Η Πλατυτέρα των Ουρανών

20 Μαρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

Αρχιμανδρίτης Νίκων Κουτσίδης

  


Πρίν ἀπό μερικές δεκαετίες ὁ μετέπειτα διάσημος γαλλορουμάνος θεατρικός συγγραφέας Εὐγένιος Ἰονέσκο ἐπισκέφθηκε γιά πρώτη φορά τό Ἅγιον Ὄρος. Ἐκεῖ συνέβη τό ἑξῆς περιστατικό, ὅπως ὁ ἴδιος τό διηγήθηκε σέ συνέντευξή του στό περιοδικό Paris match πρίν ἀπό ἀρκετά χρόνια:

«Εἶχα γεννηθεῖ σέ ὀρθόδοξη οἰκογένεια καί ζοῦσα στό Παρίσι. Εἴκοσι πέντε χρονῶν, γνήσιος νέος τῆς κοσμικῆς ἐποχῆς τοῦ τότε Παρισιοῦ. Μοῦ ἦρθε ἡ ἰδέα νά ἐπισκεφθῶ τό Ἅγιον Ὄρος λόγω τῆς θέσης πού εἶχε -καί ἔχει βέβαια- ὡς τόπος ἀσκήσεως στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Καί ἐκεῖ, μοῦ ἦρθε ἀκόμη μία σκέψη στό μυαλό: νά ἐξομολογηθῶ. Ἐπῆγα, λοιπόν, καί βρῆκα ἕνα ἱερομόναχο - πνευματικό. Τί τοῦ εἶπα; Τά συνηθισμένα ἁμαρτήματα ἑνός κοσμικοῦ νέου πού ζεῖ χωρίς γνώση Θεοῦ. Ὁ Ἱερομόναχος, ἀφοῦ μέ ἄκουσε, μοῦ εἶπε:
- Στόν Χριστό πιστεύεις, παιδί μου;
- Ναί, ναί, λέει ὁ Ἰονέσκο. Πιστεύω, πάτερ. Ἄλλωστε εἶμαι βαπτισμένος χριστιανός ὀρθόδοξος.
- Βρέ παιδάκι μου, τοῦ λέει ἐκεῖνος ὁ διακριτικός πνευματικός, πιστεύεις, τό ἀποδέχεσαι πλήρως, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Θεός καί δημιουργός τοῦ κόσμου καί δικός μας;
Τά ἔχασα, λέει ὁ συγγραφέας. Γιατί πρώτη φορά μέ ἔβαζε ἕνας ἄνθρωπος μπροστά σ’ αὐτό τό ἐρώτημα, στό ὁποῖο ἔπρεπε νά ἀπαντήσω μέ εἰλικρίνεια καί νά πάρω θέση. Ὄχι ἁπλῶς ἄν πιστεύω ὅτι κάποιος ἔφτιαξε τόν κόσμο. Ἀλλά ὅτι αὐτός ὁ Θεός, ὁ δημιουργός τοῦ κόσμου, ἔχει νά κάνει μέ μένα. Καί ἐγώ ἔχω προσωπική σχέση μαζί του! Τοῦ ἀπάντησα:
- Πιστεύω, πάτερ, ἀλλά βοηθῆστε με νά τό καταλάβω καλά αὐτό τό γεγονός.
- Ἄν πραγματικά πιστεύεις, τότε ὅλα διορθώνονται».

Τό περιστατικό αὐτό ὑπῆρξε ἡ αἰτία τῆς μεταστροφῆς τοῦ Ἰονέσκο, ὁ ὁποῖος μέχρι τά βαθειά του γεράματα, ὄντας διάσημος καί περιβόητος, ἔζησε ὡς εὐλαβής καί βαθειά πιστός ὀρθόδοξος χριστιανός.
Τά λόγια τοῦ ἁγιορείτη γέροντα «ἄν πραγματικά πιστεύεις, τότε ὅλα διορθώνονται» σημαίνουν ὅτι: ἡ πίστη στόν Χριστό δέν εἶναι μία ἀφηρημένη θεωρία οὔτε «λόγια τοῦ ἀέρα», ἀλλά κυρίως εἶναι ἔργα συνειδητῆς μετανοίας καί συνεχοῦς ἐπιστροφῆς στό θέλημα τοῦ Χριστοῦ καί στήν ἀγκαλιά τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία Του.

Ησυχαστήριο Αγίας Τριάδος

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

20 Μαρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 





 

Παραθέτουμε ένα προφητικό και επίκαιρο άρθρο του αειμνήστου Γέροντος Θεoκλήτου Διονυσιάτου που δημοσιεύτηκε στον Ορθόδοξο Τύπο την 23η Νοεμβρίου 2001, το οποίο αναφέρεται στην εισβολή των λαθρομεταναστών στην Ελλάδα.

 



Το άρθρο του Γέροντος Θεοκλήτου είχε τίτλο:
«Μελαγχολικαί ενοράσεις»

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, μεταξύ άλλων, λέγει, ότι «οι Μοναχοί είναι οι κήρυκες της ερχομένης Βασιλείας, οι προφήται της Καινής Διαθήκης». Την φράση αυτή μου θύμισαν κάποιες συζητήσεις, που είχα τελευταίως με τρεις φίλους ησυχαστές, που και οι τρεις, ωσάν από προφητική διαίσθηση, ισχυρίζοντο για την επέλευση απιθάνων εθνικών καταστάσεων. Και ποιές καταστάσεις είναι αυτές; Ότι, τάχα, η Ελλάς, σταδιακώς, δεν θα συρρικνωθεί μεν εδαφικώς, αλλά θα κατακτηθεί εκ των ένδον από το Ισλάμ! Και εστήριζαν τον ισχυρισμόν των, στις ηλεγμένες πληροφορίες, όπως έλεγαν, που τους μετέδιδαν παλαιοί φίλοι τους κορυφαίων πολιτικών θέσεων, που τους επεσκέπτοντο στην Έρημο του Αθωνος ή τους έγραφαν.
Και στην ερώτησή μου· Ο Θεός θα επιτρέψει την αντικατάσταση της αγίας Εκκλησίας Του, που «επεριποιήσατο τώ ιδίω Αίματι», με τον σκοτεινό και δαιμονικόν μουσουλμανισμόν μέσα στην Τοπική Ορθοδοξία της Ελλάδος; Μου απήντησαν με ένα στόμα ότι, ο Θεός θα το επιτρέψει εξ αφορμής της εκτεταμένης αμαρτίας. Και ανεφέρθησαν στους βυζαντινούς ρωμηούς, που δεν μετανοούσαν.
Και όταν πάλιν τους ερώτησα· πώς θα συμβεί αυτό και πότε και τί θα γίνουν οι Έλληνες; Απήντησαν, ότι ήδη ενεργείται η άλωση με τα 2-3 εκατομμύρια των μωαμεθανών, που ονομάζονται μετανάστες, και που θα στερεώνονται σταδιακώς με την ελληνικήν ιθαγένεια, που θά τους χορηγεί ευχαρίστως το Κράτος, δηλαδή η άθεη κυβέρνηση.
Οι δε Έλληνες βαθμιαίως θα γίνουν μειονότης, έως ότου θα μείνουν ελάχιστοι χριστιανοί ως…δείγμα. Μην απορείς, πάτερ Θεόκλητε, έσπευσαν να εξηγήσουν αυτήν την τραγωδία του λαού μας. Πολλοί θα αποδεχθούν τον μουσουλμανισμόν αβιάστως. Άλλοι, με κάποιαν βίαν ποικίλης μορφής. Και άλλοι «χριστιανοί» θα μεταναστεύσουν σέ χριστιανικές χώρες, μη δυνάμενοι να συμβιώσουν με τους βαρβάρους αυτούς, που τους χρησιμοποιεί ο Θεός ως μέσον παιδαγωγίας, όπως ανά τους αιώνες ενεργούσε στους Ισραηλίτες και στους χριστιανούς, που δεν μετανοούσαν για τις αμαρτίες τους. Παράδειγμα ο Κατακλυσμός, τα Σόδομα, ο Ελληνισμός της Ανατολής, το Βυζάντιον.
Αυτά όλα με είχαν συντρίψει ψυχικώς και σκεφτόμουνα, τάχα θα επιτρέψει ο Θεός αυτήν την ασύλληπτον συμφοράν; Επηκολούθησε σιωπή για αρκετή ώρα. Στη συνέχεια, έθεσα το ερώτημα· Πατέρες άγιοι και αδελφοί, φανταζεσθε σεις, πώς θα ανεχθεί ο Κύριος τις μουσουλμανικές δαιμονικές θυσίες, αντί των ορθοδόξων θυσιαστηρίων; Τότε ένας ησυχαστής μού υπενθύμισε την περίπτωση του ασκητού που, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, είδε επάνω στην αγία Πρόθεση ερειπωμένου Ναού, μία γουρούνα με τα νεογνά της και άρχισε να κλαίει και να οδύρεται. Τότε ενεφανίσθη Άγγελος Κυρίου και του λέγει· Αββά, τί κλαίεις; Γνωρίζεις ότι, αυτό που είδες, είναι πιο ευάρεστον στον Κύριον από την αναξιότητα των ιερέων που λειτουργούσαν; Και ο Άγγελος εγένετο άφαντος.
Η συζήτηση κράτησε περισσότερον από δύο ώρες, οπότε οι ησυχαστές ανεχώρησαν και μου ετόνισαν να ευχαριστώ τον Κύριον για όσα επιτρέπει να γίνωνται εξ αγάπης και για την σωτηρίαν των ψυχών. Και να μη παρασύρομαι συναισθηματικώς από την επιφάνεια των γεγονότων, αλλά να εισδύω στην ουσίαν των, αφού είναι δεδομένον, ότι «ο Θεός αγάπη εστί».

Κι έμεινα μόνος…
Μέσα στον συγκλονισμό μου για την τραγωδία του λαού μας, τον κλαυθμόν και τους στεναγμούς μου προς τον πανυπερεύσπλαγχνον Θεόν, άρχισα να μελετώ όσα είπαν με βεβαιότητα οι όσιοι εκείνοι ερημίτες και άνθρωποι τού Θεού και να αναλύω λογικώς τους ισχυρισμούς τους. Παρ’ ότι καμμιά ανησυχούσα φωνή δεν ακούεται, όμως, κάποια σποραδικά δημοσιεύματα προ μηνών στον γρηγορούντα «Ορθόδοξον Τύπον» ήρχοντο να επαληθεύσουν σχεδόν τούς ισχυρισμούς των φίλων μου ησυχαστών. Και μάλιστα κάποια δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών, πάλιν στον «Ορθόδοξον Τύπον» από σώφρονες χριστιανούς, θεολόγους και συγγραφείς, οι οποίοι με πειστικά επιχειρήματα κατέληγαν στα ίδια συμπεράσματα, που εβασίζοντο σε αντικειμενικά στατιστικά στοιχεία.
Αλλά το σκάνδαλον ευρίσκεται στην σιωπήν των κοινής πληροφορήσεως μέσων, των λεγομένων μαζικής ενημερώσεως. Όμως, όσον και αν φαίνεται περίεργη η βαθειά σιγή επί ενός βοώντος εθνικού κινδύνου, το φαινόμενον δεν είναι ανεξήγητον. Πρόκειται περί σχεδόν καθολικής πωρώσεως των συνειδήσεων. Και είναι ιστορικώς αποδεδειγμένον, ότι όταν η αμαρτία καθολικοποιείται, γενικεύεται, ακολουθεί, δίκην συνδρόμου, η άγνοια του κακού. Ιδού η απόδειξη· Οταν ο Θεός είχεν αποφασίσει τον Κατακλυσμόν, με το αιτιολογικόν·
«Ου μη καταμείνη το πνεύμα μου εις τους ανθρώπους τούτους, διά το είναι αυτούς σάρκας», έδωκεν εντολήν στον δίκαιον Νώε να κατασκευάσει την Κιβωτόν. Ειργάζοντο οι τεχνίτες επί ένα χρόνον. Βλέποντες οι απονεκρωθέντες αμαρτωλοί την κατασκευαζομένην Κιβωτόν και τον σκοπόν πληροφορούμενοι, έλεγαν· και τί κάνουμε ώστε να πνιγούμε; Και όταν οι Άγγελοι είπαν στον δίκαιον Λώτ να ειδοποιήσει τους συγγενείς του, γιατί θα έριχναν φωτιά να κάψουν τα Σόδομα, όλην την Πεντάπολιν, οι συγγενείς του γελούσαν με τον γέροντα· και τί κάνουμε, ώστε νά μάς κάψει ο Θεός;
Το ίδιο συμβαίνει και τώρα, σε κάποιο μέτρο· το σύνδρομο της πωρώσεως. Καμμία εφημερίδα δέν έγραψε για τον εθνικόν κίνδυνον με εξαίρεση την πολύτιμη ορθόδοξη έπαλξη, τον «Ορθόδοξον Τύπον», που, και μόνον γιατί από ένα χρόνο σχεδόν σαλπίζει, το σάλπισμα της μετανοίας, αξίζει τον έπαινον της Εκκλησίας και την εκ Θεού δικαίαν μισθαποδοσίαν. Οι απόψεις και οι απελπιστικές ενοράσεις των αγίων εκείνων ερημιτών, όσον και αν δεν είναι αποδεικτικές, δεν στερούνται όμως, σε κάποιον βαθμόν, πειστικότητος, γιατί βασίζονται σε απτά δεδομένα, ένα των οποίων είναι οι ενεργούμενες αμαρτίες αγνοουμένης της μετανοίας, σ όλην την Ελλάδα, παρά τις ελάχιστες νησίδες χριστιανικής ζωής και ηθικής αντιστάσεως. Δεύτερον ότι, ο προφητικός λόγος «αμαρτίαι, έθνη ελαττονούσι», έχει πολλάκις επαληθευθεί.
Τρίτον, στην δραστηριότητα της αμαρτίας, περιλαμβάνονται και οι ένα εκατομμύριον εκτρώσεις κάθε τριετίαν· οι υπερτερούντες θάνατοι των γεννήσεων· ναρκωτικά καί άλλες ηθικές πληγές. Και τέλος, το κυριώτερον, είναι τα τρία σχεδόν εκατομμύρια των νομιμοποιούμενων μουσουλμάνων, που αυξάνονται και πληθύνονται με ταχύτατους ρυθμούς, ένα φαινόμενον που ερμηνεύει και τις απόψεις των ησυχαστών, των μουσουλμάνων ενεργούντων ως οργάνων ασυνειδήτων του Θεού. Όπως επίσης ασυνείδητα όργανα —όχι ανεύθυνα, βεβαίως— είναι οι άθεοι κυβερνήτες μας, που υποδέχονται τους δεδηλωμένους εχθρούς του Έθνους μας, για να μη κατηγορηθούν, τάχα, ως ρατσιστές ή εθνικιστές. Αυτή η καραμέλλα έχει πολύ πέραση στην εποχή μας, μεταξύ τών επιπολαίων και αθέων, πού γίνονται καταγέλαστοι με τις παραδοξολογίες των.
Παράδειγμα, «το αλβανάκι» πέρυσι και τώρα η γερμανιδούλα του Βόλου, που αν είναι διαποτισμένοι, ο πρώτος από τον αλβανικόν ανθελληνικόν σωβινισμόν και η δεύτερη πιστεύει στο γερμανικό «ούμπερ άλλες» τότε, στα χέρια των το ελληνοχριστιανικόν σύμβολον η γαλανόλευκη με Σταυρόν, είναι τιμωρία, δεν είναι τιμή! Είναι αντίφαση.
Τώρα το πρόβλημα, το παμπρόβλημα, είναι η αλλοτρίωση του ελλαδικού χώρου, κατά παραχώρηση Θεού, για την αμετανοησία των πιστών. 
Οπότε αβιάστως ανακύπτει η υποχρέωση της ποιμαινούσης Εκκλησίας νά κηρύξει μετάνοιαν στον λαόν. Αλλοιώς;
«Εάν μη μετανοήτε, πάντες ωσαύτως απολείσθε» (Λουκ. ιγ´ 3). Το γάρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα.

Θεόκλητος Μοναχός Διονυσιάτης

Ορθόδοξος Τύπος, 23 Νοεμβρίου 2001

diakonima.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

3 Μαρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 



   Για την Παναγία Εσφαγμένη, διηγούνται ότι πληγώθηκε από το μαχαίρι ενός δύστροπου ιεροδιάκονου και εκκλησιάρχη (επιμελητή της εκκλησίας, νεωκόρου), ο οποίος εξαιτίας δήθεν του διακονήματός του έφθανε πάντοτε καθυστερημένος στην Τράπεζα.
Σε μια παρόμοια περίπτωση ο τραπεζάρης (υπεύθυνος της τραπεζαρίας) αγανακτησμένος αρνήθηκε να του δώσει φαγητό. Οι ταραγμένοι και οργισμένοι λογισμοί του εκκλησιάρχη στράφηκαν εναντίον της Θεοτόκου, που ενώ αυτός την υπηρετούσε, αυτή δεν μεριμνούσε ούτε για την τροφή του. Από την πληγή αυτή ξεπετάχθηκε αίμα, το πρόσωπο της Παναγίας χλώμιασε, ενώ ο ιεροδιάκονος τυφλώθηκε και έπεσε κάτω φρενόληπτος από τον έλεγχο της συνείδησης μένοντας στην κατάσταση αυτή τρία χρόνια. Τότε χάρη στις προσευχές του ηγουμένου και της αδελφότητας η Παναγία εμφανίστηκε στον ηγούμενο και ανάγγειλε την θεραπεία του.
Ο εκκλησιάρχης πέρασε την υπόλοιπη ζωή του σ´ ένα στασίδι απέναντι από την εικόνα θρηνώντας το φοβερό αμάρτημά του και πριν πεθάνει πήρε την συγχώρηση από την ίδια την Παναγία, που του ανήγγειλε όμως, όπως προηγουμένως και στον ηγούμενο, ότι το βλάσφημο χέρι του θα υφίστατο παραδειγματική τιμωρία μετά θάνατον. Πράγματι μέχρι σήμερα φυλάσσεται άλυωτο και κατάμαυρο κοντά στην εικόνα που είναι τοποθετημένη στον νάρθηκα του παρεκκλησίου του Αγίου Δημητρίου.
Η θαυματουργή αυτή εικόνα είναι τοιχογραφία του 14ου αιώνα και βρίσκεται στον νάρθηκα του παρεκκλησίου του Αγίου Δημητρίου, το οποίο είναι ενσωματωμένο εις το Καθολικόν της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου.
Για το ιστορικό της εικόνας αυτής γράφονται σε χειρόγραφο του 17ου αιώνα, το οποίο επιγράφεται «Προσκυνητάριον του Βατοπαιδίου» εις το κεφάλαιον «Περί της ιεράς Εικόνος της Εσφαγμένης και του παρ’ αυτής εξαισίου τερατουργήματος» τα εξής:
«Ο τότε υπηρέτης της Εκκλησίας και ιεροδιάκονος, μίαν των ημερών, όντας κοπιασμένος από μίαν προλαβούσαν αγρυπνίαν, αφού ετελείωσε και το έργον της υπηρεσίας του, υπήγεν εις τον τραπεζάρην του καιρού εκείνου ζητώντας του ολίγον ψωμί και κρασί διά να θεραπεύση την πείναν οπού βιαίως τον ενοχλούσεν.
Αλλ’ ο τραπεζάρης θυμωθείς διά το παράκαιρον ζήτημα απεδίωξεν αυτόν άδιδον ονειδίζωντάς τον ως αδιάκριτον και κοιλιόδουλον, οπού τον ενοχλούσεν παράκαιρα. Τότε ο διάκονος οργισθείς κατά του τραπεζάρη και μη ημπορώντας τι να του κάμη εις εκδίκησιν, εγύρισεν εις την εκκλησίαν θυμωμένος και κρατώντας το μαχαίριον εις το χέρι του έλεγεν, ματαίως και εύκαιρα κοπιάζω υπηρετώντας και κοπιάζωντας κάθε ημέραν φιλοκαλώντας και διακονών εις την εκκλησίαν ταύτην, ημέραν και νύκτα και ούτε κάν ψωμί και ολίγον κρασί δεν μου δίνουσι να θεραπεύσω την πείνα μου. Και ταύτα λέγοντας, κινούμενος δε και εξ ενεργείας του διαβόλου και ερχόμενος έως έμπροσθεν αυτής της εικόνος εσήκωσε το μαχαίρι, και με χέρι τολμηρόν και ανόσιον, εκτύπησε την αγίαν ταύτην εικόνα εις το δεξιόν μάγουλον πλησίον του οφθαλμού, και ευθύς – ω των θαυμασίων σου Πανύμνητε Δέσποινα – ήνοιξε πληγή και ανέβλυσεν ωσάν από ζωντανόν σώμα αίμα πολύ (και από τότε την ωνόμασαν Εσφαγμένην). Και κτυπώντας του το αίμα εις τους οφθαλμούς ετυφλώθη τελείως ο δύστηνος και βλέποντας ο ταλαίπωρος τοιούτον παράδοξον τέρας έμεινε κλαίων τοιαύτην παρανομίαν και οδυνώμενος έπεσεν εκεί εις το έδαφος, ενώπιον της αγίας εικόνος και εθρήνει απαρηγόρητα, κτυπώντας την κεφαλήν εις τα μάρμαρα και ήλεγχεν τον εαυτόν του ως φονέα και παράνομον και άξιον μυρίων θανάτων.
Και μετ’ ολίγην ώραν έγινε φανερόν εις όλους τους πατέρας της Μονής τούτο το παράδοξον τερατούργημα και έδραμον όλοι τους και είδαν οφθαλμοφανώς και την πληγήν του μαχαιρίου και το αίμα οπού εχύθη από την αγίαν εικόνα ακόμη υγρόν και το μαχαίρι αιματωμένον και τον εικονοκτόνον διάκονον κατά γης κείμενον και κατηγορούντα τον εαυτόν του ως ένοχον θανάτου και τρέμοντα ως σεληνιαζόμενον και παραλαλούντα ως δαιμονιζόμενον και την μορφήν της ιεράς εκείνης εικόνος μεταμορφωμένην και αχνήν ομοίαν ανθρώπου φονευμένου και εξεπλάγησαν και από τον φόβο τους έμειναν άπαντες εκστατικοί. Τότε ο ηγούμενος με όλην την αδελφότητα έψαλλαν ολονυκτίους αγρυπνίας, δεήσεις τε και παρακλήσεις προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον ίνα εξιλεώσει τον δίκαιόν Της θυμόν και να θεραπεύσει η ευσπλαχνία Της το τοιούτον τολμηρόν παρανόμημα οπού ο δυστυχής εκείνος διάκονος έπραξε. Και ούτω μετά πολλάς ημέρας ύστερον εισηκούσθη η δέησις αυτών και εφάνη η Παντάνασσα Θεοτόκος εις οπτασίαν τώ ηγουμένω λέγουσα ότι αφέθη η αμαρτία τώ διακόνω και εθεραπεύθη από τον σεληνιασμόν οπού τον εσπάραττεν.
Εκείνος δε ο άθλιος ποιήσας στασίδιον ενώπιον της ιεράς εκείνης εικόνος εστήκετον εκεί αεννάως, χρόνους τρεις ολοκλήρους, κλαίων και οδυρόμενος την μεγάλην του ανομίαν, έως ότου και αυτός ήκουσε παρά της αυτής ελεούσης εικόνος (ήτις εχάρισεν αυτώ και το φως των οφθαλμών) το «αφέθη η αμαρτία σου» όμως το τολμηρόν σου χέρι να μείνει ξηρόν επί ζωής σου και μετά θάνατον άλυτον». Το οποίον και εσυνέβη και μετά την αυτού κοίμησιν, το μέν σώμα αυτού διελύθη όλον, η δε πάντολμος χείρ αυτού έμεινεν άσηπος και κατάξηρος. Και φαίνεται έως της σήμερον εις ένα κουβούκλιον, ήτοι συρτάριον, υποκάτωθεν της αγίας ταύτης εικόνος, μαρτυρούσα προφανώς το τότε θαυμάσιον το δε εκχυθέν αίμα φαίνεται εις το πρόσωπον επάνω εις την πληγήν έως της σήμερον. Η Εικών αύτη πηγάζει ιάσεις και θεραπείας καθ’ εκάστην εις τους προστρέχοντας μετ’ ευλαβείας προς αυτήν, δεικνύουσα ότι η τιμή της εικόνος διαβαίνει εις το πρωτότυπον, παρά του οποίου έρχεται η αγιαστική χάρις εις τους ευλαβείς και ούτω εξεναντίας η θεία δίκη παιδεύει τους ατάκτους και ανευλαβείς των ιερών εικόνων, εις παράδειγμα και σωφρονισμόν των μεταγενεστέρων και δόξαν της Θεομήτορος. Ανάπτει δε έμπροσθεν αυτής αεννάως κανδήλιον αργυρούν εν, και λαμπάς ακοίμητος».

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

12 Φεβ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 


Ἡ μονὴ τῶν Ἰβήρων εἶναι πολὺ φιλόξενο μοναστήρι. Αὐτὸ ἀποδίδεται καὶ στὸ ἀκόλουθο περιστατικό:
Ἕνας φτωχὸς ἐργάτης, κουρασμένος ἀπὸ τὸν δρόμο, ἔφθασε τὸ μεσημέρι πεινασμένος στὴν πύλη τῆς μονῆς. Ζητήσε μόνο λίγο ψωμὶ ἀπὸ τὸν πορτάρη, γιατὶ βιαζόταν νὰ συνεχίσει τὴν πορεία του.
Ὁ πορτάρης, ἄγνωστο γιατί, δὲν τοῦ ἔδωσε, ὁπότε ὁ φτωχὸς ἀναστέναξε βαθιὰ κι ἔφυγε νηστικός.
Ἀνεβαίνοντας πρός τίς Καρυές, σταμάτησε γιὰ λίγο στὴ σκιὰ ἑνός δέντρου.
Λυπημένος καὶ κουρασμένος καθώς ἦταν, ξάπλωσε καταγῆς. Ξαφνικὰ ἀκούει βήματα νὰ πλησιάζουν. Ἀνασηκώνεται καὶ βλέπει κοντά του μιὰ γυναίκα μ᾿ ἕνα βρέφος στὴν ἀγκαλιά. Μέ ὕφος συμπαθητικὸ καὶ φωνὴ γλυκειὰ τὸν ἐρωτᾶ:
– Τί ἔχεις; Μήπως εἶσαι ἄρρωστος;
– Ὄχι, ἀπάντησε ἐκεῖνος, ἀλλὰ πεινῶ. Παρακάλεσα τὸν θυρωρὸ τῆς μονῆς Ἰβήρων νὰ μοῦ δώσει ψωμί, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἔδωσε.
– Ἄκου, παιδί μου. Δέν πρέπει νὰ παραπονεῖσαι γιὰ τὸν θυρωρό. Θυρωρὸς τῆς μονῆς αὐτῆς εἶμαι ἐγώ. Νὰ ἐπιστρέψεις ἀμέσως καὶ νὰ ζητήσεις ψωμὶ ἐκ μέρους μου. Κι ἂν δὲν σοῦ δώσουν, πλήρωσέ το μ᾿ αὐτὰ τὰ χρήματα. Σὲ περιμένω ἐδῶ.

Λέγοντας αὐτὰ ἔδωσε στὸν ἐργάτη τρία φλουριά. Ἐκεῖνος, ἀνύποπτος γιὰ ὅσα ἔβλεπε καὶ ἄκουγε, ξεκίνησε γιὰ τὸ μοναστήρι. Χτύπησε τὴν πύλη καὶ κρατώντας ἐπιδεικτικὰ τὰ χρήματα ζήτησε καὶ πάλι ἀπὸ τὸν θυρωρὸ ψωμί, χωρὶς νὰ παραλείψει ν᾿ ἀναφέρει τὴ συνομιλία μὲ τὴ γυναίκα.
Ὅταν ἄκουσε ὁ μοναχός γιὰ γυναίκα καὶ εἶδε τὰ σπάνια νομίσματα, κατάλαβε ὅτι πρόκειται γιὰ θαῦμα. Χτύπησε τὴν καμπάνα, συγκεντρώθηκαν οἱ ἀδελφοὶ καὶ ἄκουσαν μέ θαυμασμὸ τὸ παράδοξο γεγονός.
Διαπίστωσαν μάλιστα ὅτι τὰ νομίσματα ἐκεῖνα ἦταν ἀφιερωμένα πρίν ἀπὸ πολλὰ χρόνια στὴ θαυματουργὴ εἰκόνα. Βλέποντας ὅμως ἡ Παναγία τὴν ἀνάγκη τοῦ φτωχοῦ, τὰ παρέλαβε καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε μέ μητρικὴ εὐσπλαγχνία.
Οἱ μοναχοὶ μέ φόβο καὶ εὐλάβεια τὰ ἐπανέφεραν στὴν ἁγία εἰκόνα τῆς Πορταΐτισσας, ἡ ὁποία μέ τὸ θαῦμα αὐτὸ τοὺς δίδαξε τὴ μεγάλη ἀρετὴ τῆς φιλοξενίας.

“Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας”

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

4 Φεβ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

Toυ Β. Χαραλάμπους

 

 


Αλλιώτικο συναπάντημα στην Ουρανούπολη, στο κατώφλι ετούτο του Άθωνα. Η πολίχνη ετούτη, εκεί όπου άλλοτε η παμπάλαιη εκείνη “Ουρανία Πόλις’’ και παραύστερα η περιφυγή από κείνο τον χαλασμό στον Μαρμαρά, την Κούταλη, την Αφησιά, την Αλώνη, στης Προποντίδας την καταγάλανη πλατωσιά, που τρικυμίζει ακόμα.
Το δειλινό βρήκε τον Φώτη από τον Άη Μηνά το μικρό χωριουδάκι στα ξακουστά Ζαγοροχώρια ν΄ αποζητά διαμονητήριο για το Άγιον Όρος. Τα πράγματα όμως είχαν έρθει αλλιώς. Δυστυχώς έπρεπε να είχε εξασφαλίσει προηγουμένως κάποια άδεια κι έτσι τούτο δεν έγινε μπορετό. Κάποιοι προσφέρθηκαν να βοηθήσουν. Πιο πολύ θυμάται ακόμα εκείνον τον άγνωστο προσκυνητή με τα φτωχικά ρούχα και την αρχοντική καρδιά. Η εξωτερική του εμφάνιση φτωχή, επαίτη θάλεγε κανένας, τα παπούτσια αθλητικά από κείνα που βρίσκει κανένας στους διάφορους πλανοδιοπώλες. Κορδόνια ‘‘δεν είχαν αν θυμάμαι καλά ή αν είχαν ήταν λυμένα” διηγείται στου χωριού του την πλατεία. Όμως η πολλή ορμήνεια είναι περισσή. Αρκούσε μονάχα τ΄ άδολο εκείνο βλέμμα εκείνου του προσκυνητή.
Τ΄ απόβραδο ο Φώτης βρήκε έναν φθηνό ξενώνα κοντά στην παραλία και μετά βγήκε βόλτα στην Ουρανούπολη. Οι αντιφεγγιές από τα τόσα της πολίχνης φώτα παιχνίδιζαν στην προκυμαία. Η εγκαρτέρηση του γραίγου από την προκυμαία ίσαμε την Αμμουλιανή κατ΄ αντίκρυ. Παρέκει ξώμειναν κάτι σκολιαρούδια να παραβγαίνουν με τ΄ ασπροβότσαλα στ΄ ακροθαλάσσι.
Στον μώλο αραγμένο το καράβι που στο ακρόπλωρο αναγράφει με μεγάλα γράμματα “Άξιον Εστί” και την επομένη θ΄ αναχωρούσε για το Άγιον Όρος. Το είδε ο Φώτης με κάποιο παράπονο κι ίσως τούτο γιατί την επομένη να μην ήταν ανάμεσα στους προσκυνητές. Το καράβι στο μουράγιο δεμένο κι ο φλοίσβος συνέχισε να παιχνιδίζει με την πλώρη. Έμεινε για λίγο σκεφτικός κι ύστερα αργά αργά κίνησε για τον πολύβουο δρομίσκο.
Η πολίχνη ετούτη της Ουρανούπολης αποβραδίς γίνεται πιότερο πολύβουη. Μονάχα μακρυάθε τα τόσα κυμάτια συνέχισαν να φλοισβίζουν περίεργα ψελλίζοντας τ΄ Άθωνα τη σιωπή. Δεξιά κι αριστερά καταστήματα διάφορα κυρίως με εύμορφα χειροτεχνήματα με μόνο σχεδόν θέμα το Άγιον Όρος. Το νύχτωμα τον βρήκε να πηγαινοέρχεται στον πολύβουο ετούτο δρομίσκο. Συναπάντημα με κείνο τον πρωτόγνωρο φίλο και πάλι στο δρόμο που τώρα πια ούτε το όνομά του δεν θυμάται. Έπινε, λοιπόν, ο άγνωρος εκείνος φίλος, μια μπύρα αμέριμνος σε κάποιο καφενεδάκι. Χαιρετιστήκανε τανάπαλιν.
- Κόπιασε, μια μπύρα να σε κεράσω.
- Ευχαριστώ, πρέπει να συνεχίσω, είπε και συνέχισε τον περίπατο.
Συνέχισε να πηγαινοέρχεται στον φωτεινό δρομίσκο και σε κάθε συναπάντημα με τον πρωτόγνωρο φίλο τον χαιρετούσε λες κι είχε τόσο καιρό να τον δει. Στην ίδια ετούτη διαδρομή κοντοστάθηκε λιγάκι και τον ρώτησε αν βρήκε κάποιο κατάλυμα. Και αρχίνισε να λέει διάφορα με κάτι περίεργες δικαιολογίες. Στο τέλος όμως με πιο σιγανή φωνή πλησίασε τον Φώτη και του είπε πως θα κοιμόταν στα παγκάκια. Δεν πρόλαβε να ρωτήσει και η απάντηση ήρθε αβίαστα και με τόση απλότητα.
- Το έχω ξανακάνει. Εξάλλου τα χρήματα είναι τόσο λίγα και δεν θάθελα να τα ξοδέψω όλα για τον ξενώνα. Πρέπει να οικονομήσω λίγα χρήματα για τις διαδρομές και την επιστροφή.
Δεν θυμάται, ακόμη διηγιέται, αν του πρότεινε να του δώσει εκείνος τα χρήματα του ξενώνα, σίγουρα όμως θυμάται πως κατόπιν στον ξενώνα δεν μπορούσε να ξαπλώσει για ύπνο. Σκέψεις διάφορες για τον φτωχό αυτόν φίλο δεν τον άφηναν να κοιμηθεί. Πώς να αντέξει κανένας της καρδιάς τον παφλασμό; Άφησε γρήγορα τον ξενώνα και βγήκε πάλι βόλτα στους δρόμους της Ουρανούπολης. Τον βρήκε να βηματίζει μονάχος αδιάφορα μπροστά στον Πύργο του Προσφορίου. Μάταια προσπάθησε να τον κάνει να δεχθεί τα χρήματα για τον ξενώνα. Χαιρετιστήκανε ξανά και συνέχισε τον δρόμο του.
Η επόμενη φορά ήταν κι η τελευταία. Δέχθηκε τα χρήματα για τον ξενώνα με απλότητα και τον ευχαρίστησε περίσσια. Φαινόταν άνθρωπος με μεγάλη αξιοπρέπεια. Επιτέλους ησύχασε. Έγνοια του τώρα αν θα κατάφερνε να έπαιρνε το διαμονητήριο για το Άγιον Όρος.
Αχάραδα βρέθηκε με το σακί στον ώμο να σεργιανίζει αμήχανα στην προκυμαία. Φυσούσε απηλιώτης από το πρωϊνό. Μεσοπέλαγα μια μονάχα ψαρόβαρκα. Το πρώτο καληνώρισμα ήρθε από τους λιγοστούς ψαράδες και από τους ολόλευκους γλάρους που παραύστερα αρχίνισαν των καραβιών το φευγάτισμα. Συναντηθήκανε απρόσμενα με τον πρωτόγνωρο εκείνον φίλο κάτω από τον Πύργο του Προσφορίου.
- Πέρασες ωραία ψες; πρόλαβε να ρωτήσει.
Πλησίασε λοιπόν τον Φώτη ντροπαλά και με πολύ σιγανή φωνή του είπε πως δεν έμεινε στον ξενώνα αλλά στα παγκάκια. Σαν μικρό παιδί αρχίνισε να παραπονιέται για τ΄ απρόσμενο συντρόφεμα από τ΄ αδέσποτα σκυλιά που δεν τον άφηναν να κοιμηθεί. Όμως παρόλα τούτα με ένα τόσο αξιοπρεπές ύφος τον παρακάλεσε να κρατήσει τα χρήματα για τις διαδρομές. 
Η συζήτηση συνεχίστηκε “επί μακρόν’’ και μέσα στο καράβι γιατί στο τέλος ο Φώτης πήρε το πολυπόθητο διαμονητήριο. Μιλούσε ώρα πολλή για την οικογένειά του. Σε κάθε διήγηση διέκρινες μια περισσή αθωότητα.
Το προσκύνημα στο Άγιον Όρος τέλειωσε σε δύο μέρες. Από τότε δεν τον ξανάδε. Όμως η ταξιδεύτρα θύμηση θάχει για θυμητάρι την ειλικρίνεια και τ΄ άδολο βλέμμα ετούτου του προσκυνητή καταμεσής στα τόσα απλά γεροντάκια που συνάντησε σε κείνη την περιδιάβαση στον Άθωνα.

fdimitrios.wordpress.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης