Η Πλατυτέρα των Ουρανών

13 Σεπ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

   Κάποτε ο Ηγούμενος παπά - Θανάσης ο Γρηγοριάτης βρισκόταν στο γραφείο με έναν μοναχό. Αυτός ο μοναχός ήταν οξύθυμος και πάνω στην συζήτηση για να επιβάλει την γνώμη του, ράπισε τον Ηγούμενο. Τότε φάνηκε το μεγαλείο της αρετής του Ηγουμένου. Δεν έδειξε καμμία αντίδραση ούτε θύμωσε ούτε είπε τίποτε. Ειρηνικότατος πήρε την ηγουμενική του ράβδο και πήγε στην Εκκλησία - είχε αρχίσει ο Εσπερινός - και ο Ηγούμενος έψαλλε σαν να μην είχε συμβεί τίποτε.
Έκτοτε ούτε είπε τίποτε ούτε και έκανε κάποια ενέργεια εναντίον του, ενώ ως Ηγούμενος θα μπορούσε ακόμη και να τον διώξει από το Μοναστήρι. Αλλά ούτε και απλή παρατήρηση του έκανε προς συμμόρφωση.Έκανε μόνο θερμή προσευχή γι’ αυτόν. Έτσι μετά από χρόνια, όταν ήταν στα τελευταία του ο μοναχός, ο Χριστός και η Παναγία δεν τον άφησαν, διότι είχε μεν το πάθος του θυμού, αλλά είχε εργασθεί και είχε προσφέρει πολλά για το Μοναστήρι του και για όλο το Άγιον Όρος. Ήρθε σε μετάνοια και συναίσθηση, ζήτησε τον Ηγούμενο. Του έβαλε συντετριμμένος μετάνοια και ζητούσε να τον συγχωρήσει που τόλμησε να σηκώσει το χέρι του και να τον χτυπήσει.
Τότε ο παπά - Θανάσης του είπε με σκοπό να τον ωφελήσει:
– Πάτερ μου, ολόκληρη την ζωή σου αγωνίστηκες να χτίζεις ντουβάρια και Μετόχια. Καλά όλα αυτά. Όμως γι’ αυτήν την στιγμή που βρίσκεσαι τώρα, έκανες καμμία προετοιμασία;
– Συγχώρησέ με, συγχώρησέ με, έλεγε ο μοναχός και έκλαιγε με αναφιλητά.
– Εγώ σε συγχώρησα τότε αμέσως. Αλλά τώρα καλά έκανες και με φώναξες, για να σου διαβάσω συγχωρητική ευχή. Έτσι εκοιμήθη εν μετανοία, ειρηνικά και είχε καλό τέλος.

Από το βιβλίο «Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση»

iliaxtida.wordpress.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

2 Αυγ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 




   Ενθρονίστηκε - την παραμονή της εορτής του Προφήτου Ηλιού (με το Παλαιό Εορτολόγιο) - Δικαίος της Ιεράς Κοινοβιακής Σκήτης Προφήτου Ηλιού, στη χηρεύσασα θέση του μακαριστού Γέροντα Αρχιμανδρίτη Ιωακείμ Ιερομόναχου, ο χαριτωμένος Γέροντας Φιλήμων.
Οι ευχές όλων να τον συνοδεύουν στο δύσκολο έργο το οποίο αναλαμβάνει για μια αγαστή διακονία και η Παναγία η Δακρυροούσσα να τον κατευθύνει σε κάθε βήμα του.

trelogiannis.blogspot.com


 

 

 

 

 

 

6 Ιουν. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 


Αφηγείται ο Γέρων Μάρκελος
:

Να σάς πω μίαν ιστορία τους: Ήταν ένας δόκιμος, Ιωάννης το όνομά του, τον οποίον είχε υποτακτικό ένας Γέροντας πολύ σκληρός. Ό Ιωάννης δεν αναπαυόταν κοντά του, γιατί δεν τον βοηθούσε πνευματικά να βρει τη νοερά προσευχή, τον δυσκόλευε στην άσκηση κλπ. Πήγε λοιπόν ό Ιωάννης -επειδή ήτο φιλότιμο παιδί και ήθελε να προκόψει στην αρετή- κι έκανε Πνευματικό έναν άλλο Γέροντα στα Καυσοκαλύβια. Αυτός τον συμβούλευσε να σηκώνεται τη νύκτα, την ώρα πού κοιμόταν ό Γέροντάς του και να κάνει τότε τα πνευματικά του καθήκοντα, τον αγώνα του. Πράγματι ό Ιωάννης σηκωνόταν τη νύκτα και αγωνιζόταν κρυφά. Όμως ό Γέροντάς του τον πήρε είδηση και τον μάλωσε, γιατί κάνει άλλα από αυτά πού τον πρόσταξε αυτός. Τί να κάνει ό Ιωάννης, αποφάσισε να σηκώνεται να φεύγει τις νύκτες για να μη τον παίρνει είδηση ό Γέροντας.
Σηκωνόταν λοιπόν μόλις κοιμόταν ό Γέροντάς του και πήγαινε στο Κυριακό της σκήτης κι εκεί έξω από τον νάρθηκα έκανε μετάνοιες, προσευχές, αγρυπνούσε με άσκηση και κόπο πολύ. Μία βραδιά εκεί πού προσευχόταν, βλέπει να έρχεται ένας από αυτούς τούς γυμνούς ασκητές, αρκετά ηλικιωμένος. Πλησιάζει ό ασπρομάλλης αυτός Γέροντας χωρίς να δει τον Ιωάννη -γιατί ήτο σκοτάδι- στέκεται μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας, την σταυρώνει και ή πόρτα ανοίγει! Μπαίνει, προχωρεί στο κέντρο του ναού, πέφτει στα γόνατα, σηκώνει τα χέρια προς τον ουρανό και αρχίζει να προσεύχεται μεγαλοφώνως.
Προσευχόταν ώρα πολλή. Όταν τελείωσε, βγαίνει έξω, σταυρώνει πάλι την πόρτα και ή πόρτα κλείνει! Σαν να μην είχε μπει και να μη βγήκε κανείς… Ξεκινά και παίρνει τον δρόμο ανηφορικά, να πάει στην κορυφή του Άθωνος. Μόλις είδε όλα αυτά ό Ιωάννης, λέει συγκλονισμένος μέσα του: Να, αυτός είναι Γέροντας για μένα. Αυτόν θα επακολουθήσω. Τον παίρνει λοιπόν κατά πόδα. Μπροστά ό γέροντας, πίσω ό υποτακτικός σε αρκετή απόσταση, να μη τον καταλάβει.
Λίγο πριν φθάσουν στην Παναγία - ένα εκκλησάκι κάτω από την αθωνική κορυφή όπου σταματούν συνήθως οι προσκυνηταί για να ξεκουραστούν λίγο ή να περάσουν τη νύκτα - φοβήθηκε ό Ιωάννης μη τυχόν πάρει άλλο μονοπάτι ό Γέροντας και τον χάσει. Τάχυνε λοιπόν το βήμα για να τον φθάσει, για να πάρει την ευχή του και να του ζητήσει να τον κάνει υποτακτικό. Μόλις τον πλησίασε, τον κατάλαβε ό Γέροντας ασκητής. Σταματάει λοιπόν, γυρνάει και του λέει κάπως «άγρια»:
– Πού πηγαίνεις;
– Γέροντα, ήλθα να πάρω την ευχή σου. Σε παρακαλώ να με πάρεις δόκιμο κοντά σου, γιατί δεν αναπαύομαι στον Γέροντά μου.
– Εκεί που μένουμε εμείς, είναι πολύ δύσκολες οι συνθήκες. Δεν μπορείς να ζήσεις εκεί. Θα πάς πίσω στον Γέροντά σου.
– Μα ο Γέροντάς μου με πιέζει πολύ. Έχω πολλές δυσκολίες, άγιε Γέροντα.
– Όχι, παιδί μου, εκεί θα πάς. Εκεί θα μείνεις και από εκεί θα βρεις τον παράδεισο.
– Να ‘ναι ευλογημένο. Εφ’ όσον δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, να ‘ναι ευλογημένο. Θα γυρίσω πάλι πίσω.
Παίρνει την ευχή και κάνει να φύγει. Τον φωνάζει ο ασκητής. Με λαχτάρα γυρίζει και ακούει να του λέει:
– Πρόσεξε, παιδί μου, ετοιμάσου, γιατί σε λίγο καιρό θα φύγεις από αυτό τον κόσμο και θα φύγεις μέσα από αυτή την υπακοή. Δεν θα αλλάξεις Γέροντα.
– Να ναι ευλογημένο, λέει πάλι ό Ιωάννης. Κατεβαίνει, πάει στον Πνευματικό του, έτσι κι έτσι του λέει βρήκα έναν αόρατο γυμνό ασκητή και του ζήτησα να με κάνει υποτακτικό του, αλλά αυτός μου είπε να κάνω υπακοή και να παραμείνω στον Γέροντά μου και σε λίγες ημέρες μου είπε ότι θα φύγω από αυτόν τον κόσμο.

– Όπως σου είπε έτσι θα κάνεις και έτσι θα γίνει, του είπε ό Πνευματικός του.
Πράγματι σε λίγο διάστημα τελείωσε ο δόκιμος Ιωάννης, εκοιμήθη!

Όταν ήλθε ή ώρα και έκαναν την εκταφή, από την αγία κάρα του έτρεχε μύρο! Τα έχασαν οι Γεροντάδες. Τόσο νέος υποτακτικός, μάλιστα δόκιμος και όμως απέκτησε την χάρη! Με αυτό το περιστατικό, βλέπετε τί σημαίνει υπακοή. Δίπλα σ’ αυτόν τον σκληρό Γέροντα και όμως από εκεί θα πάς στον παράδεισο, του είπε ό ασκητής.

 ΜΑΝΩΛΗ ΜΕΛΙΝΟΥ: “ΛΟΓΟΣ ΑΘΩΝΟΣ, ΠΝΕΎΜΑ, ΑΝΑΤΑΣΗ, ΓΟΗΤΕΙΕΣ ΜΥΣΤΙΚΕΣ, ΑΝΑΒΛΥΣΜΑ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ ΦΑΝΕΡΩΜΑΤΟΣ ΙΕΡΟΥ

anazhthseis-elena.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

13 Μαϊ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

  Ο γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἔ­γι­νε μο­να­χός στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου. Προ­σβλή­θη­κε ἀ­πό φυ­μα­τί­ω­ση καί τόν ἔ­στει­λαν, μα­ζί μέ ἄλ­λον ὁ­μοι­ο­πα­θῆ μο­να­χό, στό Σα­να­τό­ριο. Ὅ­ταν θε­ρα­πε­ύ­τη­κε ἐ­πέ­στρε­ψε στό Μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά κά­ποι­οι πα­τέ­ρες φο­βο­ύ­με­νοι μήν κολ­λή­σουν καί ἄλ­λοι, τοῦ εἶ­παν νά μέ­νη στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί νά τοῦ στέλ­νουν ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται. Δέν δέ­χθη­κε. Τοῦ πρό­τει­ναν νά πά­η στό Ὄ­ρος, ὅ­που θέ­λει, καί αὐ­τοί θά τοῦ στέλ­νουν τρό­φι­μα. Ἔ­φυ­γε χω­ρίς νά πά­ρη τί­πο­τε. Ἔ­κα­νε με­ρο­κά­μα­τα καί ζοῦ­σε. Ἔ­κα­νε στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί στόν Ἅ­γιο Πέτρο. Αὐ­τά ἦ­ταν τά κα­λύ­τε­ρα χρό­νια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς του. Κοι­νω­νοῦ­σε τα­κτι­κά καί ἦ­ταν χα­ρο­ύ­με­νος ἄν καί δέν εἶ­χε οὔ­τε ἕ­να κον­σερ­βο­κο­ύ­τι νά πί­νη νε­ρό.
Ἀρ­γό­τε­ρα πῆ­ρε τό Ἰ­βη­ρί­τι­κο Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Κα­ψά­λας. Σέ ὅ­λα τά Κελ­λιά πού ἔ­ζη­σε, ὅ­λα τι­μῶν­ταν στόν ἅ­γιο Νι­κό­λαο­, καί στό τέ­λος κα­τέ­λη­ξε πά­λι στήν με­τά­νοιά του, στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου πού τι­μᾶ­ται στόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο.
Τό 1945 ἔ­γι­νε με­γά­λη νε­ρο­ποντή μέ πολ­λές κα­τα­στρο­φές. Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος βρέ­θη­κε τό­τε στόν δρό­μο πρός Κα­ρυ­ές πε­ζο­πο­ρών­τας. Κα­τά­φε­ρε νά φθά­ση στήν Μορ­φο­νοῦ καί μπῆ­κε σέ ἕ­να σπι­τά­κι μέ­χρι νά στα­μα­τή­ση ἡ βρο­χή. Τή νύ­χτα, ἐ­νῶ προ­σευ­χό­ταν μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι του, ἄ­κου­σε πο­δο­βο­λη­τά ἀ­λό­γου. Ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα καί βλέ­πει ἕ­ναν φω­τει­νό κα­βαλ­λά­ρη. Τοῦ εἶ­πε:
– Ἔ­λα μέ­σα, ἄν­θρω­πέ μου. Ποῦ πᾶς μ᾿ αὐ­τή τήν βρο­χή; 

– Βι­ά­ζο­μαι, για­τί κιν­δυ­νε­ύ­ει τό Μο­να­στή­ρι μου, εἶ­πε καί συ­νέ­χι­σε. 

Τήν ἄλ­λη μέ­ρα ἔ­μα­θε ὅ­τι ἔ­πα­θε με­γά­λη ζη­μιά ἡ Μο­νή Ξε­νο­φῶ­ν­τος. Κιν­δύ­νευ­σε ἀ­πό τήν νε­ρο­ποντή, ἡ ὁ­πο­ί­α πα­ρέ­συ­ρε τόν κῆ­πο, τόν κη­που­ρό μα­ζί μέ τό σπι­τά­κι του καί τήν μι­σή Ξε­νο­φων­τι­νή Σκή­τη. Τότε κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ φω­τει­νός κα­βαλ­λά­ρης ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος πού ἔ­τρε­χε νά βο­η­θή­ση τό Μο­να­στή­ρι πού τι­μᾶ­ται στό ὄ­νο­μά του καί κιν­δύ­νευ­ε. 

Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος στά­θη­κε σταθ­μός στήν ζωή τοῦ π. Θε­ο­κλή­του Δι­ο­νυ­σι­ά­του. Σέ ἕ­ναν με­γά­λο πει­ρα­σμό πού εἶ­χε ὁ π. Θε­ό­κλη­τος, στά­θη­κε δί­πλα του ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος καί μέ εὐ­λο­γί­α καί προ­τρο­πή τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου Γα­βρι­ήλ ἔ­μει­ναν μα­ζί στόν Μο­νο­ξυ­λί­τη γιά δύ­ο μῆ­νες. Τόν βο­ή­θη­σε, ξε­πέ­ρα­σε τόν πει­ρα­σμό του καί τοῦ δί­δα­ξε, ὅ­πως ὡ­μο­λο­γοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα ὁ π. Θε­ό­κλη­τος, τή νο­ε­ρά προ­σευ­χή.  

Ἀ­πό τό­τε εἶ­χε σέ πο­λύ με­γά­λη εὐ­λά­βεια τόν γε­ρω–Γε­ρόν­τιο καί ἔ­θε­τε ὑ­πό τήν κρί­ση του τά βι­βλί­α πού ἔ­γρα­φε πρίν τά ἐκ­δώ­ση, καί τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε ”ὁ δά­σκα­λός μου”. 

Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τίς Λει­τουρ­γί­ες. Με­ρι­κές Κυ­ρια­κές πή­γαι­νε σέ τρεῖς συ­νε­χό­με­νες Λει­τουρ­γί­ες. Στήν Σκή­τη Κου­τλου­μου­σί­ου πού τε­λε­ί­ω­νε νω­ρίς, στόν πα­πα–Ἀρ­σέ­νιο τόν ὀ­δον­τί­α­τρο καί στόν πα­πα–Νι­κό­δη­μο τόν Πνευ­μα­τι­κό πού τε­λε­ί­ω­νε τό με­ση­μέ­ρι. Κάποτε ἔ­βρε­χε πο­λύ καί, ὅ­ταν τόν εἶ­δαν οἱ πα­τέ­ρες νά ἔρ­χε­ται μέ­σα στήν βρο­χή, τοῦ εἶ­παν μέ ἀ­πο­ρί­α: «Κα­λά, γε­ρω–Γε­ρόν­τι­ε, μέ τέ­τοι­α βρο­χή πού πᾶς;». Καί αὐ­τός μέ ἔμ­φα­ση ἀ­πάν­τη­σε: «Ἄ­κου τί λέ­νε! Γιά τήν βρο­χή νά χά­σω τήν Λει­τουρ­γί­α;». Ὅ­ταν κοι­νω­νοῦ­σε ἀλ­λοι­ω­νό­ταν ἐμ­φα­νῶς τό πρό­σω­πό του. 

Ἦ­ταν πο­λύ ἀ­γω­νι­στής καί νή­στευ­ε πο­λύ. Με­ρι­κές μέ­ρες δέν ἔ­τρω­γε τί­πο­τε. Περ­νοῦ­σε μό­νο μέ ἀν­τί­δω­ρο. Στήν Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­χε μί­α φα­νέλ­λα μάλ­λι­νη στό πά­τω­μα, ὅ­που ἔ­κα­νε τίς με­τά­νοι­ές του. Δέν τίς ἄ­φη­νε μέ­χρι τε­λευ­ταῖ­α πού κα­τέ­πε­σε καί δέν μπο­ροῦ­σε νά στα­θῆ στά πό­δια του.  

Κάποτε κρύ­φτη­κε μί­α ὀ­χιά κά­τω ἀ­πό τήν φα­νέλ­λα του καί, ὅ­πως αὐ­τός ἔ­κα­νε τίς με­τά­νοι­ες, ἐ­νω­χλή­θη­κε καί τόν τσίμ­πη­σε. Δέν τα­ρά­χθη­κε κα­θό­λου, οὔ­τε ἔ­τρε­ξε στο­ύς γι­α­τρο­ύς. Πῆ­γε στόν πα­πα–Ἀρ­σέ­νιο, ἀλ­λά ἔ­λει­πε καί γύ­ρι­σε στό Κελ­λί του. Ἄ­φη­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ πί­στη στήν πρό­νοι­α τῆς Πα­να­γί­ας, ἔ­βα­λε λα­δά­κι ἀ­πό τό καν­τή­λι Της καί δέν ἔ­πα­θε τί­πο­τε. Μόνο στε­νο­χω­ρή­θη­κε καί ἔ­λε­γε λυ­πη­μέ­νος ὅ­τι ἔ­κα­νε ἁ­μαρ­τί­α πού σκό­τω­σε τήν ὀ­χιά. 

Εἶ­χε ἕ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι καί γιά νά μήν τό κου­ρά­ζη δέν ἀ­νέ­βαι­νε κα­βά­λα πο­τέ του∙ πάν­τα πή­γαι­νε μέ τά πό­δια. Ὅ­ταν ἤ­θε­λε νά ἀλ­λά­ξη τήν φι­ά­λη ὑ­γρα­ε­ρί­ου, φορ­τωνό­ταν αὐ­τός τήν ἄ­δεια φι­ά­λη καί μπρο­στά του πή­γαι­νε τό γα­ϊ­δου­ρά­κι. Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν για­τί δέν τήν φορ­τώ­νει στό γα­ϊ­δου­ρά­κι, ἀ­παν­τοῦ­σε: «Αὐ­τό θά φέ­ρει τήν γε­μά­τη, νά κου­βα­λά­η καί τήν ἄ­δεια;». Τό θέ­α­μα ἦ­ταν γιά γέ­λια ἀλ­λά ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἤ­ξε­ρε τί ἔ­κα­νε καί εἶ­χε τόν σκο­πό του. 

Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι στίς Κα­ρυ­ές τόν εἶ­χαν γιά κα­κο­μο­ί­ρη, γιά κα­λό­γε­ρο ἄ­ση­μο πού ἀ­σχο­λοῦν­ταν μέ τά σκυ­λιά καί τά κο­κό­ρια, τόν εἰ­ρω­νε­ύ­ον­ταν. Ἦταν πε­ρί­γε­λως στο­ύς πολ­λο­ύς, ἀλ­λά στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν ἕ­να μυ­στή­ριο. Εἶ­χε πολ­λές γνώ­σεις καί φα­ί­νε­ται ὅ­τι εἶ­χε σπου­δά­σει, ἀλ­λά κα­νε­ίς δέν ἤ­ξε­ρε τί­πο­τε γιά τήν ζωή του στόν κό­σμο, για­τί πο­τέ δέν μι­λοῦ­σε γιά τόν ἑ­αυ­τό του. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­βλε­πε νά γί­νε­ται κά­ποι­α κα­κή ἐ­νέρ­γεια ἐκ μέ­ρους τῆς πο­λι­τε­ί­ας, ἔ­γρα­φε γράμ­μα­τα δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας στο­ύς ἁρ­μο­δί­ους.


enromiosini.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης