20 Ιουλ. 2020

Μία ημέρα στέρηση από την αμαρτία ...

| Ιστολόγιο |


 

 

 



Στις αρχές του ΙΘ΄ αιώνος, η Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος Αγίου Όρους, το γνωστό Ρωσικό, το οποίο την εποχή αυτή είχε Έλληνες μοναχούς, ήταν πλήρως εγκαταλελειμμένη. Η Ιερά Κοινότης, λοιπόν, το έτος 1803, αποφάσισε να διαγράψει το μοναστήρι από τον αριθμό των Αγιορειτικών Μονών, και απευθύνθηκε στον Οικουμενικό Πατριάρχη Καλλίνικο με ανάλογη αίτηση.
Ο Πατριάρχης απέρριψε αποφασιστικά τέτοια πρόταση και έδωσε εντολή να φροντίσουν αμέσως για την εξεύρεση εμπείρου και πνευματικού ηγουμένου, στου οποίου τα χέρια θα παρέδιδαν όσο το δυνατόν γρηγορότερα το κοινόβιο για να το ανασυγκροτήσει.
Μόλις η Ιερά Κοινότης έλαβε γνώση της Πατριαρχικής αποφάσεως, επέλεξε και πρότεινε τον Έλληνα π. Σάββα, ηλικιωμένο ιερομόναχο της Σκήτης Ξενοφώντος, ο οποίος κατά την γνώμη τους ήταν ικανός να αντεπεξέλθει στο έργο που επρόκειτο να του ανατεθεί.
(Ο πατήρ Σάββας - τελικά - με εντολή του Πατριάρχη, πηγαίνει στην Κωσταντινούπολη και το κείμενο συνεχίζει ως ακολούθως):
Μεταξύ των πιστών της Κωνσταντινουπόλεως, από τους οποίους πολλοί εγνώριζαν και προσωπικώς τον Γέροντα, γρήγορα διαδόθηκε η είδησις για τον ερχομό του…
Ο πατήρ Σάββας, έμεινε τελικά τέσσερα (4) χρόνια στην Κωνσταντινούπολη για την συγκέντρωση δωρεών και γνωρίστηκε με πολλές ευλαβείς Ελληνικές οικογένειες. Ο μαθητής του, ο αρχιμανδρίτης Προκόπιος (1848+) διηγήθηκε ως αυτόπτης μάρτυς το εξής γεγονός:
Σε κάποια από τις Ελληνικές οικογένειες, του ανέφεραν για έναν συγγενή τους, νεαρό έμπορο, ο οποίος σχετιζόταν με τους αντιπροσώπους των σουλτανικών χαρεμιών και προμήθευε στο προσωπικό τους ποικίλα εμπορεύματα.
Πέραν τούτου όμως, ο νεαρός έμπορος δημιούργησε και άλλου είδους σχέσεις με τις φυλακισμένες, τις οποίες επισκεπτόταν καθημερινώς.
Οι συγγενείς του, μιλώντας - περί αυτού - στον π. Σάββα, είπαν ότι θα τιμωρηθεί αυστηρά από τους Τούρκους σε περίπτωση που αυτό γίνει γνωστό. Έτσι, τον παρακάλεσαν να λυτρώσει με την μεσολάβησή του, τον νεαρό από τέτοιο κίνδυνο. Ο π. Σάββας, με πίστη στην βοήθεια της Χάριτος του Θεού και την συνεργία της Θείας Κοινωνίας, άρχισε το έργο.
Μετά από μακρές και ανεπιτυχείς προτροπές προς τον φιλήδονο νέο, προκειμένου να εγκαταλείψει τις αμαρτωλές σχέσεις με τις μουσουλμάνες, πρότεινε - εν τέλει - ευκολότερους όρους από την πλευρά του, υποσχόμενος ότι δεν θα τον ενοχλήσει πλέον για να τον αποτρέψει από την αμαρτία.
Τον παρακάλεσε, λοιπόν, να μην πάει στο χαρέμι μία ημέρα και κατά την διάρκειά της να νηστεύσει, μετά να του αναγνωσθεί η συγχωρητική ευχή, να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και κατόπιν ας κάνει ό,τι θέλει!
Ο δυστυχής… ελκόμενος από την αμαρτία, όπως ο σίδηρος από τον μαγνήτη, δυσκολεύτηκε αλλά δέχθηκε την συμβουλή. Ίσως
- εξ αιτίας ντροπής - ενώπιον του Γέροντος και των συγγενών του, περισσότερο όμως επειδή ο σοφός Γέροντας δεν του ζητούσε παραίτηση από την αμαρτία, αλλά στέρηση μόνο για μία ημέρα. Ενήστευσε εκείνη την ημέρα, έλαβε την συγχώρηση δια της ευχής και την Θεία Κοινωνία και μετά την Θεία Λειτουργία γευμάτισε με τον πατέρα Σάββα και με τους συγγενείς. Κατά την διάρκεια του γεύματος και δήθεν τυχαίως, ο Γέροντας πρότεινε να προσπαθήσει εκείνη την ημέρα να μην πάει στο χαρέμι και να κοινωνήσει πάλιν την επομένη.
Επειδή δεν έβλεπε καμμία αντίδραση, άρχισε εγκαρδίως να τον παρακαλεί, υποσχόμενος εκ νέου, ότι μετά την Θεία Κοινωνία θα τον αφήσει ελεύθερο να πράξει κατά την επιθυμία του.
Αφού έλαβε την συγκατάθεση, τον κοινώνησε και την άλλη ημέρα.
Πρότεινε να τον ξανακοινωνήσει με τους ίδιους όρους, δηλαδή και εκείνη την ημέρα να μην πάει στο χαρέμι, και τον κοινώνησε και την τρίτη ημέρα.
Τότε φάνηκε πως ενήργησε σωτηριωδώς η χάρις του Θεού, κατά την ζώσαν πίστιν του Γέροντος και τις προσευχές των συγγενών. Η καρδιά του νέου μαλάκωσε και άρχισε σιγά
- σιγά μέσα του να αισθάνεται την νέκρωση των φλογισμένων παθών. Ο π. Σάββας συνέχισε να τον κοινωνεί επί σαράντα ημέρες και την τελευταία φορά του είπε:
– Πήγαινε τώρα όπου επιθυμείς, ακόμη και στο χαρέμι δεν σε εμποδίζω! Αλλά στην ψυχή του νέου είχε ήδη συντελεσθεί η μεταστροφή.
– Ας κάνουν μαζί μου, ότι θέλουν, είπε. Μπορούν και να με κατακόψουν. Για τίποτε στον κόσμο δεν θα δεχτώ να πηγαίνω εκεί όπου νωρίτερα, έτσι ασυγκράτητα, έτρεχα!
Με αυτόν τον τρόπο ο φιλεύσπλαγχνος Κύριος έσωσε τo πρόβατό Του.
Όταν ο πατήρ Σάββας συγκέντρωσε αρκετές δωρεές, επέστρεψε στο Άγιον Όρος και στην ακτή της θάλασσας άρχισε να κτίζει το μοναστήρι. Ο Γέροντας εκοιμήθη το 1821.

Από το βιβλίο υπ’ αριθμόν 4, της σειράς
“Αγιορείτες Πατέρες του 19ου αιώνος”
του ιερομονάχου Αντωνίου
Εκδόσεις “Ίνδικτος”

opougis

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης