Η Πλατυτέρα των Ουρανών

2 Μαϊ. 2021


Είναι «κρυμμένο» στην κουφάλα ενός δέντρου, αλλά η φήμη του έχει ξεπεράσει τα Ελληνικά σύνορα. Κι αυτό, διότι δεν είναι απλώς ένα ξεχωριστό και όμορφο εκκλησάκι. Είναι ένα από «τα ωραιότερα και πρωτότυπα θρησκευτικά μνημεία της Ελλάδας». Ένα λαμπρό προσκύνημα, γνωστό στους Ορθοδόξους, που φτάνουν στη αιγιαλιακή γη για να ζητήσουν την βοήθεια της Παναγίας. Αιώνες τώρα, το εκκλησάκι της Παναγίας της Πλατανιώτισσας στο ομώνυμο χωριό του Αιγίου «φιλοξενείται» στην κουφάλα που σχηματίζουν τρεις αιωνόβιοι πλάτανοι, ύψους 17 μέτρων, που πλέον έχουν γίνει ένας, και τροφοδοτεί τους Χριστιανούς με πίστη και ελπίδα ...

Έχει ως βασική εικόνα - κειμήλιο το «Θαύμα της Παναγίας»: Το αρνητικό αποτύπωμα της εικόνας της Παναγίας της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου, που μοναχοί, αιώνες πριν, κατά την περίοδο της εικονομαχίας, εναπόθεσαν για μια νύχτα στη ράχη του πλατάνου, στο κοίλωμα του οποίου φιλοξενήθηκαν. Ο «ναΐσκος, σέμνωμα της περιοχής και πανελλήνιο λαμπρό προσκύνημα», κατά την Μητρόπολη Καλαβρύτων, γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου, στην γέννηση της Θεοτόκου. Χωράει μέχρι και 20 προσκυνητές, καθώς έχει ελλειπτική διατομή 8 μ. και μικρή διάμετρο 3,5 μ. Όπως μας πληροφορεί ο π. Θεόδωρος Δεληγιάννης, που είναι και υπεύθυνος του προσκυνήματος της “Παναγίας της Πλατανιώτισσας”, στο εκκλησάκι τελούνται γάμοι, βαφτίσεις, παρακλήσεις, πανηγυρικός εσπερινός και, βέβαια, η Θεία Λειτουργία στις 8 Σεπτεμβρίου. Σύμφωνα με τον π. Θεόδωρο, το αποτύπωμα της εικόνας της Παναγίας «μετρά» από 1.200 έως 1.700 χρόνια. Από τότε, δε, που ανακαλύφθηκε, λειτουργεί ως προσκύνημα, ενώ πλήθος πιστών καταφθάνουν κατ’ έτος όχι μόνο από την Ελλάδα αλλά και από το εξωτερικό. Ο κύριος όγκος των πιστών του εξωτερικού, που έρχονται είτε για να προσκυνήσουν είτε επειδή έχουν κάποιο τάμα, προέρχεται από την Ρωσία, τις πρώην Σοβιετικές χώρες και τις Ορθόδοξες χώρες της Βαλκανικής.

Το αποτύπωμα της εικόνας της Παναγίας «μετρά» από 1.200 έως 1.700 χρόνια.
Tο προσκύνημα συνδέεται με την εφέστια εικόνα του Mεγάλου Σπηλαίου, μας πληροφορεί σχετικά η Μητρόπολη Καλαβρύτων, η οποία, για την Ιστορία, ενημερώνει τους προσκυνητές ότι την περίοδο της εικονομαχίας «μερικοί μοναχοί του Σπηλαίου, προσπαθώντας να διασφαλίσουν την ιερή εικόνα της Θεομήτορος, της γνωστής σε όλους "Παναγίας της Σπηλαιώτισσας", από την μανία των εικονομάχων, φεύγοντας από την ιερά μονή, νύχτωσαν κοντά στο χωριό Kλαπατσούνα και διανυκτέρευσαν στην κουφάλα ενός πλατάνου. Aπόθεσαν εκεί με ευλάβεια την ιερή εικόνα και αποκοιμήθηκαν. Όταν ξημέρωσε και ετοιμάστηκαν να φύγουν, βρέθηκαν μπροστά σε ανέκφραστο θαύμα: Παρατήρησαν με δέος και έκπληξη πως το αρνητικό αντίτυπο της ιερής εικόνας είχε αποτυπωθεί στο κοίλωμα του πλατάνου και ήταν περιλουσμένο με άπλετο φως».
Όταν το περιστατικό έγινε ευρέως γνωστό, το αποτύπωμα έγινε προσκύνημα και το χωριό από Καλπατσούνα μετονομάστηκε σε Πλατανιώτισσα.
Πολύ κοντά, εξάλλου, στον ναΐσκο βρίσκεται και η βασιλική της Kοιμήσεως της Παναγίας, με αγιογραφίες του 1740, λαϊκότροπου χαρακτήρα, για να συμπληρώσει την ιερότητα του χώρου και να ενισχύσει την πίστη των επισκεπτών. Για να φτάσει κάποιος στο προσκύνημα, πρέπει να μπει στον επαρχιακό δρόμο Αιγίου - Καλαβρύτων (μέσω Φτέρης). Λίγο μετά το χωριό Άγιος Παντελεήμων, στρίβει αριστερά στην πινακίδα Βάλτα, Πλατανώτισσα. Απαραίτητη προϋπόθεση για να προσκυνήσει είναι να συνεννοηθεί με τον π. Θεόδωρο, που, όμως, βρίσκεται στην Πλατανιώτισσα και έτσι εύκολα μπορεί κάθε ενδιαφερόμενος να τον εντοπίσει ...

Η εικόνα της Παναγίας της Μεγαλοσπηλαιώτισσας είναι μια από τις τρεις που δημιούργησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς και σώζονται μέχρι σήμερα. Λέγεται ότι είναι ευλογημένη από την ίδια την Παναγία. Είναι ανάγλυφη, πλασμένη κυρίως από κερί και μαστίχα, και έχει πάχος 3 εκατοστά. Φέρει εσθήτα χρωματισμένη και χρυσά διαγράμματα. Το σώμα της Παναγίας είναι στραμμένο δεξιά, με κεκλιμένη την κεφαλή προς τον Υιόν της. Τον κρατά στο δεξί της χέρι (Δεξιοκρατούσα), ενώ εκείνος με το αριστερό του χέρι κρατά ελαφρά την αριστερή παλάμη της Μητέρας Του και με το δεξιό το Ευαγγέλιο. Δεξιά και αριστερά της εικόνας παρίστανται μετά φόβου άγγελοι. Στις τέσσερεις γωνιές της δεξιά εξαπτέρυγα Σεραφείμ και αριστερά πολυόμματα Χερουβείμ.
Από τις πολλές πυρκαγιές που κατά καιρούς κατέκαψαν την μονή, η εικόνα έχει αμαυρωθεί. Πάντοτε, όμως, διασωνόταν. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς, όταν ήρθε στην Αχαΐα, μετά τον θάνατο του Αποστόλου Παύλου, έφερε μαζί του από την Παλαιστίνη και αυτή την εικόνα της Παναγίας, την οποία κάποια στιγμή δώρισε στους πρώτους Χριστιανούς. Την εποχή των διωγμών αυτοί κατέφυγαν για ασφάλεια στο σπήλαιο, όπου και την έκρυψαν. Η Εικόνα παρέμεινε στο σπήλαιο μέχρι που ανακαλύφθηκε κατά θαυμαστό τρόπο από την Αγία Ευφροσύνη και υποδείχθηκε στους δύο Θεσσαλονικείς μοναχούς Συμεών και Θεόδωρο, οι οποίοι κατόπιν ξεχωριστού οράματος έφυγαν από τα Ιεροσόλυμα και έφτασαν στην περιοχή για να την αναζητήσουν.

ikivotos.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 



 

 

12 Αυγ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 

 






  
   Ψηλά, στὶς ἐλατόφυτες βουνοκορφὲς τῆς νοτιοδυτικῆς Εὐρυτανίας, σφηνωμένη ἀνάμεσα σὲ κάθετους γκριζωποὺς βράχους μὲ ἄγρια μεγαλοπρέπεια, προβάλλει ἡ ἱερὰ μονὴ τοῦ Προυσού.

Εἶναι σταυροπηγιακὸ καὶ ἱστορικὸ μοναστήρι, μὲ μεγαλόπρεπα τριόροφα κτήρια. Ἀνάμεσά τους ὑπάρχει σπήλαιο λαξευμένο, ποὺ φιλοξενεῖ στὸ ἐσωτερικό του τὸν πρῶτο καὶ παλαιὸ ναὸ τῆς μονῆς.
Μέσα σ’ αὐτὸν φυλάσσεται ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας, ποὺ ἐπονομάζεται Προυσιώτισσα καὶ ἑορτάζει μὲ κάθε ἐκκλησιαστικὴ καὶ βυζαντινὴ μεγαλοπρέπεια στὶς 22-23 Αὐγούστου.

Τὴν θαυματουργὴ αὐτὴ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου λέγεται ὅτι τὴν ζωγράφισε ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς καὶ ἦλθε ἀπὸ τὴν Προῦσα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας (σύμφωνα μὲ τὸ χειρόγραφο 3 τοῦ κώδικα τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Προυσιωτίσσης).
Τὴν ἔφερε ἀπὸ τὴν Προῦσα κάποιος εὐγενὴς νέος στὰ χρόνια της εἰκονομαχίας (829 μ.Χ.) ἐπὶ εἰκονομάχου βασιλέως Θεοφίλου. Στὸν δρόμο ὅμως γιὰ τὴν Ἑλλάδα, στὴν Καλλίπολη τῆς Θράκης, τὴν ἔχασε καὶ ἡ εἰκόνα ἀποκαλύφθηκε θαυματουργικὰ σ’ ἕνα τσοπανόπουλο, μὲ μία στήλη φωτὸς σὰν πυρσὸς – γι’ αὐτὸ πῆρε καὶ τὴν ἐπωνυμία Πυρσὸς – στὸ μέρος ὅπου ἦταν κρυμμένη.
Ὁ νέος, ποὺ εἶχε ἐγκατασταθεῖ στὴν Πάτρα, ὅταν τὸ ἔμαθε θέλησε νὰ τὴν πάρει. Ἀλλὰ ἡ εἰκόνα θαυματουργικὰ γύρισε καὶ πάλι στὸ ἄγριο μέρος τῆς Εὐρυτανίας, ὅπου ἀποκαλύφθηκε στοὺς ντόπιους βοσκοὺς τὴν νύχτα ἀπὸ 22 πρὸς 23 Αὐγούστου. Τότε ὁ νέος, μαζὶ μ’ ἕναν ὑπηρέτη του, πῆγαν καὶ αὐτοὶ ἐκεῖ, ὅπου ἔγιναν μοναχοὶ μετανομασθέντες Διονύσιος καὶ Τιμόθεος ἀντίστοιχα.
Ἡ εἰκόνα τῆς Παναγίας εἶναι τύπου Ὁδηγήτριας καὶ εἶναι ἐπιχρυσωμένη μὲ ἀργυροεπίχρυση ἔνδυση, δῶρο τοῦ στρατηγοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη ποὺ φιλοξενοῦνταν στὴ Μονὴ τὴν περίοδο τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1821 μ.Χ. Τὴν ἔνδυση, τὴν κατασκεύασε ὁ χρυσοχόος Γεώργιος Καρανίκας τὸ 1824 μ.Χ., ὅπως μᾶς ἀποκαλύπτει ἡ ἀνάγλυφη ἐπιγραφὴ πάνω ἀπὸ τὸν δεξιὸ ὦμο τῆς Παναγίας: «Ἡ Παντάνασσα. Δὶ ἐξόδων τοῦ γενναιοτάτου στρατηγοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη, χειρὶ Γεωργίου Καρανίκα, 1824».
Στὸ ἱστορικό της μονῆς ἀναφέρεται ὅτι ἐπὶ τουρκοκρατίας καταστράφηκε πολλὲς φορές.
Ἡ τελευταία ὅμως καταστροφή, ποὺ μετέβαλε τὰ κτήρια σὲ σωροὺς ἐρειπίων, ἔγινε τὸ 1944 μ.Χ. ἀπὸ τοὺς γερμανούς. Μετὰ τὴν καταστροφὴ τῶν κτισμάτων, ἕνας ἀξιωματικὸς θέλησε νὰ κάψει καὶ τὴν ἐκκλησία. Προσπάθησε πολλὲς φορές, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἐνῶ λοιπὸν στεκόταν ἂπ’ ἔξω κι ἔδινε διαταγές, τιμωρήθηκε παραδειγματικὰ ἀπὸ τὸ χέρι τῆς Παναγίας.
Μία ἀόρατη δύναμη τὸν ἔριξε μὲ ὁρμὴ πάνω στὸ πλακόστρωτο. Τὸ χτύπημα ἦταν δυνατό, καὶ ὁ γερμανὸς ἀνίκανος νὰ σηκωθεῖ. Τὸν σήκωσαν οἱ στρατιῶτες καὶ τὸν ἔβαλαν πάνω σὲ ζῶο γιὰ νὰ τὸν μεταφέρουν στὸ Ἀγρίνιο. Ἔτσι ὁ ναὸς παρέμεινε ἀβλαβής, ὅπως διαφυλάχθηκε ἀκέραιος διὰ μέσου τῶν αἰώνων.
Πέρασαν τέσσερα χρόνια. Ὁ ἐμφύλιος πόλεμος τώρα μαίνεται στὴν ἑλληνικὴ ὕπαιθρο. Οἱ κάτοικοι τῆς Εὐρυτανίας καὶ ὀρεινῆς Ναυπακτίας ἐγκαταλείπουν τὰ χωριά τους καὶ προσφεύγουν γιὰ ἀσφάλεια σὲ ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Μαζί τους προσφεύγει καὶ ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἀκολουθεῖ κι αὐτὴ τὴν τύχη τῶν παιδιῶν της καὶ μεταφέρεται ἀπὸ τοὺς μοναχούς του Προυσού στὴ ἀκρόπολη τῆς Ναυπάκτου. Τὸ μοναστήρι παραμένει τελείως ἔρημο.
Ὕστερα ἀπὸ καιρὸ ἀρχίζουν οἱ ἐπιχειρήσεις τοῦ στρατοῦ.
Ἡ ἐνάτη μεραρχία ἀναλαμβάνει ἐκκαθαριστικὲς ἐπιχειρήσεις στὴν Εὐρυτανία.
Μερικὰ τμήματα περνοῦν ἀπὸ τὸν Προυσό. Ὁρισμένοι ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες πλησιάζουν στὴ σκοτεινὴ ἐκκλησούλα τῆς σπηλιᾶς καὶ μπαίνουν γιὰ νὰ προσκυνήσουν. Ἐκεῖ μέσα ἀντικρίζουν ἕνα παράδοξο θέαμα: Μπροστὰ στὸ τέμπλο, στ’ ἀριστερά της ὡραίας πύλης, ένα ἀναμμένο καντήλι καὶ μία καλόγρια γονατιστή. Οἱ στρατιῶτες ἀποροῦν. Πῶς ζεῖ αὐτὴ ἡ μοναχὴ ἐδώ, τήν στιγμὴ πού ἡ Εὐρυτανία εἶναι τελείως ἔρημη ἀπὸ κατοίκους;

Πῶς συντηρεῖται, τί τρώει, πού βρίσκει λάδι γιὰ τὸ καντήλι; Τὴν ἐρωτοῦν λοιπόν, κι ἐκείνη σεμνὰ καὶ πονεμένα τοὺς ἁπαντά: «Παιδιά μου, ζῶ ἐδῶ μοναχή μου δυόμισι τώρα χρόνια. Γιὰ τὴν δική μου ζωὴ δὲν χρειάζονται φαγητὸ καὶ ψωμί. Μοῦ ἀρκεῖ ὅτι ἔχω τὸ καντήλι μου ἀναμμένο». Οἱ στρατιῶτες, κουρασμένοι ἀπὸ τὶς ἐπιχειρήσεις καὶ βιαστικοὶ νὰ φύγουν, δὲν ἔδωσαν προσοχὴ στὰ λόγια της.
Τὴν ἑπομένη ὅμως, ὅταν τὰ ἔφεραν πάλι στὴ μνήμη τους, κατάλαβαν πὼς ἐπρόκειτο γιὰ κάτι θαυμαστό. Κι ὅταν ἀργότερα περνοῦσαν ἀπὸ τὴν Ναύπακτο, ζήτησαν μὲ ἐπιμονὴ ἄδεια ἀπὸ τὸν διοικητὴ τους γιὰ νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν μητροπολίτη.
Ὁ ἐπίσκοπος Ναυπακτίας καὶ Εὐρυτανίας Χριστόφορος τοὺς ὑποδέχθηκε μὲ ἀγάπη, κι ἀφοῦ τοὺς ἄκουσε συγκινημένος, ἔριξε φῶς στὸ μυστήριο:
«Ὁ ναός - τοὺς εἶπε - ποὺ ἐπισκεφθήκατε, ἀνήκει στὴν ἔρημη τώρα ἱερὰ μονὴ Προυσιώτισσας, τῆς ὁποίας ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα βρίσκεται πάνω ἀπὸ δύο χρόνια ἐδῶ, στὸ παρεκκλήσι τῆς μητροπόλεώς μας, στὸν ἅγιο Διονύσιο. Πηγαίνετε νὰ τὴν προσκυνήσετε, καὶ θὰ καταλάβετε».

Πῆγαν πράγματι καὶ προσκύνησαν. Τότε αὐθόρμητα στὸν καθένα δόθηκε ἡ ἐξήγηση στὴν ἀπορία του: Στὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος ἀναγνώρισαν τὴν μοναχὴ ἐκείνη ποὺ συνάντησαν στὸ ἐκκλησάκι τῆς σπηλιᾶς, ψηλὰ στὸν Προυσό!

agios-dimitrios.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 
 
 
25 Ιουλ. 2020

Το εντυπωσιακά άφθαρτο λείψανο της Αγίας Χριστίνας, άγνωστο πότε, μεταφέρθηκε από την Συρία όπου μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη και κατατέθηκε σε Ναό προς τιμήν της στην περιοχή του Ιερού Παλατίου, απ’ όπου όμως αφαιρέθηκε κατά την Φραγκοκρατία και μεταφέρθηκε στη Βενετία.
Το 1252 το Λείψανο της Αγίας Χριστίνας κατατέθηκε στη Μονή του Αγίου Μάρκου στο Τορσέλλο και το 1340 μεταφέρθηκε στο Ναό του Αγίου Ματθαίου στο Μουράνο.
Το 1435 ο Πάπας Ευγένιος Δ’ διέταξε την μεταφορά του στο Ναό του Αγίου Αντωνίου, επίσης στο Τορσέλλο και το 1793 μεταφέρθηκε στη Μονή της Μάρτυρος Ιουστίνης Βενετίας.
Το 1810 μεταφέρθηκε στον Ναό του Αγίου Φραγκίσκου της Αμπέλου στην Βενετία, όπου και σήμερα φυλάσσεται, κατατεθημένο μέσα σε μία κρυστάλλινη λάρνακα.

"yiorgosthalassis.blogspot.com"