Η Πλατυτέρα των Ουρανών

26 Δεκ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Mοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης (1916 - 2006)

 

Φωτογραφία: Σπύρος Λουλακάκης, 1955

 




  Ἡ παροῦσα διήγηση εἶναι μία συγκλονιστικὴ ἐμπειρία τοῦ μακαριστοῦ πατρός Θεόκλητου Διονυσιάτη, ὅπως τὴν ἐμπιστεύθηκε πρὶν 38 χρόνια σχεδὸν στὸν Ἁγιορείτη Μοναχὸ π. Κύριλλο Παντοκρατορινό, ὁ ὁποῖος μὲ δέος καὶ νοσταλγία πρὶν λίγες ἡμέρες μας τὴν μετέφερε.
Από τὰ Happy Christmas λοιπὸν τῶν «εὐτυχισμένων» ἀνθρώπων ἂς ταξιδεύσει φέτος ὁ λογισμός μας στ’ Ἅγιονορος, ἐκεῖ στὰ φρικτὰ Καρούλια, μὲ τοὺς ξυπόλυτους ἀσκητᾶς καὶ σὲ ὅσα μας ἐξομολογιέται μὲ συγκλονισμὸ ὁ ἁγιασμένος καὶ σοφός μας π. Θεόκλητος ὁ Διονυσιάτης.

«Νέος μοναχός τότε, κατὰ τὸ ἔτος 1941, ἐν μέσῳ τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ ἐνσκήψαντος δεινοῦ χειμῶνος, μου ἦρθε ὁ καλὸς λογισμὸς νὰ ἐπισκεφθῶ προσκυνητὴς τὰ φρικτὰ Καρούλια, νὰ κάμω καὶ ἐγὼ ἀσκητικὰ Χριστούγεννα μαζὶ μὲ τοὺς ἀετόψυχους Καλόγηρους τούτου τοῦ ἀπαράκλητου τόπου.
Τὴν εὐλογία μου τὴν ἔδωκε ἀμέσως δίχως δισταγμὸ ὁ Γέροντάς μου, ὁ Ὀσιότατος π. Γαβριήλ, ὁ καὶ Ἡγούμενος χρηματίσας τῆς τοῦ Διονυσίου Μονῆς. Μοῦ ἔδωκε εἰσέτι καὶ λίγους ὀβολοὺς διὰ τὸ ταξίδιό μου μὲ τὸ μοτόρι καὶ λίγες φανέλες γιὰ νὰ ἔχω νὰ ἀλλάξω, μὲ εὐλόγησε καὶ εὐχόμενος μὲ ἔστειλε σὲ τοῦτο τὸ κατανυκτικὸ ταξίδι.
Ἔβαλα μετάνοια στὸν Γέροντά μου λοιπὸν, φορτώθηκα τὸν ντορβά μου, κι’ ἔλαβα τὸ ραβδὶ μὲ προορισμὸ τὰ κατανυκτικὰ Καρούλια προκειμένου νὰ λάβω μέρος στὴν ἀγρυπνία τῶν Χριστουγέννων.

Από τὴν παραμονὴ ήδη τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε να ρίχνει νερόχιονο βελονιαστὸ. Καταφθάνοντας ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα, μὲ μία τερπνὴ ἀναμονή, στὰ βραχώδη Καρούλια, ὁ ἥλιος, ὅσο μποροῦσε νὰ ξελευθερωθεῖ ἀπ’ τὰ πηχτὰ σύννεφα, κόντευε νὰ κρυφθεῖ πίσω ἀπὸ τὸν μελανὸ θαλάσσιο ὁρίζοντα.
Τότε ἄρχισαν νὰ συναθροίζονται γοργόφτεροι οἱ Καρουλιῶτες ἀσκητές, γιὰ νὰ γιορτάσουμε ὅλοι μαζὶ τὰ Χριστούγεννα. Κάποιοι κατέβαιναν ἀπὸ τὰ βράχια, ἄλλοι ἀπὸ τὶς κρεμαστὲς σκάλες, ἐνῶ κάποιοι ἀπὸ τὶς ἁλυσίδες… ἦταν ἕνα πρωτόγνωρο καὶ συγκινητικὸ ὅλο θέαμα!
Τοῦτοι οἱ ἐρημίτες εἴχανε περασμένους στοὺς λιγνούς τους ὤμους τοὺς τρίχινους, λερωμένους μὰ ἁγιασμένους ντορβάδες, μὲ ράσα χιλιομπαλωμένα καθὼς χαιρεντιόντουσαν ἕνας - ἕνας μὲ βαθειὰ ὑπόκλιση κι’ ἔπαιρναν τὴν θέση τοὺς στὸ μικρὸ ἠμιφεγγὴ γλυκύτατο Ἐκκλησάκι τοῦ Κυριακοῦ.
Κρούσανε ἕνα μικρὸ σήμαντρο γιὰ νὰ ἀρχινήσει ἡ ἀγρυπνία ἐνῶ ὁ ἁρμόδιος Ἱερεὺς φορώντας ἕνα μπλαβόχρωμο σὰν τοῦ πελάγους ἐπιτραχήλι ἔβαλε τὸ «Εὐλογητός».
Τὸ κρύο ἦταν τσουχτερό. Ὅλοι, ὅσον μποροῦσαν, ἤσαν σφιχτὰ τυλιγμένοι στὰ πτωχικὰ τοὺς ράσα. Οἱ ἀνασασμοὶ τῶν ψαλτάδων ἄτμιζαν ἄσπιλοι καθὼς ἔψαλλον μέλποντες Τοῦ Θεοῦ τὰ τραγούδια μέσα στὸ δεινὸ κράτος τοῦ χειμῶνος, μὰ ἡ λιβανοκαπνισμένη θωριὰ τῆς γλυκόπνοης Παναγίτσας πού μας ἀγνάντευε στοργικὰ σὰν Μανούλα ἀπ’ τὸ Τέμπλο ζέσταινε τὴν ψυχή μας μυσταγωγώντας μας στὴν ἱερουργία τοῦ ἄχραντου τοκετοῦ της, τῆς Τοῦ Χριστοῦ γεννήσεως κι’ ἔτσι εἴχαμε γαλήνη σὰν καὶ ‘κείνη τῶν προβάτων στὸ μαντρὶ τῆς Βηθλεὲμ τότενες ποὺ γίνηκε ὁ Θεὸς ἄνθρωπος γιὰ νὰ ξαναγεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος στὴν οὐράνια Βηθλεέμ.
Ὅμως καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς κατανυχτικῆς ὁλονυχτίας ἐντύπωση ἀνερμήνευτή μου ἔκαμε ἕνας ἀδυνατισμένος καὶ λιπόσαρκος, σὰν τὸ καλάμι Καλόγηρος, μὲ μία μακρυὰ κάτασπρη γενιάδα ποὺ ‘χὲ σταθεῖ σ’ ἕνα παμπάλαιο στασίδι.
Τὸ σῶμα τοῦ ἂν καὶ κάθονταν μέσα στὸ κρύο καὶ στὴν ἀγρυπνιὰ ἀμετακίνητο σὰν τ’ ἀγάλματος, ἐντούτοις τὸ ριτιδιασμένο κι’ ὁλοζώντανο ἀπὸ τὴν ἄσκηση πρόσωπό του, σὰν τοῦ φτασμένου κυδωνιοῦ, ἔκαμε διάφορες κινήσεις καὶ παράξενους μορφασμοὺς ἀλλοιούμενο τακτικὰ καὶ φανερώνοντας πὼς ζοῦσε ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς ἔντονα γεγονότα φερμένα ἀπὸ ἕνα ἄλλον κόσμο.
Έβλεπες νὰ ἐναλλάσονται ἡ προσμονὴ μὲ τὴν μελαγχολία, ἡ θλίψη, μὲ τὴν χαρὰ… νὰ σκιρτᾶ σὰν λαφομόσκι καὶ ἀμέσως νὰ κουρνιάζει συγκλονισμένος ἀπὸ Θεῖο φόβο…ἔκανε μορφασμοὺς στὸ πρόσωπο λὲς καὶ παρακολουθοῦσε ἕνα ἀλλόκοτο θέαμα καὶ ἔτσι πότε ἔκλαιγε, πότε συνοφρυόνταν, πότε χαμογελοῦσε καὶ δώστου πάλι Σταυροὺς καὶ μετάνοιες...
Καὶ ὅσο ὁ ἀσκητὴς ἐκτελοῦσε τὴ δική του λογικὴ λατρεία, πιὸ δίπλα οἱ ψάλτες μορμύριζαν στὴν Πανάχραντο Θεοτόκο τὸ: “Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων. Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον…”.

Τὰ μικρούλικα παλαιὰ καντηλάκια στὸ Τέμπλο διέχεαν ἀρχοντικὲς μὰ καὶ σεμνὲς τὶς πολύχρωμες ἀνταῦγες τῶν κι ἕνας πτωχὸς πολυέλεος μὲ ἁγνὸ κερὶ φώτιζε ὅσο ἠδύνατο γλυκὰ τὸ σκοτάδι. Ὅλα ἁπλά, ἀπέριττα, ἀσκητικά… Ἔτσι γαλήνια πῆρε ἡ ἀγρυπνία ὥσπου ἐκοινωνήσαμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ ἔδωσε ὁ Ἱερεὺς τὸ «δι’εὐχῶν» λαμβάνοντας τέλος ἡ οὐράνια ἐκείνη μυσταγωγία.
Ἡ ρόδινη ἀνατολὴ σιγά-σιγὰ αὐγαζόνταν ἀπὸ τήν ἐπίσκεψη τοῦ ἡλίου μηνύοντας τὴν ἀνατολὴ ἀνατολῶν, τὸν ἑωθινὸ ἀστέρα, Αὐτὸν Τὸν γεννηθέντα Ἰησοῦ Χριστόν.
Μετὰ ἀπ’ τ’ ἀντίδωρο καὶ τὸν Ἁγιασμὸ προσφέρθηκε καφὲς και φραγκόσυκα στὸ φτωχικὸ καὶ ἀπέριττο Κυριακὸ τῆς σκήτης τῶν Καρουλῖων. Ἐγὼ διακονοῦσα στὸ κέρασμα, μὰ πρόσεχα καὶ ἀποθαύμαζα κιόλας τοὺς ἀσκητές, θωρώντας τοὺς λὲς κι’ ἦταν παράξενα ὄντα, ὡς ἀρχαγγέλοι ἐπὶ τῆς γῆς.
Τότε ἐρώτησε ὁ Πνευματικός της Σκήτης ἐκεῖνον τὸν παράξενο ἀσκητὴ ἂν θὰ μείνει καὶ αὔριο ἐδῶ καὶ τοῦ ἀπήντησε:
- Βεβαίως καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μείνω, ἐὰν καὶ θὰ ἤθελα καλύτερα νὰ ἡσυχάσω στὸ καλυβάκι μου, ὅμως δὲν ἔχω νὰ φάω καὶ ἂν κάμετε ἀγάπη δεχθεῖτε καὶ μένα νὰ φάγω κοντά σας.
Τὴν ἑπομένη ἡμέρα καὶ ἀφοῦ ἐψάλλαμε τὰ Κτιτορικὰ ἔχοντας ἐνημερώσει ἤδη ἐγὼ τὸν Πνευματικὸ γιὰ ὅλη ἐτούτη τὴν παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ φτωχοῦ ἀσκητοῦ κατὰ τὴν χθεσινὴ ἀγρυπνίαν λέγει τοῦ τότε μὲ τόνο εὐγενικὸ μὰ καὶ ἐπιτακτικό:
- Ἀδελφέ μου, σὲ παρακαλῶ, πές μας τί γροικοῦσες χθὲς στὴν ὁλονυχτία καὶ ὅλο ἄλλαζε μορφὴ τὸ πρόσωπό σου.
Ὁ ἀσκητὴς ὅμως ἀρνιόταν πεισματικὰ νὰ δώκει ἀπάντηση φυλάγοντας ὅ,τι ἔζησε μέσα τοῦ ὡς πανάκριβο θησαυρό.
- Μὰ σὲ ἐξορκίζω στὸ ὄνομα Τοῦ Κυρίου νὰ μᾶς πεῖς.
- Λέγονται Γέροντα τέτοια πράγματα;
- ‘Αντε κᾶμε ἀγάπη μήπως καὶ ὠφεληθοῦμε καὶ ‘μεῖς οἱ ἀδελφοί σου.
- …Μὰ δὲν μπορῶ.
- Ἅμα δὲν πεῖς, ἀπ’ ἐδῶ δὲ φεύγεις!
Μὲ ὅλη ἐτούτη τὴν εὐγενικὴ βία καὶ δίχως νὰ θέλει ὁ παράξενος ἀσκητής, ὅμως ἀναγκεμένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Πνευματικοῦ καὶ τῶν Καλογήρων ποὺ ‘χᾶν ἀπομείνει καὶ τούτη τὴν ἡμέρα στὸ Κυριακό, ἄρχισε νὰ ὁμολογεῖ μὲ δάκρυα καὶ συντριβή:
- Τί νὰ σᾶς πῶ; Νά! ὅ,τι διαβάζατε καὶ ψέλνατε ἐσεῖς τὸ ἔβλεπα καὶ συμμετεῖχα καὶ ‘γῶ. «Θωροῦσα τὸ Θεῖον βρέφος, τὸν Χριστούλη μας, τὰ προβατάκια, τα λίγα ζωντανά ποὺ ‘σαν ἐκεῖ καὶ σταλιάζανε… μὰ ἦταν καὶ μία γελάδα ποὺ ἔστεκε κοντὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἐθέρμαινε μὲ τὸν ἀνασασμὸ τῆς …τὶς σταγόνες ποὺ έπεφταν ἀπὸ τὴν ὑγρασία και τους νοτισμένους σταλαγμίτες, καθότι ἤτανε σπήλαιον ἐκεῖ καὶ ὄχι κάποιο ἀνθρώπινο χτίσμα…
Σιμὰ εἶδα καὶ Τὴν Παναγία μας, λεχώνα, ποὺ εἶχε τυλίξει μὲ τὸ σεπτὸ ἐπανωφόρι τῆς τὸν Υἱό της καὶ ἀνέκλεινε δίπλα πρὸς μία μεριὰ καὶ κρύωνε γιατί ἤτανε κενὸ καὶ δὲν εἶχε ποὺ νὰ ἀκουμπήσει… Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ μία ποιμένισσα ἔφερε ἀχνιστὸ γάλα ποὺ μόλις εἶχε ἀρμέξει καὶ γιὰ νὰ πλύνει κιόλας μ’ αὐτὸ τὸ Θεικὸ βρέφος. Ποῦ νὰ βρεθεῖ ζεστὸ νερὸ ἐκείνη τὴν ὥρα; ὅλα κρύσταλλο καὶ παγωμένα ἦταν…
Καὶ ἔτσι ἔγινε… καὶ ἔτσι τρύπησε μὲ μιᾶς ἡ σπηλιὰ καὶ μπῆκαν Ἀγγέλοι που ἀνεβοκατεβαίναν στον οὐρανὸ ἐνῶ ἀκούγονταν γλυκύτατη μελωδία…
Ὁ δὲ Ἰωσὴφ ὅλο ἔκλαιγε ἀναντρανισμένος ἀπὸ δέος καὶ χαρὰ σὰν τὸν Ἱερέα ποὺ στέκεται μὲ φόβο στὴν ἀναίμακτο Ἱερουργία ἔτσι καὶ ‘κεῖνος ἐφημέρευε τούτη τὴν νυχτιὰ στὸν πάντερπνο τοῦτο Ιερό Ναὸ μὰ καὶ πάμφτωχο συνάμα σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ».

Πιο κάτω τὸ ζωηρὸ ἀγέρι ἀλυχτοῦσε στὰ Καρούλια, ἐνῶ τὰ κύματα στὸ ἄγριο σύνορο θαλάσσης καὶ γῆς ἔπλητταν φρίσσοντα τοὺς αποκρήμνους βράχους.
Τα λευκά και πορφυρά κυκλάμινα ὄμως, που ἀνέθωραν μειλίχια ἀναρριχώμενα ἀπό τις σχισμάδες των βαράθρων, μυνίριζαν την ἀνάσταση ἐντός της καρδιάς του χειμῶνος. … «Χριστὸς ἐπὶ γῆς• ὑψώθητε.»
Ὅλη ἡ λογικὴ μὰ καὶ ἡ ἄλογη κτίσις στης Παναγιάς το Περιβόλι μαρτυροῦσε διὰ μυρίων βεβαίων στομάτων πὼς ὄντως ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη καὶ ἡ γαληνόμορφη Θεϊκὴ χαρὰ στὴν γῆ ἐνεθρονίσθη.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ – ΑΛΗΘΩΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ

π. Διονύσιος Ταμπάκης – Χριστούγεννα 2017

agioritikesmnimes

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

18 Οκτ. 2021

| Ιστολόγιο |


 


Οσίου Γέροντoς Ιωσήφ του Ησυχαστή

 


Όταν, καμμιά φορά, τον ρωτούσαμε από περιέργεια για τον νόμο της επιρροής, πως ενεργεί αυτό το μυστήριο της επαφής, ώστε να επικοινωνεί μια ψυχή με άλλο πρόσωπο μακρινό, απέφευγε να μας εξηγήσει κατ' ευθείαν εξ αιτίας της περιέργειάς μας. Σε άλλη όμως ώρα, όταν προέκυπτε το ίδιο θέμα για περίπτωση προσωπικής μας στήριξης, μας ερμήνευε κατά τα μέτρα της μικρότητάς μας να καταλάβουμε αυτό το πράγμα...
Μαζί μας ήταν ο παραδελφός μας Αθανάσιος, κατά σάρκα αδελφός του Γέροντα, ο οποίος περισσότερο άπ' όλους μας γύριζε εδώ κι εκεί για εργασίες και ευθύνες της συνοδείας...
Για ν' αποφεύγει τις επαφές και συναντήσεις με πολλούς ανθρώπους, αλλά και το καύμα της ημέρας, αφού πάντοτε σχεδόν αχθοφορούσε, βάδιζε είτε πολύ πρωί, είτε - το συνηθέστερο - τα απογεύματα, οπότε δεν είχε μπροστά του πολύ χρόνο και περπατούσε νύχτα. Αυτό, ιδίως τα καλοκαίρια, γινόταν σχεδόν πάντοτε.
Εγώ θαύμαζα, όταν ο Γέροντας, μια φορά, τον περίμενε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς την ώρα που ήρθε, τι μετέφερε και όλη γενικά την κατάστασή του.Σε άλλη ευκαιρία έδειχνα ιδιαίτερα την επιμονή μου να μάθω τον τρόπο της πληροφορίας του, και μου είπε τα εξής:
Ήταν καλύτερα να σου ευχηθώ να το αισθανθείς μάλλον, παρά να μάθεις το πως γίνεται σαν ψιλή γνώση όμως, αφού επιμένεις, άκουσε. Καθόμουν εδώ στο παράθυρό μου γονατιστός στα κουρέλια μου και έλεγα την ευχή. Σε μια στιγμή, όπως κρατούσα τον νου μου στην ενέργεια της ευχής - που η θεία χάρις ενεργεί με τον θείο φωτισμό της - αυξήθηκε περισσότερο το φως και ο νους μου άρχισε να πλατύνεται και να περισσεύει τόσο ... που όλα μου έγιναν φωτεινά πλέον ... και έβλεπα όλη την πλευρά του τόπου μας, από τα Κατουνάκια ως τα μοναστήρια κάτω μέχρι την Δάφνη καθώς και πίσω μου και τίποτα δεν μου ήταν αφανές η άγνωστο. Το δε φως δεν ήταν τόσο, όπως τούτο το φυσικό που δίνει ο ήλιος η το τεχνικό που κάνουν οι άνθρωποι, αλλά ήταν φως εξαίσιο, λευκό, άϋλο, που δεν είναι μόνον απ' έξω, καθώς τούτο το φυσικό που επιτρέπει στους έχοντας όραση να βλέπουν εξωτερικά. Το φως εκείνο είναι και μέσα στον άνθρωπο και το αισθάνεται σαν δική του πνοή και τον γεμίζει σαν τροφή και αναπνοή ... και τον ελαφρύνει από το φυσικό του βάρος ... και τον μεταμορφώνει έτσι, ώστε να μην ξέρει αν έχει σώμα και βάρος η περιορισμόν τινά. Τότε, μας λέγει, είδα και τον Αθανάσιο να έρχεται προς εμάς από την στράτα του Αγίου Παύλου φορτωμένος με τον μεγάλο ντορβά του και έμεινα να τον παρακολουθώ, έως ότου ήρθε μέχρις εδώ... Τον έβλεπα σε όλες του τις κινήσεις, που καθόταν να ξεκουραστεί ή ακουμπούσε το φορτίο του, την πηγή της Αγίας Άννης στον μύλο όπου σταμάτησε και ήπιε νερό, και μέχρι που έφθασε στην πόρτα μας και πήρε το κλειδί και άνοιξε και μπήκε μέσα και ήρθε μπροστά μου και έβαλε μετάνοια.
Αλλά τι είναι τούτο και σας έκανε κατάπληξη; Όταν ο νους του ανθρώπου καθαρίσει και φωτισθεί, χώρια που έχει και δικό του φωτισμό χωρίς την προσθήκη της θείας χάριτος - με τον οποίο βλέπει και πέραν των δαιμόνων, καθώς λέγουν οι Πατέρες - τότε δέχεται επιπροσθέτως και τον φωτισμό της θείας χάριτος ... ώστε αυτή να μπορεί να μένει μόνιμα σ' αυτόν και τότε τον αρπάζει σε θεωρίες και οράσεις, όπως και όσον γνωρίζει αυτή.
Μπορεί όμως και ο ίδιος ο άνθρωπος, όταν θέλει να δει ή να μάθει κάτι που τον ενδιαφέρει, να το ζητήσει στην προσευχή του ... και να ενεργήσει η χάρις να του ''πληρώσει'' το αίτημα.
Επειδή το ζήτησε αυτός... Νομίζω όμως ότι οι ευλαβείς αποφεύγουν να το ζητούν αυτό εκτός μεγάλης ανάγκης.
Πάντως, ο Κύριος: ''θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει και της δεήσεως αυτών επακούσεται...''.

hristospanagia3.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

14 Οκτ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

   Αποφασίζουμε κάθε πρωί, κάθε στιγμή, ότι από τώρα και στο εξής δεν θα υποδουλωθούμε στα πάθη.
  Ναι, αλλά τα πάθη δεν αφορίζονται, δεν εξορκίζονται, για να τους πούμε «φύγετε» και δεν σας θέλουμε και να φύγουν, θέλουν τιτανική μάχη και αντίδραση για να φύγουν. Και αυτό γίνεται όταν νικήσει η Χάρις, όχι ο άνθρωπος.
Διότι τα πάθη και οι αρετές είναι υπεράνω της φύσεώς μας. Δεν τα πιάνουμε, δεν τα ελέγχουμε. Αυτά μόνο η θεία Χάρις θα τα διώξει, θα απελάσει τα πάθη και θα ελκύσει τις αρετές. Πότε όμως; Όταν εμείς επιμένωμε.
Γι’ αυτό ο Ιησούς μας ετόνισε την υπομονή και την επιμονή.
«Εν τη υπομονή ημών κτήσασθε…». Και στις προσευχές ακόμα, λέγει: «κρούετε, ζητείτε, μη εκκακήτε εν ταις προσευχαίς». Και αναφέρει τα παραδείγματα εκείνα, με τα οποία μας ντροπιάζει. Εάν σας ζητήσει το παιδί σας ψωμί, θα του δώσετε πέτρα; Και αν σας ζητήσει να του δώσετε ψάρι, θα του δώσετε φίδι; Εάν εσείς που είστε πονηροί, δίδετε αγαθά δόματα στα παιδιά σας, ο Ουράνιος Πατήρ δεν θα δώσει Πνεύμα Άγιο εις εκείνους που το ζητούν; Και «υπέρ εκ περισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν» θα δώσει.
Είναι αδύνατον να καταργηθούν οι θείες αυτές υποσχέσεις. Ο Ιησούς μας λέγει ότι, «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται οι δε λόγοι μου ου μη παρέλθωσι».
Γι’ αυτόν τον σκοπό ήλθε ο Υιός του Θεού στην γη. Δεν είχε ανάγκη ο Θεός Λόγος να υποστεί την «κένωση» ει μη μόνο για την επιστροφή του ανθρώπου στους κόλπους της θείας αγάπης. Αυτή είναι η «καινή κτίσις» που είναι ανωτέρα της προηγουμένης.
Υπάρχει και ένα άλλο μυστήριο ακόμα που μας παρέδωσαν οι Πατέρες μας, το οποίο πρέπει οπωσδήποτε να ξέρετε. Το μυστήριο είναι τούτο. Πολλές φορές, ενώ τα πράγματα πάνε καλά, η ίδια η Χάρις αφήνει τον πειρασμό· και διευκρινίζω καλύτερα. Η Χάρις δεν δημιουργεί ποτέ πειρασμό. Αλλοίμονο, είναι βλάσφημο να το πει κανείς. Δεν πηγάζει από το φως σκότος, ποτέ.
Και εξηγούμαι σαφέστερα. Εγώ επιμένω αγωνιζόμενος εναντίον ενός πάθους που με ενοχλεί· κατά της κακής έξεως που με πιέζει· θέλω να φύγει· παρακαλώ τον Θεό να μου δώσει εκείνο που μου χρειάζεται. Ο Θεός μέσα στην πανσωστική του πρόνοια, που περικλείει τα πάντα, βλέπει ότι δεν είναι ώρα να το δώσει.
Η ίδια η Χάρις, ενώ έπρεπε να λειτουργήσει και να κάνει αυτό το πράγμα, δεν το κάνει. Δεν το κάνει για τον λόγο που ξέρει, επειδή ο Θεός είναι ανενδεής και οι τρόποι που επεμβαίνει είναι Θεοπρεπείς, και ότι κάνει ο Θεός είναι παντέλειο. Ότι κάνει ο Θεός δεν είναι μερικό, είναι γενικό. Επομένως στην γενικότητα αυτή χρειάζεται ο χρόνος. Διότι μαζί με την περίσταση, ο Θεός περικλείει πολλά μαζί. Χρειάζεται υπομονή, ούτως ώστε να ετοιμασθούν και τα πρόσωπα και οι παράγοντες και οι τόποι και ο χρόνος και ακόμα και αυτή η ιδιοσυγκρασία. Και τότε έρχεται και το τελειώνει, το φέρει εις πέρας.
Υπάρχουν και άλλες πτυχές πάνω στο ίδιο θέμα που μας παρέδωσαν οι Πατέρες. Πολλές φορές προλαμβάνει η Χάρις και δίδει έναν κανόνα και αφήνει τον άνθρωπο αβοήθητο σε μια περίσταση, για να τον σώσει από έναν επερχόμενο πειρασμό τον οποίο ξέρει ο Θεός ότι θα επάθαινε μέσα στην απειρία και στην ατέλειά του. Είναι τόσα τα μυστήρια, που δεν μπορεί να τα γνωρίζει κανείς.
Άλλες φορές η Χάρις προορίζει έναν άνθρωπο για να γίνει οδηγός άλλων και τον πειράζει ιδιαίτερα αυτόν για να τον ετοιμάσει, ούτως ώστε στην κατάλληλη στιγμή να είναι από όλες τις απόψεις πεπειραμένος και να δυνηθεί να σταθεί μέσα στην Εκκλησία και να γίνει φωστήρας, οδηγός και καθοδηγητής των άλλων. Τον δοκιμάζει με έναν άλλον τρόπο μυστηριώδη και ασυνήθιστο. Είδες τι λέει; «Μήπως δεν έχει εξουσία ο κεραμεύς του πηλού; Να κάνει από τον ίδιο πηλό ότι θέλει;».
Έτσι και η Χάρις. Όλα αυτά μας πείθουν ότι χρειάζεται υπομονή και καρτερία· ουδέποτε μικροψυχία. Εφ’ όσον ο Ιησούς μας λέγει ότι «οι λόγοι μου, ου μη παρέλθωσι», να είστε βέβαιοι ότι κανενός η ελπίδα δεν θα διαψευσθεί.
Μόνο οι άνθρωποι μπορούν να απατήσουν τους άλλους, διότι είναι πεπερασμένοι και έχουν τις γνώσεις τους περιορισμένες. Στον Θεό δεν συμβαίνει το ίδιο. Οτιδήποτε του ζητήσουμε και αφορά την σωτηρία μας θα το πάρωμε.
Μου είπε ένας αληθινά πνευματικός άνθρωπος, ότι από την αρχή που ξεκίνησε, του έδειξε ο Θεός την Χάρη Του και τον έβαλε στον σωστό δρόμο. Μέσα στον αγώνα του τότε, παρακάλεσε τον Θεό να τον απαλλάξει από μια κατάσταση που του φαινόταν πολύ δύσκολη και ήταν αδύνατο να αντέξει. Παρ’ όλο που προσευχήθηκε πολύ δεν είδε καμμιά λύση στο πρόβλημά του. Επέρασαν σαράντα δύο χρόνια· και τότε του είπε καθαρά η Χάρις: «θυμάσαι, που με παρακάλεσες να σου αποκαλύψω το θέλημά μου για εκείνο το πράγμα; Αυτό είναι που έκανες τώρα».
Και αυτός απάντησε: «Και εάν δεν έκανα έτσι τόσα χρόνια και έκανα αλλοιώς;». Και απεκρίθη η Χάρις: «θα εχάνεσο».
Έτσι είναι τα μυστήρια, γι’ αυτό χρειάζεται να κάνωμε υπομονή.
Στον βίο του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, κάποιος Ρώσσος ονόματι Μοτοβίλοφ είχε απορία, τι σημαίνει Χάρις. Και ενώ είχε αυτή την απορία και προσευχόταν, ο Θεός δεν του έδειξε τίποτε. Τελικά αυτός το ξέχασε. Όταν πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια, τον φώναξε ο Άγιος Σεραφείμ και του λέγει: «Έλα εδώ τώρα να δεις αυτό που ζήτησες πριν τόσα χρόνια. Ο Θεός αργεί αλλά δεν ξεχνά». Όταν θέλωμε να σωθούμε αγωνιζόμεθα να αποβάλωμε τα πάθη μας και επιθυμούμε διακαώς να κατοικήσει μέσα μας η Χάρις του Αγίου Πνεύματος και να μας δείξει αυτή τι θέλει να κάνωμε. Είναι αυτό που μας είπε ο Ιησούς μας; «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν των ουρανών» και τα υπόλοιπα «προστεθήσεται υμίν». Όταν εμείς ορθοποδούμε, θα επιτύχωμε περισσότερο από ότι υπολογίσαμε.
Επομένως να μένετε πιστοί στις καλές σας αποφάσεις έστω και αν χιλιάκις επιχειρήσετε και δεν επιτύχετε. Μη νομίζετε ότι άλλαξε κάτι. Ούτε εμείς αλλάξαμε, ούτε ο Θεός, ούτε φυσικά και ο διάβολος. Το «αιτείτε και λήψεσθε» είναι πραγματικότης. Εφ’ όσον αιτήσαμε θα λάβωμε, εφ’ όσον εζητήσαμε θα μας δώσουν, εφ’ όσον εκρούσαμε θα μας ανοίξουν. Ο ήλιος είναι δυνατόν να μην ανατείλη, αλλά εμείς δεν είναι δυνατόν να αποτύχωμε.Δεν είναι τυχαίο, το ότι μας εκάλεσε ο Θεός να τον ακολουθήσωμε.
Ποιός μας έφερε εδώ; Ποιός μας ενίσχυσε να αρνηθούμε την φύση και να γίνωμε περίγελως του κόσμου και να είμεθα αυτοεξόριστοι;
Και όχι μόνο τούτο, αλλά να στενάζωμε μήπως γλυστρίσωμε και ξεφύγωμε λίγο από την εγκράτεια· μήπως κοιμηθήκαμε λίγο περισσότερο· μήπως αποφύγαμε τον κόπο· μήπως εξεφύγαμε λίγο από την υπακοή. Γι’ αυτά στενάζουμε. Αυτά είναι η ενεργός Χάρις του Αγίου Πνεύματος που ευρίσκεται μαζί μας και μας πείθει και μας πληροφορεί. Αυτά είναι πραγματικότης όχι λόγια λαλούμενα, λόγια αφηρημένα. Κρατούμε στα χέρια μας τις αποδείξεις της ελεημοσύνης του Χριστού. «Το μείζον» το έδωσε. Δεν θα δώσει το ελάχιστον; «Έτι αμαρτωλών όντων ημών, υπέρ ημών απέθανε».
Εάν αυτός εσταυρώθη και δια του Σταυρού κατήργησε την αμαρτία και εσφράγισε το διαβατήριο της εισόδου μας στην ζωή παρέχοντας και την άφεση των αμαρτιών μας, τώρα απομένει σε μας να κάνωμε λίγη υπομονή. Να μην γυρίσουμε πίσω, αλλά να αναμένωμε ως δούλοι τον Κύριό μας «πότε αναλύσει εκ των γάμων». Και θα αναλύσει και θα φωνάξει τον καθένα· και θα απαντήσωμε και εμείς με καύχημα. «Παρόντες, Κύριε, εδώ είμεθα. Αφ’ ης στιγμής μας εκάλεσες, αναμέναμε πότε θα έλθεις να μας δώσεις την επαγγελία».
Οπόταν θα ακούσωμε το: «Ευ, δούλοι αγαθοί και πιστοί».
Αυτές είναι πραγματικότητες. Αυτά τα ζείτε και θα τα ζήσετε ακόμη περισσότερο, εάν δώσετε περισσότερη σπουδή στην μελέτη και γενικά στην πνευματική εργασία. Να κάνετε την διακονία σας με λεπτομέρεια και υπακοή. Να βλέπετε στο πρόσωπο του Γέροντα την πραγματική παρουσία του θείου θελήματος. Ο καθένας να σκέπτεται ότι ζη ο εαυτός του, και ο Χριστός. Μόλις τελειώσετε την διακονία σας να είστε χαρούμενοι· μεταξύ σας όχι σκυθρωποί και να μην αποφεύγετε ο ένας τον άλλο. Να είσθε ευγενικοί και πρόθυμοι. Μην ομιλείτε όμως άσκοπα. Από την πολυλογία «ουκ εκφεύξεταί τις αμαρτίαν».

Λέγει ο σοφός Σειράχ: «Μεταξύ αρμών λίθων πύγνηται πάσσαλος και μεταξύ πράσεως και αγορασμού εμφωλεύει αμαρτία». Πράσις και αγορασμός κατά τους Πατέρας είναι το «δούναι και λαβείν». Να ακούσω και να ακούσεις. Μα αυτά είναι για μας; Αυτά είναι για τους αργόσχολους του κόσμου τούτου, που ομιλούν περί ανέμων και υδάτων. Εμείς ποιά σχέση έχουμε με τον κόσμο τούτο; Για μας είναι τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού. Εκείνα μας απασχολούν. Εμάς μας απασχολεί ο ουρανός. Άνω σχώμεν τας καρδίας. Πού; Εκεί «όπου, υπέρ ημών εισήλθεν Ιησούς, εις τα Άγια αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος». Εκεί, στο ουράνιο καταπέτασμα, εκεί να αποβλέπωμε, εκεί είναι η πατρίδα μας. «Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν». Είμαστε Ουρανοπολίται. «Μνήσθητι της βασιλείας των ουρανών ίνα η επιθυμία αυτής κατά μικρόν – μικρόν ελκύση σε», λέγει ο Αββάς Ησαΐας.
Και αυτή η μνήμη αυξάνει μέσα μας τον ζήλο. Έτσι προχωρούμε «αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν», το κέντρο της αγάπης μας, που μας εκάλεσε και μας έδωσε την οσμή της ευωδιάς της κλήσεώς Του και μας έβαλε στον δρόμο των Αγίων.

theomitoros.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

14 Οκτ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Καρακασίδης Ιωάννης, ιατρός

 

 

 

– Πῶς ἀντιμετωπίζουν οἱ μοναχοὶ τὴν ἀρρώστια;
– Μὲ ὑπομονὴ καὶ καρτερικότητα. «Ἀσθένεια, Θεοῦ ἐπίσκεψη» λένε.

Μοῦ λέει μία μέρα ἕνας μοναχός: «Γιὰ νὰ μοῦ στείλει ὁ Θεὸς τὴν ἀρρώστια σημαίνει ὅτι μὲ θυμήθηκε κι ὅτι κάτι θέλει νὰ μοῦ πεῖ. Αὐτὸς ξέρει. Κι Αὐτὸς πού μοῦ τὴν ἔδωσε, Αὐτὸς καὶ θὰ μοῦ τὴν πάρει ἂν καὶ ὅποτε Ἐκεῖνος τὸ θελήσει».
Τί νὰ πεῖς;
Ὁ γερό-Εὐγένιος λέει: «Γιὰ 4 λόγους δίνει ὁ Θεὸς τὶς ἀρρώστιες: γιὰ τὶς ἁμαρτίες τῶν γονέων μας, γιὰ τὶς ἁμαρτίες τὶς δικές μας, γιὰ νὰ ἀσκηθοῦμε στὴν ὑπομονὴ καὶ στὴν ταπείνωση καὶ γιὰ ἕναν τέταρτο λόγο ποὺ μόνο Ἐκεῖνος γνωρίζει».
Ὑπάρχουν βέβαια καὶ οἱ δυσκολίες.
Ἕνα βράδυ τὴν ἄνοιξη πού μᾶς πέρασε ἔρχεται ὁ γερο-Νικόδημος στὸ ἰατρεῖο μὲ σχισμένη τὴν ἀριστερὴ παλάμη. Δέχτηκε νὰ τοῦ τὴν περιποιηθῶ, δὲν δέχτηκε νὰ τοῦ τὴν ράψω. Δὲν μπόρεσα νὰ τὸν πείσω νὰ δεχτεῖ νὰ τοῦ κάνω τὸν ἀντιτετανικὸ ὀρό. «Ἡ Παναγία φύλαξε νὰ μὴν κοπῶ πολὺ κι αὐτὴ εἶναι ποὺ θὰ μὲ κάνει καλά».
Μία ἀπὸ τὶς πρῶτες μέρες μου στὸ Ἰατρεῖο τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἦρθε ὁ γερο-Ἱερεμίας. Χωρὶς πολλὰ λόγιά μου λέει: «Γιατρὲ ἔχω καρκίνο καὶ ἦρθα νὰ μοῦ γράψεις τὰ φάρμακά μου».
Ἔμεινα.
Ὅταν συνειδητοποίησα τί μοῦ εἶχε πεῖ προσπάθησα νὰ διασκεδάσω κάπως τὴν κατάσταση. Μάταιος κόπος. Ὁ γερο-Ἱερεμίας ἔδειχνε ὅτι δὲν τοῦ χρειαζόταν παρηγοριά. Τὴν εἶχε μέσα του. «Τώρα εἶμαι καλά, γιατρέ» μοῦ κάνει. «Ὅταν θὰ ‘ρθοῦν οἱ μεταστάσεις στὰ κόκκαλα νὰ εὔχεσαι νὰ μοῦ δώσει ὁ Θεὸς δύναμη νὰ τὶς ἀντέξω».
Οἱ παλιοὶ μοναχοὶ εἶναι χάρμα ὀφθαλμῶν καὶ ἀκοῆς. Χαίρεσαι νὰ κάθεσαι δίπλα τους, ἀκόμα κι ὅταν εἶναι κατάκοιτοι. Ξανανιώνεις μαζί τους.
Δὲν εἶναι μόνο ἡ πεῖρα τους καὶ ἡ ἀνθρώπινη σοφία ποὺ ἔχουν νὰ σοῦ προσφέρουν. Σοῦ μεταδίδουν τὸν ἀέρα καὶ τὴν ἄνεση μιᾶς ἄλλης ζωῆς. Πᾶς νὰ τοὺς βοηθήσεις ἰατρικὰ καὶ σοῦ λένε: «Γιατρέ, δὲν ἔχω νὰ σοῦ δώσω τίποτα. Τὸ βράδυ ὅμως θὰ κάνω προσευχὴ γιὰ σένα. Καὶ νοιώθεις γιὰ μιά στιγμὴ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ καλύτερη ἀμοιβή, τὸ πιὸ δυνατὸ «φακελάκι». Ξέρεις ὅτι φεύγοντας δὲν θὰ ‘ναι μόνο τὸ κρασί, τὰ κηπευτικὰ καὶ τὸ θυμίαμα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ σὲ ἔχουν φιλοδωρήσει…
Οἱ νέοι μοναχοὶ εἶναι πιὸ κοντά μας. Ἀντιμετωπίζουν τὴν ἀσθένεια λιγότερο φιλοσοφημένα, περισσότερο ὀρθολογιστικά.
Οἱ περισσότεροι εἶναι μορφωμένοι. Μὲ ἕνα, δυὸ ἤ καὶ περισσότερα πτυχία
. Ἔρχονται στὸ ἰατρεῖο γιὰ λιγότερο σοβαρὰ προβλήματα ὑγείας, ζητοῦν ἐξηγήσεις πιὸ ἐπιστημονικές. Οἱ ἀπορίες τους εἶναι πολλὲς φορὲς γιὰ μένα ἔναυσμα γιὰ περισσότερη μελέτη. Ὄχι λίγες φορὲς ἀνοίγω μπροστὰ τους κάποιο ἰατρικὸ βιβλίο γιὰ νὰ τοὺς δώσω μία πιὸ ἔγκυρη ἀπάντηση καὶ τὸ ἐκτιμοῦν αὐτό.

– Πῶς ἀντιμετωπίζουν οἱ μοναχοὶ τὸν θάνατο;
– Χωρὶς φόβο. Θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ μὲ χαρά.
Ἔχω δεῖ πολλοὺς θανάτους μοναχῶν. Φεύγουν ὅλοι «πλήρεις ἡμερῶν». Ὁ ἕνας 86 χρονῶν, ὁ ἄλλος 92.
Πρὶν 3-4 μῆνες στὴν Σκήτη Κουτλουμουσίου «κοιμήθηκε» ὁ γερο-Ἰωσὴφ σὲ ἡλικία 108 χρονῶν. Μία μέρα πρὶν τὸ θάνατό του ἔκανε τὸν περίπατό του στὴ Σκήτη. «Ἀποχαιρέτισε τὴ Σκήτη» τὸ ἐξηγοῦν οἱ πατέρες.
Κοντὰ στὶς Καρυές, στὸ κελλὶ τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ζεῖ ὁ γερο-Προκόπης τῆς συνοδείας τοῦ γέροντα Ἰερόθεου. Ἐπιμένει ὅτι εἶναι 99 χρονῶν. Ἂν δὲν σοῦ τὸ πεῖ, δὲν τὸ πιστεύεις. Γυρνάει πάντα ξυπόλητος μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὰ κελλί, ἀκόμα καὶ στὶς πιὸ κρύες μέρες τοῦ χειμώνα.
Κάνει χιοῦμορ. Ἂν τοῦ πεῖς «νὰ τὰ κατοστήσεις» σοῦ λέει ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι εὐχή, ἀλλὰ κατάρα!...
Δουλεύει πολύ. Τὸ ἐργόχειρό του εἶναι τὸ πλέξιμο σκουφιῶν καὶ ραπτική. Ἔχει μάτι ἀετοῦ παρόλη τὴν προχωρημένη ἡλικία του.
Ἐκεῖνο πού μοῦ κάνει ἐντύπωση εἶναι ἡ ἠρεμία καὶ ἡ γαλήνη στὸ πρόσωπό τους τὴν ὥρα ποὺ ξεψυχοῦν, ποὺ μεταδίδονται καὶ στοὺς γύρω τους.
Συχνὰ ὁ μελλοθάνατος δίνει κουράγιο σὲ ὅσους τὸν φροντίζουν. Τοὺς λέει νὰ μὴ κλαῖνε, τοὺς δίνει συμβουλὲς ἀπὸ τὴν πεῖρα του ὡς ἄνθρωπος καὶ ὡς μοναχός, τοὺς δίνει τὴν εὐχή του.
Πολλοὶ προβλέπουν τὸ τέλος τους. Φροντίζουν νὰ φεύγουν πάντα ἕτοιμοι γιὰ τὸ αἰώνιο ταξίδι. Ἐννοοῦν νὰ ἔχουν ἐξομολογηθεῖ καὶ νὰ ἔχουν κοινωνήσει. Νὰ μὴν εἶναι μαλωμένοι μὲ κανέναν. «Νὰ μὴν ἔχουν χρωστούμενα».
Πρὶν δυὸ μῆνες κοιμήθηκε στὴν Μονὴ Σταυρονικήτα ὁ γερό-Νικήτας, γύρω στὰ 90. Παλιὸς Ἁγιορείτης – εἶχε 60 χρόνια στὸ Ὄρος. Μοῦ εἶπε μία μέρα ποὺ πῆγα νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ: «Ἀκόμα καὶ ἂν βγάζεις νερὸ ἀπὸ τὴν πέτρα, μὴν ἔχεις τὴν ἀπαίτηση νὰ δεῖς τὴν Παναγία».
Τὰ τελευταῖα 5-6 χρόνια τὰ πέρασε στὸ κρεβάτι μὲ ἀπανωτὰ ἐγκεφαλικά. Ἔκανε ὑπομονή.
Οἱ νεώτεροι πατέρες τῆς μονῆς τὸν ὑπηρέτησαν μὲ ὑπομονή. «Μάλωναν» ποιὸς θὰ τὸν περιποιηθεῖ. Ἀμοιβὴ τους ἦταν οἱ συμβουλές, ἡ πεῖρα, ἡ εὐχή του.
«Νοιώθουμε πιὸ φτωχοὶ χωρὶς αὐτόν» εἶπε ὁ Ἡγούμενος στὴν κηδεία. «Ἦταν παράγοντας ἰσορροπίας γιὰ ὅλο τὸ μοναστήρι μας, εὐλογία τῆς Παναγίας».
Ἔτσι «κοιμοῦνται» οἱ μοναχοὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἀφανεῖς ἅγιοι. Πού δὲν τοὺς ἔμαθε καὶ δὲν θὰ τοὺς μάθει ποτὲ κανείς. Συμφιλιωμένοι μὲ ὅλους καὶ μὲ ὅλα, μὲ τὸν ἑαυτό τους, μὲ τὸν Θεό.
Πρὶν λίγο καιρὸ ἦρθε στὸ Ὄρος γνωστός μου δικηγόρος καὶ τέως βουλευτὴς μὲ σκοπὸ νὰ ἐπισκεφθεῖ ἕναν ἀσκητή, φημισμένο γιὰ τὴν σοφία καὶ τὴν ἁγιότητά του, γιὰ κάποιο σοβαρὸ πρόβλημα ὑγείας τοῦ γιοῦ του.
Κατεβήκαμε μαζὶ στὸ καλύβι τοῦ γέροντα. Τὸν δέχτηκε ἐγκάρδια σὰ νὰ τὸν γνώριζε ἀπὸ χρόνια.
Περίμενα μὲ πολλὴ ἀνυπομονησία καὶ περιέργεια νὰ ἀκούσω τὴν «γνωμάτευση» τοῦ γέροντα: «Ἂν ὁ γιός σου καὶ σὺ δὲν κάνετε προσευχὴ ἡ ἀρρώστια θ’ ἀλλάξει δρόμο. Ἂν ὁ Θεὸς κρίνει ὅτι ὁ γιός σου εἶναι ἕτοιμος μπορεῖ νὰ σοῦ τὸν πάρει τώρα – μὴ λυπηθεῖς γι’ αὐτό. Ἂν πάλι κρίνει ὅτι δὲν εἶναι ἀκόμη ἕτοιμος θὰ σοῦ τὸν ἀφήσει κι ἄλλο».
Ὁ ἴδιος ἀσκητὴς μ’ ἀγαπάει καὶ μοῦ τὸ δείχνει πάντα μὲ πολὺ χιοῦμορ. «Πάλι ἐδῶ εἶσαι, ρὲ γιατρέ; Γιατί ἦρθες ἀφοῦ δὲν σὲ κάλεσα;». Γιὰ νὰ συμπληρώσει στὸ ἴδιο στύλ: «Καλά, ἀφοῦ ἦρθες τώρα, θὰ ἀρρωστήσω γιὰ νὰ μὴ φύγεις, χωρὶς δουλειά!».
Δείχνει το κουτὶ μὲ τὰ λουκούμια. «Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐξωτερικὸ ἰατρεῖο τὸ δικό μου! Ἔχει φάρμακα μέσα. Πάρε ἕνα. Ἐσὺ ἔχεις τόσο γλυκὰ φάρμακα;».
Μὲ ξεπροβοδίζει χαριτολογώντας. «Καλύτερα ἀγροτικὸς γιατρὸς παρὰ Καθηγητὴς Πανεπιστημίου. Τὸν ἀγροτικὸ γιατρὸ τὸν ἔχεις δίπλα σου ὅ,τι ὥρα θέλεις. Τὸν καθηγητὴ ποῦ νὰ τὸν βρεῖς;». 

agiazoni.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης