12 Ιαν. 2017

Ενάρετοι άνθρωποι που γνωρίσαμε στο Άγιον Όρος στις μέρες μας!

| Ιστολόγιο |


Συνομιλία με τους πατέρες του Ιερού Γρηγοριατικού Κελλιού των Ιωασαφαίων Καρυών

-Πόσα χρόνια έχετε, πάτερ Βασίλειε, στο Άγιον Όρος;

-Σαράντα πέντε στα σαράντα έξι.

-Άραγε γνωρίσατε κάποιους ανθρώπους του Θεού στα χρονιά που είσαστε εδώ;

-Μας αξίωσε η Παναγία μας να γνωρίσουμε αρκετούς ενάρετους αδελφούς, μοναχούς και λαϊκούς.

-Θα μπορούσατε να μας διηγηθείτε κάτι γι’ αυτούς;

-Θα προσπαθήσω να θυμηθώ κάποια περιστατικά, αν και έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε.

π. Μάξιμος & π. Γεννάδιος Ιβηρίτες και π. Γεώργιος & π. Παχώμιος από το κελλί του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου

Η υπόθεση αυτή, που θα διηγηθώ, συνέβη πριν από είκοσι χρόνια:

Ήρθε ένας μοναχός από την Μονή των Ιβήρων, ο π. Γεννάδιος και ζήτησε την ευλογία από τον γέροντά μου, τον π. Ιωασάφ. Του λέγει: «Να πάρω τον πατέρα Βασίλειο και να πάμε να επισκεφθούμε τον γέροντα Γεώργιο του Φανερωμένου;» Με τον π. Γεννάδιο είχαμε πάει και άλλη φορά μαζί στον π. Γεώργιο. Τότε μας είχε πει, ότι ο γέροντάς του, του είχε πει πριν από σαράντα χρόνια: «Μόλις εσύ παιδί μου φθάσεις στα ογδόντα σου χρόνια, τότε θα κοιμηθείς. Ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα». Ο π. Γεώργιος ήταν από το Σουφλί και έμενε πολλά χρόνια στο κελλί του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου. Ο γέροντάς του λεγόταν Ευλόγιος και Παχώμιος ο παράδελφός του. Εκείνη την χρονιά, απ’ ότι υπολογίσαμε, συμπλήρωνε τα ογδόντα του χρόνια. Ήλθε λοιπόν ο π. Γεννάδιος από την Μονή Ιβήρων -ήταν Ιούνιος μήνας- και είπε στον γέροντά μου: «Έχει ευλογία να πάμε να δούμε για τελευταία φορά τον πατέρα Γεώργιο, γιατί απ’ ότι μας έχει πει, αυτή την χρονιά θα κοιμηθεί».
Ο π. Γεννάδιος ήταν μοναχός της Μονής Ιβήρων. Ήταν και οδοντίατρος. Ο γέροντάς μου τον είχε βοηθήσει, όταν ερχόταν να γίνει μοναχός, θαυμαστώ τω τρόπω. Έτυχε να συνταξιδεύουν μαζί από την Θεσσαλονίκη για την Ουρανούπολη και το Άγιον Όρος. Ο π. Γεννάδιος παρακαλούσε την Παναγία, γιατί είχε ένα πρόβλημα:
«Παναγία μου, τώρα που θα μπω στο λεωφορείο να ταξιδέψω στο Άγιον Όρος, σε παρακαλώ, ας βρεθεί ένας γέροντας να καθήσω κοντά του, ένας Αγιορείτης». Τότε βλέπει εκεί ότι το νούμερο που είχε στο εισιτήριό του, όταν μπήκε, ήταν δίπλα σε έναν γέροντα και αυτός ήταν ο γέρων Ιωάσαφ, ο γέροντάς μας. Συνταξιδέψανε λοιπόν μαζί μέχρι τις Καρυές και στον δρόμο συνομιλούσαν. Από τότε συνάψανε φιλία που κράτησε μέχρι το τέλος της ζωής τους. Λοιπόν ο γέροντάς μου τον πήγε στον γέροντα Μάξιμο στην Ιερά Μονή των Ιβήρων. Εκεί έγινε υποτακτικός του γέροντος Μαξίμου, που ήταν προσμονάριος 50 χρόνια στην Παναγία την Πορταϊτισσα.

Θα κάνω μία παρένθεση: ο γέροντας Μάξιμος, δεν ξέρω αν τον γνωρίζετε, πήγαινε και άναβε το καντηλάκι κάθε βράδυ σε ένα προσκύνημα της Μονής των Ιβήρων που το λένε Φλουρί, επειδή εκεί η Παναγία μας είχε δώσει σ’ έναν φτωχό -το γνωστό αυτό θαύμα- ένα φλουρί. Ένα βραδάκι ακούει ο π. Μάξιμος μία φωνή που του έλεγε: «Γέροντα Μάξιμε, να μου κτίσεις μία Εκκλησία εδώ πέρα». Ο γέρο-Μάξιμος λέει: «Πειρασμός θα είναι». Δεν έδωσε σημασία. Έκανε τον σταυρό του. Στην συνέχεια επαναλαμβάνεται ή ίδια φράση: «Γέροντα Μάξιμε, θέλω να μου κτίσεις μία Εκκλησία εδώ». «Μπα!», λέει· «ποιος να μιλάει; Πειρασμός θα είναι». Έκανε τον σταυρό του. Για τρίτη φορά: «Γέροντα Μάξιμε, θέλω μία Εκκλησία να μου κτίσεις εδώ».

«Δεν μπορώ, δεν έχω δυνατότητες», απαντάει ο γέρο-Μάξιμος. «Θα σε βοηθήσω εγώ», του λέει. Εκεί ήταν ένα πολύ μικρό προσκυνηταράκι -από αυτά τα εκκλησάκια που βάζουν στους δρόμους- και κάθε απόγευμα πήγαινε μετά τον Εσπερινό και άναβε το καντηλάκι. Υπήρχε και το τεράστιο δένδρο εκεί, που είχε καθήσει ο φτωχός από κάτω και έκλαιγε, ο πεινασμένος. Πήρε από τότε μια μεγάλη χαρά ο γέρο-Μάξιμος και πολλή ψυχική δύναμη και άρχισε να συλλέγει μόνος του τα υλικά εκεί πέρα, κουβαλώντας, απ’ ότι μας έλεγε ο καημένος, στον ώμο τις πέτρες, τα χαλίκια και τα τσιμέντα. Έτσι έκτισε αυτό που μέχρι σήμερα υπάρχει και το αγιογράφησε από μέσα. Εκεί έζησε τα τελευταία εφτά χρόνια της ζωής του. Κοιμήθηκε βέβαια στο μοναστήρι. Αυτός ο πατήρ Γεννάδιος, που σας λέω, ήταν υποτακτικός του γέροντος Μαξίμου.

Έρχεται, λοιπόν, ο π. Γεννάδιος στον γέροντα εδώ και του λέγει: «Γέρο-Ιωάσαφ δώσε μου τον πατέρα Βασίλειο, να μη πάω μόνος μου, να πάμε παρέα, να δούμε τον πατέρα Γεώργιο, γιατί φέτος μας είπε ότι θα κοιμηθεί». - «Παρ’ τον», του λέει ο γέροντας.

Στον δρόμο, καθώς πηγαίναμε προς το κελλί του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου, μου λέει ο π. Γεννάδιος: «Πάτερ Βασίλειε, εσύ που είσαι παλαιότερος εδώ πέρα, έχω μια σφοδρά επιθυμία. Να βρούμε κανέναν ξυλογλύπτη, να μου κάνει μία καρδιά από ξύλο και εγώ να κάνω μέσα την Παναγία χρυσή, γιατί ξέρω από σχέδιο. Να κάνω την Παναγία μας χυτή χρυσή, να την βάλουμε μέσα στην καρδιά. Μάλιστα θα ήθελα στην καρδιά να έχει και τριαντάφυλλα», μου έλεγε. Του λέγω: «Αυτό είναι πανεύκολο». Τότε υπήρχαν πολλοί ξυλογλύπται. «Θα πούμε σ’ έναν ξυλογλύπτη να σου κάνει μία καρδιά. Δεν είναι τίποτα αυτό. Εύκολο είναι. Μη στεναχωριέσαι». Μου λέγει: «Ξέρεις, πάτερ Βασίλειε; Την έχω την Παναγία μέσα στην καρδιά μου». Και όντως την αγαπούσε, την υπεραγαπούσε την Παναγία μας ο π. Γεννάδιος.

Εκείνη την στιγμή που τα λέγαμε αυτά, από την απέναντι μεριά του δρόμου, να ένας γέροντας, ψηλός, ασπρογένης, μακρυγένης. Του βάζουμε μετάνοια. Του φιλάμε το χέρι. Στον πατέρα Γεννάδιο, ο οποίος του φίλησε δεύτερος το χέρι, του δίνει ένα μαντηλάκι λέγοντάς του: «Πάτερ Γεννάδιε, αυτό για σένα». Τον αποκάλεσε με το όνομά του. Τον κοιτάζω εγώ και του λέγω: «Τον ξέρεις τον γέροντα αυτόν;». «Όχι», μου λέει. «Εσύ; Έχεις πολλά χρόνια εδώ πέρα, εγώ είμαι νέος μοναχός». «Όχι», του λέω. «Και εγώ πρώτη φορά τον βλέπω». Κοιτάμε πίσω, για να δούμε τον γέροντα. Εξαφανίστηκε από τον δρόμο. «Ε!», λέω «κάπου θα πήγε μέσα στο δάσος. Για να δούμε τι σου έδωσε. Εμένα δεν μου έδωσε τίποτα», παραπονέθηκα. Ανοίγει το μαντηλάκι και βλέπουμε μία καρδιά με την Παναγία χρυσή μέσα και μάλιστα την Πορταϊτισσα. Δεν ήταν οποιαδήποτε Παναγία, αλλά η Πορταϊτισσα.

Τότε και εγώ πονήρεψα και του λέω: «Είχατε ραντεβού με τον γέροντα και με κορόιδευες τόσην ώρα λέγοντάς μου, να βρούμε κάποιον ξυλογλύπτη να σου κάνει μια καρδιά». «Όχι», λέει. «Ούτε τον ξέρω, ούτε τον έχω ξαναδεί». Αλλά τον αποκάλεσε με το όνομά του· εκείνη την στιγμή που επιθυμούσε. Αυτήν την καρδιά την κρατούσε πάντα επάνω του. Όταν κοιμήθηκε ο π. Γεννάδιος -έχει τρία χρόνια τώρα-, ο υποτακτικός του την άφησε επάνω του και τον θάψαμε μαζί με την καρδιά. Μάλιστα σήμερα σκεφτόμουνα ότι μπορεί το ξύλο να σάπισε, αλλά το μέταλλο το χρυσό… Αν θα ανοίξουνε τον τάφο στα 3 ή 7 χρόνια -πότε θα τον ανοίξουνε δεν ξέρω-, μπορεί να την βρούμε την Παναγίτσα αυτή. Δεν έπρεπε να την βάλει μέσα στον τάφο, αλλά δυστυχώς την έβαλε.

Μετά προχωράμε. Πάμε στον γέροντα Γεώργιο. Του βάλαμε μετάνοια και μας διηγήθηκε εκεί τα θαύματα του Αγίου Γεωργίου. Θα ξέρετε φυσικά, γιατί ονομάζεται Άγιος Γεώργιος του Φανερωμένου. Γιατί παρουσιάστηκε ο Άγιος σε κάποιους πειρατές, που πήγαν να κάνουν εκεί κακό στους πατέρες. Τους άνοιξε την πόρτα τα μεσάνυκτα και τους έδεσε στο αρχονταρίκι. Τους έδεσε αοράτως και τους είπε: «Περιμένετε να φωνάξω τους γέροντες». Περνούσε όμως ή ώρα. Κάνουν να σηκωθούν. Όμως δεν μπορούσαν να σηκωθούν δεθήκανε. Τα χαράματα που σηκώθηκαν οι γέροντες για τον Όρθρο, αντιλαμβάνονται ξένους ανθρώπους μέσα στο κελλί τους. Τότε τους ρωτάνε: «Από που μπήκατε; Πώς μπήκατε εσείς μέσα στο κελλί μας;». Και αυτοί απαντούν: «Το καλογέρι σας μας άνοιξε». «Μα εμείς δεν έχουμε καλογέρι.Τρία γεροντάκια είμαστε εδώ». Εκείνη την στιγμή ομολόγησαν «Δυστυχώς ήρθαμε για κακό σκοπό εδώ πέρα, να σας ληστέψουμε και δεθήκαμε αοράτως. Δεν μπορούμε να κουνηθούμε. Κάντε προσευχή. Σε ποιόν Άγιο τιμάται εδώ η Εκκλησία σας;». Οι πατέρες πήγαν στην Εκκλησία· έκαναν προσευχή και οι κλέφτες λύθηκαν. Τους λένε: «Ελάτε τώρα να ευχαριστήσετε τον Άγιό μας. Μόλις είδαν στο τέμπλο την εικόνα του Αγίου Γεωργίου, φώναξαν: «Να! Το καλογέρι σας! Αυτό το καλογέρι μας άνοιξε και μπήκαμε μέσα». Μετά από το γεγονός αυτό μετανόησαν και από ληστές έγιναν μοναχοί στο κελλί αυτό και πέθαναν εκεί.

Μας είπε και αλλά θαύματα -να μη σας τα λέω τώρα-, όπως ότι κάποτε δεν είχανε ψάρια για το πανηγύρι και τους λέει ο γέροντάς τους: «Ετοιμάσατε όλα τα υπόλοιπα τα της πανηγύρεως και ο Άγιος Γεώργιος θα φροντίσει για ψάρια», διότι είχε φουρτούνες εκείνες τις ημέρες. Και όντως! Την παραμονή του Αγίου Γεωργίου ένα μεγάλο καϊκι ήρθε από την Καβάλα στο Βατοπέδι γεμάτο ψάρια. Ένας ψαράς φόρτωσε δύο κάσες εκλεκτά ψάρια σ’ ένα μουλάρι, για να τα πουλήσει στις Καρυές. Όταν έφθασε στην περιοχή εκείνη του κελλίου του Αγίου Γεωργίου, φεύγει το καπίστρι από το χέρι του ψαρά και τρέχει το μουλάρι μπροστά. Εκείνη την στιγμή είχε και ομίχλη εκεί πέρα. «Ε!», λέει. «Ξέρει τον δρόμο. Θα πάει στις Καρυές. Θα το βρω. Το ζώο δεν χάνεται. Ένας είναι ο δρόμος». Το ζώο όμως δεν ήρθε στις Καρυές. Έκανε μία παρακαμπτήριο και πήγε στο κελλί του Αγίου Γεωργίου. Με το κεφάλι του χτύπησε την πόρτα και ανοίγοντας οι πατέρες βλέπουν το μουλάρι φορτωμένο με ψάρια. Έτσι τα κατέβασαν, έκαναν το πανηγύρι και την άλλη ημέρα έμαθε ο ψαράς ότι τα ψάρια έφτασαν στον Άγιο Γεώργιο. Και άλλα τέτοια θαύματα μας είπε.

Εμείς στο τέλος τον ρωτήσαμε: «Γέροντα Γεώργιε, σε βλέπουμε υγιέστατο». Γέρος μεν 80 χρονών, αλλά στεκόταν πολύ καλά στην υγεία του. Θυμόμαστε, ότι ήταν πολύ φιλακόλουθος και ερχόταν σ’ όλες τις αγρυπνίες του ναού του Πρωτάτου. Μάλιστα περνούσε από το κελλί μας λίγο νωρίτερα για να ξεκουραστεί, έπινε ένα τσαγάκι μέχρι να χτυπήσει η καμπάνα και μετά πήγαινε στην αγρυπνία και καθόταν όλη την νύχτα. Ήταν και φιλόμουσος. Έψαλλε κιόλας. Παρ’ ότι ήταν αγράμματος, είχε πολύ μεράκι και πόθο. Εμείς που είμαστε νέοι δεν έχουμε τέτοιο πόθο. Αυτό, γεροντάκι, με τόση αδυναμία, να έρχεται με το μπαστουνάκι του από εκεί μία ώρα -τόσο απείχε το κελλί του- σ’ όλες τις αγρυπνίες και να κάθεται ώρες ολόκληρες! Γιατί εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ μεγάλες οι αγρυπνίες. Τώρα διαρκεί 6-7 ώρες η αγρυπνία. Τότε 11, 12, 13 ώρες … Πώς άντεχε αυτό το γεροντάκι! Και όλοι οι πατέρες τότε, πιο σκληροί ήταν. Είχε και πολλή αγάπη και ελεημοσύνη. Δεν έλεγε για κανέναν κακό. Όλους τους αγαπούσε και ήθελε να προσφέρει ότι μπορούσε. Έκανε πανηγύρι κάθε χρόνο του Αγίου Γεωργίου. Έκανε λουκουμάδες και μοίραζε στον κόσμο. Αυτό που μου έκανε ιδιαιτέρα εντύπωση ήταν ότι, ότι έκανε το έκανε με πολλή χαρά και προθυμία. Όσο περισσότεροι πατέρες πηγαίνανε, τόσο περισσότερο χαιρότανε. Αυτά ήταν ευλογημένα γεροντάκια.

Του λέμε τότε: «Γέροντα, μας είπες ότι στα ογδόντα σου θα κοιμηθείς. Φέτος συμπληρώνεις ογδόντα». «Ναι», λέει. «Εγώ το πιστεύω, πατέρες, ότι φέτος φεύγω». «Μα πως θα φύγεις;». «Φέτος φεύγω από την ζωή αυτή, διότι έτσι μου είχε πει ο γέροντάς μου πριν 40 χρόνια, ότι όταν φτάσεις στα ογδόντα σου, τότε θα κοιμηθείς»Πήραμε την ευλογία του και του φιλήσαμε το χέρι. Φύγαμε χαρούμενοι και περισσότερο ο π. Γεννάδιος, που είχε και την καρδιά με την Παναγία στο χέρι.Και όντως! Ήταν Ιούνιος μήνας τότε που πήγαμε. Τον Σεπτέμβριο αρρωσταίνει για μια εβδομάδα. Τον παίρνουν οι πατέρες οι Τριγωνάδες, ο πατήρ Νικόλαος με τον παπά-Δημήτρη, και σε μια εβδομάδα κοιμήθηκε. Ακριβώς εκείνη την χρονιά, όπως του το ‘χε πει ο γέροντάς του πριν 40 χρόνια. Μάλιστα είχε δει και μερικά οράματα. Μας έλεγε ο π. Νικόλαος, ότι ο π. Γεώργιος μια-δυό μέρες πριν κοιμηθεί είχε δει μία πλούσια τράπεζα, στην οποία συμμετείχε και αυτός και είχε πολλή χαρά. Του έλεγε ο π. Νικόλαος: «Αυτή θα είναι η τράπεζα του Παραδείσου». «Εγώ δεν είμαι άξιος να πάω εκεί πέρα», απαντούσε. Μάλιστα είχε δει και τον παράδελφό του και τον γέροντά του, τον π. Ευλόγιο, με πολύ φωτεινά πρόσωπα στην τράπεζα. Πιθανόν να ήταν όλα αυτά σημεία αγιότητας, γιατί ο καημένος ήρθε απ’ το Σουφλί μικρό παιδί και μέχρι τα βαθειά του γεράματα -μέχρι τα ογδόντα του- παρέμεινε εδώ στο περιβόλι της Παναγίας μας, διακονώντας τον Άγιο Γεώργιο και τους πατέρες.

Πριν 4-5 χρόνια ο π. Παχώμιος, ο παραδελφός του -ζούσε τότε- έστειλε τον π. Γεώργιο να καλέσει για τον Άγιο Γεώργιο όλους τους πατέρες με τα εξής λόγια: «Ευχάς και ευλογίας του Αγίου Γεωργίου. Να έρθεται να κάνουμε φέτος διπλό πανηγύρι». Ήρθε και σε μας εδώ. Μάλιστα ήμασταν στο εργαστήριο. Του λέει ο γέροντας, ο π. Ιωάσαφ: «Τι διπλό πανηγύρι θα ‘χουμε;». «Ε!», απαντά. «Θα ‘χουμε την εξόδιο ακολουθία του γέροντος, του παράδελφού μου πατρός Παχωμίου και μετά τον Άγιο Γεώργιο». «Καλά, πέθανε ο γέροντας;», του λέμε. Ήταν 15 μέρες πριν τον Αϊ-Γιώργη. «Όχι», λέει. «Δεν πέθανε, αλλά μου είπε να σας πω έτσι. Ορίστε να πανηγυρίσουμε διπλό πανηγύρι φέτος». Και ενώ παραξενευτήκαμε εμείς, πώς 15 μέρες πριν το πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου και ενώ ζούσε ο π. Παχώμιος μας καλεί τώρα, να κάνουμε την κηδεία του γέροντα (του π. Παχωμίου) και να κάνουμε και το πανηγύρι. Όντως την προπαραμονή της πανηγύρεως κοιμήθηκε ο παράδελφός του, ο π. Παχώμιος, την παραμονή έγινε η κηδεία του και μετά ο Μέγας Εσπερινός του Αγίου Γεωργίου. Πήγε ο γέρο-Ιγνάτιος. Εγώ με τον γέρο-Ιωάσαφ τον γέροντά μας, πήγαμε στην Μονή Ζωγράφου, που και σ’ αυτήν γιορτάζει ο Άγιος Γεώργιος.

Γέροντας Χαράλαμπος ο κομποσχοινάς

Εδώ αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε και έναν άλλο σεβαστό γέροντα, που και αυτός είχε δείξει σημεία αγιότητος, τον π. Χαράλαμπο τον κομποσχοινά. Αυτός, απ’ ότι μας έλεγε, αξιώθηκε να δει πολλά σημεία - την Παναγία μας, αγίους Αγγέλους - και ότι πολλά θαύματα του συνέβησαν. Μια μέρα κατεβαίναμε με τον πρωτοσύγκελο Θεσσαλονίκης τον π. Ιωάννη Τασία, στην Ιβήρων και τον βλέπουμε να είναι ξαπλωμένος σ’ ένα χαντάκι που περνάν τα νερά δίπλα στον δρόμο. Ενώ περνούσανε τα αυτοκίνητα συνέχεια και κάνανε πολλή σκόνη, αυτός εκεί έπλεκε κομποσχοίνι και τα ρούχα του -παλιόρασα- νόμιζες ότι άστραφταν, ότι ήταν από μετάξι, δεν τον άγγιζε ή σκόνη.

Είχε ένα χωράφι με κουκιά. Θυμάμαι μια μέρα που πήγαμε εκεί, είχε μπει σε μια τρύπα που υπήρχε στο χωράφι, είχε βάλει χόρτα μέσα και επειδή του πονούσαν τα πόδια του καημένου, τα είχε βάλει λίγο ψηλά. Έπλεκε συνέχεια κομποσχοίνι και έλεγε συνέχεια την ευχή. Αυτό μας έκανε εντύπωση. Συνέχεια έλεγε την ευχή, δεν σταματούσε καθόλου. Τον φωνάζουμε: «Γέροντα Χαραλάμπη, που είσαι;». - «Εδώωω! είμαι». Ψάχνουμε, ψάχνουμε μέσα στα κουκιά και τον βρήκαμε μέσα σε μια γούβα.

Αυτός ένα διάστημα είχε κάνει σ’ ένα κελλί εδώ στις Καρυές, του Αγίου Χαραλάμπους, που είναι πίσω από τον ναό του Πρωτάτου. Μια μέρα καθόταν στην απλωταριά του και έπλεκε κομποσχοίνι. Όπως ακουμπούσε επάνω στην κουπαστή -ήταν ετοιμόρροπη η κουπαστή- από το βάρος του, επειδή ήταν και γιγαντόσωμος, υποχωρεί η κουπαστή και πέφτει κάτω. Φωνάζει: «Παναγία μου, μ’ αυτό τον θάνατο θα φύγω απ’ αυτή την ζωή;» Από κάτω ήταν όλο πέτρες, θα σκοτωνόταν. Εκείνη την στιγμή μία αόρατη δύναμη ήρθε και τον έβαλε επάνω στο μπαλκόνι και βρέθηκε καθήμενος στο μπαλκόνι.

Πολλά σημεία μας έλεγε αυτός, πάρα πολλά είδε. Στο τέλος γηροκομήθηκε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα. Τον πήραν εκεί οι πατέρες, γιατί δεν μπορούσε άλλο να υπηρετήσει τον εαυτό του. Έμενε στην Καψάλα. Αυτός ήταν από την Μικρά Ασία. Στο Άγιον Όρος ήρθε μεγάλος, αν και καλογέρευε από λαϊκός και ήταν γενειοφόρος. Έλαβε μέρος και στον αντάρτικο πόλεμο, στα αντάρτικα του ’40, με τους Γερμανούς. Ήταν στον πόλεμο με τους Γερμανούς και μετά στα αντάρτικα. Μάλιστα μας είπε ότι κουβαλούσε πολεμοφόδια με τα μουλάρια επάνω στα βουνά.

«Κάποτε», μας είπε, «βρεθήκαμε σ’ έναν λόφο που έβαλλαν θεριστική βολή οι Γερμανοί. Όσοι βρεθήκανε εκεί στον λόφο, όλοι σκοτωθήκανε εκτός ελαχίστων. Έπεφταν δίπλα οι οβίδες και εγώ προσπαθούσα να διαπιστώσω αν τα ‘χω τα χέρια μου, το ‘χω το στήθος μου ή μου έφυγε; Με σκέπασαν τα χώματα και δεν με έπιανε βολή, γιατί είχα Τίμιο Ξύλο πάνω μου και πίστευα.

Όσοι φαντάροι το αντιλήφθηκαν, πιάστηκαν απ’ τα ρούχα μου. Μόνο αυτοί σωθήκανε. Όλοι οι άλλοι σκοτωθήκανε πάνω στον λόφο». Ήταν νεαρός τότε.
Μια μέρα μου λέει ο πρωτοσύγκελος της Θεσσαλονίκης: «Πάμε, πάτερ Βασίλειε, να δούμε τον γέρο-Χαραλάμπη απ’ την Σταυρονικήτα, γιατί έχω μια στεναχώρια μεγάλη. Έχω την Ροτόντα και αυτοί οι Αρχαιολόγοι δεν μας αφήνουν να λειτουργήσουμε μέσα. Πάμε να δούμε, τι θα μας πει. Να του πούμε γι’ αυτό το θέμα που με προβληματίζει, γιατί με έχουν βάλει στο στόχαστρο οι Αρχαιολόγοι». Του λέω: «Γέροντα είναι λίγο αργά -σούρουπο ήταν- στο μοναστήρι είναι λίγο δύσκολα να πάμε τέτοια ώρα». «Δεν πειράζει, μια και βρίσκομαι εδώ πέρα, γιατί αύριο το πρωί θα φύγω και δεν έχω χρόνο». Τρέχουμε. Πηγαίνουμε στου Σταυρονικήτα. Ίσα – ίσα που προλάβαμε την πόρτα. Προσκυνήσαμε τον Άγιο Νικόλαο και πήγαμε στον γέροντα Χαραλάμπη. Μας λέει: «Τέτοια ώρα δεν κάνουν επισκέψεις στα μοναστήρια, αλλά κάνουν προσευχή». Πριν προλάβει ο Πρωτοσύγκελος να τον ρωτήσει για τον Άγιο Γεώργιο, την Ροτόντα, τι θα γίνει, του λέει ο π. Χαραλάμπης: «Να ξέρετε όμως πατέρες, ότι ο Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος έχει ένα κοντάρι τρία μέτρα! Και όσους του πάνε ενάντια θα τους αρχίσει με αυτό το κοντάρι».

Τα ‘χασε ο πρωτοσύγκελος. Και άλλα τέτοια μας είπε, που θαύμασε ο πρωτοσύγκελος: «Για δες! Που ήξερε αυτός ο άνθρωπος ότι εμείς ήλθαμε γι’ αυτόν τον λόγο εδώ, για να τον ρωτήσουμε για τον ναό του Αγίου Γεωργίου, για το τι θα γίνει και μας είπε ότι θα τους κυνηγήσει με το κοντάρι του ο Άγιος Γεώργιος!». 

Από αυτόν τον άνθρωπο, επειδή ερχόταν πολύ τακτικά στο κελλί μας, ωφεληθήκαμε πάρα πολύ, γιατί μόνο που καθόμασταν δίπλα του, γαληνεύαμε. Καθόταν εδώ πέρα και έπλεκε ή καθόταν κάτω στο εργαστήρι και συνέχεια έπλεκε και έλεγε την ευχή και μας έλεγε ιστορίες από την πατρίδα του, από τα νεανικά του χρόνια, από το Άγιον Όρος. Όλα πνευματικά, δεν έλεγε τίποτα κοσμικό. Όλα όσα είχαν σχέση με την ωφέλεια της ψυχής. Τίποτα περιττό. Και μάλιστα μεμφόμενος τον εαυτό του έλεγε: «Ουαί ο λαλών και μη ποιών».

Ερχόταν καμμιά φορά κοσμικοί. Τον ρωτούσαν: «Τι να κάνουμε γέρο-Χαραλάμπη; Πες μας μονολεκτικά κάτι, κάποια διδαχή». Και τους έλεγε: «Έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν». Και πολλές παρόμοιες σοφές κουβέντες.

Αυτά με τον γέροντα Χαραλάμπη. Υπάρχουν πολλές βέβαια ιστορίες του, αλλά δεν τις θυμάμαι. Και ο π. Ιγνάτιος έχει ακούσει πάρα πολλές. Πάντως αυτό που έμεινε στην μνήμη μας είναι, ότι είχαμε μία χαρά όταν πηγαίναμε να συναντήσουμε αυτούς τους ανθρώπους, διότι είχαν πολλή αγάπη και ανεξικακία. Δεν είχαν κακία για κανέναν και αν τους έκανε κάτι κάποιος τον συγχωρούσανε. Δεν κρατούσανε. Ήταν σαν προβατάκια αθώα.

Και χαιρόσουν αυτούς τους ανθρώπους να τους συναναστρέφεσαι. Δεν έβλεπες κακία και μίσος, αν και τους πολεμούσε και αυτούς ο πειρασμός με διαφόρους τρόπους μέσω των αδελφών.

Ο Ρουμάνος με τα πουλάκια 

Ο Γέροντάς μας ο π. Ιωάσαφ, έμαθε μουσικά στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα στον μέγα πρωτοψάλτη τότε, στον Συνέσιο τον Σταυρονικητιανό, που τον λέγανε «το αηδόνι του Αγίου Όρους».

Μια μέρα -γιατί σαν νέο και αυτόν τον έπιανε καμμιά φορά πειρασμός, μελαγχολία, σκεφτόταν να φύγει στον κόσμο και τα λοιπά, γιατί τάχα εδώ δεν έχει πνευματικούς ανθρώπους. Του λέει τότε ο δάσκαλός του ο π. Συνέσιος: «Έλα να σε πάω να δεις ότι και μέχρι σήμερα υπάρχουν άγιοι άνθρωποι εδώ στο Άγιον Όρος». Πάνε προς την Μονή Παντοκράτορος. Είχε κάτι ασκητήρια εκεί. Σε μια περιοχή εκεί έχει ένα κελλάκι πάνω από την θάλασσα πολύ όμορφο, τον Τίμιο Πρόδρομο. Εκεί κοντά βρίσκουν έναν Ρουμάνο γέροντα, δεν θυμάμαι πως τον λέγανε, γνωστό βέβαια στον πατέρα Συνέσιο. «Να δεις», του λέει, «αυτός πόσο έχει εξοικειωθεί με την φύση και τα ζώα δεν τον φοβούνται και έρχονται κοντά του». «Όταν φθάσαμε εκεί», συνέχισε ο Γέροντάς μας, «μας κέρασε ένα σύκο, λίγο νεράκι και λίγο τσίπουρο»Του λέει ο π. Συνέσιος: «Γέροντα, θα φωνάξεις να έρθουν τα πουλάκια εδώ πέρα;». Αμέσως αρχίζει ο Ρουμάνος με την δική του γλώσσα να τα καλεί. Τότε απ’ όλα τα σημεία του ορίζοντος τρέχανε τα πουλάκια και ερχόταν σ’ αυτόν. Καθόταν επάνω του, από το κεφάλι μέχρι τα πόδια του, επάνω στα ρούχα του, πάνω στα χέρια του, στον ώμο του, στο κεφάλι του. Όλο γεμάτο πουλάκια.

Γέροντας Γεώργιος Παντοκρατορινός

Μόλις το είδε ο γέροντας μας θαύμασε. Απόρησε που υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, που δεν τους φοβούνται τα ζώα. Είχε ημερέψει και άλλα ζωάκια, αλεπούδες, λαγούς κ.τ.λ. Μας έλεγε ο Γέροντας: «Για, να δοκιμάσω τώρα και εγώ. Πάω και εγώ να πω κάποια λόγια παρόμοια με αυτά του Ρουμάνου ασκητή, αλλά κανένα πουλί δεν πάτησε σε μένα, μόνο στον Ρουμάνο». Το είδε αυτό το πράγμα ο Γέροντάς μας και θαύμασε. Όχι ένα πουλάκι. Γεμάτο! Γέμισε πουλάκια! Γύρω-γύρω φτερουγίζανε. Ένα θαυμαστό πράγμα ήταν αυτό. Άγρια πουλιά. Μας έκανε και εμάς εντύπωση αυτό το πράγμα που μας διηγήθηκε ο Γέροντας. Αυτά για τον Ρουμάνο. Αυτά εκεί στην Καψάλα, κοντά στη Μονή Σταυρονικήτα προς Παντοκράτορα.

Στην Μονή Παντοκράτορος υπήρχε ένας απλούστατος γέροντας, αγράμματος αλλά πολύ καλόκαρδος, ο π. Πανάρετος, -τον προλάβαμε και εμείς-. Αυτός έκανε τον ταχυδρόμο του Μοναστηριού. Τότε δεν είχε δρόμους· με τα ζώα πηγαίνανε. Αυτός όμως επειδή ήταν δυνατός στον οργανισμό, πήγαινε με τα πόδια κάθε μέρα. Είχε έναν μεγάλο σάκκο. Του είχε αναθέσει το Μοναστήρι να έρχεται εδώ στις Καρυές να παίρνει το ταχυδρομείο και να το πηγαίνει στο Μοναστήρι. Μάλιστα, για να τον πειράξουνε λίγο, για να γελάνε οι πατέρες εκεί πέρα -ο π. Ευθύμιος και άλλοι προϊστάμενοι-, του αγοράσανε μια ντουντούκα, όπως είχανε οι παλιοί ταχυδρόμοι. «Ντούουου!», φυσούσε και σφύριζε. Του είπαν: «Όταν θα έρχεσαι πάνω στον Σταυρό, απ’ όπου φαίνεται το μοναστήρι, θα σφυρίζεις, να ακούμε ότι έρχεσαι». Αυτός όμως είχε τέτοια παιδική ψυχή, που έκανε τόσο μεγάλη χαρά, σαν να του είχαν δώσει το πιο πολύτιμο πράγμα, επειδή είχε πολλή απλότητα· σαν παιδί ήταν.

Μια μέρα του λέει ένας αδελφός της Μονής, ο γέρο-Παρθένιος απ’ την Πάρο: «Σε παρακαλώ, πάτερ Πανάρετε, τώρα που ανεβαίνεις στις Καρυές, επειδή έχω γρίπη, πάρε μου λίγα πορτοκάλια από τον Ταλέα να φάω, γιατί με ταλαιπωρεί τώρα λίγες μέρες η ίωση αυτή· για να δυναμώσει ο οργανισμός μου». Έφθασε στις Καρυές. Όμως, σαν άνθρωπος και αυτός, ξέχασε να πάρει τα πορτοκάλια. Πήρε το ταχυδρομείο και επέστρεψε. Όταν όμως πλησίασε στο Μοναστήρι, το θυμήθηκε, αφού όμως είχε σφυρίξει όταν έφτασε στο ύψωμα απ’ όπου φαίνεται το Μοναστήρι. «Έρχεται ο ταχυδρόμος», είπαν οι πατέρες, αλλά αν και περνούσε η ώρα δεν φαινόταν. Μόλις θυμήθηκε τα πορτοκάλια, γύρισε πίσω στις Καρυές, -η απόσταση είναι μιάμιση ώρα ανηφόρα-. Ο καημένος τόση αγάπη είχε, που αναλογίσθηκε: «Πώς θα πάω να παρουσιαστώ στον γέροντα χωρίς τα πορτοκάλια». Γυρνάει πίσω, παρ’ ότι ήταν χειμωνιάτικη ημέρα και είχε αρχίσει να βραδιάζει. Παίρνει τα πορτοκάλια και επιστρέφει. Όμως νύχτωσε στον δρόμο και τον έπιασε και μία χιονοθύελλα ξαφνικά. Αναγκάσθηκε να καθήσει κάτω από ένα δένδρο. «Παναγία μου», άρχισε να παρακαλεί, «σώσε με να μην παγώσω».

Τότε εμφανίζεται ξαφνικά μια μαυροφόρα κυρία με ένα φαναράκι και του λέει: «Γέρο-Πανάρετε, ακολούθησέ με». Την ακολουθεί ο γέρο-Πανάρετος και χωρίς να καταλάβει το πως, βρέθηκε μέσα στον περίβολο του Μοναστηριού. Μόλις τον είδαν, τρόμαξαν οι πατέρες. «Πώς; Ποιός;». «Αυτό και αυτό», τους λέει, «μία κυρία μ’ έφερε».

Μάλιστα παρήγγειλε σ’ έναν αγιογράφο μία εικόνα της Παναγίας. Σ’ αυτήν εικονίζεται η Παναγία να οδηγεί τον γέρο-Πανάρετο στο Μοναστήρι. Και εγώ την είδα την εικόνα αυτή και μου διηγήθηκαν μετά οι πατέρες το θαύμα αυτό. Αυτά επί των ημερών μας τώρα, όχι εκείνον τον καιρό.

Τα σημεία ακολουθούν την αρετή των ανθρώπων. Αυτός είχε τις αρετές της ταπεινώσεως και της αγάπης

Οι «ζεύγαλοι»,  Ο γέρο-Κώστας

Αλλά και οι λαϊκοί που μένουν εδώ στο Άγιον Όρος παίρνουν μία χάρη, παρ’ ότι πολλές φορές βλέπουμε ότι δεν έχουν και βίο σωστό και πολλές φορές ίσως μας σκανδαλίζουν. Μερικοί λένε: «Τι τους θέλουμε αυτούς τους κοσμικούς εδώ πέρα και δεν τους βγάζει έξω η Ιερά Κοινότης;». Σε παλαιότερη εποχή, απ’ ότι μας λέει ο παπά-Ακάκιος των Παχωμαίων πού είναι μεγαλύτερος, αποφάσισε η Ιερά Κοινότης να τους μαζέψει όλους αυτούς -εμείς τους λέγαμε «ζεύγαλους» ή «καβιώτες»- και να τους βγάλει έξω, να τους κάνει εξορία από το Άγιον Όρος, διότι οι περισσότεροι από αυτούς μεθούσανε, πέφτανε στους δρόμους, ζούσαν άσωτη ζωή. Τότε υπήρχαν τα καράβια τα μεγάλα, όπως το «Γεώργιος Φ.», που ερχόταν από Θεσσαλονίκη και πήγαινε Καβάλα και κάθε δεκαπενθήμερο περνούσε από την Δάφνη. Αυτή ήταν συγκοινωνία του Αγίου Όρους.

Όταν τους μαζέψανε εκεί στην Δάφνη, είπαν: «Μια που είναι τώρα μαζεμένοι όλοι -ίσως να ήταν καμμιά πενηνταριά άτομα- να τους βγάλουμε μία φωτογραφία, έτσι για ανάμνηση, για την ιστορία, να τους έχουμε». Όταν έβγαλαν την φωτογραφία και εμφανίσανε την πλάκα είδαν επάνω απ’ όλους αυτούς τους «ζεύγαλους» την Παναγία μας να τους σκεπάζει. Παρουσιάστηκε η Παναγία στην πλάκα, οπότε αποφάσισαν οι πατέρες να μη τους διώξουν: «Αφού η Παναγία μας τους σκεπάζει, ποιοι είμαστε εμείς που θα τους διώξουμε;».

Γνωρίσαμε έναν απ’ αυτούς, που τον έλεγαν γερο-Κώστα, ο οποίος έμενε στο Μπουραζέρι, πριν να πάνε ακόμα εκεί οι πατέρες, όταν ήταν λίγοι Ρώσοι. Είχανε εξώσπιτα απ’ έξω και ζούσανε κάποιοι απ’ αυτούς τους «ζεύγαλους»· Σ’ ένα καλυβάκι εκεί ζούσε και ο γέρο-Κώστας. Έναν βαρύ χειμώνα είχε πέσει πολύ χιόνι και ο γέρο-Κώστας αρρώστησε από γρίπη. Είχε πέσει 60-70 πόντους χιόνι και δεν μπορούσε κανείς να πάει να τον δει. Όταν έλιωσε το χιόνι, πήγαν οι άλλοι λαϊκοί, οι «ζεύγαλοι», εκεί να τον δουν, και του λένε: «Γέρο-Κώστα πώς τα πέρασες με το χιόνι; Ποιος σου έφερνε ψωμί εδώ πέρα; Είχες τρόφιμα να περάσεις;». «Είχα αρρωστήσει, παιδιά, πολύ άσχημα και θα πέθαινα από γρίπη, αλλά μία μαυροφόρα κυρία ερχόταν, άναβε την σόμπα μου και μ’ έκανε και τσάι. Μου ‘δινε και παξιμάδι και έτσι πέρασα αυτή την κρίση. Αλλιώς θα πέθαινα, θα ήμουν πεθαμένος». Τον υπηρετούσε η Παναγία και αυτός το θεωρούσε τόσο φυσιολογικό!

Γέρο-Αντώνης Τσούκας

Επίσης ένας άλλος, ο γέρο-Αντώνης που ήταν στις ημέρες μας -Τσούκας λεγόταν το επώνυμό του- ζούσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του μεταξύ Ξηροποτάμου και Ρωσικού. Ήταν πολύ απλός. Από τεσσάρων χρονών τον είχε φέρει ο πατέρας του εδώ πέρα και δούλευε μαζί του στα δάση. Κόβανε ξύλα. Όποτε ερχόταν εδώ σε διάφορα πανηγύρια, τον θαύμαζα. Φορούσε κάτι ρούχα, που δεν γνώριζες από ποιο ύφασμα ήταν το ρούχο από τα μπαλώματα. Μπάλωμα πάνω στο μπάλωμα και δεν τον πείραζε. Ήταν τόσο απλός, απέριττος. Ζούσε πολύ ασκητικά, απ’ ότι μας έλεγαν και οι πατέρες της Ξηροποτάμου.

Μια μέρα ανεβαίνει από την Ξηροποτάμου εδώ στις Καρυές να μάθει πότε είναι η Πασχαλιά για να κοινωνήσει, γιατί νήστευε πολύ καιρό. Βρίσκει τον παπά-Δημήτρη τον Τρίγωνα. Μιλούσε έτσι χοντρά, και τον ρωτά: «Βρε παπά, δεν μου λες, πότε είναι φέτος η Πασχαλιά;». «Ε!», του λέει, «γερο-Αντώνη τώρα η Πασχαλιά; Η Πασχαλιά πέρασε, έχει τρεις μήνες τώρα. Μεθαύριο έχουμε Δεκαπενταύγουστο». «Α! καλά, δεν ξέρεις εσύ απ’ αυτά. Θα ρωτήσω καναν’ άλλον πάτερ». Βρίσκει παρακάτω έναν άλλον: «Δε μου λες πάτερ, πότε είναι φέτος η Πασχαλιά;», «Ε! γερο-Αντώνη, τώρα η Πασχαλιά; Η Πασχαλιά πέρασε. Τώρα κοντεύει Δεκαπενταύγουστος». «Σοβαρά; Αμ! εγώ δεν ξέρ’ απ’ αυτά. Βλέπεις τα χαρτιά τα ‘χουν τα μοναστήρια και αυτοί ξέρουν πότε είναι ή Πασχαλιά. Δεν έχω τα χαρτιά. Εγώ ακόμα δεν αρτύθηκα. Εγώ νηστεύω, θέλω να πάρω την μεταλαβιά. Γι’ αυτό κατέβηκα, να μάθω πότε είναι η Πασχαλιά». Λοιπόν, νήστευε τόσους μήνες, για να φτάσει το Πάσχα. Δεν είχε πάρει χαμπάρι ότι πέρασε το Πάσχα. Είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. 

Όταν κοιμήθηκε -τον βρήκαν κάποιοι προσκυνητές πεθαμένο μέσα στο κελλί του-, φωνάξαμε τον κυρ-Παναγιώτη τον γιατρό απ’ εδώ πέρα. Μας έλεγε ο κυρ-Παναγιώτης, που ήταν σοβαρός άνθρωπος:

«Πήγα. Διαπίστωσα ότι είχε κοιμηθεί πριν 20-30 ημέρες (έναν μήνα περίπου) και ότι δεν είχε καμμία δυσοσμία, καμμία αλλοίωση το σώμα του. Απεναντίας ευωδίαζε όλος ο χώρος. Αυτό μ’ έκανε φοβερή εντύπωση».

Αυτά έλεγε ο κυρ-Παναγιώτης ο Χατζηεμμανουήλ από την Μυτιλήνη. Πρέπει να ζει ακόμη. Στην Θεσσαλονίκη πρέπει να είναι. Εδώ τον είχαμε δίπλα. Μας το έλεγε και μας συγκλόνισε αυτό το πράγμα.

Αυτοί ήταν άγιοι, παρ’ ότι ήταν λαϊκοί.

Γέροντας Φανούριος, ο Ρουμάνος ασκητής από την Καψάλα

Οι γεροντάδες μας ήταν πολύ αυστηροί. Πηγαίναμε την Κυριακή στην Θεία Λειτουργία στο Πρωτάτο. Μετά το «Άξιον εστί» μας έπαιρναν -για να μην τελειώσει η Θεία Λειτουργία και μας πιάσει κουβέντα κανείς άλλος· να μην δούμε κανέναν- και το απόγευμα της Κυριακής μας έπαιρνε ή ο π. Ιωάσαφ ή ο π. Αγαθάγγελος και κάναμε καμμιά βόλτα. Πηγαίναμε στα εξωκέλλια, πότε προς τα δω, πότε προς τα κάτω, πότε προς τα πέρα. Αυτή ήταν όλη ή έξοδός μας από το κελλί, μόνοι μας πουθενά.

Ως επί το πλείστον πηγαίναμε στην Καψάλα και βλέπαμε ασκητές. Αυτό μας άρεσε πολύ, γιατί αναπαυόμασταν εκεί πέρα. Βλέπαμε πως ζούσανε απλά, πολύ απλά.

Πάμε μια μέρα και βλέπουμε έναν γέροντα να διαβάζει ένα βιβλίο. Ήταν ο πατήρ Φανούριος από την Ρουμανία. Έμενε στο κελλί του Αγίου Βασιλείου, εκεί που είχε ζήσει και αγίασε ο Άγιος Θεόφιλος ο Μυροβλύτης. Βλέπω μέσα στο κελλί που έμενε, ότι είχε ένα κρεβάτι με τάβλες ξύλινες και μια πέτρα για προσκέφαλο.

Εγώ πρώτη φορά έβλεπα προσκέφαλο πέτρας. «Σ’ αυτή την εποχή;», λέω. Κι’ όμως! Το έκανε για άσκηση. Πόσα χρόνια έχει; Ίσως από το 1964. Το 1961-62 ήρθαμε εμείς εδώ πέρα. Μας έκανε μεγάλη εντύπωση, να βλέπεις έναν να κοιμάται στην πέτρα επάνω. Ούτε κουβέρτα από κάτω ούτε τίποτα· εξεπλάγημεν. Μάλιστα, όταν πήγαμε εκεί πέρα, αυτός εξακολουθούσε να διαβάζει, σαν να μην ήταν άνθρωποι τριγύρω του. Τόσο αφοσιωμένος ήταν στην προσευχή. Προς ανατολάς κοιτούσε και προσευχόταν.

Αυτά μας άρεσαν, γι’ αυτό και μας πήγαιναν οι γεροντάδες μας προς τα εκεί. Ρώσους, Ρουμάνους, αλλά και Έλληνες είχε πολλούς.

Γέροντας Ηρωδίων ο Ρουμάνος

Κάποτε πήγαμε με έναν αδελφό, -τον πατέρα Νικόλαο, τον υποτακτικό του πατρός Αρσενίου του οδοντιάτρου-, να δούμε τον πατέρα Ηρωδίωνα, που ήταν έγκλειστος 40 χρόνια. Ο πατήρ Νικόλαος του πήγαινε τρόφιμα στα τελευταία του. Μάλιστα, όταν ανακαλύφθηκε-παρουσιάστηκε τελευταία ο πατήρ Ηρωδίων, ο πατήρ Παϊσιος όλους τους προσκυνητάς τους έστελνε εκεί: «Εγώ», τους έλεγε, «δεν είμαι τίποτε, δεν έχω αρετή. Πηγαίνετε να πάρετε από εκεί την ευλογία του πατρός Ηρωδίωνος, γιατί αυτός έκανε μεγάλη άσκηση· έμεινε 40 χρόνια έγκλειστος μέσα σ’ ένα κελλάκι». Όταν πήγαμε, άνοιξε μια μισόπορτα που ήταν κλεισμένη. Ήταν σκεπασμένος με μια κουρελιασμένη κουβέρτα. Επειδή ήταν καμπούρης, λέω στον π. Νικόλαο: «Δίνε του ένα-ένα τα τρόφιμα, και μάλιστα σήκωνέ τα λίγο ψηλά, ώστε, καθώς θα τα παίρνει, να μπορέσω εγώ να τον φωτογραφήσω». Σήκωνε λίγο το κεφαλάκι του για να τα βλέπει και έτσι του έβγαλα μερικές φωτογραφίες. Μετά από λίγο καιρό -κανέναν χρόνο-κοιμήθηκε.

Λέγεται γι’ αυτόν -μάλιστα έχει γράψει και ο π. Νικόλαος ο Μεσογαίας- ότι 40 χρόνια είχε κλεισθεί μέσα στο κελλί. Λένε ότι, όταν λειτουργούσε, τον ξελειτουργούσαν Άγγελοι. Έτσι λένε οι πατέρες οι πέριξ. Μόνο ένα παραθυράκι είχε, που του αφήνανε οι πατέρες και οι προσκυνητές κάποια τρόφιμα. Δεν άνοιγε ούτε πόρτες, ούτε παράθυρα. Ήταν έγκλειστος 40 χρόνια. Φοβερή άσκηση.

Πατήρ Δαμασκηνός από την Κουτλουμουσιανή σκήτη

Τον π. Δαμασκηνό από την Κουτλουμουσιανή σκήτη τον θαύμαζα. Του δίναμε κάθε χρόνο, όταν κάναμε την Θεία Λιτανεία την δεύτερη μέρα του Πάσχα, ένα σκαμνί της Παναγίας, που το βάζουνε σε διάφορες στάσεις που κάνει η Εικόνα (του «Άξιον εστίν»). Το σκαμνί αυτό ήταν πολύ βαρύ, από ξύλο βαρύ. Όμως με πολύ ζήλο και αγάπη το κουβαλούσε στους ώμους του ο π. Δαμασκηνός, αν και ήταν γεροντάκι. Το είχε τάμα να κάνει αυτό το διακόνημα. Να κουβαλάει το σκαμνί της Παναγίας. Πολύ ταπεινός, πάρα πολύ ταπεινός γέροντας. Ούτε μεγαλεία ήθελε ούτε τίποτε. Σ’ όλη την Λιτανεία! Στα γεράματά του πώς άντεχε! Και τον θαυμάζαμε.

Γέρο-Γιάννης ο λαϊκός από την Λήμνο

Ερχόταν από την Λήμνο μ’ έναν γάιδαρο. Τον έβαζε και στο καράβι μέσα. Στον γέρο-Γιάννη μας έκανε εντύπωση η απλότητα και η ευλάβειά του. Αυτός δούλευε χρόνια πολλά εδώ στο Άγιον Όρος και στο τέλος ήρθε να πάρει ένα χαρτί από την Ιερά Κοινότητα, για να εισαχθεί στο γηροκομείο Μυτιλήνης.

Πριν από καιρό με είχε ανταμώσει και μου λέει: «Πάτερ, θα μου κάνεις μια εικονίτσα;». Του λέω: «Μπαρμπα-Γιάννη, εσύ δεν έχεις χρήματα να πληρώσεις. Είναι ακριβές οι εικόνες». Λέει: «Αμ’ συ πολλά θα μου ζητήσεις, εγώ λίγα θα σου δώκω». «Ποια εικονίτσα θέλεις;»«Να! Είδα την Παναγία μια μέρα ξεκινώντας από το Ιβήρων να πάω στο Καρακάλου και μου λέει· “γύρνα πίσω και να πας αύριο, διότι θα πάθεις απόψε κακό”. Εγώ έκανα υπακοή και γύρισα, αλλά είχα τόση χαρά». «Πώς την είδες την Παναγία;» «Την είδα πάνω σε συννεφάκια άσπρα και όλα αυτά που φορούσε, τα ενδύματά της, ήταν λευκά. Πήρα τόση χαρά και πήγα την άλλη μέρα στην Μονή Καρακάλου».
Την παρήγγειλε τελικά την εικόνα στους Αναναίους. Ήρθε εδώ στο κελλί μας την τελευταία μέρα της ζωής του, για να πάρουμε τηλέφωνο στους Αναναίους, αν ετοίμασαν την εικόνα, γιατί ο Μπάρμπα-Γιάννης ετοιμαζόταν να εισαχθεί στο γηροκομείο Μυτιλήνης. Ήρθε να πάρει το χαρτί από την Κοινότητα, ότι δούλεψε εδώ στο Άγιον Όρος. Ο καημένος ανέβαινε βογκώντας την σκάλα, γιατί είχε καρδιά, είχε ανεπάρκεια. Αυτή την τελευταία φορά που ήρθε, μας είπε ότι κοινώνησε. Μάλιστα τον έπιασε και μια κρίση μέσα στην Πορταϊτισσα. Τον έβγαλαν λίγο έξω -συνήλθε- και ανέβηκε στις Καρυές για να πάρει το χαρτί. Το βράδυ όμως κοιμήθηκε εδώ πίσω από τον Ταλέα, τον έπιασε η καρδιά του και πέθανε. Δεν πρόλαβε να πάει στην Μυτιλήνη, γιατί η Παναγία τον ήθελε εδώ πέρα. Τον έθαψαν εδώ στο κοιμητήρι στις Καρυές. Μας έλεγε, πως είδε την Παναγία μας πάνω στα σύννεφα και όταν πήραμε τηλέφωνο -από εδώ- στους Αναναίους του είπαν: «Μπαρμπα-Γιάννη, η εικόνα εστάλη στο νησί. Όταν θα πας, θα την βρεις εκεί».

Είχε απλή ζωή. Φορούσε γουρουνοτσάρουχα -εμάς μας έκαναν εντύπωση-. Είχε και ένα ντουρβαδάκι από έναν τράγο, που το έκανε μόνος του. Εγώ τον πείραζα: «Μπαρμπα-Γιάννη, να μου κάνεις δώρο ένα ζευγάρι τσαρούχια». Έρχεται μια μέρα με την απλότητα πο είχε και μου λέει: «Πάτερ, πάτερ, σου έφερα ένα δώρο». Μ’ έφερε ένα ζευγάρι γουρουνοτσάρουχα. «Αυτά θα τα βάλετε στην έκθεση και θα ‘ρχονται οι Ευρωπαίοι να τα βλέπουνε, και να! θα πέφτει το χρήμα!». Γελούσα με την απλότητα του ανθρώπου. Για αυτό και τον αξίωσε η Παναγία και κοιμήθηκε εδώ πέρα. «Κλωνάρη», τον λέγανε. Μετά τον έβγαλαν «Μπάρμπα-Γιάννη». Δεν λεγόταν «Μπάρμπα-Γιάννης». «Κλωνάρης» το επίθετό του ήτανε. Ήταν απ’ το Καρπενήσι και μετά πήγε στην Λήμνο.

Κοιμόταν έξω στο δάσος, γιατί σ’ όλη του την ζωή βοσκός ήτανε. Τότε είχαμε λύκους στο Άγιον Όρος. Πάει ένας λύκος μια νύχτα που κοιμόταν έξω στο δάσος και τον μύριζε γύρω-γύρω, επειδή τα γουρουνοτσάρουχα μυρίζανε. Λέει ο Μπάρμπα-Γιάννης: «Παναγία μου -έτρεμα από τον φόβο μου- αν με βοηθήσεις και δεν με πειράξει ο λύκος…». «Άντε που θα ‘ταν λύκος, κανένας σκύλος θα ‘τανε», του λέω. «Μια ζωή βοσκός ήμουνα. Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω τους λύκους; … Και αν δεν με πειράξει, θα σου φέρω ένα δοχείο λάδι, Παναγία μου». Έφυγε ο λύκος. Τον μύρισε και έφυγε. Την άλλη μέρα πήρε από τον Ταλέα ένα δοχείο λάδι και το πήγε στο «Άξιον εστί», στην Παναγία μας. Απλοί άνθρωποι.

Πολύ αστείος ήτανε. Μιλούσε και έκανε αυτό το «άάχα-χααα». Του έλεγε ο γέροντάς μας:«Τι κάνεις έτσι και θορυβείς; Αναστατώνεις τον κόσμο. Φωνάζεις». «Α! γέροντα. Από μέσα μου έρχεται, από μέσα μου. Θα πάω Σαλώνικα. Οι γιατροί θα μου το θεραπεύσουν αυτό».
Μας έκανε εντύπωση που αξιώθηκε να δει την Παναγία μας επάνω στα σύννεφα με λευκά φορέματ, και έτσι αγιογράφησαν οι αδελφοί Αναναίοι την εικόνα.

Η αγάπη των Γερόντων π. Αγαθαγγέλου και π. Παϊσίου

Ο γέρο-Παγκράτιος από τα Βατοπεδινά κελλιά μας έλεγε: «Ο Θεός όλα θα μας τα συγχωρέσει, αλλά, αν έχουμε έλλειψη αγάπης, η Παναγία μας δεν θα μας το συγχώρεσει».
Την παλαιότερη εποχή είχαμε εδώ τον πατέρα Αγαθάγγελο, που προλάβαμε ως διάκονο, ο οποίος ήταν ευφυέστατος. Είχε πάει μόνον έναν χρόνο στην Αθωνιάδα. Αυτός, αν συνέχιζε, θα γινόταν επιστήμων μεγάλος. Δεν υπήρχε τέχνη που να μη την καταπιανότανε. Τα πάντα ήξερε. Είχε τέτοια ευφυϊα, που εμείς τον θαυμάζαμε. Πώς τα κατόρθωνε όλα! Χρυσά χέρια.
Επιπλοποιός, Αγιογράφος, Μαραγκός, Μάγειρας. Τα πάντα έκανε. Και τα έκανε όλα με επιμέλεια. Μόλις άκουγε ότι στο τάδε μέρος -στον “Ζήτω” φέρ’ ειπείν μακριά-, αρρώστησε ο γέροντας· χειμώνας ήτανε; έβρεχε; θα ‘παιρνε την ομπρέλα, θα ‘παιρνε 5 πορτοκάλια και θα πήγαινε να τον δει. Στο τάδε μέρος άλλος γέροντας; Θα πήγαινε να τον δει. Να τον παρηγορήσει, να πάρει ο ασθενής κάποια ανακούφιση.
Ο π. Αγαθάγγελος πέθανε 49 χρονών από καρκίνο. Στο κελλί μας ήτανε. Τον προλάβαμε εμείς.
Ζήσαμε 12 χρόνια μαζί του. Αυτός μας πήγαινε ως επί το πλείστον σε γέροντες. Είχε πολλή αγάπη και πολύ ενδιαφέρον προς τους συνανθρώπους του, προς τους πέριξ όλους. Όπου άκουγε αρρώστια, όπου άκουγε δυστυχία, έτρεχε. Σήμερα δεν μας νοιάζει…

-Αυτά είναι τα σημεία των καιρών: Η έλλειψη της αγάπης. Ίσως αυτή η πολυτέλεια και η χλιδή να μας κάνουν σήμερα φίλαυτους.

Πάνε στον πατέρα Παϊσιο ένα παιδί που ήταν δαιμονισμένο. Το πήρε κοντά του. Του μιλούσε, του μιλούσε, του ελάφρυνε τον πόνο του.

Ο μοναχός που συνόδευε, λυπούμενος τον πατέρα Παϊσιο που ήταν μετά από ολονύκτιο αγρυπνία κουρασμένος, του λέει: «Γέροντα δεν λυπάσαι τον εαυτό σου; Κουρασμένος, ταλαιπωρημένος, κάθεσαι και μιλάς τώρα στο παιδί αυτό;» 

Του απαντά:«Αδελφέ μου, εγώ κουράστηκα 6, 7, 8 ώρες στην αγρυπνία. Αυτό έχει 20 χρόνια που τυραννιέται από το δαιμόνιο. Εγώ δεν πρέπει να του αφιερώσω, να του απαλύνω τον πόνο του 2 ώρες; Τί είναι η δική μου προσφορά μπροστά στην υπομονή που κάνει αυτό το παιδί 20 χρόνια; Τί τυραννία, τί βάρος σηκώνει! Το δικό μου βάρος δεν είναι τίποτα».

Τί διάκριση! Τί αγάπη! Θυσίασε την κούραση που είχε, για να ξεκουράσει το παιδί εκείνο, που επί 20 χρόνια βασανιζόταν από το δαιμόνιο.

Γέρων Ιωάσαφ, ο μακαριστός γέροντάς μας

Ο γέροντάς μας, ο π. Ιωάσαφ, έζησε εδώ στο Άγιον Όρος 64 χρόνια. Αγιογράφησε, να μη σας πω χιλιάδες, εκατοντάδες εικόνες.

Μία από αυτές τις εικόνες θαυματούργησε και θαυματουργεί. Είναι ή «Παναγία ή Θρηνωδούσα», η οποία βρίσκεται στην Νέα Όλυνθο Χαλκιδικής. Έκανε η Παναγία μας ένα θαύμα σ’ έναν πιστό εκεί -θεράπευσε το παιδί του που είχε καρκίνο- και ο πιστός έταξε, όταν αποκτήσει λίγα χρήματα, να κτίσει μία Εκκλησία προς τιμήν της Παναγίας μας. Όταν έκτισε την Εκκλησία, είχε απορία σε ποια θαυματουργό εικόνα της Παναγίας μας να αφιερώσει την Εκκλησία. Παρουσιάστηκε η Παναγία στον ύπνο του και του λέει: «Θα πας στο Άγιον Όρος στους αδελφούς Ιωσαφαίους και θα πεις στον γέρο-Ιωάσαφ να σου αγιογραφήσει την Παναγία την Θρηνωδούσα». Λέει ο πιστός στην Παναγία: «Εγώ έχω γυρίσει τόσες Εκκλησίες, τόσα μοναστήρια, δεν έχω δει τέτοια εικόνα». «Εσύ, λέει, θα πας να του πεις, και εγώ θα του στείλω μήνυμα και ξέρει αυτός πως θα σου την αγιογραφήσει». Ήρθε αυτός ο πιστός με ευλογία της Μητροπόλεως, την επιτροπή της Εκκλησίας και τον ιερέα του χωριού του και διηγήθηκε στον γέροντα αυτό το όνειρο που είδε. Έτσι ο γέροντας αγιογράφησε την Παναγία το 1972 και την έστειλε ευλογία εκεί στο χωριό. Από τότε έχει επιτελέσει πάμπολλα θαύματα.

Θα σας αναφέρω δύο θαύματα της «Παναγίας Θρηνωδούσας»:

α’. Πέρυσι βρέθηκα εκεί στο προσκύνημα της Παναγίας. Έρχεται ένα ζευγάρι με δύο παιδάκια. Λένε: «Ανοίξτε τον Ναό να προσκυνήσουμε, γιατί κάτι μας συνδέει μ’ αυτόν». Εγώ σκέφτηκα ότι κάτι θαυμαστό θα συνέβη σ’ αυτή την οικογένεια. Ανοίγει το εκκλησάκι ο κυρ-Βασίλης -γιατί είναι ιδιωτικό- και τους ρωτάω: «Τί σας συνέβη;». «Να» λένε. «Πριν 4-5 χρόνια, που ήρθε η Παναγία η Ιεροσολυμίτισσα στον Άγιο Δημήτρη, κατεβήκαμε και εμείς από την Κομοτηνή να πάρουμε την ευλογία της. Να προσκυνήσουμε και να προσευχηθούμε να μας δώσει κανένα παιδί, γιατί 7 χρόνια αγωνιζόμαστε με εξωσωματικές, με ταλαιπωρίες και δεν έχουμε παιδί. Εκεί ανταμώσαμε έναν μοναχό, που μας έδωσε μία εικόνα μικρή της “Παναγίας της Θρηνωδούσας”. Μας είπε: “Προσευχηθείτε σ’ αυτή την εικόνα. Αυτή έχει δώσει και σ’ άλλες άτεκνες γυναίκες παιδιά και θα δώσει και σε σας”. Μάλιστα μ’ έδωσε κι’ ένα μικρό κομποσχοινάκι -είπε ή γυναίκα-, το οποίο δεν έμπαινε στο χέρι μου. Μετά σκέφτηκα- “τί θα το κάνω αυτό το κομποσχοινάκι;” Ήταν για μικρό παιδάκι. Έφυγε ο μοναχός, φύγαμε και εμείς. Όταν πήγαμε στην πατρίδα μας, συνέλαβα και έκανα δίδυμα, τον Χαράλαμπο και τον Αλέξανδρο και τα ‘φερα εδώ να προσκυνήσουν και να ευχαριστήσουμε την Παναγία μας, γιατί θεωρούμε ότι είναι παιδιά της Παναγίας μας.

β’. Πήγα στο ΑΧΕΠΑ να κάνω εξετάσεις για τον θυρεοειδή. Περνώντας από το κυλικείο για να πάρω έναν καφέ, βλέπω δύο κυρίες να κλαίνε. Τις πλησιάζω και τις ρωτάω: «Τί έχετε;». Κάποιο πρόβλημα, σκέφτομαι, θα έχουν. Ίσως κάποιον ασθενή εδώ πέρα. Μετά από αναφιλητά, σταμάτησε η μία και μου λέει: «Τι να έχουμε πάτερ. Πρόβλημα. Η αδελφή μου έχει ένα παιδάκι 15 χρονών και με το μηχανάκι τρακάρισε σε μία κολώνα και είναι 20 μέρες σε αφασία. Οι γιατροί λένε ότι δεν θα ξαναξυπνήσει. Μόνο αν γίνει κάποιο θαύμα. Έχει νεκρωθεί ο εγκέφαλος. Χτύπησε στο κεφάλι. Εγώ τις παρηγόρησα και τις λέω: «Πάρτε αυτή την εικόνα της Παναγίας μας και βάλτε την μέσα στο προσκέφαλο». Γιατί ήταν στην εντατική το παιδί και οι νοσοκόμες πετάνε όλα όσα βάζουν εκεί. Τις λέω: «Βάλτε την εικόνα μέσα στην μαξιλαροθήκη και πέστε στον παπά να κάνει μία παράκληση στην Παναγία μας, και να έχετε ελπίδα. Η Παναγία μας θα σας βοηθήσει».

Ήμουν σίγουρος ότι θα τους βοηθήσει. Έτσι μου ήρθε μία ιδέα. Σε μια εβδομάδα πάω να πάρω τα αποτελέσματα και βλέπω τις κυρίες να χαμογελούν, εκεί στο κυλικείο πάλι. «Τί συνέβη;» λέω. «Πέστε μου». «Θαύμα, θαύμα, πάτερ! Το παιδί μας ξύπνησε. Μάλιστα αύριο φεύγουμε. Είμαστε από την Βέροια. Έχουμε τις πρώτες εξετάσεις -μαγνητική; δεν ξέρω τι ακριβώς ήτανε- που δείχνουν τον εγκέφαλο νεκρό και τις δευτέρες εξετάσεις, που δείχνουν κρυστάλλινο τον εγκέφαλο. Μίλησε το παιδί μας.Ξύπνησε. Είναι 15 χρονών. Αύριο το παίρνουμε και φεύγουμε».

Έχει κάνει πάμπολλα θαύματα αυτή η εικόνα του γέροντος Ιωάσαφ. Βρίσκεται στην Νέα Όλυνθο Χαλκιδικής. Πανηγυρίζει 23 Αυγούστου με το Νέο, στα εννιάμερα της Παναγίας μας.

-Με τον γέροντα Ιωάσαφ ζήσαμε εδώ στο κελλί 33 χρόνια. Αυτός με έκανε μοναχό μικρόσχημο.

-Προλάβατε και τους παλαιότερους γεροντάδες;

-Ναι, τους δύο αδελφούς κατά σάρκα, τον πατέρα Ιγνάτιο και τον παπα-Βασίλη. Τον Δεκέμβριο του 1962 κοιμήθηκε ο π. Ιγνάτιος και τον Ιανουάριο του 1965 ο παπά-Βασίλης. Τον Φεβρουάριο του 1974 κοιμήθηκε και ο διάκονος Αγαθάγγελος. Μείναμε εμείς οι δύο, εγώ και ο π. Ιγνάτιος, με τον γέροντα Ιωάσαφ, ο οποίος από τότε που έφυγε από την πατρίδα του δεν επέστρεψε ξανά πίσω.

Το είχε τάμα ο γέροντάς μας, ο π. Ιωάσαφ, να μην ξαναπάει στην πατρίδα του. Έναν χρόνο πριν κοιμηθεί, πήγαμε μαζί στην Πάτμο να προσκυνήσουμε. Από εκεί ήταν πολύ κοντά. Μάλιστα τον πίεσα: «Γέροντα, μια που είμαστε εδώ κοντά στην πατρίδα σου -ήτανε από την Σάμο, τους Μυτιληνιούς της Σάμου- λέω να πάμε να δούμε και το χωριό σου». Λέει: «Όχι, παιδί μου. Εγώ 64 χρόνια δεν πήγα και τώρα θα πάω; Δεν θέλω να πάω, το ‘χω τάμα». Και τελικά δεν πήγε.

Εκείνο που μας έκανε εντύπωση -αξιοθαύμαστο σημείο- ήταν ότι, αφ’ ότου έπαθε εγκεφαλικό -έναν μήνα περίπου πριν κοιμηθεί-, δεν πήρε καθόλου τροφή. Από την ημέρα που έπαθε το εγκεφαλικό. Γνώριζε τους πάντες, όσους ερχότανε να τον δουν στο Νοσοκομείο (το Παπανικολάου), αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει. Χαιρόταν, όταν ερχόταν γνωστοί άνθρωποι. Άνοιγε το πρωί το στοματάκι του, όταν έβλεπε τον ιερέα, τον παπα-Αντώνη, ώρα του καλή, να έρχεται με την Θεία Κοινωνία. Άνοιγε, όπως το πουλάκι που περιμένει την μαννούλα του να του φέρει την τροφή. Μάλιστα δεν έκλεινε το στόμα του. Μέχρι να ετοιμασθεί ο παπάς, ανοιχτό το στοματάκι του. Και μόλις κοινωνούσε το έκλεινε και δεν έπαιρνε τίποτα, ούτε γάλα, ούτε νερό, ούτε χυμό, τίποτα.

Τον παρακαλούσαμε εμείς και οι γνωστοί του άνθρωποι. Τίποτα. Μόνο την Θεία Κοινωνία.

Έκλεινε το στοματάκι του και την άλλη μέρα το πρωί, μόλις έβλεπε τον παπά απ’ την πόρτα, άνοιγε μόνος του το στοματάκι του. Όλο το άλλο διάστημα δεν έπαιρνε τίποτα, ούτε χυμό, ούτε τροφή. Αυτό μας έκανε μεγάλη εντύπωση.

Μάλιστα πήγαμε και στον πατέρα Παϊσιο, αφού κοιμήθηκε ο Γέροντας, και τον ρωτήσαμε:

«Γέροντα, τι γνώμη έχεις για τον Γέροντά μας; Σώθηκε άραγε; Τον πήρε η Παναγία κοντά της;». Γιατί 64 χρόνια έμεινε εδώ στο περιβόλι της. Μάλιστα ασχολήθηκε με την υμνολογία. Ήταν πολύ καλός ψάλτης. Εδώ στην Παναγία μας, στο Πρωτάτο. Έψελνε πάρα πολύ ωραία. Ήταν και πολύ ζωηρός στο ύφος του. Θυμάμαι στην αγρυπνία, επειδή έψαλλαν ταπεινά οι πατέρες, μας έπαιρνε και λίγο ο ύπνος στο στασίδι. Μόλις έπαιρνε ο Γέροντας -και έπαιρνε τόσο ζωηρό- ξυπνούσαμε όλοι. Ήταν ενθουσιώδες το ψάλσιμό του. Το ζούσε. Με την ψυχή του έψελνε. Μας λέει ο γέρο-Παίσιος: «Μακάρι να πάω και εγώ στην θέση που είναι ο Γέροντας, εκεί στον ουρανό». Τώρα, μας το είπε για να μας παρηγορήσει ή είχε καμμιά πληροφορία, δεν το ξέρουμε. Μετά από 8 μήνες κοιμήθηκε και ο π. Παϊσιος.

Ο π. Ιωάσαφ είχε πολλή αγάπη. Καθόταν στο μπαλκόνι και όσους ασκητές Καψαλιώτες ερχότανε τους φώναζε: «Ελάτε επάνω να πιούμε ένα καφεδάκι». Μας φώναζε από πάνω, γιατί εμείς δουλεύαμε κάτω στο Αγιογραφείο: «Βασίλη! Έλα! Ανέβα πάνω!» Του έλεγα: «Γέροντα, μη τους φωνάζεις. Αφήστε να δουλέψουμε και λίγο την αγιογραφία». Κάθε τόσο μας απασχολούσε. «Όχι», απαντούσε. «Κάνε το καφεδάκι εδώ πέρα. Κάνε υπακοή». Δεν ήθελε να κακοκαρδίσει κανέναν. Όσους έρχονταν, τους άνοιγε την πόρτα. Όλους τους φιλοξενούσε. Όλους τους δεχότανε με πλούσια καρδιά και όχι με μούτρα, όπως κάνουμε εμείς πολλές φορές. Με πλούσια καρδιά, με πολλή αγάπη. Είχε πολλή αγάπη στον κόσμο και ήταν πολύ αγαπητός. Τύχαινε τα τελευταία χρόνια που έπασχε από αρθριτικά-ρευματικά και πήγαινε στα λουτρά, να! ο κόσμος μαζευότανε δίπλα του. Όπου πήγαινε τον αγαπούσαν πολύ. Πολύ εύκολα έπιανε φιλία και όλος ο κόσμος τον αγαπούσε, γιατί ήταν ανοιχτόκαρδος και με άδολη αγάπη. Σπάνιοι τέτοιοι χαρακτήρες. Ήταν αρχοντάνθρωπος, καθώς ήταν αρχοντάνθρωποι και οι γεροντάδες μας απ’ την Μικρά Ασία. Ήταν τρία αδέρφια. Και ο πατέρας τους έγινε μοναχός εδώ στο Άγιον Όρος. Δύο αδέρφια έμειναν εδώ στις Καρυές και ο τρίτος πήγε στην Σιμωνόπετρα, ο π. Ιωάσαφ. Ο πατέρας τους πέθανε στα Καυσοκαλύβια, γιατί οι γερον-τάδες μας είχαν πάει στην αρχή στα Καυσοκαλύβια. Το 1924 πήραν αυτό το κελλί εδώ στις Καρυές.

Γέροντας Παγκράτιος

Είχαμε την ευλογία να γηροκομήσουμε και να διακονήσουμε κατά τα τελευταία χρόνια, στις τελευταίες στιγμές του, που ήταν πολύ οδυνηρές, κι’ έναν άλλον γέροντα, τον γέροντα Παγκράτιο, που ήταν και αυτός αρχοντάνθρωπος. Η καταγωγή του ήτανε από το Γομάτι της Χαλκιδικής. Είχε συγγενείς κάποιους γέροντες εδώ. Μάλιστα ένας συγγενής του ήταν καλός πνευματικός. Είχε πολύ μεγάλη φήμη. Ήταν ο παπά-Νεόφυτος που έμενε στα Βατοπεδινά κελλιά, στον Άγιο Προκόπιο. Τον φέρανε τον γέροντα Παγκράτιο, μικρό παιδάκι -νομίζω 8 ετών-, Δημητράκης τότε. Τον φορτώσανε πάνω σ’ ένα ζώο. Δύο κοφίνια είχε το ζώο. Στο ένα είχαν βάλει τον Δημητράκη και στο άλλο ένα γουρουνάκι, και τον έφεραν στο Άγιον Όρος, για να κοιτάζει έναν παππούλη που είχανε εκεί άρρωστο. Αλλά ο μικρός ήθελε παιγνίδια. Πήγαινε κάτω από το κρεβάτι και κουνούσε τον παππού. Στενοχωριόταν ο παππούς. Έπαιρνε το μπαστούνι και τον έδερνε. Έμεινε όμως στο Άγιον Όρος, παρ’ ότι δεν είχε κλίση για μοναχός. Έμεινε από αγάπη προς τους γέροντες.

Μάλιστα, όταν έγινε μοναχός, έλεγε: «Τι έγινα εγώ;» Έκλαιγε. «Σκλάβωσα την ζωή μου τώρα». Άλλα έμεινε μέχρι το τέλος και κράτησε το ράσο, γιατί αγαπούσε τους γέροντες.
Και αυτός είχε πολλή αγάπη προς τους πλησίον του. Όπου αρρωστούσε κανείς, τον έτρεχε στους γιατρούς. Βοηθούσε όσο μπορούσε. Είχε ένα πολύ καλό σπίτι, στον Άγιο Προκόπιο, που το είχε πεντακάθαρο μέσα. Τον διακονούσε τον Άγιο με πολλή αγάπη.

Στο τέλος επέτρεψε ο Θεός να πάθει καρκίνο στον πνεύμονα. Υπέμεινε με καρτερία την ασθένειά του δυόμισι χρόνια περίπου. Έλαχε σ’ εμάς να τον διακονήσουμε κατά τις τελευταίες ημέρες της ζωής του. Θυμάμαι ότι του άρεσε και η πολιτεία και τα υψηλά πρόσωπα. Πάντα ήθελε να κάνει συντροφιά με υψηλά πρόσωπα, με υπουργούς, με στρατηγούς. Παρ’ ότι ήταν αγράμματος, έγραφε πανέμορφα. Όμως στο τέλος, ενώ νοσηλευόταν στο Θεαγένειο και ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση -τα λογικά του βέβαια τα είχε τετρακόσια-, μας λέει: «Πατέρες να με πάρετε και να με πάτε στο Άγιον Όρος. Θέλω να κοιμηθώ εκεί, γιατί πλησιάζει το τέλος μου». Του λέω: «Γέροντα, είναι πολύ δύσκολα να σε μεταφέρουμε, γιατί το ασθενοφόρο δεν μπορεί να σε μεταφέρει. Είσαι με τους ορούς. Είσαι με το οξυγόνο». Ήταν όντως σε άθλια κατάσταση και είχε φρικτούς πόνους. Λέει: «Θα βρείτε τρόπο εσείς και θα με μεταφέρετε. Η Παναγία δεν θα μ’ αφήσει να κοιμηθώ εδώ. Θέλω να πάω στο Άγιον Όρος. Να μου φέρετε ελικόπτερο». «Πώς θα σε φέρουμε ελικόπτερο γέροντα; Που θα το βρούμε το ελικόπτερο; Ξέρω ότι μεταφέρει ασθενείς από το Άγιον Όρος προς τα έξω, αλλά από έξω προς τα μέσα δεν μεταφέρει». «Εσείς θα το κανονίσετε και θα φύγουμε». Ήταν τόσο σίγουρος. Εμείς δεν είχαμε τέτοια ελπίδα, να μεταφερθεί ο γέρο-Παγκράτιος στο Άγιον Όρος με ελικόπτερο. Λέω, ας κάνουμε μία προσπάθεια, αφού το απαιτεί ο γέροντας.

-Πόσων χρονών ήταν ο γέροντας;

-Ήταν 92 χρονών. Μάλιστα, πριν αρρωστήσει, ερχόταν από τα Βατοπεδινά κελλιά -3 ώρες με τα πόδια- εδώ στις Καρυές, στο κελλί μας. Πολύ τακτικά το έκανε αυτό. Εννενήντα δύο χρονών. Δεν τον έπιανε κανείς. Αετός ήτανε. Ήταν λεπτούλης πολύ.

Παίρνουμε τηλέφωνο στον διοικητή εδώ, τον κ. Κασμίρογλου. Του λέμε: «Ο διοικητής -ο Ψυχάρης- έχει ελικόπτερο και έρχεται». «Μπα!» λέει. «Αυτός δεν έχει δικό του. Νοικιάζει. Δεν έχουμε δυνατότητα εμείς να σας προσφέρουμε ελικόπτερο». Αναρωτιόμαστε, που θα βρούμε ελικόπτερο. Παίρνουμε στην Express Service.

Μας λένε: «Είναι σε περιπολία στην Χαλκιδική το ελικόπτερό μας -ήταν πρωτομαγιά-. Δεν μπορεί να πάει στο Άγιον Όρος». Παίρνουμε στην Intersalonica και βρίσκεται εκεί πέρα μία ψυχή, μια κυρία, και μας διευκολύνει. Λέει: «Είναι σε αποστολή το ελικόπτερο τώρα, αλλά όταν θα έρθει, θα σας πάρω τηλέφωνο. Θα πετάξετε το απόγευμα για το Άγιον Όρος». Εμάς μας φάνηκε παράξενο και όμως παίρνει σε λίγο -είπε ότι συνεννοήθηκε με τον πιλότο- και μας λέει: «Έξι ή ώρα πετάτε για το Άγιον Όρος».

Του λέμε του γερο-Παγκρατίου: «Βρέθηκε το ελικόπτερο. Η Παναγία βοήθησε και ο Άγιος Προκόπιος». Ω! χαρά! ο γέρο-Παγκράτιος. Το κάθε λεπτό του φαινόταν χρόνος. «Με γελάσατε», έλεγε. «Πότε θα φύγουμε; Πέρασε η ώρα». «Όχι δεν πέρασε». Ήταν μεσημέρι, μία η ώρα. «Κατά τις πέντε θα ‘ρθει το ασθενοφόρο να σε πάρει και θα πάμε στο ελικοδρόμιο…». Είχε φοβερό πόθο να έρθει στο Άγιον Όρος … Τελικά πήγαμε στο ελικοδρόμιο. Μπήκαμε μέσα στο ελικόπτερο και πετάξαμε. Όταν φθάσαμε εδώ, μας λέει: «Χαμηλώστε να δω το κελλάκι μου» (του Αγίου Προκοπίου). «Δεν θα πας στο κελλάκι σου;»«Όχι. Θα πάμε στο σπίτι. Εκεί πέρα θα πεθάνω». Χαμήλωσε το ελικόπτερο πάνω από τον Άγιο Προκόπιο. Σηκώθηκε λιγάκι ο γέρο-Παγκράτιος και είδε το κελλάκι του. Έκανε τον σταυρό του πάνω από τον Άγιο Προκόπιο. Μετά προσγειώθηκε το ελικόπτερο στις Καρυές. Ένα δωμάτιο το κάναμε εντατική. Μας δώσανε όλα τα φάρμακα από το Νοσοκομείο. Έζησε πέντε μέρες εδώ πέρα και πέθανε. Τον ξενυχτούσαμε.

Εκείνο που μας έκανε εντύπωση είναι ότι από τότε που ήρθε στο Άγιον Όρος έπαψαν οι πόνοι. Τίποτα. Παρ’ ότι είχε δυσκολία. Είχε τον ρόγχο αυτό. Είχε υγρά στους πνεύμονες. Τον ρωτούσαμε: «Σε δυσκολεύει;» «Μπα, καθόλου. Τίποτα δεν αισθάνομαι», απαντούσε. Το μόνο που ήθελε ήταν να τον κουνάμε λιγάκι, γιατί άναβαν τα πόδια του. Ήρθε και ο ανηψιός του εδώ πέρα. Που πήγαν εκείνοι οι πόνοι; Αφού είχε καρκίνο ο άνθρωπος και ήταν στα τελευταία του; Κοινωνούσε κάθε μέρα. Μάλιστα, την τελευταία μέρα μου λέει: «Πάτερ Βασίλειε, κάτι θυμήθηκα. Φέρε τον πνευματικό». Εξομολογείται το μεσημέρι. Το βράδυ βάρυνε. Άρχισε ο επιθανάτιος ρόγχος. Παίρνω αμέσως, 10-11 το βράδυ, το νοσοκομείο. Μου λένε: «Αμέσως ασθενοφόρο για τον Πολύγυρο». «Ποιο ασθενοφόρο; Φεύγει ο άνθρωπος. Πες τε μας, τι να κάνουμε». Έδωσαν κάποιες οδηγίες: Κορτιζόνη, θεοφυλίνη, διουρητικά, μέσα στον ορό.

Μου λέει ο γέρο-Παγκράτιος: «Άσ’ τα, τα φάρμακα αυτά. Δεν με βοηθάνε πλέον. Ότι ήταν να κάνουν, το ‘καναν. Εγώ τώρα φεύγω. Μόνο κάθησε λίγο εδώ δίπλα μου, να μου κάνεις λίγη συντροφιά. Σε λίγο φεύγω». Λέω στον γέροντα (τον π. Ιγνάτιο): «Πήγαινε, ξεκουράσου λίγο. Ε! Μπορεί να τα λέει έτσι ο παππούς. Που ξέρει ότι θα φύγει; Μπορεί να ζήση και μέρες ακόμη».

Πήγε να ξεκουραστεί λίγο ο γέροντας. Τακτοποίησα τον ασθενή και κάθησα δίπλα του. Εκεί που μιλούσαμε, τον πήρε λίγο ο ύπνος. Ξεψύχησε σαν πουλάκι. Βγάζω τους ορούς.
Κοιμάμαι και εγώ δίπλα του.
Σκέφτομαι: «Θα τον ετοιμάσουμε το πρωί. Δεν παγώνει ο μοναχός. Το πρωί χαράματα θα ξυπνήσω τον γέροντα και θα του αναγγείλω το γεγονός. Μετά θα τον ετοιμάσουμε». Ούτε πάγωσε, ούτε τίποτα. Είχε οσιακό τέλος ο γέρο- Παγκράτιος.-


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ, ΠΕΡΙΟΔΟΣ Β’ , ΕΤΟΣ 2007

http://www.pigizois.net/

athosprosopography.blogspot.gr

Αγιορείτικη Φωτοθήκη


 

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης