13 Μαϊ. 2021

Αποφθέγματα από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

  Ο γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἔ­γι­νε μο­να­χός στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου. Προ­σβλή­θη­κε ἀ­πό φυ­μα­τί­ω­ση καί τόν ἔ­στει­λαν, μα­ζί μέ ἄλ­λον ὁ­μοι­ο­πα­θῆ μο­να­χό, στό Σα­να­τό­ριο. Ὅ­ταν θε­ρα­πε­ύ­τη­κε ἐ­πέ­στρε­ψε στό Μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά κά­ποι­οι πα­τέ­ρες φο­βο­ύ­με­νοι μήν κολ­λή­σουν καί ἄλ­λοι, τοῦ εἶ­παν νά μέ­νη στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί νά τοῦ στέλ­νουν ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται. Δέν δέ­χθη­κε. Τοῦ πρό­τει­ναν νά πά­η στό Ὄ­ρος, ὅ­που θέ­λει, καί αὐ­τοί θά τοῦ στέλ­νουν τρό­φι­μα. Ἔ­φυ­γε χω­ρίς νά πά­ρη τί­πο­τε. Ἔ­κα­νε με­ρο­κά­μα­τα καί ζοῦ­σε. Ἔ­κα­νε στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί στόν Ἅ­γιο Πέτρο. Αὐ­τά ἦ­ταν τά κα­λύ­τε­ρα χρό­νια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς του. Κοι­νω­νοῦ­σε τα­κτι­κά καί ἦ­ταν χα­ρο­ύ­με­νος ἄν καί δέν εἶ­χε οὔ­τε ἕ­να κον­σερ­βο­κο­ύ­τι νά πί­νη νε­ρό.
Ἀρ­γό­τε­ρα πῆ­ρε τό Ἰ­βη­ρί­τι­κο Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Κα­ψά­λας. Σέ ὅ­λα τά Κελ­λιά πού ἔ­ζη­σε, ὅ­λα τι­μῶν­ταν στόν ἅ­γιο Νι­κό­λαο­, καί στό τέ­λος κα­τέ­λη­ξε πά­λι στήν με­τά­νοιά του, στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου πού τι­μᾶ­ται στόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο.
Τό 1945 ἔ­γι­νε με­γά­λη νε­ρο­ποντή μέ πολ­λές κα­τα­στρο­φές. Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος βρέ­θη­κε τό­τε στόν δρό­μο πρός Κα­ρυ­ές πε­ζο­πο­ρών­τας. Κα­τά­φε­ρε νά φθά­ση στήν Μορ­φο­νοῦ καί μπῆ­κε σέ ἕ­να σπι­τά­κι μέ­χρι νά στα­μα­τή­ση ἡ βρο­χή. Τή νύ­χτα, ἐ­νῶ προ­σευ­χό­ταν μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι του, ἄ­κου­σε πο­δο­βο­λη­τά ἀ­λό­γου. Ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα καί βλέ­πει ἕ­ναν φω­τει­νό κα­βαλ­λά­ρη. Τοῦ εἶ­πε:
– Ἔ­λα μέ­σα, ἄν­θρω­πέ μου. Ποῦ πᾶς μ᾿ αὐ­τή τήν βρο­χή; 

– Βι­ά­ζο­μαι, για­τί κιν­δυ­νε­ύ­ει τό Μο­να­στή­ρι μου, εἶ­πε καί συ­νέ­χι­σε. 

Τήν ἄλ­λη μέ­ρα ἔ­μα­θε ὅ­τι ἔ­πα­θε με­γά­λη ζη­μιά ἡ Μο­νή Ξε­νο­φῶ­ν­τος. Κιν­δύ­νευ­σε ἀ­πό τήν νε­ρο­ποντή, ἡ ὁ­πο­ί­α πα­ρέ­συ­ρε τόν κῆ­πο, τόν κη­που­ρό μα­ζί μέ τό σπι­τά­κι του καί τήν μι­σή Ξε­νο­φων­τι­νή Σκή­τη. Τότε κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ φω­τει­νός κα­βαλ­λά­ρης ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος πού ἔ­τρε­χε νά βο­η­θή­ση τό Μο­να­στή­ρι πού τι­μᾶ­ται στό ὄ­νο­μά του καί κιν­δύ­νευ­ε. 

Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος στά­θη­κε σταθ­μός στήν ζωή τοῦ π. Θε­ο­κλή­του Δι­ο­νυ­σι­ά­του. Σέ ἕ­ναν με­γά­λο πει­ρα­σμό πού εἶ­χε ὁ π. Θε­ό­κλη­τος, στά­θη­κε δί­πλα του ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος καί μέ εὐ­λο­γί­α καί προ­τρο­πή τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου Γα­βρι­ήλ ἔ­μει­ναν μα­ζί στόν Μο­νο­ξυ­λί­τη γιά δύ­ο μῆ­νες. Τόν βο­ή­θη­σε, ξε­πέ­ρα­σε τόν πει­ρα­σμό του καί τοῦ δί­δα­ξε, ὅ­πως ὡ­μο­λο­γοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα ὁ π. Θε­ό­κλη­τος, τή νο­ε­ρά προ­σευ­χή.  

Ἀ­πό τό­τε εἶ­χε σέ πο­λύ με­γά­λη εὐ­λά­βεια τόν γε­ρω–Γε­ρόν­τιο καί ἔ­θε­τε ὑ­πό τήν κρί­ση του τά βι­βλί­α πού ἔ­γρα­φε πρίν τά ἐκ­δώ­ση, καί τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε ”ὁ δά­σκα­λός μου”. 

Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τίς Λει­τουρ­γί­ες. Με­ρι­κές Κυ­ρια­κές πή­γαι­νε σέ τρεῖς συ­νε­χό­με­νες Λει­τουρ­γί­ες. Στήν Σκή­τη Κου­τλου­μου­σί­ου πού τε­λε­ί­ω­νε νω­ρίς, στόν πα­πα–Ἀρ­σέ­νιο τόν ὀ­δον­τί­α­τρο καί στόν πα­πα–Νι­κό­δη­μο τόν Πνευ­μα­τι­κό πού τε­λε­ί­ω­νε τό με­ση­μέ­ρι. Κάποτε ἔ­βρε­χε πο­λύ καί, ὅ­ταν τόν εἶ­δαν οἱ πα­τέ­ρες νά ἔρ­χε­ται μέ­σα στήν βρο­χή, τοῦ εἶ­παν μέ ἀ­πο­ρί­α: «Κα­λά, γε­ρω–Γε­ρόν­τι­ε, μέ τέ­τοι­α βρο­χή πού πᾶς;». Καί αὐ­τός μέ ἔμ­φα­ση ἀ­πάν­τη­σε: «Ἄ­κου τί λέ­νε! Γιά τήν βρο­χή νά χά­σω τήν Λει­τουρ­γί­α;». Ὅ­ταν κοι­νω­νοῦ­σε ἀλ­λοι­ω­νό­ταν ἐμ­φα­νῶς τό πρό­σω­πό του. 

Ἦ­ταν πο­λύ ἀ­γω­νι­στής καί νή­στευ­ε πο­λύ. Με­ρι­κές μέ­ρες δέν ἔ­τρω­γε τί­πο­τε. Περ­νοῦ­σε μό­νο μέ ἀν­τί­δω­ρο. Στήν Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­χε μί­α φα­νέλ­λα μάλ­λι­νη στό πά­τω­μα, ὅ­που ἔ­κα­νε τίς με­τά­νοι­ές του. Δέν τίς ἄ­φη­νε μέ­χρι τε­λευ­ταῖ­α πού κα­τέ­πε­σε καί δέν μπο­ροῦ­σε νά στα­θῆ στά πό­δια του.  

Κάποτε κρύ­φτη­κε μί­α ὀ­χιά κά­τω ἀ­πό τήν φα­νέλ­λα του καί, ὅ­πως αὐ­τός ἔ­κα­νε τίς με­τά­νοι­ες, ἐ­νω­χλή­θη­κε καί τόν τσίμ­πη­σε. Δέν τα­ρά­χθη­κε κα­θό­λου, οὔ­τε ἔ­τρε­ξε στο­ύς γι­α­τρο­ύς. Πῆ­γε στόν πα­πα–Ἀρ­σέ­νιο, ἀλ­λά ἔ­λει­πε καί γύ­ρι­σε στό Κελ­λί του. Ἄ­φη­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ πί­στη στήν πρό­νοι­α τῆς Πα­να­γί­ας, ἔ­βα­λε λα­δά­κι ἀ­πό τό καν­τή­λι Της καί δέν ἔ­πα­θε τί­πο­τε. Μόνο στε­νο­χω­ρή­θη­κε καί ἔ­λε­γε λυ­πη­μέ­νος ὅ­τι ἔ­κα­νε ἁ­μαρ­τί­α πού σκό­τω­σε τήν ὀ­χιά. 

Εἶ­χε ἕ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι καί γιά νά μήν τό κου­ρά­ζη δέν ἀ­νέ­βαι­νε κα­βά­λα πο­τέ του∙ πάν­τα πή­γαι­νε μέ τά πό­δια. Ὅ­ταν ἤ­θε­λε νά ἀλ­λά­ξη τήν φι­ά­λη ὑ­γρα­ε­ρί­ου, φορ­τωνό­ταν αὐ­τός τήν ἄ­δεια φι­ά­λη καί μπρο­στά του πή­γαι­νε τό γα­ϊ­δου­ρά­κι. Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν για­τί δέν τήν φορ­τώ­νει στό γα­ϊ­δου­ρά­κι, ἀ­παν­τοῦ­σε: «Αὐ­τό θά φέ­ρει τήν γε­μά­τη, νά κου­βα­λά­η καί τήν ἄ­δεια;». Τό θέ­α­μα ἦ­ταν γιά γέ­λια ἀλ­λά ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἤ­ξε­ρε τί ἔ­κα­νε καί εἶ­χε τόν σκο­πό του. 

Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι στίς Κα­ρυ­ές τόν εἶ­χαν γιά κα­κο­μο­ί­ρη, γιά κα­λό­γε­ρο ἄ­ση­μο πού ἀ­σχο­λοῦν­ταν μέ τά σκυ­λιά καί τά κο­κό­ρια, τόν εἰ­ρω­νε­ύ­ον­ταν. Ἦταν πε­ρί­γε­λως στο­ύς πολ­λο­ύς, ἀλ­λά στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν ἕ­να μυ­στή­ριο. Εἶ­χε πολ­λές γνώ­σεις καί φα­ί­νε­ται ὅ­τι εἶ­χε σπου­δά­σει, ἀλ­λά κα­νε­ίς δέν ἤ­ξε­ρε τί­πο­τε γιά τήν ζωή του στόν κό­σμο, για­τί πο­τέ δέν μι­λοῦ­σε γιά τόν ἑ­αυ­τό του. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­βλε­πε νά γί­νε­ται κά­ποι­α κα­κή ἐ­νέρ­γεια ἐκ μέ­ρους τῆς πο­λι­τε­ί­ας, ἔ­γρα­φε γράμ­μα­τα δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας στο­ύς ἁρ­μο­δί­ους.


enromiosini.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης