γιὰ τὸ ὑπόλοιπο τῆς ποινῆς, ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεός, καὶ ἀσχολοῦνταν πάλι μὲ τὴ Δύση, μὲ τὴν ὁποία εἶχαν καί ἐμμένουν νά ἔχουν σούρτα-φέρτα. Καὶ τότε ὁ Θεὸς ζήτησε νὰ συνεχιστεῖ ἡ ποινή, μέχρις ὅτου ἔρθει ἡ μετάνοια. Κρίμα καὶ πάλι κρίμα! Ἂν καὶ ὁ Θεὸς προίκισε τὸν νῦν Οἰκουμενικό μας Πατριάρχη Βαρθολομαῖο μὲ πολλὰ χαρίσματα, αὐτὸς δυστυχῶς δὲν τὰ ἀξιοποιεῖ γιὰ τὴ δόξα τοῦ Τριαδικοῦ καὶ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἐμμένει σὲ πάγιες τακτικὲς τῶν προκατόχων του, οἱ ὁποῖοι ἦταν ἁλυσοδεμένοι ἀπὸ τὴν βδελυρὴ Μασονία. Νὰ προσευχηθοῦμε ὅλοι ὁ νῦν Οἰκουμενικός μας Πατριάρχης νὰ στρέψει τὴν καρδιά του στὸν Θεὸ καὶ νὰ γυρίσει τὴν πλάτη του στὴ Δύση. Νὰ καταλάβει ὅτι ἀπὸ τὴ Δύση μόνο μαῦρα σύννεφα ἔρχονται καὶ δὲν θὰ βρεῖ κανένα καλό. Νὰ προσευχόμαστε γι’ αὐτόν, γιά νὰ καταγραφεῖ ὡς Πατριάρχης, ποὺ θὰ δεῖ ἐλευθερωμένο τὸν θρόνο του ἀπὸ τὴν Ὀθωμανικὴ καὶ κάθε ἄλλη φανερή καί ἀφανή αἰχμαλωσίαν ποὺ ἔχουν ἐπιβληθεῖ ἀπὸ πνευματικοὺς νόμους ὡς ποινές. Αὐτὸ προσμένει ὁ οὐρανὸς καὶ οἱ ἅγιοί μας. Ὁ Θεὸς εἶναι δίκαιος. Θὰ φθάσει σύντομα ὁ καιρὸς ποὺ στὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον μας θὰ συνειδητοποιήσουν ὅτι τὴν πραγματικὴ ἀσφάλεια δὲν τὴν ἐγγυῶνται τὰ ταγκαλάκια τῆς Δύσεως, ἀλλὰ ὁ Κύριός μας, ὁ γλυκύτατος Ἰησοῦς Χριστός. Νὰ προσεύχεστε γιὰ τὸν Βαρθολομαῖο μας νὰ τὸν φωτίσει ὁ Θεός, ἔτσι ὥστε νὰ ἑνώσει καὶ ὄχι νὰ διχάσει τὸ χριστεπώνυμον ποίμνιον. Νὰ γνωρίζετε πάντως ὅτι εἶναι θέλημα Θεοῦ ὁ θρόνος τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα νὰ ἐπανέλθει σύντομα στὰ χέρια τῶν Ρωμιῶν. Μακάρι νὰ εἶναι ὁ Βαρθολομαῖος τότε Πατριάρχης. Ἐσεῖς θὰ τὸ ζήσετε. Θὰ τὸ δεῖτε» [6].

4. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τόν Ἀρχιεπίσκοπο κυρό Χριστόδουλο καί τίς σχέσεις του μέ τόν Πάπα

«Ὁ μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος καθιέρωσε ἕνα ἀλισβερίσι τῆς Ἐκκλησίας μας μέ τόν πρόδρομο τοῦ Ἀντιχρίστου, τόν Πάπα. Τό πλήρωσε φρικτά ὁ ἴδιος. Τό πλήρωσαν καί θά τό πληρώσουν κι ἄλλοι, πού συμμετεῖχαν ἐνεργά σ'αὐτό. Νά προσευχόμαστε γι'αὐτόν. Δυστυχῶς, αὐτό τό ἀλισβερίσι δίδει τό δικαίωμα στόν διάολο νά ἁλωνίζει στόν εὐλογημένο αὐτό τόπο» [7].

«Ἄχ, παιδιά μου, ἕνα θὰ σᾶς πῶ! Ἐὰν ὁ μακαριστὸς Χριστόδουλος εἶχε γυρίσει τὴν πλάτη στὸν Πάπα, ὁ Θεὸς δὲν θὰ τὸν ἔπαιρνε τόσο πρόωρα. Ἀκόμα θὰ ζοῦσε. Τὰ ὅποια ἀνθρώπινα λάθη ὁ Θεὸς τὰ συγχωρεῖ. Τὰ λάθη, ὅμως, ποὺ ἐγκυμονοῦν κινδύνους γιὰ τὴν πίστη μας, εἶναι ἀσυγχώρητα. Νὰ, ὁ μακαριστὸς Σεραφεὶμ δὲν εἶχε οὔτε τὴν μόρφωση οὔτε τὰ χαρίσματα τοῦ Χριστοδούλου, ἀλλὰ ἦταν ἁγνός. Ἄφησε τὴν καρδιά του νὰ μιλήσει κι εἶπε ἀλήθειες, ποὺ τοῦ ἄνοιξαν τὴν πόρτα τοῦ Παραδείσου. «Εἶναι τὸ Βατικανὸ Ἐκκλησία»; εἶχε κάποτε πεῖ στὴν Ἱεραρχία! Καὶ δὲν ἀρκέστηκε μόνο στὸ νὰ ἀμφισβητήσει εὐθέως τοὺς Λατίνους, ἀλλὰ εἶχε ἀπαγορεύσει στὸν Πάπα νὰ ἔρθει στὴν Ἑλλάδα. Ὁ μακαριστὸς Ἐπίσκοπος Σιατίστης Ἀντώνιος εἶδε μετὰ τὴν κοίμησή του μὲ ὁλόλευκη στολὴ τὸν μακαριστό Σεραφεὶμ νὰ λειτουργεῖ στὸ οὐράνιο θυσιαστήριο καὶ μοῦ ἐκμυστηρεύτηκε ὅσα τώρα σᾶς λέγω. Ὁ Κύριος προειδοποίησε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, μέσῳ τοῦ αἰφνιδίου θανάτου τοῦ Κερκύρας Τιμοθέου, τὸ βράδυ τῆς ἐπιστροφῆς του ἀπὸ τὸ Βατικανὸ, ἀλλὰ τὸ μήνυμα τότε δὲν τὸ κατανόησε… Κατά τόν ἴδιο τρόπο δέν κατανόησε κι ἄλλα μηνύματα, πού τοῦ ἔστειλε πρίν καί μετά τήν ἐκδήλωση τῆς ἀσθενείας του» [8].

«Σταθεροποιῆστε τήν πίστη σας στήν ἁγνή Ὀρθοδοξία, πιστεύετε μέ καθαρή τήν καρδία καί ὄχι ἀναμεμειγμένοι μετά τῶν αἱρετικῶν, μετά τοῦ προδρόμου τοῦ ἀντιχρίστου» [9].

5. Προόραση Γέροντος Βασιλείου τό 2011 γιά τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης

«Ἐκ Δυσμῶν θά ἔλθει τό κακό καί ἐκ τῆς Κρήτης θά ξεκινήσει. Ναί, τεσσαράκοντα καί δύο ἡμέρες, ναί παιδιά μου, λέγω αὐτά θά γίνουν σαράντα καί δύο ἡμέρες μετά τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας. Μέσα σέ ὀκτώ ἡμέρες ἀπό τότε θά γίνουν πολλά, τά ὁποία θά ἀποτελέσουν καί τήν αἰτία, γιά νά στείλει ὁ Κύριός μας πολλές δοκιμασίες, προκειμένου νά δεῖ, ἄν θά ἄρουν τάς κακάς βουλάς των. Ἐπίσκοποι βούλονται ἐκ τῆς Κρήτης τό κακόν, κακόν θέλουσι καί λάβουν. Θεέ μου, μή γένοιτο! Πῶ-πῶ! Τί φρικτό τέλος θά ἔχουν! Θεέ μου μή γένοιτο! Οὗτοι (οἱ Ἐπίσκοποι) πορεύονται πρός τόν Κύριό μας κακῶς καί διεστραμμένως. Κι Ἐκεῖνος θά φανεῖ πρός αὐτούς μέ ὀργή καί ἀγανάκτηση. Ὅποιος θέλει νά σωθεῖ, παιδιά μου, ἔρχεται σέ μετάνοια. Κι ὅποιος δέν θέλει νά σωθεῖ, ἀγκαλιάζει τήν κακογνωσία καί τήν κακογνώμονα θέλησή του. Διά τῆς μετανοίας ὁ ἁμαρτωλός θά σωθεῖ, ἐνῶ ὁ ἀμετανόητος ὄχι. Μετανοεῖτε, μετανοεῖτε καί προσεύχεσθε. Τό τέλος εἶναι ἐγγύς. Οἱ ἀναστάντες πορεύονται ἐν τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ καί γνωρίζουν ὅτι ὁ Κύριος γνωρίζει τά πάντα, βλέπει τά πάντα.

Μή γελιέστε! Συνέλθετε, ἔλθετε εἰς τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας.
«Μετανοεῖτε καί προσεύχεσθε, παιδιά μου, ὥστε νά μήν χάσετε, νά μήν σᾶς ἐγκαταλείψει ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου μας. Ἔρχονται πολλά δεινά στήν Ἐκκλησία μας. Θά δοκιμασθοῦμε πολύ». «Ἀνώτατος ρασοφόρος θά κηρύξει καινούργια θρησκεία, ξένη μέ τήν Ὀρθοδοξία» [10].

6. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τούς προδίδοντας τήν Ὀρθοδοξίαν

«Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο εἰς τοὺς ἀπιστοῦντας, οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο εἰς τοὺς προδίδοντας τὴν Ὀρθοδοξίαν. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονο εἰς τοὺς βλασφημοῦντες. Θέλουν νὰ δοῦν αὐτοὶ οἱ βλασφημοῦντες, οἱ προδίδοντες τὴν Ὀρθοδοξίαν, θέλουν νὰ δοῦν πλείονες ἀσθένειες, ὅτι οὗτοι οὐκ ἠθέλησαν νὰ ἀσπαστοῦν τὴν μετάνοια. Μακάριοι οἱ μετανοοῦντες, ὅτι αὐτοὶ θέλουν κληρονομήσωσιν τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν. Μακάριοι οἱ πιστεύσαντες. Οὐκ εἶδον˙ οὐκ ἔχουσι ὀφθαλμοὺς οἱ προδίδοντες τὴν Ὀρθοδοξίαν, γιὰ νὰ δοῦν τί ποιοῦν, τί κάνουν. Ἐθελουσίως βαδίζουν εἰς τὰς ἀνομίας˙ ἐθελουσίως βλασφημοῦν˙ ἐθελουσίως ἔσονται δοῦλοι τοῦ διαβόλου. Ὦτα ἔχουσι καὶ οὐκ ἀκούωσι˙ ὀφθαλμοὺς ἔχουν καὶ οὐ ὄψονται. Ὢ ἁμαρτωλέ! στρέψε τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ δὲς τὸ φῶς τὸ ἀληθινό˙ φεῦ ἐκ τοῦ σκότους˙ δὲν βλέπεις ποῦ βαδίζεις; Σὺ δὲ ζητεῖς τὴν ὁδὸν τῆς ἀπωλείας, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὸ σκότος. Αὐτός, ποὺ ἐπιδιώκει νὰ δεῖ τὸ σκότος, ποιεῖ τὸ θέλημα τοῦ Μαμωνᾶ, γίνεται δοῦλος αὐτοῦ» [11].

7. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τούς Ναούς, τούς Ἱερεῖς, τήν Θεία Κοινωνία καί τούς Ὀρθοδόξους

«Θά σφραγίσουν ἐκκλησίες καί θά τίς κάνουν ἀποθῆκες μέ τρόφιμα, δῆθεν γιά νά βοηθοῦν κόσμο. Θά ἀπαγορεύουν στούς ἱερεῖς νά φοροῦν καί νά κυκλοφοροῦν μέ ράσα. Θά τούς ξυρίσουν καί ὅσοι δέν ὑπακούουν, θά διώκονται. Ἡ Θεία Κοινωνία θά γίνει σέ στερεά μορφή καί σφραγισμένη, δῆθεν γιά νά μήν κολλᾶνε ἀρρώστειες οἱ πιστοί» [12] «Πολλοί ἐκ τῶν πιστευόντων στόν ἀληθινό Θεό θά διωχθοῦν, θά ραπιστοῦν, θά τραυματιστοῦν βαρέως, θά θανατωθοῦν, ὅμως θά δικαιωθοῦν» [13].
«Θά βλέπουμε στήν Ἀθήνα καί τήν Θεσσαλονίκη κυρίως νά γίνονται παπικές λειτουργίες. Θά ὑποχρεώνουν τούς ἱερεῖς μας νά συμμετέχουν καί ὅποιος δέν θά πηγαίνει, θά τοῦ κόβουν τόν μισθό» [14].

8. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τά τεκταινόμενα στόν κόσμο καί τήν Ἑλλάδα

Ὁ Γέρων Εὐσέβιος, πού ζοῦσε στά Κατουνάκια στό Ἅγιον Ὄρος, ἔστειλε τόν ὑποτακτικό του, μοναχό Ἰωάννη, στόν Γέροντα Βασίλειο, γιά νά τοῦ μεταφέρει τά ἑξῆς: «Πὲς εἰς αὐτούς, ποὺ ἀνησυχοῦν, ὅτι τὸ τέλος ἐγγίζει! Ναί, θέλει διεξαχθεῖ πόλεμος εἰς γειτονικὰ κράτη, καὶ ἐντός τῆς χώρας θὰ διεξαχθοῦν διαταραχὲς (ἐμφύλιος). Πολλοὶ ἀκόμη θέλουν νὰ διασαλέψουν τὴν Ἐκκλησίαν˙ οὗτοι κακῶς σκεπτόμενοι, θὰ εὕρουν ὅ,τι τοὺς χρειάζεται. Ἐσύ, Βασίλειε, μὴ λυπᾶσαι˙ μᾶλλον πρόσεχε καὶ προσεύχου, ἵνα ἀπομακρύνουν τὰς κακάς των ἰδέας-ἐπιχειρήσεις κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ὅσοι ἀπέσυραν τὸν σταυρὸν ἀπὸ τοὺς οἴκους τους, θὰ δοῦν τὸν σταυρὸν τοῦ Κυρίου μας  ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ θὰ τρέμουν ὡς τὰ φύλλα τοῦ δέντρου, ἱκετεύοντας γιὰ σωτηρία, ποὺ πλέον δὲν θὰ ἔχουν. Σύ, Βασίλειε, δίδαξον τὸ ποίμνιο, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, νὰ δώσει μεγάλη προσοχή, ἄκρα σεβασμό, εἰς τὸν σταυρὸν καὶ εἰς τὰς ἱερᾶς εἰκόνας. Πολλὲς ἐξ αὐτῶν τῶν ἱερῶν εἰκόνων θέλουν θαυματοποιήσει, θέλουν ποιήσει θαύματα. Δίδαξον νὰ μὴν ἀποσύρουν σταυροὺς καὶ εἰκόνες ἀπὸ τὰς οἰκίας των, ἀπὸ τὰ σχολεῖα των, τὰ γραφεῖα, τὰ ἱδρύματα καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ δημόσια κτήρια. Δίδαξον καὶ προέτρεψε πάντας νὰ ἔχουν πάντοτε πάνω τους τὸν Τίμιον Σταυρόν, ξύλινο σταυρό. Τὸ διάστημα, ποὺ κάποιοι ἀλλόθρησκοι θὰ ἐπιχειροῦν μεθοδικὰ νὰ δημιουργήσουν κλίμα ἐνάντια εἰς τὰς ἱερᾶς εἰκόνας, μέλλει γενέσθαι μεταξὺ δύο γειτονικῶν κρατῶν πόλεμος. Κάποιοι ἐξ αὐτῶν θά προσορμιστοῦν καὶ ἐντός τῆς χώρας μας (λαθρομετανάστες-πρόσφυγες).
Προσευχηθεῖτε, γιὰ νὰ ἀποφευχθεῖ αὐτό, λέγοντας˙ «Κύριε, Κύριε, βοήθησόν με˙ ναί, Κύριε, Κύριε, βοήθησὸν με», καθὼς καὶ ὡς λέγει τὸ τροπάριον «Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου» καὶ «νίκας χορηγών τοῖς Ὀρθοδόξοις
». Προσευχηθεῖτε πρὸς ἀποφυγὴ τοῦ κακοῦ. Οὗτος ὁ πόλεμος θὰ ἔχει θύματα. Ἐν συνεχεία, ὁ παράξενος αὐτὸς καλόγερος μοῦ ἔκανε γνωστὸ πὼς ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἐμφανίστηκε στὸν γέροντά του καὶ τοῦ εἶπε : «Ἐγὼ θέλω πάντας σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἐλθεῖν. Ὅμως, οἱ ἄνθρωποι βλασφημοῦν τὸ ὄνομά μου, τὸ ὄνομα τῆς μητρός μου, βλασφημοῦν τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός μου καὶ ἐγὼ θέλω ἀνταποδώσω αὐτοῖς κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν. Ἄκουσον, εἶδε, κάθε βῆμα καὶ βλασφημία ἀπὸ πολλούς. Δὲν θέλουν νὰ μορφωθοῦν ἀπὸ τὴν διδασκαλία μου, παρὰ μόνο θὰ ἔρθουν εἰς ἐπίγνωσιν μὲ μίαν μεγάλην δοκιμασία, τὴν ὁποία θὰ λάβουν ἐγκαίρως. Πρόσεχε, προσεύχου, τὸ τέλος γὰρ ἐγγύς. Μὴ ρωτᾶς χρόνο, μόνο σπούδαζον τὸν κόσμον, δίδαξον τὸ ποίμνιο, ἵνα πατεῖ τὴν καλὴν ὁδὸν τοῦ φωτός» [15]. Στόν εὐλογημένο αὐτό τόπο θά ζήσει λαός ἀσυνήθης, λαός ἀσεβής. Θά δημιουργηθεῖ διχόνοια ἐντός καί ἐκτός. Θά ὑπάρξουν θύματα» [16]. «Ἡ Ἑλλάδα θά ἀναδείξει πάλι πολλούς Ἁγίους, ἀλλά θά χαθοῦν καί πολλές ψυχές. Προσέχετε καί προσεύχεσθε, γιατί θά δεῖτε μέ τά μάτια σας πολλά ἀπρεπῆ. Προσεύχεσθε γιά καλή σωτηρία τῶν ψυχῶν καί ἰδιαίτερα γιά τά παιδιά σας. Εἴμαστε στούς ἐσχάτους καιρούς. Ἐκτός τῶν ἄλλων, θά χτυπήσουν τήν χώρα μας καί καιρικές συνθῆκες ἄσχημες. Θά γίνει σεισμός μέγας καί ἐντός καί ἐκτός. Ἄγρια ἀνεμοθύελλα μέ χαλάζι θά καταστρέψει δένδρα, φυτά, ζῶα καί ἀνθρώπους. Τό μίσος, τό ὁποῖο ἐπικρατεῖ, φέρνει τήν καταστροφή αὐτή, πρός γνώση καί συμμόρφωση πάντων. Θέλει ἔλθει κράτος ἐπί κράτος. Τό ἕνα κράτος κατά τοῦ ἄλλου, ὄχι ἕνα, ἀλλά πολλά. Τό ἕνα κράτος κατά τοῦ ἄλλου. Προσέχετε. Σταθεροποιῆστε τήν Ὀρθοδοξία μας, γιατί αὐτή εἶναι ἀληθής. Θά δεῖτε ἀκόμη πιό φρικτά, ὄχι σέ ἕνα μέρος, ἀλλά καί σέ ἄλλα καί σέ ἄλλα. Τό ἕνα κράτος νά πολεμᾶ τό ἄλλο, τό ἕνα κράτος νά πολεμᾶ τόν ἑαυτό του (ἐμφύλιος). Καί ἔτσι ρέει τό ἀθῶον αἷμα. Κι ὅλα αὐτά θά εἶναι ἀπό τούς ἀπίστους.

Τό κακό θα ἔρθει ἀπό τή Δύση καί γρήγορα. Θά κυριαρχήσουν οἱ ἀλλόθρησκοι. Θά φτιάξουν τέρατα καί σημεῖα οἱ αἱρέσεις. Θά γίνει ἐμφύλιος πάνω σέ πολιτική ἀκυβερνησία, σέ ἐκλογές, γιατί δέν θά θέλουν νά παραδώσουν τήν κουτάλα. Θά πληγοῦν κυρίως οἱ μεγάλες πόλεις. Θά χυθεῖ αἷμα καί ἀπό τις δύο πλευρές. Θά χυθεῖ ἀθῶο αἷμα, ἀλλά δέν θά κρατήσει πολύ˙ μέρες θά εἶναι˙ στά δάκτυλα τοῦ ἑνός χεριοῦ.
Ὅλα τά κράτη θά εἶναι ἐναντίον τῆς Ἑλλάδας καί θά θέλουν νά τήν κατακτήσουν, ἀλλά τό μόνο, πού θά καταφέρουν, εἶναι νά κατακτηθοῦν οἱ ἴδιοι.
Ἀλλά, νά γνωρίζετε ὅτι, χωρίς νά πέσει μία τουφεκιά, θά μᾶς σκλαβώσουν. 
Θά κοιμηθοῦμε ἐλεύθεροι καί θά ξυπνήσουμε σκλαβωμένοι μ’αὐτά, πού θά ὑπογράψουν καί θά δεχθοῦν οἱ δικοί μας (πολιτικοί – μνημόνια). Ἀλλοίμονο στούς νέους τότε. Θά σπέρνουν καί δέν θά θερίζουν. Θά πέσει μεγάλη δυστυχία. Πολλοί θά φύγουν (μετανάστευση λόγῳ ἀνεργίας). Σέ λίγο καιρό θά ἔχουμε Νέα Τάξη, μέ τάξη, τό ψωμί δεκάξι (16) καί τό λάδι θά πετάξειΤούς ξένους θά τούς διώξει ὁ Θεός ἄρον - ἄρον. Θά τούς δώσει πολλές ἀρρώστειες ἀθεράπευτες, πού θά φοβηθοῦν καί θά φύγουν. Θά λένε˙δέν μᾶς θέλει ἐδῶ ὁ Θεός τῆς Ἑλλάδος.
Ἐσεῖς θά τά ζήσετε, ἀλλά νά μήν φοβᾶστε. Νά θυμᾶστε πάντα πώς ἡ ἀγάπη ὑπερέχει, ἡ ὑπομονή βεβαιεῖ. Ἡ ταπείνωση ὑπογράφει καί ἡ μετάνοια εἰσάγει εἰς τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὅποιος ἄνθρωπος τηρεῖ αὐτά τά τρία, τίς τρεῖς ἐντολές, ἀγάπη, ταπείνωση, μετάνοια, αὐτός θά κερδίσει τό πᾶν. Ἡ ἀγάπη φέρνει τήν πίστη. Ἡ πίστη φέρνει τήν εὐτυχία» [17].

9. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τήν προσωρινή κατάληψη τῆς Λέσβου, τῆς Χίου καί τῆς Ρόδου ἀπό τούς Τούρκους

«Πλησιάζει ὁ καιρός, πού οἱ Τοῦρκοι θά πάρουν αὐτά τά τρία νησιά˙ τήν Λέσβο, τή Χίο καί τή Ρόδο. Θ’ ἀκολουθοῦν μιά πολιτική ἀποπροσανατολισμοῦ, γιά νά μπερδέψουν τόν ἑλληνικό στρατό, ὅτι δῆθεν θέλουν μικρά νησιά, ἀλλά τά τρία αὐτά ἑλληνικά νησιά θέλουν νά καταλάβουν. Σέ λίγο καιρό, ὅμως, ἡ Τουρκία θά διαλυθεῖ. Στά νησιά αὐτά θά μποῦν καί θά βγοῦν˙ λίγο καιρό θά τά κρατήσουν˙ μόλις τρεῖς μῆνες. Θά χυθεῖ αἷμα καί ἀπό τούς μέν καί ἀπό τούς δέ. Θά δεῖτε ὅτι θά παρελάσουν οἱ Τοῦρκοι ἐντός Ἑλλάδος (λαθρομετανάστες) καί θά χτίσουν τζαμιά παντοῦ.

Εἴμαστε αἰχμάλωτοι˙ τελείωσε˙ μόνο ἡ προσευχή θά μᾶς σώσει. Ἀλλά, ποιός κάνει προσευχή; Κανένας. Οἱ Ἑβραῖοι θά ὑπερισχύσουν. Αὐτοί ἀνακατεύουν σήμερα ὅλον τόν κόσμο. Ἔχουν κάνει μεγάλο κακό στόν κόσμο καί θά πληρώσουν. Τελειώνουν τά ψωμιά τους» [18].

10. Ὁ Γέρων Βασίλειος γιά τήν ἀλλόθρησκη κυβέρνηση

«Θὰ ἔρθει καιρός, ποὺ τὴν Ἑλλάδα θὰ κυβερνήσει κυβερνήτης, ποὺ ἐπισήμως θὰ δηλώνει ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόδοξος χριστιανός.
Θὰ τὸ δεῖτε γρήγορα. Θὰ κυβερνήσει γιὰ ἕνα διάστημα. Ἐσεῖς νὰ μὴν τὸν πιστέψετε σὲ τίποτε, γιατί αὐτὸς καὶ οἱ συνεργάτες του θέλουν νὰ χτυπήσουν τὴ ρίζα τῆς Ὀρθοδοξίας  καὶ ἔχουν ἤδη ἁπλώσει τὰ πλοκάμια τους. Θέλουν νὰ χτυπήσουν ἀλύπητα τὴν πατρίδα μας, τόσο ἄσχημα ποὺ δὲν θὰ γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τὸν ἄνθρωπο. Στὸ λίγο διάστημα, ποὺ θὰ κυβερνήσει αὐτὴ ἡ ἀλλόθρησκος κυβέρνηση, θὰ συμβοῦν παρὰ πολλὰ κακὰ καὶ ἄσχημα πράγματα. Μὴν τοὺς δεχτεῖτε, μὴν κάνετε αὐτά, ποὺ θὰ σᾶς ποῦν, προκειμένου νὰ σᾶς σφραγίσουν. Διῶξτε τους. Ἄχ, ἄχ, ὁ στεναγμὸς θὰ εἶναι μεγάλος, Θὰ θρηνοῦν καὶ δὲν θὰ ξέρουν τί νὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι. Μὴν ἐξετάζεις χρόνο. Σᾶς εἶπα˙ ἤγγικεν ὁ καιρός. Θὰ κυριέψουν αὐτοὶ γιὰ ἕνα διάστημα. Ὅμως, ὁ Θεός, μὴ μπορώντας νὰ βλέπει τὸ πλάσμα του νὰ ὑποφέρει, θὰ στείλει τοὺς Ἁγίους ἀγγέλους Του καὶ θὰ τοὺς καταστρέψει ὅλους. Καὶ θ’ ἀνθίσει πάλιν ἡ ἀρχὴ τοῦ Χριστοῦ. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Χριστοῦ θὰ ζήσουν καὶ θὰ βασιλεύσουν εἰς αἰώνας αἰώνων
» [19].

Ἐπίλογος

«Ὡς εἶπον σοι ἑτέραν φοράν λέγω˙ θέλει γεννηθεῖ ἄνθρωπος μὲ κεφαλὴν μόσχου, θέλει γεννηθεῖ ἄνθρωπος θῆλυ μὲ κεφαλὴν αἴγας. Ὅλα, ἃ λέγω σοι, ἃ εἶδες, ἃ ἤκουσες, τὰ πάντα γεννηθήσονται ἐν καιρῷ. Λάλησον τοῖς ἀνθρώποις˙ ἤγγικεν γὰρ ὁ καιρός. Μετανοεῖτε, γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεστε. Μὴν καταπατεῖτε τὸν Σταυρόν μου καὶ τὰ πάθη μου. Ἐποιήσατε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός μου οἶκον καταλαλιᾶς καὶ ἑτέρων φαύλων συζητήσεων. Εἴδατε καὶ στοχαστεῖτε˙ μᾶλλον ἐν τάχει ἔρχομαι. Ἵνα τί ἐθελοτυφλεῖτε ἐντός τοῦ οἴκου τοῦ Πατρός μου; Ποδοπατεῖτε τὸν σταυρόν, φαυλολογεῖτε διὰ ὀλίγα ἀργύρια. Εἴδετε καὶ στοχαστεῖτε˙μέλλει ἀναβλύσῃ καὶ ἐκ τῆς γῆς φλόγα μεγίστη, ἵνα κατακαύσῃ ἀπίστους καὶ προβατόσχημους λύκους, ποὺ κατατρώγουν τὰ πρόβατά μου. Λάλησον εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὅτι μέλλει ριφθεῖ ἐξ οὐρανοῦ καταρράκτης, οὐχὶ μόνον πλήρους ὕδατος, ἀλλὰ καὶ χώματος. Λάλησον εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὰ πρέποντα, ἵνα ἔλθουν τάχιστα εἰς μετάνοιαν. Τὸ τέλος ἐγγίζει καὶ μέλλει θορυβῆστε. Γρηγορεῖτε, γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα εἰσέλθῃτε εἰς ζωὴν αἰώνιον, εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν».
Κατόπιν αὐτῶν ὅλοι μας ὀφείλουμε νὰ θέσουμε ὡς βασικὴ προτεραιότητα στὴ ζωή μας τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία. Νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ πορευτοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου μας [20]. 
«Σήμερα ὁ κόσμος διάγει κακῶς καί διεστραμμένως ἀπέναντι στό Θεό. Ποῦ εἶναι ἡ μετάνοια; Ποῦ εἶναι οἱ δεήσεις, ποῦ εἶναι οἱ νηστεῖες, οἱ προσευχές; Μετανοῆστε, μετανοῆστε! Τό τέλος ἐγγύς. Μετανοῆστε, γιά νά μᾶς λυπηθεῖ ὁ Θεός. Τήν λύση στά ἀδιέξοδα τήν φέρνουν ἡ ταπείνωση, ἡ μετάνοια, ἡ ὑπομονή καί ἡ πίστη. Ἄν δέν ἔχουμε πίστη, δέν ἔχουμε θάρρος. Ἡ πίστη καί τό θάρρος σώζουν τόν ἄνθρωπο. Οἱ ἅγιοι μάρτυρες ἐκλάμβαναν ὡς σκύβαλα τά ὑπάρχοντα ὑλικά ἀγαθά καί λαχταροῦσαν τά οὐράνια. Νά θυμᾶστε˙ πίστη ἄνευ καλῶν ἔργων νεκρά ἐστί» [21].



 

[1]  http://gerontasvasileios.gr/#el/o-bios/
[2] ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΜΑΚΡΗΣ, Γέρων Βασίλειος Καυσοκαλυβίτης, Νουθεσίες – Διδαχές, Μέρος Α΄, ἐκδ. Ἀγαθός Λόγος (σειρά Συναξάρια Ἁγίων), Ἀθήνα 2018, σσ. 74-75.
[3]  Ὅ. π., σ. 86.
[4]  Ὅ. π., σ. 87.
[5]  Ὅ. π., σσ. 91-92.
[6]  Ὅ. π., σσ. 89-90.
[7]  Ὅ. π., σ. 75.
[8] Ὅ. π., σσ. 88-89.
[9]  Ὅ. π., σσ. 75-76.
[10]  Ὅ. π., σσ. 72-73, 74.
[11]  Ὅ. π., σ. 84.
[12]  Ὅ. π., σ. 74.
[13]  Ὅ. π., σ. 75.
[14]  Ὅ. π., σ. 76.
[15]  Ὅ. π., σσ. 81-82.
[16]  Ὅ. π., σ. 75.
[17]  Ὅ. π., σσ. 76-78.
[18]  Ὅ. π., σσ. 69-70.
[19]  Ὅ. π., σσ. 83-84.
[20]  Ὅ. π., σσ. 92-93.
[21]  Ὅ. π., σ.  76.

aktines.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

20 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

 

     Γεν­νή­θη­κε στό ἱ­στο­ρι­κό Με­σο­λόγ­γι καί ἦταν ἕ­να ἀ­πό τά παι­διά πού σώ­θη­καν ἀ­πό τήν ἡ­ρω­ϊ­κή ἔ­ξο­δο τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου. Τό ἐ­πώ­νυ­μό του ἦ­ταν Μα­νω­λᾶ­τος, προ­φα­νῶς Κε­φαλ­λο­νί­τι­κης κα­τα­γω­γῆς. Ἦρ­θε καί ἔ­γι­νε μο­να­χός καί ἱ­ε­ρέ­ας στή Νέα Σκή­τη, στήν Κα­λύ­βη τοῦ Ἁ­γί­ου Σπυ­ρί­δω­νος. Γιά τήν ἀ­ρε­τή του προ­τά­θη­κε ἀ­πό το­ύς πα­τέ­ρες τῆς Νέας Σκή­της στήν κυ­ρί­αρ­χο μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Πα­ύ­λου καί ἔ­γι­νε Πνευ­μα­τι­κός. Κα­τό­πιν πῆ­γε γιά προ­σκύ­νη­μα στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Ἔ­ζη­σε γιά λί­γα ἔ­τη καί στήν Κα­λύ­βη τοῦ Τι­μί­ου Προ­δρό­μου στήν Ἁ­γί­α Ἄν­να.

     Στά μέ­σα πε­ρί­που τῆς δε­κα­ε­τί­ας 1840–50 ἀ­να­χώ­ρη­σε γιά τήν Μι­κρά Ἁ­γί­α Ἄν­να γιά ἀ­νώ­τε­ρη πνευ­μα­τι­κή ζωή καί πῆ­ρε τήν Κα­λύ­βη τῆς Κοι­μή­σε­ως τῆς Θε­ο­τό­κου. Ἡ συ­νο­δί­α του ἀ­πο­τε­λεῖ­το ἀ­πό το­ύς ἱ­ε­ρο­μο­νά­χους πα­πα–Κο­σμᾶ καί πα­πα–Δα­μιανό.

     Τό τυ­πι­κό τους ἦ­ταν ἡ ἀ­πα­ρά­βα­τη τέ­λε­ση τῆς ἀ­κο­λου­θί­ας καί ἡ κα­θη­με­ρι­νή Θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α. Κάθε Κυ­ρια­κή ἔ­κα­ναν ἀ­γρυ­πνί­α μα­ζί μέ το­ύς γείτονες πα­τέ­ρες πό­τε σέ μί­α Κα­λύ­βη πό­τε στήν ἄλ­λη. Ἡ πε­ρι­ο­χή τό­τε τῆς Μι­κρᾶς Ἁ­γί­ας Ἄν­νης ἦ­ταν πο­λύ ἡ­συ­χα­στι­κή, πτω­χι­κή καί ἄ­νυ­δρη. Ἀλ­λά τίς δυ­σκο­λί­ες αὐ­τές τίς ὑ­πε­ρέ­βαι­νε ὁ ζῆ­λος τῶν πα­τέ­ρων γιά τήν ἀ­σκη­τι­κή ζωή. Στήν συ­νο­δ­ί­α τοῦ πα­πα–Γρη­γό­ρη εἶ­χαν γιά ἐρ­γό­χει­ρο πλε­κτές φα­νέλ­λες, τσου­ρά­πια καί καλ­τσο­δέ­τες. Καλ­λι­ερ­γοῦ­σαν καί ἕ­να μι­κρό κη­πά­ριο γιά νἄ­χουν τά χρει­ώ­δη κη­πευ­τι­κά.

Ζοῦ­σαν βί­ο ἡ­συ­χα­στι­κό καί ἀ­σκη­τι­κό χω­ρίς πε­ρι­σπα­σμο­ύς καί ἀ­πα­σχο­λή­σεις. Οἱ λί­γοι ἐ­πι­σκέ­πτες πού ἔ­φθα­ναν ὥς τήν κα­λύ­βη τους, ἔρ­χον­ταν νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν στόν πα­πα–Γρη­γό­ρη ὁ ὁ­ποῖ­ος ἤ­δη εἶ­χε φή­μη ἐ­να­ρέ­του καί δι­α­κρι­τι­κοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ. Δι­έ­πρε­ψε ὡς Πνευ­μα­τι­κός καί ἦ­ταν αὐ­στη­ρῶν ἀρ­χῶν. Ἔβλε­πε το­ύς πα­τέ­ρες πού ἐ­ξω­μο­λο­γοῦ­σε ὑ­πό τό πρί­σμα τῆς ἀ­σκη­τι­κό­τη­τος, γι᾿ αὐ­τό ἦ­ταν αὐ­στη­ρός καί ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε τήν ἀ­κρί­βεια καί τήν τε­λει­ό­τη­τα. Εἶχε πνευ­μα­τι­κή δύ­να­μη καί γνώ­ση. Ἦ­ταν νη­στευ­τής αὐ­στη­ρός, τό­σο πού Τε­τάρ­τη καί Πα­ρα­σκευή δέν κα­τέ­λυ­σε πο­τέ λά­δι οὔ­τε σέ ἑ­ορ­τές οὔ­τε καί τήν Δια­­και­νή­σι­μο. Ἦ­ταν πρᾶ­ος, πο­λύ σι­ω­πη­λός, ἐ­πι­βλη­τι­κός μέ ἀ­πα­στρά­πτου­σα τήν χά­ρη τῆς ψυ­χῆς του. Γράμ­μα­τα ἤ­ξε­ρε λί­γα ἀλ­λά ἀ­πό τήν συ­νε­χῆ με­λέ­τη τῶν Γρα­φῶν καί τῶν ἀ­σκη­τι­κῶν συγ­γραμ­μά­των ἀ­πέ­κτη­σε γνώ­σεις πνευ­μα­τι­κές.

Εἶ­χε πεῖ­ρα με­γά­λη καί ἔ­φερ­νε εἰς πέ­ρας κά­θε δύ­σκο­λη πε­ρί­πτω­ση, δί­δον­τας τά κα­τάλ­λη­λα πνευ­μα­τι­κά φάρ­μα­κα ὡς ἔμ­πει­ρος για­τρός. Εἶ­χε μά­λι­στα καί ἰδιαίτερη δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ το­ύς λο­γι­σμο­ύς καί τά ὁ­ρά­μα­τα τῶν πα­τέ­ρων.

     Κάποτε πῆ­γε ὁ πα­πα–Δα­νι­ήλ ἀ­πό τήν Κα­λύ­βη τῶν Ἀρ­χαγ­γέ­λων καί ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε στόν παπα–Γρη­γό­ρη ὅ­τι εἶ­δε σέ ὅ­ρα­μα το­ύς τρεῖς Ἱ­ε­ράρ­χες. Ἀ­μέ­σως ἔ­σπευ­σε νά προ­σκυ­νή­ση τόν Μ. Βα­σί­λει­ο ἀλ­λά ἐ­κεῖ­νος τοῦ ἔ­δω­σε νά προ­σκυ­νή­ση τό με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ πο­διοῦ. Ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ἀ­φοῦ τόν ἄ­κου­σε, μέ τό δι­ο­ρα­τι­κό του δι­έ­γνω­σε τήν πλά­νη καί τοῦ εἶ­πε: «Με­γά­λο δι­ά­βο­λο προ­σκύ­νη­σες, πα­πᾶ μου, δι­ό­τι ἐ­άν πράγ­μα­τι ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος Βα­σί­λει­ος, δέν θά σοῦ ἔ­δι­νε νά προ­σκυ­νή­σης τό δά­χτυ­λο τοῦ πο­διοῦ του».

     Στόν πα­πα–Γρη­γό­ρη ἐ­ξω­μο­λο­γεῖ­το καί ὁ ἡ­συ­χα­στής Καλ­λί­νι­κος. Κάποτε πλη­σί­α­ζε ἡ πα­νή­γυ­ρη τῆς Κα­λύ­βης του καί ρώ­τη­σε τόν Πνευ­μα­τι­κό ἄν ἐ­πι­τρέ­πη νά βά­λη λά­δι στήν τρά­πε­ζα, για­τί ἡ ἑ­ορτή συ­νέ­πε­σε ἡ­μέ­ρα Τε­τάρ­τη. Τοῦ ἀ­πάν­τη­σε: «Οἱ ἀ­σκη­τές πάν­το­τε νη­στε­ύ­ουν. Δέν κά­νουν δι­ά­κρι­ση ἄν εἶ­ναι πα­νή­γυ­ρη», καί ἔ­τσι ἔ­φα­γαν ἀ­λά­δω­το φα­γη­τό στήν πα­νη­γυ­ρι­κή τρά­πε­ζα.

     Ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός τοῦ γε­ρω - Καλ­λι­νί­κου συ­χνά με­τέ­βαι­νε στήν Δάφνη γιά νά με­τα­φέ­ρη τήν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α τοῦ Γέροντός του. Ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν συ­χνά νά κά­νη τήν ἀ­κο­λου­θί­α μέ κομ­πο­σχο­ί­νι στόν δρό­μο. Εἶ­χε ὅ­μως λο­γι­σμο­ύς, ἄν πι­ά­νε­ται αὐ­τή ἡ ἀ­κο­λου­θί­α. Ρώτησαν τόν Πνευ­μα­τι­κό τους πα­πα–Γρη­γό­ρη, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ πρα­κτι­κό τρό­πο ρώ­τη­σε τόν ὑ­πο­τα­κτι­κό:

–Ἄν εὕ­ρι­σκες στόν δρό­μο γιά τήν Δάφνη ἕ­να πορ­το­φό­λι καί τό ἔ­παιρ­νες, θά πι­α­νό­ταν αὐ­τό γιά κλο­πή;

–Ἔ, βέ­βαι­α, ἀ­πάν­τη­σε. Θά ἦ­ταν ἁ­μαρ­τί­α καί θά ἔ­πρε­πε νά τό ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῶ. 

–Ἐφ᾿ ὅ­σον αὐ­τό τό κα­κό πρᾶγ­μα πού ἔ­κα­νες καθ᾿ ὁ­δόν, πι­ά­νε­ται ὡς κα­κό καί σέ βλά­πτει, ἡ ἀ­κο­λου­θί­α πού κά­νεις στό δρό­μο μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι δέν πι­ά­νε­ται; Βε­βα­ί­ως καί πι­ά­νε­ται καί νά μήν ἔ­χης λο­γι­σμο­ύς.

Πράγ­μα­τι μέ τήν ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Πνευ­μα­τι­κοῦ ἀ­να­πα­ύ­θη­κε ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός καί ἔ­φυ­γαν οἱ λο­γι­σμοί πού τόν τα­λαι­πω­ροῦ­σαν.

    Ἦρ­θε κά­πο­τε ἕ­νας φο­βε­ρός λη­στής, ὁ κα­πε­τάν - Γι­ωρ­γά­κης, στῶν Ἰ­βή­ρων. Ἤ­θε­λε νά κοι­νω­νή­ση, ἀλλοι­ῶς ἀ­πει­λοῦ­σε νά κά­ψη τό Μο­να­στή­ρι. Οἱ πα­τέ­ρες βρέ­θη­καν σέ ἀ­μη­χα­νί­α καί κά­λε­σαν τόν παπα–Γρη­γό­ρη. Μέ τόν τρό­πο του καί τήν χά­ρη πού εἶ­χε, τόν εἰ­ρή­νευ­σε, τόν συμ­βο­ύ­λευ­σε καί ἀ­κο­λουθών­τας τίς συμ­βου­λές του ὁ λη­στής ἐ­ξω­μο­λο­γή­θη­κε πρῶτα, νή­στευ­σε, ὕ­στε­ρα κοι­νώ­νη­σε καί πλέ­ον ἄλ­λα­ξε τρό­πο ζω­ῆς.

    Ὁ πα­πα–Γρη­γό­ρης πῆ­γε κά­πο­τε στό πα­ζά­ρι στίς Κα­ρυ­ές γιά νά πω­λή­ση τό ἐρ­γό­χει­ρό του. Τό ἄ­φη­σε μπρο­στά του, κα­τέ­βα­σε τόν σκοῦ­φο του καί σκύ­βον­τας τό κε­φά­λι του ἔ­λε­γε τήν εὐ­χή. Περ­νοῦ­σε τό­τε ἀ­πό κεῖ ὁ ἐ­ξό­ρι­στος Πα­τρι­άρ­χης Ἰ­ω­α­κε­ίμ ὁ Γ’. Εἶ­δε τόν Γέροντα στό ὑ­πό­στε­γο τοῦ Κοι­μη­τη­ρί­ου νά κρα­τᾶ τό κομ­πο­σχο­ί­νι του καί νά ἔ­χη προ­ση­λω­μέ­νο τό βλέμ­μα του κά­τω. Τοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση καί ρώ­τη­σε νά μά­θη ποι­ός εἶ­ναι. Χάρηκε πού ἔ­μα­θε ὅ­τι ἦ­ταν ὁ φη­μι­σμέ­νος Πνευ­μα­τι­κός πα­πα–Γρη­γό­ρης. Τόν πλη­σί­α­σε καί τοῦ εἶ­πε:

–Ἐ­σύ, πά­τερ, δέν δι­α­λα­λεῖς τό ἐρ­γό­χει­ρό σου; Κοίτα­ξε γύ­ρω σου νά βρῆς κα­νέ­ναν πε­λά­τη νά τό πω­λή­σης.

–Ὅ­ποι­ος ἔ­χει ἀ­νάγ­κη, Πα­να­γι­ώ­τα­τε, ἀ­πό τό ἐρ­γό­χει­ρό μου, μπο­ρεῖ νά τό δῆ καί νά τό πά­ρη. Δέν χρει­ά­ζε­ται νά ψά­χνω, ἀ­πάν­τη­σε χω­ρίς νά κοιτά­ξη τόν Πα­τρι­άρ­χη.

–Δέν ἦρ­θα, Πνευ­μα­τι­κέ μου, νά σέ πει­ρά­ξω. Ἦρ­θα νά σοῦ πῶ ὅ­τι κά­ποι­α μέ­ρα θά ἔρ­θω νά σέ ἐ­πι­σκε­φθῶ.

–Εὐ­χα­ρι­στῶ, ἀλ­λά μήν κά­νης τόν κό­πο, Πα­να­γι­ώ­τα­τε, νά ἔρ­θης, δι­ό­τι τό Κα­λύ­βι μου εἶ­ναι πο­λύ μικρό καί χα­μη­λό καί δυ­στυ­χῶς δέν χω­ρά­ει Πα­τριάρ­χες.

–Ἄς εἶ­ναι χα­μη­λό. Θά σκύ­ψω καί θά χω­ρέ­σω.

–Ἄν ἔ­σκυ­βες, δέν θά ἤ­σουν τώ­ρα ἐ­δῶ ἐ­ξό­ρι­στος. Θά ἤ­σουν στήν Πόλη, στόν θρό­νο σου, ἐν­νο­ών­τας τό ἀ­γέ­ρω­χο καί τό ἀ­συμ­βί­βα­στο τοῦ με­γά­λου αὐτοῦ Πα­τρι­άρ­χου.

Ὁ Πα­τρι­άρ­χης θα­ύ­μα­σε γιά τήν λα­κω­νι­κή καί ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση τοῦ πα­πα–Γρη­γό­ρη καί ἡ γνω­ρι­μί­α του μα­ζί του ἀ­πε­τέ­λε­σε σταθμό στήν ζωή του. Πράγ­μα­τι τόν ἐ­πι­σκέ­φθη­κε στήν Μι­κρά Ἁ­γί­α Ἄν­να. Τόν ἔ­κα­νε πνευ­μα­τι­κό του καί πή­γαι­νε συ­χνά. Ἔ­λε­γε ὅ­τι ὁ πα­πα–Γρη­γό­ρης εἶ­ναι ὁ στῦ­λος τῆς ἀ­ρε­τῆς καί τοῦ μο­να­χι­κοῦ βί­ου. Τοῦ δώ­ρι­σε μά­λι­στα λει­τουρ­γι­κά σκε­ύ­η, βι­βλί­α Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά καί εἴ­δη οἰ­κο­κυ­ριοῦ, πι­ά­τα, πο­τή­ρια, φλυ­τζά­νια. Ὅλα αὐ­τά λό­γῳ τῆς ἐλ­λε­ί­ψε­ως τῶν ἄλ­λων Κα­λυ­βῶν, τά δα­νε­ί­ζον­ταν οἱ πα­τέ­ρες τῆς πε­ρι­ο­χῆς γιά τίς πα­νη­γύ­ρεις τους.

     Πέρασε κά­πο­τε ἀ­πό τόν πα­πα - Γρη­γό­ρη ἕ­νας  Ἐπί­σκο­πος κα­λε­σμέ­νος νά χο­ρο­στα­τή­ση στήν πανή­γυ­ρη τῆς Λα­ύ­ρας. Ζήτησε νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ, ἀλ­λά ὁ πα­πα - Γρη­γό­ρης δι­α­βλέ­πον­τας μέ τό διορατικό του ὅ­τι ἔ­χει κώ­λυ­μα, δέν τόν δε­χό­ταν λέ­γον­τάς του ὅ­τι δέν θά κά­νει ὑ­πα­κοή. Ἀ­φοῦ τόν δι­α­βε­βα­ί­ω­σε ὅ­τι θά κά­νει ὅ,τι τοῦ πεῖ, τόν ἐ­ξωμο­λό­γη­σε καί τοῦ εἶ­πε νά πα­ραι­τη­θῆ τῆς Ἀρ­χι­ε­ρω­σύ­νης. Τό δέ­χθη­κε, ἀλ­λά ἀ­νη­συ­χοῦ­σε τί θά γι­νό­ταν μέ τήν πα­νή­γυ­ρη τῆς Λα­ύ­ρας πού σέ λί­γες μέ­ρες ἔ­φθα­νε. Τότε ὁ Πνευ­μα­τι­κός τοῦ πρό­τει­νε νά γί­νη Με­γα­λό­σχη­μος καί νά ἀφή­ση τό ὠ­μοφόρι, νά πα­ραι­τη­θῆ, ὅ­πως καί ἔ­γι­νε.

Μέ τόν πα­πα–Γρη­γό­ρη λό­γῳ τῆς ἀ­ρε­τῆς του εἶ­χαν ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καί ἀ­να­χω­ρη­τές, ὅ­πως δι­έ­σω­σε ὁ μα­κα­ρι­στός Γέρων Γα­βρι­ήλ, Ἡ­γο­ύ­με­νος τῆς μο­νῆς Δι­ο­νυ­σί­ου, μί­α τέ­τοι­α πε­ρί­πτω­ση. Πα­ρα­τί­θε­ται αὐ­το­ύ­σια ἡ δι­ή­γη­ση τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου: «Λει­τουρ­γοῦ­σα», δι­η­γή­θη­κε ὁ πα­πα - Γρη­γό­ρης, «τήν Με­γά­λην Πέμπτη καί πρός τό τέ­λος τῆς Λει­τουρ­γί­ας πα­ρου­σι­ά­σθη­κε στό να­ΐ­δριον τῆς Κα­λύ­βης μου ἕ­νας νέ­ος μο­να­χός ὁ ὁ­ποῖ­ος κρα­τοῦ­σε ἕ­να ἀ­ναμ­μέ­νο φα­να­ρά­κι καί μοῦ εἶ­πε:

–Νά μήν κα­τα­λύ­σης ὅ­λην τήν Κοι­νω­νί­αν, ἅ­γι­ε Πνευ­μα­τι­κέ∙ εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά ἔλ­θης νά κοι­νω­νή­σης τρεῖς ἀ­δελ­φο­ύς πού μέ­νουν ἐ­δῶ πιό πά­νω, γι᾿ αὐ­τό ἦλ­θα νά σέ πά­ρω.

» Συμ­μορ­φώ­θη­κα χω­ρίς νά ρω­τή­σω πε­ρισ­σό­τε­ρον, καί ἀ­φοῦ βά­δι­ζε μπρο­στά, ἀ­κο­λου­θοῦ­σα καί ἐγώ βα­στῶν τά Θεῖ­α Μυ­στή­ρια· με­τά ἀ­πό ὀ­λί­γον, παρ᾿ ὅ­λον τόν ἀ­πό­το­μον ἀ­νή­φο­ρον καί τήν γε­ρον­τι­κή μου ἡ­λι­κί­αν, ἐ­φθά­σα­με σέ μία εὐ­ρύ­χω­ρη σπη­λιά, ὅ­που μᾶς πε­ρί­με­ναν τρεῖς μο­να­χοί.

» Ἐ­κοι­νώ­νη­σαν ἀ­μέ­σως καί ἀ­φοῦ μ᾿ εὐ­χα­ρί­στησαν μοῦ εἶ­παν πα­ρα­κλη­τι­κά:

– Νά ἔλ­θης καί τοῦ χρό­νου, ἅ­γι­ε Πάτερ, τήν Με­γά­λην Πέμπτην νά μᾶς κοι­νω­νή­σης, νά μήν πῆς ὅ­μως τί­πο­τα σέ κα­νέ­ναν γιά τοῦ­το καί ὅ,τι εἶ­δες ἐ­δῶ.

» Ἐν­νο­εῖ­ται ὅ­τι ἀπ᾿ ὅ­σα εἶ­δα καί ἄ­κου­σα δέν ρώ­τη­σα τί­πο­τε καί μέ τήν συ­νό­δευ­σιν τοῦ νέ­ου πῆ­ρα τό κα­τη­φο­ρι­κόν μο­νο­πά­τι καί με­τά ἀ­πό λί­γο ἐ­κεῖ­νος, ἀ­φοῦ ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α καί ἀ­σπά­σθη­κε τό Ἅ­γιον ἀρ­το­φό­ριον, μέ κα­τευ­ό­δω­σε λέ­γον­τάς μου ὅ­τι θά ἐ­πι­στρέ­ψει. Ἀ­φοῦ βά­δι­σα λί­γο, στρά­φη­κα γιά νά τόν δῶ ἀ­νερ­χό­με­νον, ἀλ­λά δέν ἐ­φα­ί­νε­το. Ὅλ᾿ αὐ­τά μέ συ­νε­κλό­νι­σαν, τη­ρῶν ὅ­μως τήν ἐν­το­λήν των δέν εἶ­πα σέ κα­νέ­ναν τί­πο­τα.

» Τί συ­νέ­βη ὅ­μως; Εἰς τήν Σκή­την μας συ­νη­θί­ζε­ται τό Σάββατον τοῦ Λα­ζά­ρου νά συγ­κεν­τρώ­νων­ται ὅ­λοι οἱ πα­τέ­ρες διά τήν ἀ­γρυ­πνί­αν τῶν Βα­ΐ­ων εἰς τό Κυ­ρια­κόν. Με­τά τήν ἀ­γρυ­πνί­αν εἰς τό Συ­νο­δι­κό κα­τά τό κέ­ρα­σμα κά­ποι­ος εἶ­πε:

– Πῶς ἐ­ξέ­πε­σε ἡ κα­λο­γε­ρι­κή σή­με­ρα; Δέν ὑ­πάρ­χουν ἀ­να­χω­ρη­τές πα­τέ­ρες, ὅ­πως τόν πα­λαι­όν και­ρό.

» Τότε ἐξ ἀ­προ­σε­ξί­ας ἤ συ­ναρ­πα­γῆς εἶ­πα κι ἐ­γώ:

– Καί σή­με­ρα ὑ­πάρ­χουν μέ τήν χά­ριν τοῦ Χρι­στοῦ.

» Καί εἰς τήν ἐ­ρώ­τη­σιν ποῦ;

– Νά, ἐ­δῶ πά­νω εἰς τόν Αἴ­μο­να (πρό­βου­νο τοῦ Ἄ­θω) καί ἔ­δει­ξα μέ τό χέ­ρι μου.

» Σέ ὅ­λους ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση ἡ ὁ­μο­λο­γί­α μου, ἀλλά δέν μέ ρώ­τη­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο, δι­ό­τι κου­ρα­σμέ­νοι ἀ­πό τήν ὁ­λο­νύ­κτιον ἀ­γρυ­πνί­αν καί ἐ­ξαν­τλη­μέ­νοι ἀ­πό τήν νη­στε­ί­αν τῆς Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς ἑ­τοι­μά­ζον­το ν᾿ ἀ­να­χω­ρή­σουν. Ἀ­νε­χώ­ρη­σα καί ἐ­γώ διά τό ἐ­ρη­μη­τή­ριό μου με­τα­με­λη­μέ­νος διά τήν ἀ­πο­κά­λυ­ψιν.

» Τήν Με­γά­λην Πέμπτην εἰς τήν Λει­τουρ­γί­αν φά­νη­κε καί πά­λιν ὁ νέ­ος ἐ­κεῖ­νος μο­να­χός καί μέ ἕ­να νεῦ­μα μοῦ ἐ­ξή­γη­σε τόν σκο­πόν. Ὅ­ταν ἐ­τε­λε­ί­ω­σα τήν Λει­τουρ­γί­αν, πῆ­ρα τά Ἅ­για καί ἀ­κο­λου­θών­τας αὐ­τόν φθά­σα­με καί πά­λι στήν σπη­λιά. Ἐ­κεῖ ἀ­φοῦ με­τά­λα­βαν τά ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρια, μοῦ εἶ­πε ὁ γε­ρον­τό­τε­ρος ἀπ᾿ αὐ­το­ύς:

– Για­τί, ἅ­γι­ε Πνευ­μα­τι­κέ, πα­ρέ­βης τήν ἐν­το­λήν μας καί μᾶς ἀ­πε­κά­λυ­ψες εἰς το­ύς ἀ­δελ­φο­ύς; Ἐ­γώ δέ ἀ­φοῦ δέν ἀ­πε­κρί­θη­κα, ἐ­κεῖ­νος συ­νέ­χι­σε:

– Δέν πει­ρά­ζει, εἶ­πεν, ἀλ­λά διά τήν ἀ­κρι­το­μύ­θι­άν σου αὐ­τήν, νά μήν ἔλ­θης τοῦ χρό­νου μέ τά ἅ­για Μυ­στή­ρια, ἐ­άν δέ ἔλ­θης, θά μᾶς βρεῖς ὅ­πως θέ­λει ὁ Πα­νά­γα­θος Θε­ός, ἀλ­λά πα­ρα­κα­λοῦ­με καί πά­λιν νά μή μᾶς ἀ­πο­κα­λύ­ψης.

» Ἔ­φυ­γα μό­νος μου πιά καί ἐ­ξε­στη­κώς διά τά πα­ρά­ξε­να αὐ­τά πρό­σω­πα καί πῶς ἔ­μα­θαν αὐ­τά πού εἶ­πα στό Κυ­ρια­κόν τῆς Σκή­της, κα­τέ­λη­ξα τε­λι­κά στό συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι πρό­κει­ται γιά ἁ­γί­ους ἄν­δρες.

» Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε ἕ­νας χρό­νος, πῆ­ρα μό­νον ἀν­τί­δω­ρον καί ἁ­για­σμόν, ἀ­νέ­βη­κα μέ πο­λύν κό­πον εἰς τήν σπη­λι­άν καί βρῆ­κα καί το­ύς τρεῖς γέ­ρον­τες νε­κρο­ύς. Ὁ τέ­ταρ­τος νέ­ος ἀ­σφα­λῶς ἦ­ταν Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου πού το­ύς ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε. Ἦ­σαν σέ ὕ­πτιαν στά­σιν (ἀ­νά­σκε­λα) στό ἔ­δα­φος μέ ἤ­ρε­μον σχῆ­μα ἔ­χον­τες σταυ­ρω­μέ­να τά χέ­ρια τους στό στῆ­θος. Ἀ­φοῦ γο­νά­τι­σα, ἀ­σπά­σθη­κα τά χέ­ρια τους καί τά μέ­τω­πά τους· ὡς δέ συ­νε­πέ­ρα­να ἀ­πό τήν ξη­ρό­τη­τα τῶν ἁ­γί­ων λει­ψά­νων τους, εἶ­χαν ἀ­πέλ­θει πρός τάς αἰ­ω­νί­ους μο­νάς τήν αὐ­τήν ἡ­μέ­ραν τῆς Με­γά­λης Πέμπτης, ὁ­πό­τε εἶ­χαν με­τα­λά­βει τῶν ἀ­χράν­των Μυ­στη­ρί­ων».

     Κά­ποι­α ἄλ­λη φο­ρά ἐ­νῶ ὁ πα­πα–Γρη­γό­ρης τε­λεί­ω­νε τήν Θε­ί­α Λει­τουρ­γί­α καί πρίν ἀ­κό­μη κα­τα­λύ­ση, κα­θώς ἦ­ταν μό­νος του, πα­ρου­σι­ά­στη­καν ἑ­πτά ἀ­σκη­τές πού ἦ­ταν ρα­κεν­δύ­τες, ἀλ­λά ἔ­λαμ­παν ἀ­πό τήν θε­ί­α χάρι. Ἕ­να φῶς το­ύς συ­νώ­δευ­ε. Εἶ­παν στόν Πνευ­μα­τι­κό πού το­ύς ἔ­βλε­πε ἔκ­πλη­κτος: «Ἅ­γι­ε Πνευ­μα­τι­κέ, γνω­ρί­ζου­με τήν πο­λι­τε­ί­α σου. Ἐ­μεῖς μέ­νο­με ἐ­δῶ πιό πά­νω καί σέ πα­ρα­κα­λοῦ­με νά ἐρ­χώ­μα­στε νά μᾶς με­τα­λαμ­βά­νης. Μόνο σέ δε­σμε­ύ­ου­με νά μήν πῆς σέ κα­νέ­να αὐ­τό πού εἶ­δες, δι­ό­τι τό­τε δέν θά μᾶς ξα­να­δεῖς».

Ὁ πα­πα–Γρη­γό­ρης δέ­χθη­κε· ἔτσι γιά και­ρό ἔρ­χον­ταν οἱ ἑ­πτά γυ­μνοί–ἀ­ό­ρα­τοι ἀ­σκη­τές καί το­ύς κοι­νω­νοῦ­σε. Τήν ἡ­μέ­ρα πού ἐ­γνώ­ρι­ζε ὅ­τι θά ἔρ­θουν οἱ ἀ­ό­ρα­τοι–γυ­μνοί ἀ­σκη­τές δέν κα­τέ­λυ­ε τά ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρια, ἀλ­λά το­ύς πε­ρί­με­νε προ­σευ­χό­με­νος. Ἔ­μπαι­ναν ἀ­πό τό πα­ρα­πόρ­τι μέ εὐ­σχη­μο­σύ­νη καί εὐ­πρέ­πεια ὁ­σια­κή, μέ βῆ­μα ἤ­ρε­μο καί τα­πει­νό, ὁ ἕ­νας ὄ­πι­σθεν τοῦ ἄλ­λου, ἀ­στρά­πτον­τες ἀ­πό τήν χά­ριν τῆς ἀ­σκη­τι­κῆς ζω­ῆς καί μέ εὐ­λά­βεια καί κα­τά­νυ­ξη με­τε­λάμ­βα­ναν τοῦ Ἀ­χράν­του Σώματος καί Αἵ­μα­τος τοῦ Κυ­ρί­ου. Πάντα ἦ­ταν σι­ω­πη­λοί καί μέ μι­κρή ὑ­πό­κλι­ση, ζη­τοῦ­σαν συγ­χώ­ρε­ση καί εὐ­χα­ρι­στοῦ­σαν τόν Πνευ­μα­τι­κό πού το­ύς κοι­νω­νοῦ­σε. Αὐ­τός φύ­λα­γε καλά τό μυ­στι­κό καί χαι­ρό­ταν πού δι­α­κο­νοῦ­σε το­ύς ἁ­γι­α­σμέ­νους αὐ­το­ύς μο­να­χο­ύς.

Κάποια φο­ρά ὅ­μως πῆ­γε νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θῆ ἕ­νας νέ­ος μο­να­χός πνιγ­μέ­νος στο­ύς λο­γι­σμο­ύς, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος καί ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νά βγῆ στόν κό­σμο, προ­φα­σι­ζό­με­νος ὅ­τι στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος δέν ὑ­πάρ­χει ἀ­ρε­τή. Ὁ Πνευ­μα­τι­κός προ­σπά­θη­σε νά τόν με­τα­πε­ί­ση λέ­γον­τάς του ὅ­τι αὐ­τοί οἱ λο­γι­σμοί εἶ­ναι σα­τα­νι­κοί, ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἀ­ρε­τή, ἀλ­λά εἶ­ναι κρυμ­μέ­νη καί δέν φα­ί­νε­ται. Ὁ νέ­ος τοῦ ζη­τοῦ­σε χει­ρο­πια­στά πα­ρα­δείγ­μα­τα νά πει­σθῆ. Τότε ὁ Πνευ­μα­τι­κός, γιά νά σώ­ση μί­α ψυ­χή, ἀ­πε­κά­λυ­ψε τό κε­κρυμ­μέ­νο μυ­στή­ριο στόν νέ­ο. Ὅ­ταν ἦ­ταν ἡ ἡ­μέ­ρα πού θά ἔρ­χον­ταν οἱ ἑ­πτά ἀ­σκη­τές νά κοι­νω­νή­σουν, ἔ­βα­λε τόν νέ­ο σ᾿ ἕ­να κελ­λί ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πό τήν Ἐκ­κλη­σί­α νά κρυ­φο­βλέ­πη. Ἀ­φοῦ ἦρ­θαν ὡς συ­νή­θως καί κοι­νώ­νη­σαν, τοῦ εἶ­πε ὁ τε­λευ­ταῖ­ος: «Ἅ­γι­ε Πνευ­μα­τι­κέ, σ᾿ εὐ­χα­ρι­στοῦ­με πού τό­σα χρό­νια μᾶς με­τα­δί­δης τά Ἄ­χραν­τα Μυ­στή­ρια. Ἐ­πει­δή ὅ­μως πα­ρέ­βης τήν συμ­φω­νί­α μας καί ἀ­πε­κά­λυ­ψες τό μυ­στι­κό μας, ἄλ­λη φο­ρά δέν θά μᾶς ξα­να­δεῖς».

Ὁ μέν νέ­ος μο­να­χός πού εἶ­χε τόν πει­ρα­σμό συγ­κλο­νί­στη­κε ἀ­πό ὅ­σα εἶ­δε καί μέ δά­κρυ­α καί συν­τρι­βή ζή­τη­σε συγ­χώ­ρη­ση ἀ­πό τόν Πνευ­μα­τι­κό, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος πλέ­ον νά πα­ρα­με­ί­νη στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος καί νά ἀ­γω­νι­σθῆ γιά τήν σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς του. Ὁ δέ Πνευ­μα­τι­κός τοῦ εἶ­πε λυ­πη­μέ­νος: «Ἐ­σύ ὠ­φε­λή­θη­κες, ἀλ­λά ἐ­γώ ἐξ αἰ­τί­ας σου ἔ­χα­σα τόν πο­λύ­τι­μο θη­σαυ­ρό μέ­σα ἀ­πό τά χέ­ρια μου».

Ἔ­κτο­τε ὁ πα­πα–Γρη­γό­ρης πε­ρι­έ­πε­σε σέ βα­θειά θλί­ψη γιά τήν ἀ­πώ­λεια τῆς ἐ­πα­φῆς μέ το­ύς ἰ­σαγ­γέ­λους αὐ­το­ύς ἁ­γί­ους Ἀ­να­χω­ρη­τές, το­ύς γυ­μνο­ύς καί ἀ­ο­ρά­τους, καί προ­ϊ­ο­ύ­σης τῆς ἡ­λι­κί­ας του ἐ­κοι­μή­θη τό ἔ­τος 1899, ἄ­γων τό ἐ­νε­νη­κο­στόν ἔ­τος τῆς ἡ­λι­κί­ας του. Προ­η­γου­μέ­νως δι­η­γή­θη­κε στήν συ­νο­δ­ί­α του μέ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια γιά το­ύς γυ­μνο­ύς καί ἀ­ο­ρά­τους ἀ­σκη­τές, πρός οἰ­κο­δο­μήν, ὠ­φέ­λεια, πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμόν καί πρός δό­ξαν Θε­οῦ.   

     Ἡ κά­ρα τοῦ φη­μι­σμέ­νου Πνευ­μα­τι­κοῦ κα­τά τήν ἀ­να­κο­μι­δή τῶν ὀ­στῶν του εἶ­χε τό χρῶ­μα τῶν ἁ­γί­ων Λει­ψά­νων καί ἀρ­κε­τοί αἰ­σθάν­θη­καν νά εὐ­ω­δι­ά­ζη.

Τήν εὐ­χή του νά ἔ­χου­με.  Ἀ­μήν.

 enromiosini.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

12 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 12 Απριλίου

 



Eι και νέος συ Aκάκιε τοις χρόνοις,
Aλλ’ ουν παλαιούς υπερήρας τοις πόνοις.

Ο Όσιος Ακάκιος έζησε και ανεδείχθη κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε μάλλον λίγα χρόνια μετά το έτος 1630 μ.Χ., στο χωριό Γόλιτσα των Αγράφων, της (τότε) επαρχίας Φαναρίου και Νεοχωρίου, στη σημερινή κοινότητα Αγίου Ακακίου του νομού Καρδίτσας. Οι γονείς του, ευσεβείς και ενάρετοι Χριστιανοί, με την εργασία τους κατόρθωσαν στα δύσκολα εκείνα χρόνια να εξασφαλίσουν τα αναγκαία της ζωής τους με αυτάρκεια και στοργικά είχαν αφοσιωθεί στην ανατροφή των δύο παιδιών τους που τους χάρισε ο Θεός. Όμως ο πρόωρος θάνατος του πατέρα συγκλόνισε την οικογένεια και επισκίασε την ευτυχία τους.
Ο Αναστάσιος, αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του Οσίου, έμεινε ορφανός σε πολύ μικρή ηλικία. Η μητέρα τους με τη βαθιά Xριστιανική πίστη και την ευσέβειά της αγωνίζεται αγώνα σκληρό «πρὸς τὰ τῆς χηρείας δεινά» και αναλαμβάνει μόνη της το βάρος της οικογενειακής ευθύνης. Εργάζεται αγόγγυστα για να συντηρήσει τα δύο ανήλικα παιδιά της και να τα αναθρέψει με παιδεία και νουθεσία Κυρίου.
Πολύ σύντομα στο πλευρό της μητέρας του βρέθηκε και ο μικρός Αναστάσιος, για να αναλάβει και εκείνος ένα μέρος από τις ευθύνες για την συντήρηση της οικογένειάς του.
Ο λόγος του Ευαγγελίου είχε συγκλονίσει από νωρίς την καρδιά του Αναστασίου και η φλόγα της Θείας αγάπης θέρμαινε την παιδική του ψυχή. Ένοιωθε ζωηρά και πολύ έντονα την κλίση και τον ζήλο προς τον μοναχικό βίο. Γι’ αυτό απέφευγε τον θόρυβο του κόσμου και αναζητούσε συχνά την ησυχία σε τόπους ερημικούς. Εκεί, αφοσιωμένος στον Θεό, διέθετε όλον τον χρόνο του στην προσευχή και τη νηστεία. Σύντομα αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και σε ηλικία είκοσι τριών ετών έφυγε προς τα μέρη της Ζαγοράς Βόλου. Κατέληξε στο μοναστήρι της Σουρβιάς, που είχε χτίσει ο Όσιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή της Μακρυνίτσας Βόλου και είναι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα.
Όταν έφθασε στο μοναστήρι τον υποδέχθηκαν με καλοσύνη. Παρουσιάσθηκε στον ηγούμενο και με όλο τον σεβασμό ανέφερε τον σκοπό της επισκέψεώς του. Εκείνος τον άκουσε με προσοχή και του εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τις δυσκολίες της μοναχικής ζωής, αλλά και το αυστηρό πρόγραμμα της μονής. Ο Αναστάσιος όμως επέμενε, δίνοντας την υπόσχεση πως με την βοήθεια του Θεού θα υπερνικήσει όλα τα εμπόδια και θα ανταποκριθεί στα καθήκοντα που όριζε η μοναχική πολιτεία.
Ο ηγούμενος, ως έμπειρος πνευματικός, διέγνωσε τον ένθεο ζήλο του Αναστασίου και διαπίστωσε την αμετακίνητη και σταθερή απόφασή του να μονάσει. Έτσι τον δέχθηκε στο μοναστήρι. Εκεί ο Αναστάσιος εκάρη μοναχός με το όνομα Ακάκιος. Και την ίδια νύχτα που δέχθηκε το αγγελικό σχήμα και περιεβλήθηκε το μοναχικό ένδυμα, αξιώθηκε με θεία οπτασία. Είδε σαν να βαστούσε στα χέρια του μια αναμμένη λαμπάδα, που είχε φως υπέρλαμπρο και φώτιζε όλο τον τόπο εκείνο.
Ο νέος μοναχός με την συμπεριφορά, την εργατικότητα και την πνευματικότητά του κέρδισε την αγάπη και την συμπάθεια όλων των πατέρων της μονής. Όμως, οι ανάγκες και οι απαιτήσεις του μοναστηριού δεν τον ικανοποιούσαν πλέον, διότι πολύ σύντομα είχε κατακτήσει τις μοναχικές αρετές του απλού μοναχού και η ψυχή του αναζητούσε άλλο χώρο για απόλυτη ησυχία και μεγαλύτερη άσκηση.
Έτσι, μεταξύ των ετών 1660-1670 μ.Χ., αναχωρεί για το Άγιον Όρος.
Αρχικά ο Όσιος κατευθύνθηκε στην περιοχή της Μεγίστης Λαύρας και κατέφυγε σε κάποιο σπήλαιο, κοντά στη «Σκήτη του Καυσοκαλύβη», όπου ασκήτεψε για ένα χρονικό διάστημα. Το ενδιαφέρον του για την όσο το δυνατόν καλύτερη μόρφωσή του, τον οδήγησε στο να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα ασκήσεως και πνευματικής εργασίας. Χωρίς καμμιά καθυστέρηση επισκέπτεται μοναστήρια και σκήτες, ερημητήρια ησυχαστών και σπήλαια ασκητών και αναζητεί, «ὡς ἐλαφρῶς διψώσα ἐπὶ τᾶς πηγᾶς τῶν ὑδάτων», τους εκλεκτούς και δοκιμασμένους μοναχούς. Υποτάσσεται πρόθυμα σε αυτούς, συνεργάζεται μαζί τους και μαθητεύει με υπομονή κοντά τους.
Ο Όσιος φθάνει τελικά στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου και μετά από σύντομη επίσκεψη σε αυτό απομακρύνεται σε ερημική τοποθεσία επάνω από το μοναστήρι, για να ησυχάσει. Εκεί έμεινε πολύ καιρό και κάθε Σάββατο κατέβαινε στο μοναστήρι και εκκλησιαζόταν.
Επόμενος σταθμός του ήταν η σκήτη του Παντοκράτορος, όπου συναντήθηκε με τον γνωστό από το μοναστήρι της Σουρβιάς γέροντα πνευματικό του, που είχε έλθει από τη Ζαγορά του Βόλου για να σπουδάσει τη βυζαντινή μουσική. Ο γέροντας χάρηκε πάρα πολύ όταν συναντήθηκε με τον Όσιο και ζήτησε να τον πάρει μαζί του ως μοναχό. Εκείνος όμως ζήτησε την ευχή του και τον παρακάλεσε να μην επιμείνει, διότι ήθελε να ασκητέψει μόνος του.
Ύστερα από την συνάντηση αυτή ο Όσιος έφυγε από τη σκήτη του Παντοκράτορος προς άγνωστη κατεύθυνση και με συμβουλή του γέροντος πνευματικού Γαλακτίωνος ήλθε στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, επάνω στη Μεταμόρφωση, για να μονάσει.
Εκεί ασκητεύοντας παρέμεινε είκοσι ολόκληρα χρόνια.
Κάποτε ο Όσιος Ακάκιος είδε τον Όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη (τιμάται 13 Ιανουαρίου), με κάτασπρη και αστραφτερή ιερατική στολή, να περιφέρεται και να θυμιατίζει όλο τον ναό και ένα πλήθος μοναχών με την ίδια λευκή στολή να τον ακολουθούν. Και όταν ο Όσιος Ακάκιος ρώτησε,
«ποιοί ήσαν αυτοί που τον συνόδευαν», ο Όσιος Μάξιμος απάντησε: «Είναι όλοι εκείνοι οι Όσιοι Πατέρες από την περιοχή των Καυσοκαλυβίων, οι οποίοι χάρις σε αυτόν ευρήκαν τη σωτηρία τους».
Επειδή τα χρόνια περνούσαν και η περιοχή που ασκήτευε ο Όσιος ήταν δύσβατη και άνυδρη, αναγκάσθηκε να μετακινηθεί χαμηλότερα προς την θάλασσα, προς το ακρωτήρι της Αθωνικής Χερσονήσου, εκεί όπου βρίσκεται η σημερινή σκήτη των Καυσοκαλυβίων (Αγίας Τριάδος). Εκεί ο Όσιος αναζήτησε την κατοικία του σε ένα μικρό σπήλαιο, το οποίο μέχρι σήμερα φέρει το όνομά του. Με τις σπάνιες αρετές του αναδείχθηκε κατά τον υμνωδό
«κορυφαίος των Ασκητών και Θεοφόρων Πατέρων το καύχημα».
Ο Όσιος Ακάκιος προέβλεψε και προείπε την κοίμησή του σε όλους τους υποτακτικούς που μόναζαν κοντά του. Ιδιαίτερα όμως στον μοναχό Αθανάσιο, ο οποίος έφθασε στο σπήλαιο του Οσίου από την σκήτη της Αγίας Άννης για να λάβει την ευχή του, είπε:
«Εγώ τώρα Αθανάσιε, πηγαίνω στράτα μακρά και πλέον δεν θα βλέπουμε ο ένας τον άλλον. Να έχεις την ευχή της Παναγίας μας». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του. Ευλόγησε έπειτα τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και κοιμήθηκε με ειρήνη την Κυριακή των Μυροφόρων, το έτος 1730 μ.Χ. και σε ηλικία εκατό περίπου ετών.

 agios-dimitrios.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

8 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

 

 

 




Έλαβα, παιδί μου, την επιστολή σου, και είδα σ’ αυτήν την ανησυχία σου.

Όμως μη λυπάσαι, παιδί μου. Μην ανησυχείς τόσο. Και αν πάλι έπεσες, πάλι σήκω. Ονομάσθηκες ουρανοδρόμος.
Δεν είναι παράξενο να σκοντάφτει εκείνος που τρέχει; Μόνον χρειάζεται να έχει υπομονή και μετάνοια κάθε στιγμή.
Βάζε, λοιπόν, μετάνοια συνεχώς όταν σφάλεις και μη χάνεις καιρό. Γιατί όσον αργείς να ζητήσεις συγχώρηση, τόσον δίνεις άδεια στον πονηρό να απλώνει μέσα σου ρίζες. Μην τον αφήνεις να αποκτά δικαιώματα εις βάρος σου.
Λοιπόν, μην απελπίζεσαι όταν πέφτεις, αλλά αφού σηκωθείς πρόθυμα βάζε μετάνοια λέγοντας· – Συγχώρησέ με, Χριστέ μου, άνθρωπος είμαι και ασθενής.
Δεν είναι εγκατάλειψη αυτό. Αλλά, επειδή έχεις ακόμα μεγάλη υπερηφάνεια κοσμική, κενοδοξία πολλή, σε αφήνει ο Χριστός μας να σφάλλεις, να πέφτεις. Να μαθαίνεις κάθε μέρα αισθητά την αδυναμία σου και να υπομένεις τους φταίχτες. Να μην κατακρίνεις τους αδελφούς, εάν σφάλλουν, αλλά να τους υπομένεις.
Ώστε, όσες φορές πέφτεις, πάλι να σηκώνεσαι και αμέσως να ζητάς τη συγχώρηση.
Μην αφήνεις λύπη στην καρδιά σου. Διότι η χαρά του πονηρού είναι η λύπη, η αθυμία, από την οποία γεννιούνται πολλά και με τα οποία γεμίζει πικρία η ψυχή αυτού που τα έχει. Ενώ η διάθεση του μετανοούντος λέει: «Ήμαρτον, συγχώρησον, Πάτερ»! Και διώχνει τη λύπη. «Μήπως, λέει, δεν είμαι άνθρωπος ασθενής; Λοιπόν, τί πρέπει να κάνω»; Πράγματι, παιδί μου, έτσι είναι. Έχε θάρρος.
Μόνον όταν έλθει η χάρις του Θεού, τότε στέκει στα πόδια του ο άνθρωπος. Αλλιώς, χωρίς χάρη, πάντοτε παρασύρεται και πάντοτε πέφτει. Να έχεις ανδρεία λοιπόν και μη φοβάσαι καθόλου.
Είδες πώς υπέμεινε τον πειρασμόν ο αδελφός που γράφεις; Το ίδιο κάνε και σύ. Απόκτησε γενναίο φρόνημα στους πειρασμούς που έρχονται εναντίον σου. Πάντως θα έλθουν. Έχεις ανάγκη απ’ αυτούς. Γιατί αλλιώς δεν καθαρίζεσαι. Άφησε τι λέει η ακηδία και η ραθυμία σου. Μην τους φοβάσαι. Καθώς με την χάρη του Θεού πέρασαν οι προηγούμενοι, έτσι θα περάσουν και αυτοί, αφού κάνουν το έργο τους.
Φάρμακα είναι οι πειρασμοί και βότανα ιατρικά, που θεραπεύουν τα πάθη τα φανερά και τις αόρατες πληγές μας.
Έχε, λοιπόν, υπομονή για να κερδίζεις καθημερινά, να αποταμιεύεις μισθό, ανάπαυση και χαρά στην ουράνια Βασιλεία. Γιατί έρχεται νύχτα, δηλαδή ο θάνατος, που τότε κανείς πλέον δεν μπορεί να εργασθεί. Γι’ αυτό τρέξε. Είναι λίγος ο καιρός.
Γνώριζε δε και αυτό· ότι καλλίτερα είναι μια ημέρα ζωής γεμάτη νίκες με βραβεία και στεφάνια, παρά χρόνια πολλά και να ζεις με αμέλεια. Γιατί μιας ημέρας αγώνας με γνώση και αίσθηση ψυχής, ισχύει για πενήντα χρόνια κάποιου άλλου, χωρίς γνώση αλλά που αγωνίζεται με αμέλεια.
Χωρίς αγώνα και χωρίς να χύσεις αίμα μη περιμένεις να ελευθερωθείς από τα πάθη. Αγκάθια και τριβόλια φυτρώνει η γη μας μετά την παράβαση. Πήραμε εντολή για κάθαρση· αλλά με πόνο πολύ, με ματωμένα χέρια και με πολλούς αναστεναγμούς ξεριζώνονται. Κλάψε λοιπόν, χύσε δάκρυα ποταμούς και μαλακώνει η γη της καρδιάς σου. Και αφού το χώμα βραχεί, εύκολα ξεριζώνεις τα αγκάθια.

«Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας»
Έκδ. Ιεράς Μονής Φιλοθέου Αγίου Όρους

vimaorthodoxias.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

20 Μαρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

 

 

 

 

   Ο Θεός και ο άνθρωπος. Αυτές είναι οι δύο μοναδικές πραγματικότητες.
Ο Θεός ως αυτοΰπαρξη και ο άνθρωπος ως ύπαρξη κατά χάριν. Ο Θεός ως κατ’ ουσίαν Θεός και ο άνθρωπος ως κατά χάριν θεός. Ο Θεός ως ουσία άγνωστος και σχετικά γνωστός από τις ενέργειές του και ο άνθρωπος γνωστός κατά τις ενέργειές του και άγνωστος κατά τις δυνατότητές του. Ο Θεός έχει φυσικές όλες τις τελειότητες και υπερτελειότητες και ο άνθρωπος έχει κατά μετοχή και χάρη κάποιες θείες καταβολές αναλογικές και δυνατότητες ομοιώσεως με τον Θεόν. Είναι πλέον δεδομένο και αμετάβλητο το δημιουργικό πρόσταγμα του Θεού: ο άνθρωπος είναι πλασμένος
«κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού».
Ο άνθρωπος δεν είναι επομένως ένα ον αυθύπαρκτο, άσχετο, ανεξάρτητο, αυτόνομο. Είναι ένα ον λογικό που από τη φύση του ανήκει στον Θεόν, εξαρτάται από τον Θεόν, σχετίζεται με τον Θεόν, συγγενεύει με τον Θεόν. Οι «φυσικές» καταβολές του είναι τάξεως υπερφυσικής, λειτουργούν με αναφορά στον Θεόν. Κάθε παρέκκλιση, κάθε κίνηση του ανθρώπου να αυτονομηθή και να διακόψη τη σχέση του με τον πλάστη και πατέρα του, οδηγεί στην αποπλάνηση και παραμόρφωσή του. Γίνεται ένα τέρας, ένα ον αντινομικό και πλήρες από σύγχυση και δυστυχία.
Οι πρωτόπλαστοι εσάρκωσαν τη μεγαλύτερη δυνατή τελειότητα στις σχέσεις τους μεταξύ των και απέναντι του Θεού. Μέσα στην αναμαρτησία, πλέοντες στη χάρι τού Θεού και το άκτιστο φως, ζούσαν σε τελεία αρμονία με τη βούληση της πατρικής αγάπης, οδηγούμενοι σταδιακά στην κατά χάρη ομοίωσή τους με τον Θεόν. Όλο τους το είναι ήταν λουσμένο στην θεϊκή χάρη, ο νους ακτινοβόλος από την άκτιστη λάμψη, η καρδιά καθαρή, φλογερή από αγάπη, «πάσχουσα τα θεία» από την ερωτική σχέση της με τον επίσης ερωτικά διακείμενο και «εξιστάμενο» Θεόν.
Αυτή η αμοιβαία έλξη αγάπης και έρωτος μεταξύ Θεού και ανθρώπου, αποτελούσε την «κατά φύση» σχέση, που εξέφραζε και τον προορισμό τού ανθρώπου, που πλάστηκε για ευτυχία και θέωση. Υπό το πρίσμα αυτό θεωρούμενος ο άνθρωπος, αναδεικνύεται όντως ως ένας κατά χάριν Θεός «δόξη και τιμή εστεφανωμένος», ένας «εν σαρκί περιπολών θεός». Το δε πρωτόκτιστο κάλλος του, η λειτουργία των ψυχοδιανοητικών του δυνάμεων, το πνευματικό του ήθος, οι απαθείς σχέσεις του με τον σύντροφόν του, η στάση του απέναντι του κτιστού κόσμου και η ερωτική του φορά προς τον Θεόν και τις άκτιστες ενέργειές του, όλα αυτά αποτελούν τα μοναδικά και ιερά αρχέτυπα, πρότυπα και υποδείγματα μιμήσεως και οικειώσεως υπό των ανθρώπων.
  
   Ο άνθρωπος
- ως ελεύθερον ον - δελεασθείς απατήθηκε από τον «απ’ αρχής ανθρωποκτόνον»
Ολόκληρος ο άνθρωπος, η ψυχή και το σώμα, αρρώστησε βαρύτατα. Έγινε θνητός, εμπαθής, σκοτεινός. Διέστρεψε τις υιϊκές σχέσεις του με τον Θεόν. Έχασε την λάμψη τής χάριτος, ο νους έπαψε να βλέπη την δόξα τής θεότητος. Οι δυνάμεις τής ψυχής άλλαξαν ρυθμό. Το θυμικό έχασε την αρρενωπή κίνηση και αντί να στρέφεται με απαθή τρόπο κατά του κακού εστράφη κατά του ανθρώπου. Το επιθυμητικό, που ήταν στην διάθεση της αγάπης προς τον Θεόν και τον άνθρωπο, μετεβλήθη σε πηγή φιληδονίας. Και το λογιστικό, που λειτουργούσε μόνο με πνευματικές θεωρίες και προσευχές — αφού ο νους ήταν «Επόπτης της αισθητής κτίσεως και μύστης τής νοουμένης» — σκοτισμένο, θαμπό, τυφλό, υποκείμενο στις εμπαθείς υποβολές τού παθητικού μέρους τής ψυχής και στις απατηλές προσβολές τού διαβόλου, κατήντησε έρμαιο των παθών και των σατανικών φαντασιώσεων. Έτσι ο άνθρωπος, με αφώτιστη συνείδηση και νοσηρή ψυχική αίσθηση εξελάμβανε το κακό ως καλό, το πικρό ως γλυκύ, το ψεύτικο ως αληθινό και το δαιμονικό ως θείο. Και ενώ η ψυχή, διατηρούσα κάποια λείψανα της θείας ευγενείας της, ορμούσε από ορμέμφυτο για ό,τι καλό και αληθινό, συνελάμβανε στη σύγχυσή της τα είδωλά των, σκιές, φαντάσματα και εικόνες, όπου εκένωνε τον ακάθαρτο έρωτά της, εν αγνοία τής πλάνης της.

Μέσα σε αυτά τα χαλκεύματα πρέπει να ενταχθούν όλες οι προχριστιανικές θρησκείες και όλες οι φιλοσοφίες, εξαιρέσει της ιουδαϊκής, την οποία ως προτύπωση του χριστιανισμού απεκάλυψεν ο Θεός. Και οι διάφορες θρησκείες και οι ποικίλες φιλοσοφίες, ως αναζητήσεις, υπό των πρώτων, του Θεού, και υπό των δευτέρων, της αληθείας, αποτελούν μαρτυρίες ενός άλλου κόσμου, που εχάθη και αγωνιωδώς ερευνάται για την επανεύρεσή του. Εάν θ’ αναλύση κανείς την Ελληνική φιλοσοφία, θα ανακαλύψη το κάλλος, το φως, τις εφέσεις και τις θείες δράσεις τού απτώτου και απλού ανθρώπου σε μια θλιβερά αλλοιωμένη μορφή σαν μια χαμένη παλαιά ευγένεια, σαν ένα απολεσθέντα παράδεισο. Τί άλλο από αναζήτηση του Θεού, της αληθείας και της μακαριότητος που έχασεν ο άνθρωπος, είναι ο Πυθαγορισμός, ο Πλατωνισμός, ο Στωϊκισμός, ο Νεοπλατωνισμός, ο Αριστοτελισμός; Παντού κανείς ανακαλύπτει την δίψα τής ψυχής για τον Θεόν, για την ευτυχία, για την αλήθεια. Δίψα μόνο χωρίς την δυνατότητα ευρέσεως, αφού τα όργανα αναζητήσεως — οι ψυχικές δυνάμεις — έχουν υποστή διαστροφή και ο διάβολος εξουσιαστικά αποπλανούσε τον άνθρωπο. Γι’ αυτό όλες οι φιλοσοφίες περιέχουν στοιχεία αληθείας, αλλ’ όχι αυτή την αλήθεια. Περιέχουν τάσης μυστικές, αλλά μένουν στη δίψα, για να φανερώνεται, ότι κάποτε ο άνθρωπος ανεπαύετο στους κόλπους τού Θεού σε μια αλληλοπεριχώρηση αγάπης.

   Ο άνθρωπος ήταν αδύνατο να εύρη τον Θεόν. Γι’ αυτό και ο Θεός απεκαλύφθη στον άνθρωπο. Αλλά δεν έφθανε η φανέρωση. Χρειαζότανε και η πρόσληψη του αρρώστου ανθρώπου για να τον θεραπεύση και να τον θεώση. Γι’ αυτό και εσαρκώθη. Σάρκωση, Βάπτιση, Σταύρωση και Ανάσταση, επανέφεραν τον άνθρωπον στο «αρχαίον απλούν» στην προπτωτική κατάσταση. Η ψυχή καθαρίστηκε με το βάπτισμα, απόκτησε με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος την πνευματική δράση, την πνευματική γεύση και την πνευματική ακοή, δηλαδή την καθολική αίσθηση, με την οποία η ψυχή ειδοποιείται για την ποιότητα όσων προσπίπτουν στην αίσθησή της. Αλλά ενώ στην προπτωτική κατάσταση ο άνθρωπος είχε απλανή την αίσθηση για την διάκριση των ποιοτήτων και σταθερή, μετά την πτώση συμβαίνει το αντίθετο. Ούτε απλανής είναι η αίσθηση ούτε σταθερή. Έως ότου η ψυχή με πολλούς αγώνες και χρόνους αποκτήση το απλανές στη διάκριση και τη σταθερότητα, θα πλανάται πολύ ή λίγο και θα κυμαίνεται πολύ ή λίγο.
Έτσι βλέπουμε χριστιανούς που πίστεψαν και βαπτίστηκαν, να πλανώνται πολύ ή λίγο στην διάκριση των πνευματικών θεμάτων και να παρουσιάζουν την κύμανση μεταξύ καλού και κακού, ψεύτικου και αληθινού. Κι έτσι ο Χριστιανός, ενώ πιστεύει και προσέρχεται στον Χριστό που υπόσχεται: «Ος δ’ άν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση εις τον αιώνα» (Ιωάν. δ’ 14), εν τούτοις και διψάει και ζητεί να ξεδιψάση σε θολές, αμαρτωλές και πολλές φορές καθ’ αυτό δαιμονικές πηγές, που θέλγουν τις αφώτιστες ψυχές.

Απ’ όσα ελέχθησαν προκύπτει, ότι ο πόθος τού ανθρώπου για αγάπη, ανάπαυση, ειρήνη, έχουν μεταφυσικά αίτια και μόνο στη μόνη μεταφυσική πηγή, στον Θεόν, είναι δυνατό το ξεδίψασμα της ψυχής. Αλλά για να προσπελάση κανείς στην πηγή, τον Θεόν, και «να μη διψήση εις τον αιώνα» πρέπει να προσέλθη με βαθειά ταπείνωση στον Χριστό, να τηρήση τις εντολές του, να αποβάλη τα πάθη, να μεταστοιχειώση τις δυνάμεις τής ψυχής προς το αγαθό, βοηθούμενος βέβαια από την χάρη τού Χριστού, για να αγαπήση τον Θεόν και τον άνθρωπο, να φωτισθή ο νους από τις άκτιστες ενέργειες τού Αγίου Πνεύματος, και να μεταμορφωθή ολόκληρος επί το θειότερο. Οπότε η ψυχή του θα «καταπαύση» εν τω Θεώ προ της μελλούσης μακαριότητος στην αιωνιότητα.
Όλα αυτά όμως προϋποθέτουν αγώνα μακρό και έντονο σύμφωνα με την ασκητική και πνευματική παράδοση της Ορθοδοξίας. Και προς υποβοήθηση αυτού του αγώνος επενοήθη ο μοναχισμός, ο οποίος προσφέρει την αγιασμένη πείρα του, με την οποία ηγιάσθησαν και εθεώθησαν αναρίθμητα πλήθη χριστιανών. Χωρίς την παραδοσιακή οδό, χωρίς την «νόμιμη άθληση» η ψυχή ταλαιπωρείται μέσα στα πάθη της, μένει αλύτρωτη, δυστυχής και μέσα στο πνευματικό σκοτάδι της αναζητεί την λύτρωσή της εκεί που δεν υπάρχει. Κι έτσι πέφτει μέσα στις παγίδες τού σατανά, που είναι γνωστές από τα διάφορα ονόματά τους
μασωνισμόςρόταρυ, μαρξισμός, ανατολικές θρησκείες… που αιχμαλωτίζουν τον σύγχρονον άνθρωπον.

Περιοδικό “Ο Όσιος Γρηγόριος” τ. 2, 1977, ψηφιακή επεξεργασία “alopsis.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης