Η Πλατυτέρα των Ουρανών

26 Δεκ. 2016

| Ιστολόγιο |


 

Η ιστορία των πρώτων χρόνων του μοναστηριού χάνεται στα βάθη των αιώνων και καλύπτεται από παραδόσεις. Οι πρώτες μαρτυρίες ανάγουν την ίδρυσή του στο τέλος του δωδέκατου αιώνος, γύρω στα 1191-1192. Πιθανότατα ο πρώτος όσιος ερημίτης που κατοίκησε σε κάποια σπηλιά του βράχου λεγόταν Ιερεμίας. Εξακριβωμένες όμως μαρτυρίες υπάρχουν από τον δεκατοτέταρτο αιώνα και μετά, στις οποίες ο Άγιος Στέφανος μνημονεύεται ως οργανωμένο κοινόβιο. Έτσι βέβαιοι κτήτορες του μοναστηριού αναφέρονται: πρώτος ο αρχιμανδρίτης όσιος Αντώνιος (πρώτο μισό του δεκάτου πέμπτου αιώνος), υιός Σέρβου ηγεμόνα και συγγενής από μητέρα με τη βυζαντινή οικογένεια των Καντακουζηνών & δεύτερος ο ιερομόναχος όσιος Φιλόθεος από το Ρίζωμα Τρικάλων (μέσα του δεκάτου έκτου αιώνος).

Ο όσιος Φιλόθεος γύρω στα 1545 ξανάκτισε το παλιό μικρό καθολικό της μονής, τον ναό του Αγίου Στεφάνου. Έκτισε επίσης κελλιά για τους μοναχούς και άλλα χρήσιμα οικοδομήματα. Στη διαδρομή της ιστορίας του το μοναστήρι δέχθηκε την υψηλή προστασία και τη βοήθεια ευγενών του Βυζαντίου, των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών και του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως. Στα 1798 κτίστηκε το σημερινό επιβλητικό καθολικό προς τιμήν του Αγίου Χαραλάμπους, επί ηγουμένου της μονής Αμβροσίου. Όμως δυσμενή γεγονότα των πρώτων 50 χρόνων του εικοστού αιώνος οδήγησαν το μοναστήρι σε οριστική σχεδόν διάλυση. Από το 1961 έγινε γυναικείο και άρχισε έτσι μια νέα λαμπρή περίοδος γι’ αυτό.

Παλιά παράδοση συνδέει το μοναστήρι αυτό με τον γυναικείο μοναχισμό. Αργότερα ερημώθηκε και εγκαταλείφθηκε, ώσπου ξανακατοικήθηκε από μοναχούς. Μεγάλη δραστηριότητα (οικοδομική, πνευματική, κοινωνική κ.α.) ανέπτυξε στα μέσα του δεκάτου εννάτου αιώνος ο Καλαμπακιώτης ηγούμενος του μοναστηριού Κωνστάντιος. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η προσφορά του στην παιδεία τα δύσκολα εκείνα χρόνια. Πριν από 100 περίπου χρόνια το μοναστήρι αριθμούσε πάνω από 30 μοναχούς, αλλά το 1960 σχεδόν ερήμωσε. Το 1961 το μοναστήρι έγινε γυναικείο. Οι πρώτες μοναχές που εγκαταστάθηκαν εδώ, κατάφεραν με τη βοήθεια του Θεού, κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, να οργανώσουν κοινοβιακά το μοναστήρι και να το βελτιώσουν οικοδομικά. Η σημερινή αδελφότητα αριθμοί 28 μοναχές και ηγουμένη (γερόντισσα) είναι η Αγάθη Αντωνίου.

Το παλιό καθολικό, που τιμάται στη μνήμη του Αγίου Στεφάνου, πιθανότατα κτίστηκε κατά τον 14ο - 15ο αιώνα. Το 1545 το ξανάκτισε, όπως είπαμε στην αρχή, ο όσιος Φιλόθεος, δεύτερος κτήτορας του μοναστηριού. Ο ναός είναι μικρή, χαμηλή, ξυλόστεγη, μονόκλιτη βασιλική με νάρθηκα.

Ο ναός αγιογραφήθηκε λίγο μετά το 1545 επί ηγουμένου Μητροφάνη. Όσες φθορές δεν έγιναν για πέντε περίπου αιώνες, προκλήθηκαν κατά την περίοδο του τελευταίου πολέμου: όλων των Αγίων τα πρόσωπα και κυρίως τα μάτια καταστράφηκαν. Παρά το γεγονός αυτό όμως, οι ιερές παραστάσεις δημιουργούν αισθήματα κατανύξεως στους προσκυνητές.

Οι τοιχογραφίες του ναού, καθαρισμένες και συντηρημένες σήμερα, αποτελούν ένα ενδιαφέρον ζωγραφικό σύνολο της μεταβυζαντινής αγιογραφίας. Ξεχωρίζουν στο ιερό η Πλατυτέρα των Ουρανών και η Θεία Μετάληψη. Στον κυρίως ναό ολόσωμοι Άγιοι, ο Ιησούς με τους μαθητές του στο όρος των Ελαιών και η απεικόνιση των 24 οίκων των Χαιρετισμών της Θεοτόκου (Ακάθιστος Ύμνος). Τέλος στον νάρθηκα ξεχωρίζουν οι παραστάσεις των οσίων κτητόρων Αντωνίου και Φιλοθέου και η Κοίμηση της Θεοτόκου. Η μεταγενέστερη ανακαίνιση της τοιχογραφίας αυτής έγινε από τον Καλαμπακιώτη αγιογράφο ιερέα Νικόλαο.

Το νέο καθολικό του μοναστηριού κτίστηκε το 1798 (είναι το νεότερο των Μετεώρων) επί ηγουμένου Αμβροσίου. Τιμάται στη μνήμη του Αγίου Χαραλάμπους, του οποίου η τιμία κάρα φυλάσσεται εκεί ως ιερό θησαύρισμα.
Είναι ναός του γνωστού αγιορείτικου αρχιτεκτονικού τύπου, δηλαδή σταυροειδής τετρακιόνιος εγγεγραμμένος, με δύο κόγχες των ψαλτών δεξιά και αριστερά. Προηγείται ευρύχωρος εσωνάρθηκας με 4 κίονες στο κέντρο, που στηρίζουν τη στέγη του. Χαρακτηριστικοί και εντυπωσιακοί είναι οι ψηλόλιγνοι τρούλοι, ο μεγάλος και κεντρικός του κυρίως ναού και οι δύο μικρότεροι του ιερού. Στη βόρεια εξωτερική πλευρά του ναού έχει προστεθεί στοά εξωνάρθηκας με πέτρινα τόξα. Κατά την περίοδο της Κατοχής προκλήθηκαν ζημιές στο κτήριο του ναού. Στη γενική επισκευή του 1972 ο ναός καλύφθηκε εσωτερικά με νέα επιχρίσματα
.

Το καθολικό αγιογραφείται στις μέρες μας από τον καταξιωμένο αγιογράφο κ. Βλάσιο Τσοτσώνη, που ακολουθεί δημιουργικά τα πρότυπα των άλλων μετεωρίτικων καθολικών και την παράδοση της Κρητικής Σχολής αγιογραφίας. Στον κυρίως ναό ξεχωρίζουν ο Παντοκράτορας και οι 4 Ευαγγελιστές. Οι τοιχογραφίες αυτές είναι πρωτότυπες, δηλαδή δεν υπάρχουν πουθενά αλλού. Μετά τον νάρθηκα θα αγιογραφηθεί το ιερό, οπότε θα ολοκληρωθεί η αγιογράφηση του νέου καθολικού.
Η παλιά τράπεζα έχει μετατραπεί σε μουσείο (σκευοφυλάκιο)
Υπάρχουν επίσης, η εστία ή μαγειρείο, ο ξενώνας και άλλα κτήρια με δωμάτια για πολλές χρήσεις (βιβλιοθήκη - αρχονταρίκι, εργαστήριο αγιογραφίαςκαλλιγραφίας και διακοσμητικής χειρογράφων, ραπτικήςχρυσοκεντητικής, παρασκευής θυμιάματος, κεριού και διαφόρων εργοχείρων). Όλα τα κτήρια είναι ανακαινισμένα.

Φυλάσσονται σήμερα 154 χειρόγραφα, που εντάσσονται στο διάστημα από τον ενδέκατο μέχρι τον δέκατο έννατο αιώνα. Πολλά απ’ αυτά κοσμούνται με ωραίες και καλλιτεχνικές μικρογραφίες, ποικίλα επίτιτλα και πολύχρωμα διακοσμητικά πρωτογράμματα. Γνωστοί καλλιγράφοι διακοσμητές χειρογράφων των μέσων του δεκάτου εβδόμου αιώνος ήταν ο Γιαννιώτης ιερομόναχος ‘Aνθιμος και ο ιερομόναχος Ησαϊας. Η καταγραφή των χειρογράφων έγινε από τον καθηγητή του Ιονίου Πανεπιστημίου κ. Δημήτριο Σοφιανό. Υπάρχουν λειτουργικά βιβλία, πατερικά κείμενα, υμνογραφικά, αγιολογικά, ερμηνευτικά, κ.α. Επίσης χειρόγραφα με νομικό και μουσικό περιεχόμενο, αλλά και χειρόγραφα γενικότερου περιεχομένου. Ανάμεσα στα χειρόγραφα που εκτίθενται στο μουσείο (σκευοφυλάκιο) αξιοπρόσεκτα είναι για την παλαιογραφική τους αξία 4 περγαμηνά λυτά φύλλα του 16ου-17ου αιώνος, που περιέχουν αποσπάσματα από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο σε μεγαλογράμματη γραφή.

Πλούσια είναι και η συλλογή σπανίων παλαιών βιβλίων (παλαιτύπων). Η καταγραφή τους πραγματοποιήθηκε από τις αδελφές της μονής. Καταμετρήθηκαν συνολικά 852 παλαίτυπα. Οι κατηγορίες στις οποίες κατανεμήθηκαν ήταν σε γενικές γραμμές: θεολογία, φιλολογία, λογοτεχνία, ιστορία, φιλοσοφία, νομική κ.α. Μετά την καταγραφή ακολούθησε η συντήρηση των παλαιτύπων. Στις προθήκες του μουσείου βρίσκονται τρία από τα σπουδαιότερα και αρχαιότερα βιβλία. Πρόκειται για τα έργα του Αριστοτέλη, τυπωμένα το 1498 και τα Λεξικά του Σουϊδα (Σούδα) και του Βαρίνου Φαβορίνου, από το 1499.

Στο μουσείο του μοναστηριού εκτίθενται ακόμη έργα μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας. Αυτά είναι:

  • Φορητές μεταβυζαντινές εικόνες. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Χριστός ο Ζωοδότης (17ου αιώνος), η Παναγία η Ελεούσα (17ου αιώνος) και η Αποκαθήλωση, έργο του μεγάλου Κρητικού αγιογράφου Εμμανουήλ Τζάνε, του 1670.
  • Χρυσοκέντητα Άμφια και άλλα υφαντά. Εντυπωσιακός είναι και ο χρυσοκέντητος επιτάφιος του 1857 με πολυπρόσωπη κεντρική σύνθεση και άλλες συμπληρωματικές παραστάσεις στο πλαίσιο.
  • Έργα αργυροχοϊας, όπως λειτουργικά σκεύη (άγια ποτήρια, αρτοφόρια, λόγχες, λαβίδες, θυμιατήρια κ.α.), πόρπες από φίλντισι και λειψανοθήκες.
  • Ξυλόγλυπτοι και αργυρόδετοι σταυροί. Συμβολίζουν το πάθος, τη θυσία, την ταπείνωση και την υπομονή. Ανάμεσά τους αρκετοί περίτεχνοι σταυροί επιστήθιοι, ευλογίας, αγιασμού και λιτανείας.
  • Τέλος, ο επισκοπικός Θρόνος και το βημόθυρο του τέμπλου του Ιερού Ναού Αγίου Στεφάνου, με την παράσταση του Ευαγγελισμού στο επάνω μέρος, όπως συνηθίζεται.

Στο μοναστήρι υπάρχουν εξαίρετα έργα ξυλογλυπτικής. Από αυτά εντυπωσιάζουν:

  • Το τέμπλο του νέου καθολικού του Αγίου Χαραλάμπους, που κατασκευάστηκε το 1814, με περίτεχνη διακόσμηση από φυτά, ζώα και ανθρώπους. Είναι από τα πιο ωραία τέμπλα που σώζονται στην Ελλάδα.
  • Το κιβώριο (κουβούκλιο) που καλύπτει την Αγία Τράπεζα, πάνω στην οποία βρίσκεται η τιμία κάρα του Αγίου Χαραλάμπους.
  • Ο δεσποτικός θρόνος, τα 4 προσκυνητάρια και τα 2 αναλόγια των ψαλτών στον κυρίως ναό είναι διακοσμημένα με ελεφαντόδοντο και μάρμαρο.
  • Τα 2 προσκυνητάρια του νάρθηκα είναι καλαίσθητα και περίτεχνα. Κατασκευάστηκαν το 1836.
  • Τέλος, το επιχρυσωμένο τέμπλο του Ιερού Ναού του Αγίου Στεφάνου, με καλλιτεχνικές παραστάσεις φυτών και ζώων, που καταλήγει στο πάνω μέρος σε σταυρό. Το κοσμούν φορητές εικόνες ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει αυτή του πρωτομάρτυρα και αρχιδιακόνου Στεφάνου.

Την ύπαρξη του μοναστηριού απείλησαν κυρίως τα δυσάρεστα εθνικά συμβάντα του πρώτου μισού του εικοστού αιώνος: επανειλημμένες απαλλοτριώσεις της μοναστηριακής περιουσίας για την αποκατάσταση των προσφύγων, οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, η μαύρη περίοδος της Κατοχής και ο Εμφύλιος. Όλα αυτά έφεραν το μοναστήρι στα πρόθυρα της διάλυσης, σε αρπαγή κειμηλίων και σε φθορά των κτιρίων του.

Η προσφορά του μοναστηριού στην τοπική κοινωνία σε θέματα παιδείας είναι πολύ σημαντική. Ο Καλαμπακιώτης ηγούμενος Κωνστάντιος με έξοδά του έκτισε (1850) την «Κωνστάντιο Σχολή» στην Καλαμπάκα και πρόσφερε μεγάλα χρηματικά ποσά για την ανέγερση σχολείου στα Τρίκαλα. Στο μοναστήρι αυτό κατέφυγε ο διάσημος Ιεράρχης και Ελληνοδιδάσκαλος Δωροθέος Σχολάριος (1812-1888) από τον Αμάραντο Καλαμπάκας, για να μορφωθεί. Αλλά και πρόσφατα, στη δεκαετία του 1970, λειτούργησε εδώ με επιτυχία Ορφανοτροφείο - Δημοτικό Σχολείο Θηλέων με δασκάλες μοναχές του μοναστηριού.

kalampaka.com

Αναρτήθηκε από : Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

24 Δεκ. 2016

| Ιστολόγιο |


 

Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία !

 

Η Μονή των Ποιμένων γνώρισε μεγάλη ακμή κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Από τον 4ο αιώνα καθιερώθηκε ως ιερός προσκυνηματικός τόπος, αφού συνδέεται με την αποκάλυψη της Γεννήσεως του Θεανθρώπου Χριστού στους βοσκούς από τους αγγέλους (Λκ. β' 8 - 14).

Εδώ, λοιπόν, δύο χιλιόμετρα ανατολικά της Βηθλεέμ της Ιουδαίας, οι ταπεινοί βοσκοί ευαγγελίστηκαν την Γέννηση του Σωτήρος Χριστού. Τον χώρο του φυσικού σπηλαίου, όπου ήσαν οι Ποιμένες κατά την ώρα της χαρμόσυνης δοξολογικής αγγελίας, τον διαμόρφωσε η βασιλομήτωρ Αγία Ελένη σε ναό και το δάπεδό του το έστρωσαν με πολύχρωμο μωσαϊκό δάπεδο (326 - 333 μ.Χ.).

Σύμφωνα με τον Άγιο Ιερώνυμο, αλλά και την τοπική παράδοση, δυτικά του σπηλαίου υπάρχουν οι τάφοι, τριών εκ των μακαρίων εκείνων Ποιμένων που πρώτοι προσκύνησαν το Θείο Βρέφος. Πάνω από το σπήλαιο των Ποιμένων σώζονται τα ερείπια μεγαλόπρεπης μαρμάρινης βασιλικής του 6ου αιώνος.



ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Αναρτήθηκε από : Ποσειδώνας Αποσπερίτης 



 

22 Δεκ. 2016

Ιστολόγιο |


 

 

Σε μικρή απόσταση από την Αγία Πόλη, βρίσκεται μια μικρή κωμόπολη γνωστή από την αρχαιότητα ως Βηθλεέμ. Η αίγλη της και η φήμη της διατρέχει όλη την οικουμένη από τα πρώτα Χριστιανικά χρόνια, αφού εδώ γεννήθηκε από την Αγία Παρθένο το «παιδίον Ιησούς». Το σπήλαιο της Γεννήσεως αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα και αγιότερα προσκυνήματα. Ιδιαίτερο δέος συνέχει τον κάθε πιστό κατά την είσοδο εντός αυτού του τόσο ταπεινού χώρου, όπου εκείνη την Αγία νύχτα, χώρεσε ολόκληρος ο Ουρανός!


Η ΑΓΙΑ ΒΗΘΛΕΕΜ
 
       Εκατόν τριάντα χρόνια μετά την γέννηση του Χριστού, το Άγιο Σπήλαιο αποτελούσε τόπο προσκυνήματος για τους Χριστιανούς. Ο ειδωλολάτρης αυτοκράτορας Ανδριανός, θέλοντας να παραδώσει στην λήθη τον τόπο, ανήγειρε ναό αφιερωμένο στον Άδωνη, όπως είχε πράξει και στον Γολγοθά, με την ανέγερση ιερού αφιερωμένου στην Αφροδίτη. Η προσπάθειά του δεν τελεσφόρησε. Η μαρτυρία του Ωριγένη, που επισκέφθηκε την Παλαιστίνη το 213 μ.Χ., δείχνει ότι ο τόπος ήταν περιφανής και το χριστιανικό προσκύνημα ξακουστό, ακόμα και ανάμεσα στους εθνικούς. Στις αρχές του Δ' αιώνα η Αγία Ελένη ανήγειρε χριστιανικό ναό και αφιέρωσε πολύτιμα κειμήλια. Το οικοδόμημα συμπλήρωσε ο Μέγας Κωνσταντίνος και στόλισε με χρυσό, ασήμι και πολύτιμους λίθους τα αναθήματα, κατά την μαρτυρία του Ευσέβιου Καισαρείας. Την μαρτυρία αυτή επιβεβαιώνει και ο συγγραφέας  του οδοιπορικού της Βουρδιγάλης, γράφοντας για την εκκλησία της Βηθλεέμ: «δύο μίλια πέρα του τάφου της Ραχήλ είναι η Βηθλεέμ, όπου γεννήθηκε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός˙ εκεί οικοδομήθηκε εκκλησία κατά διαταγήν του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
 
       Η εκκλησία διατηρήθηκε για δύο αιώνες. Τον Ε' αιώνα ο Ιουστινιανός ανήγειρε μεγαλύτερη και περιφανέστερη εκκλησία. Ήθελε το οικοδόμημα αυτό να είναι το λαμπρότερο απ' όλα της Παλαιστίνης. Ο αρχιτέκτονας όμως, από σεβασμό στο αρχαίο έθος, διατήρησε το αρχικό σχήμα του ναού, εν μέρει. Την επιβεβαίωση της πληροφορίας, ότι ο ναός στη Βηθλεέμ είναι έργο δικό του, λαμβάνουμε από ανώνυμο Αραβικό χρονικό. Μετά τον Ιουστινιανό σπανίζουν οι πληροφορίες για τον ναό αυτό. Η περσική εισβολή του 614 μ.Χ., ενδεχομένως να επέφερε καταστροφή και στη Βηθλεέμ, όμως η στιβαρή κατασκευή δεν επέτρεψε εκτεταμένες βλάβες. Η ζημιά διορθώθηκε εύκολα και επανήλθε στην πρότερη λαμπρή κατάσταση. Οι Αρκούλφος και Βιλιβάρδος περιγράφουν με θαυμασμό τον ναό, τους Ζ' και Η' αιώνες αντίστοιχα, ενώ ο Βερνάρδος την Θ' εκατονταετηρίδα γράφει: «στη Βηθλεέμ υπάρχει μεγάλη εκκλησία, στο μέσο της οποίας είναι ένα σπήλαιο υπόγειο, του οποίου η είσοδος βρίσκεται προς νότο και η έξοδος προς ανατολάς (ίσως προς βορά)˙ μέσα στο σπήλαιο δυτικά δεικνύεται η Αγία Φάτνη».
 
       Όταν τον ΙΑ' αιώνα όλες οι εκκλησίες της Αγίας Γης κατεδαφίσθηκαν από τον Χακίμ ιμπν Αμρ-ιλλάχ, μόνο η εκκλησία της Βηθλεέμ σώθηκε. Ο Γάλλος χρονογράφος Ademar έγραψε ότι, όταν οι Σαρακηνοί αποπειράθηκαν να καταστρέψουν τον ναό, φως ως αστραπή έπεσε πάνω τους και θανάτωσε πολλούς. Το 1099 μ.Χ. έφτασαν οι σταυροφόροι στα Ιεροσόλυμα. Βρήκαν την εκκλησία της Βηθλεέμ άθικτη. Ο Γοδεφρείδος απέστειλε τον Ταγκράδο με 100 ιππότες και κατέλαβαν την Βηθλεέμ μέσα σε μια ημέρα. Το 1103 μ.Χ., γράφει ότι, όλη η περιοχή είχε ερημώσει και μόνο ο ναός έστεκε ακόμη όρθιος. Στον επόμενο μισό αιώνα η φθορά είχε επέλθει σε τέτοιο σημείο, ώστε ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων Μανουήλ Κομνηνός με μεγαλοδωρία επισκεύασε αυτόν. Ο Ιωάννης Φωκάς στο σύγγραμμά του για τους Αγίους Τόπους διασώζει, ότι ο Λατίνος επίσκοπος έστησε την μορφή του αυτοκράτορα Μανουήλ στο Θυσιαστήριο του Αγίου Σπηλαίου. Μετά την διάλυση των σταυροφορικών βασιλείων, οι αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης, διατήρησαν τον ορθόδοξο   κλήρο στην Βηθλεέμ, κατευνάζοντες με πλούσια δώρα την εκδικητική μανία των μουσουλμάνων. Έτσι το 1348 ο Καντακουζηνός απέστειλε πρεσβεία στον Σουλτάνο των Μαμελούκων της Αιγύπτου Νασρεντίν Χασάν, υπό τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Λάζαρο, που μεσίτευσε υπέρ του Ναού της Αναστάσεως και των άλλων προσκυνημάτων.
 
       Το 1435 μ.Χ. ο βασιλιάς της Τραπεζούντας Αλέξιος Κομνηνός ανακαίνισε την μολυβδοσκέπαστη στέγη του ναού. Το 1561 ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σοφρώνιος έκτισε τις τέσσερις κάμαρες που βρίσκονται σε αμφότερα τα μέρη του Αγίου Σπηλαίου. Η στέγη του ναού έχρηζε ήδη εκ νέου επισκευή επί πατριαρχίας του Παϊσίου, αλλά αυτός δεν κατόρθωσε να φέρει εις πέρας το έργο, λόγω έλλειψης χρημάτων. Ο διάδοχός του Νεκτάριος, έπεισε κάποιον επιφανή Μανωλάκη Καστοριανό να συνδράμει στις εργασίες και ξεκίνησε την διαδικασία της έκδοσης της σχετικής άδειας από την Πύλη. Οι εργασίες εκίνησαν τελικά από τον Πατριάρχη Δοσίθεο. Ο προαναφερθείς Μανωλάκης Καστοριανός συγκέντρωσε την απαραίτητη ξυλεία στην Ιόππη. Από εκεί με άμαξες κατευθύνθηκαν στα Ιεροσόλυμα. Αλλά στην κοιλάδα του χείμαρρου Σαλάμ, βόρεια από τους Εμμαούς, ο δρόμος ήταν δύσβατος και οι άμαξες δεν μπορούσαν να διέλθουν. Εξήλθαν λοιπόν οι Ορθόδοξοι από τις πόλεις Ρεμπλί, Ραμμάλα και Λύδδα καθώς και από Ιερουσαλήμ και με την δική τους προσωπική εργασία διάνοιξαν την οδό προς Ιερουσαλήμ. Έτσι η μεταφορά διήρκεσε από Αύγουστο ως Δεκέμβριο. Τον Σεπτέμβριο του 1672 ξεκίνησε η επισκευή που συμπεριελάμβανε την ανακαίνιση της στέγης, συντήρηση στους τοίχους, διάνοιξη θυρών κεκλεισμένων και παραθύρων κι αντίστοιχη τοποθέτηση, μαρμαρόστρωση και ασβέστωμα. Για την κάλυψη της στέγης με μόλυβδο αναχωνεύθηκε ο ήδη υπάρχων και συμπληρώθηκε όσο έλειπε. Τα εγκαίνια έγιναν τον Ιούλιο του ίδιου (εκκλησιαστικού) έτους από την σύνοδο που απήλλαξε τον Κύριλλο Λούκαρη από τις κατηγορίες των Ιησουϊτών.
 
       Άλλες μικρότερες επισκευές έγιναν το 1689 μ.Χ. με την άδεια του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Β' και το 1775 μ.Χ. επί πατριαρχίας Αβραμίου. Το 1842 μ.Χ. έγινε άλλη μια μεγάλη ανακαίνιση του οικοδομήματος επί Αθανασίου του Γ'. Η στέγη αντικαταστάθηκε και μολυβδοσκεπάστηκε. Το έδαφος του Καθολικού στρώθηκε με μάρμαρα, ενώ έξω στις κολώνες στρώθηκε με ντόπια πέτρα. Όλοι οι τοίχοι, των οποίων το μωσαϊκό κατέπεσε από την πολυκαιρία, καλύφθηκαν με μαρμαρόσκονη. Αυτή ήταν και η τελευταία μεγάλη ανακαίνιση του ναού.
 
Επιμέλεια : Blog Παναγία Ιεροσολυμίτισσα 
 
Ιστορικά στοιχεία, Ιερά Μονή Παντοκράτορος: http://www.impantokratoros.gr
 
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
1) Ιωαννίδου Βενιαμίν, Προσκυνητάριον της Αγίας Γης, Ιεροσόλυμα 1877 (1η έκδ.) Θεσ/νίκη 2004 (2η έκδ.).
2) Ζερβάκου Φιλοθέου, Ηγουμένου της εν Πάρω Ιεράς Μονής Λογγοβάρδας, Προσκύνημα εις Παλαιστίνην και Σινά, Αθήνα 1974.
3) Καπενέκα Ιακώβου, Αρχιεπισκόπου Διοκαισαρείας, Οι Άγιοι Τόποι της Παλαιστίνης και το τάγμα των Αγιοταφιτών (ανάτυπο εκ της Νέας Σιών), Ιεροσόλυμα 1982.
4) Κατσαρού Τρύφωνος, Ιερομονάχου, Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, Αθήνα 1997.
 

 Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο "Παναγία Ιεροσολυμίτισσα"

 http://panagia-ierosolymitissa.blogspot.gr/


Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης