Η Πλατυτέρα των Ουρανών

6 Μαϊ. 2022

| Ιστολόγιο |


 

 

 


 ~ Συνέβη το Πάσχα του 1935, στο αγιορείτικο μοναστήρι του Αγίου Παύλου. Μετά τον εσπερινό της Αγάπης συνηθίζεται να συνάζονται όλοι οι πατέρες στο αρχονταρίκι και να ανταλλάσσουν ευχές με τον ηγούμενο και μεταξύ τους.
Ο νεόκουρος μοναχός π. Θωμάς μη γνωρίζοντας την τάξη, πήγε με τους γεροντότερους μοναχούς μπροστά μπροστά.
Ο ηγούμενος τον είδε και τον παρατήρησε. Ο π. Θωμάς είπε το «ευλόγησον».

Τότε ο καθηγούμενος π. Σεραφείμ γύρισε και είπε στον π. Θωμά:
- «Πάτερ Θωμά, πήγαινε, σε παρακαλώ, κάτω στο οστεοφυλάκιο να πείς στα οστά των κεκοιμημένων πατέρων το
Xριστός Aνέστη και έλα μετά πάλι εδώ».

O πατήρ Θωμάς, ο απλός, ο ταπεινός, ο πρόθυμος εργάτης της υπακοής, χωρίς να σκεφτεί καθόλου, έτρεξε στο οστεοφυλάκιο και είπε μεγαλόφωνα: «Πατέρες και αδελφοί, ο ηγούμενος με έστειλε να σας πω το Xριστός Aνέστη».
Και τότε συνέβη το υπέρλογο γεγονός. Όλα τα οστά σκίρτησαν, έτριξαν, χόρεψαν, αναπήδησαν! Ένα κρανίο, μάλιστα, σηκώθηκε έως ένα μέτρο ψηλά και απάντησε στον χαιρετισμό του γέροντα: «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος». Αμέσως έγινε και πάλι νεκρική σιγή. Ο π. Θωμάς επέστρεψε πίσω σε περίπου δέκα λεπτά, καθώς το κοιμητήριο και το οστεοφυλάκιο της Μονής βρίσκεται κοντά στο αρχονταρίκι.

Μόλις τον είδε ο ηγούμενος, τον ρώτησε αν είπε το «Χριστός Ανέστη» στους κεκοιμημένους. Εκείνος απάντησε καταφατικά. Τότε ο ηγούμενος ξαναρώτησε «Και σου απάντησαν;».
Χαρούμενος ο απλούστατος πατήρ Θωμάς, είπε ότι του απάντησαν οι νεκροί το «Αληθώς Ανέστη», διηγήθηκε όλο το συμβάν στον ηγούμενο και εκείνος έκπληκτος τον ρώτησε ξανά και ξανά για να επιβεβαιώσει ότι δεν άκουσε λάθος.
Ο ευλογημένος π. Θωμάς νόμιζε πως αυτό ήταν το τυπικό που συμβαίνει κάθε χρόνο στο μοναστήρι και δεν του φάνηκε κάτι ιδιαίτερο!

(Το περιστατικό έχει καταγράψει ο παλιός και σεβαστός αγιορείτης,
επίσκοπος Ροδοστόλου π. Χρυσόστομος, από παλαιούς αγιοπαυλίτες
οι οποίοι ήσαν παρόντες στο συμβάν)

agiasofiapeiraios.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

6 Ιαν. 2022

| Ιστολόγιο |


 

 

 

   … Όπως μεταβάλλει το λάδι του Ευχελαίου, και γίνεται θεραπευτικό μέσο στους μετά πίστεως χρισμένους, έτσι αγαπητέ Θεοφύλακτε, μεταβάλλεται με την χάρη του Αγίου Πνεύματος και η φύση των υδάτων. Ο μοναχός Θεοφύλακτος για δεύτερη φωρά ρώτησε τον Γέροντά του: “Πάτερ και το νερό της Θαλάσσης αγιάζεται κι αυτό”; “Ναι, αδελφέ, άκουσε και γι΄ αυτό:
Όταν ο πρωτάγγελος Εωσφόρος από την υπερηφάνειά του ξέπεσε από τους ουρανούς και βρέθηκε σαν αστραπή στα κατώτερα μέρη, στα κατάβαθα της γης, εκεί που βρίσκονται τα τάρταρα του Άδη, παρέσυρε με την πτώση του το ένα τρίτο των αγγέλων και έγιναν κι αυτοί, όπως και ο αρχηγός τους δαίμονες.
Πέφτοντας αυτοί, οι πρώην άγγελοι, από τους ουρανούς προς την γη και επειδή εξακολουθούσαν να πέφτουν συνέχεια και άλλοι άγγελοι, τότε στάθηκε στην πύλη του ουρανού ο μέγας Αρχάγγελος Μιχαήλ με πύρινη ρομφαία και φώναξε προς όλους τους αγγέλους: “Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου”!
Κι έτσι συνήλθαν οι άγγελοι και σταμάτησαν να πέφτουν. Εκείνοι όμως που είχαν ήδη πέσει, με το πρόσταγμα αυτό του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ σταμάτησαν εκεί που βρέθηκαν. Άλλοι στον αέρα και έγιναν τα εναέρια Τελώνια, άλλοι στη γη και έγιναν οι πειρασμοί και εξουσιαστές της γης, και άλλοι στα ύδατα των ποταμών της γης και της θαλάσσης, όπου πειράζουν, δοκιμάζουν και πνίγουν τους διερχόμενους, επειδή κατά τον λόγο του Κυρίου: “απ΄ αρχής ο διάβολος ανθρωποκτόνος εστί” (Ιωάνν. 8, 44).
Όταν όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου… και ο Υιός και Λόγος του Θεού έγινε άνθρωπος … κατήργησε τη δύναμη και την εξουσία του σατανά που είχε, πριν σαρκωθεί ο Δεσπότης Χριστός, επάνω στους ανθρώπους, τα ζώα, και τα στοιχεία της φύσεως. Και έτσι ο αέρας και η γη αγιάστηκαν από την παρουσία του Δεσπότου Χριστού, του Θεού ημών… Πάτερ Θεοφύλακτε εάν θέλεις να δοκιμάσεις την αλήθεια όλων αυτών που σου είπα, πήγαινε κάτω στην θάλασσα σήμερα (ημέρα των Θεοφανείων) να ιδείς πως το νερό είναι γλυκό και πίνεται.
Ο απλός και αγαθός μοναχός Θεοφύλακτος, παρ΄ όλο τον κόπο της αγρυπνίας, μόλις το άκουσε, πήρε ένα μικρό δοχείο και πήγε αμέσως στη θάλασσα, η οποία απέχει από τη Σκήτη αυτή περισσότερο από μία ώρα πεζοπορίας, έσκυψε με ταπείνωση και τυφλή υπακοή, πήρε νερό από τη θάλασσα, ήπιε και διαπίστωσε μετά θαυμασμού πως το νερό ήταν γλυκό και πινόταν με ευχαρίστηση.
Γέμισε το δοχείο του και γύρισε στον Γέροντά του στον οποίον έδωκε να πιεί κι αυτός δόξασαν “τον θαυμαστόν εν τοις έργοις και τοις αγίοις αυτού Θεόν” (Ψαλμ. Ξζ΄, 36) …
Ο υποτακτικός του Θεοφύλακτος συνέχιζε να παίρνει κάθε χρόνο κατά την ημέρα των Θεοφανείων νερό από την θάλασσα και κάθε φορά επαναλαμβάνονταν το ίδιο θαύμα, το νερό ήταν γλυκό και πόσιμο.

Τρία χρόνια μετά τον θάνατο του γέροντά του, μετά την αγρυπνία των Θεοφανείων, όταν βγήκαν οι πατέρες από το “Κυριακό”, βλέπουν τον αδελφό Θεοφύλακτο να πηγαίνει πιο κάτω από την καλύβη που έμενε. Παραξενεύτηκαν και τον ρώτησαν: “Για που πηγαίνεις πάτερ Θεοφύλακτε; Δεν θα πας να ξεκουραστείς στο σπίτι σου”;
Ο πατήρ Θεοφύλακτος τους φανέρωσε το μέχρι τότε άγνωστο σε αυτούς θαύμα, πως δηλαδή την ημέρα του Μεγάλου Αγιασμού το νερό της θαλάσσης γίνεται γλυκό και πίνεται. Οι άλλοι πατέρες, επειδή γνώριζαν πως ο αδελφός αυτός ήταν απλός και άκακος, δεν πίστεψαν στα λόγια του και τον ειρωνεύτηκαν: “Άϊντε, καημένε, να ξεκουραστείς και πας μετά να μας φέρεις κι εμάς να πιούμε... θάλασσα”!
Ο π. Θεοφύλακτος δεν έδωσε καμμία σημασία στα λόγια τους, πήγε στη θάλασσα, ήπιε, γέμισε και το δοχείο του και το πήγε να πιούν και οι άλλοι πατέρες. Εκείνοι με δυσπιστία και ειρωνείες το δοκίμασαν, αλλά το μέχρι εκείνη την στιγμή γλυκό νερό, έγινε αλμυρότερο και πολύ πικρότερο από το νερό της θάλασσας, εξαιτίας της απιστίας τους. Τότε ο αδελφός Θεοφύλακτος τους φανέρωσε πως επί τριάντα και πλέον χρόνια ζούσαν με τον Γέροντά του το ίδιο θαύμα, που όμως από την ημέρα εκείνη και μετά, για την απιστία τους, σταμάτησε!

“Το Γεροντικόν - Από το Περιβόλι της Παναγίας”

theomitoros.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

29 Δεκ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτου

Στήν ἐποχή τοῦ Χατζη-Γεώργη περίπου ζοῦσε καί ὁ θαυμαστός Πατήρ Δανιήλ, ὁ ὁποῖος ἔκανε καί αὐτός θαύματα ἀπό ἀρχάριος ἀκόμη στήν Καλογερική. Ἐκείνη τήν ἐποχή εἶχε ἐντυπωσίασει πολύ τούς εὐλαβεῖς προσκυνητάς, καί εἶχαν δημοσιεύσει μάλιστα ὁρισμένα θαύματά του σέ θρησκευτικά περιοδικά εὐλαβεῖς Ρῶσοι.
Αὐτά τά λίγα λοιπόν πού ἔμαθα γιά τόν Ἅγιο Πατέρα καί ὠφελήθηκα πολύ, θέλω νά τά γράψω γιά νά ὠφεληθοῦν καί ἄλλες ψυχές.
Ὅπως πληροφορήθηκα, ἡ καταγωγή του ἦταν ἀπό τήν Ἑλλάδα, καί ήρθε στο Ἅγιον Ὄρος γύρω στήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση, κατά τό 1821. Ὁ εὐλαβής νέος μετά ἀπο τό προσκύνημά του στήν Παναγία τήν «Πορταΐτισσα» τῆς Ἱ. Μονῆς Ἰβήρων, πέρασε καί ἀπό τήν Μεγίστη Λαύρα, προσκύνησε καί τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο καί ἔκανε θερμή προσευχή νά τόν ὁδηγήση ἡ Παναγία νά βρῆ ἐνάρετο Γέροντα, γιά νά ὑποταχθῆ, νά γίνη Μοναχός.
Πῆρε λοιπόν τόν δρόμο μετά ξένοιαστος καί προχωροῦσε μέ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Ὅταν πέρασε καί τήν Κερασιά καί προχωροῦσε γιά τήν Ἁγία Ἄννα, πῆρε ἄλλο μονοπάτι καί βγῆκε στο Κελλί τοῦ Ἁγίου Ἀρτεμίου. Ὁ Γέροντας ἐκεῖ ἦταν πολύ εὐλαβής καί μεγάλος ἀγωνιστής, προικισμένος μέ πολλές ἀρετές, γι’ αὐτό καί τόν ἀνέπαυσε.
Οἱ ἄλλοι Πατέρες ἀπό τά γύρω Κελλιά, που ἔβλεπαν τόν νεαρό δόκιμο νά αγωνίζεται ἴσια μέ τόν Γέροντά του, ἀνησυχοῦσαν κάπως καί ἔλεγαν στόν Γέροντα νά τόν προσέχη λίγο καί νά τόν οἰκονομάη, γιατί εἶναι νέος καί ἔπεσε ἀπότομα στήν ἄσκηση. Ἀλλά ὁ Γέροντας ἔλεγε:
- Μήν ἀνησυχῆτε, γιατί ξέρω τι ἄνθρωπο ἔχω.
Μέσα σέ λίγο διάστημα ὁ νέος ἔγινε Μοναχός καί ὀνομάσθηκε Δανιήλ. Ἔφθασε δέ σέ πνευματικά μέτρα, γιατί ἦταν ἁγνός ὄχι μόνο στό σῶμα καί στήν ψυχή ἀλλά καί στόν νοῦ, διότι πάντα εἶχε καλούς λογισμούς, καί στήν καρδιά του τήν καθαρή κατοικοῦσε ὁ Χριστός.
Κάποτε, λοιπόν, εἶχαν ἀνάψει τόν φοῦρνο, γιά νά ψήσουν ψωμί καί νά κάνουν παξιμάδι. Ἐκεῖ που σκόρπιζε τά ἀναμμένα κάρβουνα μέ τό σεντράκι (μακρύ ξύλο, που ἔχει στήν ἄκρη ἕνα γυριστό σίδερο), γιά νά πυρωθῆ ὅλος ὁ φοῦρνος ἐξ ἴσου, ἀπό τήν πολλή φωτιά κάηκε τό ξύλο, καί ἔμεινε τό σίδερο μέσα στόν ἀναμένο φοῦρνο. Ὁ Πατήρ τό εἶπε ἀμέσως στόν Γέροντά του, γιά νά μη καθυστερήση ὁ φοῦρνος, καί ὁ Γέροντας τοῦ ἀπαντάει:
- Τί μέ κοιτᾶς; Κάνε τόν Σταυρό στου καί ἔμπα μέσα στόν φοῦρνο νά βγάλης, νά μήν καθυστεροῦμε.
Ὁ Πατήρ Δανιήλ ἔκανε τόν Σταυρό του καί μπῆκε μέσα στόν ἀναμμένο φοῦρνο. Ἔπιασε τό κοκκινισμένο σίδερο μέ τά χέρια του, χωρίς νά κάνη οὔτε τό παραμικρό ἔγκαυμα καί χωρίς νά καῆ μια τρίχα ἀπό τά γένια του! Τό σπουδαιότερο δε ἀπ’ ὅλα ἦταν, πού οὔτε κἄν τοῦ πέρασε ὁ λογισμός ὅτι κάτι ἔκανε!

Ἄλλη φορά πάλι, ἕνα Γέροντας ἀπό τά γειτονικά Κελλιά, «τά Βλάχικα», εἶχε ἀρρωστήσει καί στήν πάθησή του εὕρισκε λίγη ἀνακούφιση ἀπό τά ἀγγουράκια τά λίγο πικρά. Ὅταν εἶχε ἔρθει ὁ χειμώνας, τοῦ ξαναπαρουσιάσθηκαν πάλι οἱ πόνοι ἀπό τήν ἴδια ἀρρώστια, καί κατέβηκε στόν Ἅγιο Παῦλο, μήπως βρῆ στο Μοναστήρι ἔστω τουρσί ἀπό ἀγγουράκια νά δοκιμάσει γιά τους πόνους του, ἀλλά δυστυχῶς δεν βρῆκε. Ἔτσι, στενοχωρημένος καί πονεμένος, ἀνέβαινε τόν ἀνήφορο ἀπό τήν Ἅγία Ἄννα γιά τόν Σταυρό. Ἐνῶ ἦταν χειμώνας, καί δεν ὑπῆρχε οὔτε τουρσί ἀπό ἀγγουράκια, τοῦ παρουσιάζεται ὁ Πατήρ Δανιήλ ξαφνικά, τοῦ ἀφήνει μπροστά του ἕξι-ἑπτά φρέσκα καί φεύγει ἀμέσως! Ὁ ἀσθενής Γέροντας θαύμασε καί δόξασε τόν Θεό καί, μόλις ἔφαγε, θεραπεύτηκε μιά γιά πάντα. Αὐτή τήν φορά ὁ Πατήρ Δανιήλ ἔφερε ἀγάπη, εὐλογία, ἀπό θερμή χώρα πολύ μακρινή! (Ἐκείνη τήν ἐποχή δεν ὑπῆρχαν θερμοκήπια στήν Ἐλλάδα).
Ἕνας ἄλλος πάλι Γέροντας ἀπό τά «Βλάχικα» Κελλιά ἐρχόταν μέ βαρυχειμωνιά ἀπό τήν Ἁγία Ἄννα γιά τό Κελλί του. Μόλις ξεμύτισε στήν κορυφή, τόν τύλιξε ἡ χιονοθύελλα, καί ἀναγκάστηκε νά γυρίση λίγο πίσω, γιά νά πιάση μιά ἄκρη σ’ ἕναν βράχο, γιατί εἶχε νυκτώσει καί δεν τόν ἔπαιρνε ἡ ὥρα νά ἐπιστρέψη στήν Ἁγία Ἄννα. Ἐκτός τούτου χιόνιζε συνέχεια καί φυσοῦσε ἀέρας δυνατός. Ἐκεῖ λοιπόν που εἶχε ἀκουμπήσει στόν βράχο καί τουρτούριζε, γιά μιά στιγμή, τήν νύχτα, ἔνοιωσε κάποιον νά τόν ἔχη ἀγκαλιασμένο καί αἰσθάνθηκε πολύ ζεστά, ἀφοῦ τόν πῆρε καί γλυκός ὕπνος. Τότε βλέπει τόν Πατέρα Δανιήλ νά τόν ἔχη ἀγκαλιασμένο μέ πολλή ἀγάπη. Τό πρωΐ πού φώτισε, ξύπνησε ἀπό τόν γλυκό του ὕπνο καί σηκώθηκε νά φύγη, γιατί εἶχε σταματήσει ἡ χιονοθύελλα. Τι νά ἴδη ὅμως! Παντοῦ ἦταν χιόνια, ἐνῶ ἐκεῖ στόν βράχο εἶχαν λιώσει ἀπό τήν θεϊκή ζεστασιά πού σκόρπισε ὁ Πατήρ Δανιήλ! Τό Γεροντάκι θερμάνθηκε πνευματικά καί χαρούμενο πῆγε στο Κελλί του δοξάζοντας τόν Θεό. Ὁ δε Πατήρ Δανιήλ θερμαινόταν συνέχεια ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Τήν εὐχή του νά ἔχουμε. Ἀμήν.

Από το βιβλίο

Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα, του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου
Έκδ. Ιερόν γυναικείον Ησυχαστήριον Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου

Σουρωτή Θεσσαλονίκης

orp.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

26 Δεκ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Mοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης (1916 - 2006)

 

Φωτογραφία: Σπύρος Λουλακάκης, 1955

 




  Ἡ παροῦσα διήγηση εἶναι μία συγκλονιστικὴ ἐμπειρία τοῦ μακαριστοῦ πατρός Θεόκλητου Διονυσιάτη, ὅπως τὴν ἐμπιστεύθηκε πρὶν 38 χρόνια σχεδὸν στὸν Ἁγιορείτη Μοναχὸ π. Κύριλλο Παντοκρατορινό, ὁ ὁποῖος μὲ δέος καὶ νοσταλγία πρὶν λίγες ἡμέρες μας τὴν μετέφερε.
Από τὰ Happy Christmas λοιπὸν τῶν «εὐτυχισμένων» ἀνθρώπων ἂς ταξιδεύσει φέτος ὁ λογισμός μας στ’ Ἅγιονορος, ἐκεῖ στὰ φρικτὰ Καρούλια, μὲ τοὺς ξυπόλυτους ἀσκητᾶς καὶ σὲ ὅσα μας ἐξομολογιέται μὲ συγκλονισμὸ ὁ ἁγιασμένος καὶ σοφός μας π. Θεόκλητος ὁ Διονυσιάτης.

«Νέος μοναχός τότε, κατὰ τὸ ἔτος 1941, ἐν μέσῳ τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ ἐνσκήψαντος δεινοῦ χειμῶνος, μου ἦρθε ὁ καλὸς λογισμὸς νὰ ἐπισκεφθῶ προσκυνητὴς τὰ φρικτὰ Καρούλια, νὰ κάμω καὶ ἐγὼ ἀσκητικὰ Χριστούγεννα μαζὶ μὲ τοὺς ἀετόψυχους Καλόγηρους τούτου τοῦ ἀπαράκλητου τόπου.
Τὴν εὐλογία μου τὴν ἔδωκε ἀμέσως δίχως δισταγμὸ ὁ Γέροντάς μου, ὁ Ὀσιότατος π. Γαβριήλ, ὁ καὶ Ἡγούμενος χρηματίσας τῆς τοῦ Διονυσίου Μονῆς. Μοῦ ἔδωκε εἰσέτι καὶ λίγους ὀβολοὺς διὰ τὸ ταξίδιό μου μὲ τὸ μοτόρι καὶ λίγες φανέλες γιὰ νὰ ἔχω νὰ ἀλλάξω, μὲ εὐλόγησε καὶ εὐχόμενος μὲ ἔστειλε σὲ τοῦτο τὸ κατανυκτικὸ ταξίδι.
Ἔβαλα μετάνοια στὸν Γέροντά μου λοιπὸν, φορτώθηκα τὸν ντορβά μου, κι’ ἔλαβα τὸ ραβδὶ μὲ προορισμὸ τὰ κατανυκτικὰ Καρούλια προκειμένου νὰ λάβω μέρος στὴν ἀγρυπνία τῶν Χριστουγέννων.

Από τὴν παραμονὴ ήδη τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε να ρίχνει νερόχιονο βελονιαστὸ. Καταφθάνοντας ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα, μὲ μία τερπνὴ ἀναμονή, στὰ βραχώδη Καρούλια, ὁ ἥλιος, ὅσο μποροῦσε νὰ ξελευθερωθεῖ ἀπ’ τὰ πηχτὰ σύννεφα, κόντευε νὰ κρυφθεῖ πίσω ἀπὸ τὸν μελανὸ θαλάσσιο ὁρίζοντα.
Τότε ἄρχισαν νὰ συναθροίζονται γοργόφτεροι οἱ Καρουλιῶτες ἀσκητές, γιὰ νὰ γιορτάσουμε ὅλοι μαζὶ τὰ Χριστούγεννα. Κάποιοι κατέβαιναν ἀπὸ τὰ βράχια, ἄλλοι ἀπὸ τὶς κρεμαστὲς σκάλες, ἐνῶ κάποιοι ἀπὸ τὶς ἁλυσίδες… ἦταν ἕνα πρωτόγνωρο καὶ συγκινητικὸ ὅλο θέαμα!
Τοῦτοι οἱ ἐρημίτες εἴχανε περασμένους στοὺς λιγνούς τους ὤμους τοὺς τρίχινους, λερωμένους μὰ ἁγιασμένους ντορβάδες, μὲ ράσα χιλιομπαλωμένα καθὼς χαιρεντιόντουσαν ἕνας - ἕνας μὲ βαθειὰ ὑπόκλιση κι’ ἔπαιρναν τὴν θέση τοὺς στὸ μικρὸ ἠμιφεγγὴ γλυκύτατο Ἐκκλησάκι τοῦ Κυριακοῦ.
Κρούσανε ἕνα μικρὸ σήμαντρο γιὰ νὰ ἀρχινήσει ἡ ἀγρυπνία ἐνῶ ὁ ἁρμόδιος Ἱερεὺς φορώντας ἕνα μπλαβόχρωμο σὰν τοῦ πελάγους ἐπιτραχήλι ἔβαλε τὸ «Εὐλογητός».
Τὸ κρύο ἦταν τσουχτερό. Ὅλοι, ὅσον μποροῦσαν, ἤσαν σφιχτὰ τυλιγμένοι στὰ πτωχικὰ τοὺς ράσα. Οἱ ἀνασασμοὶ τῶν ψαλτάδων ἄτμιζαν ἄσπιλοι καθὼς ἔψαλλον μέλποντες Τοῦ Θεοῦ τὰ τραγούδια μέσα στὸ δεινὸ κράτος τοῦ χειμῶνος, μὰ ἡ λιβανοκαπνισμένη θωριὰ τῆς γλυκόπνοης Παναγίτσας πού μας ἀγνάντευε στοργικὰ σὰν Μανούλα ἀπ’ τὸ Τέμπλο ζέσταινε τὴν ψυχή μας μυσταγωγώντας μας στὴν ἱερουργία τοῦ ἄχραντου τοκετοῦ της, τῆς Τοῦ Χριστοῦ γεννήσεως κι’ ἔτσι εἴχαμε γαλήνη σὰν καὶ ‘κείνη τῶν προβάτων στὸ μαντρὶ τῆς Βηθλεὲμ τότενες ποὺ γίνηκε ὁ Θεὸς ἄνθρωπος γιὰ νὰ ξαναγεννηθεῖ ὁ ἄνθρωπος στὴν οὐράνια Βηθλεέμ.
Ὅμως καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς κατανυχτικῆς ὁλονυχτίας ἐντύπωση ἀνερμήνευτή μου ἔκαμε ἕνας ἀδυνατισμένος καὶ λιπόσαρκος, σὰν τὸ καλάμι Καλόγηρος, μὲ μία μακρυὰ κάτασπρη γενιάδα ποὺ ‘χὲ σταθεῖ σ’ ἕνα παμπάλαιο στασίδι.
Τὸ σῶμα τοῦ ἂν καὶ κάθονταν μέσα στὸ κρύο καὶ στὴν ἀγρυπνιὰ ἀμετακίνητο σὰν τ’ ἀγάλματος, ἐντούτοις τὸ ριτιδιασμένο κι’ ὁλοζώντανο ἀπὸ τὴν ἄσκηση πρόσωπό του, σὰν τοῦ φτασμένου κυδωνιοῦ, ἔκαμε διάφορες κινήσεις καὶ παράξενους μορφασμοὺς ἀλλοιούμενο τακτικὰ καὶ φανερώνοντας πὼς ζοῦσε ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς ἔντονα γεγονότα φερμένα ἀπὸ ἕνα ἄλλον κόσμο.
Έβλεπες νὰ ἐναλλάσονται ἡ προσμονὴ μὲ τὴν μελαγχολία, ἡ θλίψη, μὲ τὴν χαρὰ… νὰ σκιρτᾶ σὰν λαφομόσκι καὶ ἀμέσως νὰ κουρνιάζει συγκλονισμένος ἀπὸ Θεῖο φόβο…ἔκανε μορφασμοὺς στὸ πρόσωπο λὲς καὶ παρακολουθοῦσε ἕνα ἀλλόκοτο θέαμα καὶ ἔτσι πότε ἔκλαιγε, πότε συνοφρυόνταν, πότε χαμογελοῦσε καὶ δώστου πάλι Σταυροὺς καὶ μετάνοιες...
Καὶ ὅσο ὁ ἀσκητὴς ἐκτελοῦσε τὴ δική του λογικὴ λατρεία, πιὸ δίπλα οἱ ψάλτες μορμύριζαν στὴν Πανάχραντο Θεοτόκο τὸ: “Μεγάλυνον, ψυχή μου, τὴν τιμιωτέραν καὶ ἐνδοξοτέραν τῶν ἄνω στρατευμάτων. Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Οὐρανὸν τὸ σπήλαιον…”.

Τὰ μικρούλικα παλαιὰ καντηλάκια στὸ Τέμπλο διέχεαν ἀρχοντικὲς μὰ καὶ σεμνὲς τὶς πολύχρωμες ἀνταῦγες τῶν κι ἕνας πτωχὸς πολυέλεος μὲ ἁγνὸ κερὶ φώτιζε ὅσο ἠδύνατο γλυκὰ τὸ σκοτάδι. Ὅλα ἁπλά, ἀπέριττα, ἀσκητικά… Ἔτσι γαλήνια πῆρε ἡ ἀγρυπνία ὥσπου ἐκοινωνήσαμε τῶν ἀχράντων μυστηρίων καὶ ἔδωσε ὁ Ἱερεὺς τὸ «δι’εὐχῶν» λαμβάνοντας τέλος ἡ οὐράνια ἐκείνη μυσταγωγία.
Ἡ ρόδινη ἀνατολὴ σιγά-σιγὰ αὐγαζόνταν ἀπὸ τήν ἐπίσκεψη τοῦ ἡλίου μηνύοντας τὴν ἀνατολὴ ἀνατολῶν, τὸν ἑωθινὸ ἀστέρα, Αὐτὸν Τὸν γεννηθέντα Ἰησοῦ Χριστόν.
Μετὰ ἀπ’ τ’ ἀντίδωρο καὶ τὸν Ἁγιασμὸ προσφέρθηκε καφὲς και φραγκόσυκα στὸ φτωχικὸ καὶ ἀπέριττο Κυριακὸ τῆς σκήτης τῶν Καρουλῖων. Ἐγὼ διακονοῦσα στὸ κέρασμα, μὰ πρόσεχα καὶ ἀποθαύμαζα κιόλας τοὺς ἀσκητές, θωρώντας τοὺς λὲς κι’ ἦταν παράξενα ὄντα, ὡς ἀρχαγγέλοι ἐπὶ τῆς γῆς.
Τότε ἐρώτησε ὁ Πνευματικός της Σκήτης ἐκεῖνον τὸν παράξενο ἀσκητὴ ἂν θὰ μείνει καὶ αὔριο ἐδῶ καὶ τοῦ ἀπήντησε:
- Βεβαίως καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μείνω, ἐὰν καὶ θὰ ἤθελα καλύτερα νὰ ἡσυχάσω στὸ καλυβάκι μου, ὅμως δὲν ἔχω νὰ φάω καὶ ἂν κάμετε ἀγάπη δεχθεῖτε καὶ μένα νὰ φάγω κοντά σας.
Τὴν ἑπομένη ἡμέρα καὶ ἀφοῦ ἐψάλλαμε τὰ Κτιτορικὰ ἔχοντας ἐνημερώσει ἤδη ἐγὼ τὸν Πνευματικὸ γιὰ ὅλη ἐτούτη τὴν παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ φτωχοῦ ἀσκητοῦ κατὰ τὴν χθεσινὴ ἀγρυπνίαν λέγει τοῦ τότε μὲ τόνο εὐγενικὸ μὰ καὶ ἐπιτακτικό:
- Ἀδελφέ μου, σὲ παρακαλῶ, πές μας τί γροικοῦσες χθὲς στὴν ὁλονυχτία καὶ ὅλο ἄλλαζε μορφὴ τὸ πρόσωπό σου.
Ὁ ἀσκητὴς ὅμως ἀρνιόταν πεισματικὰ νὰ δώκει ἀπάντηση φυλάγοντας ὅ,τι ἔζησε μέσα τοῦ ὡς πανάκριβο θησαυρό.
- Μὰ σὲ ἐξορκίζω στὸ ὄνομα Τοῦ Κυρίου νὰ μᾶς πεῖς.
- Λέγονται Γέροντα τέτοια πράγματα;
- ‘Αντε κᾶμε ἀγάπη μήπως καὶ ὠφεληθοῦμε καὶ ‘μεῖς οἱ ἀδελφοί σου.
- …Μὰ δὲν μπορῶ.
- Ἅμα δὲν πεῖς, ἀπ’ ἐδῶ δὲ φεύγεις!
Μὲ ὅλη ἐτούτη τὴν εὐγενικὴ βία καὶ δίχως νὰ θέλει ὁ παράξενος ἀσκητής, ὅμως ἀναγκεμένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Πνευματικοῦ καὶ τῶν Καλογήρων ποὺ ‘χᾶν ἀπομείνει καὶ τούτη τὴν ἡμέρα στὸ Κυριακό, ἄρχισε νὰ ὁμολογεῖ μὲ δάκρυα καὶ συντριβή:
- Τί νὰ σᾶς πῶ; Νά! ὅ,τι διαβάζατε καὶ ψέλνατε ἐσεῖς τὸ ἔβλεπα καὶ συμμετεῖχα καὶ ‘γῶ. «Θωροῦσα τὸ Θεῖον βρέφος, τὸν Χριστούλη μας, τὰ προβατάκια, τα λίγα ζωντανά ποὺ ‘σαν ἐκεῖ καὶ σταλιάζανε… μὰ ἦταν καὶ μία γελάδα ποὺ ἔστεκε κοντὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἐθέρμαινε μὲ τὸν ἀνασασμὸ τῆς …τὶς σταγόνες ποὺ έπεφταν ἀπὸ τὴν ὑγρασία και τους νοτισμένους σταλαγμίτες, καθότι ἤτανε σπήλαιον ἐκεῖ καὶ ὄχι κάποιο ἀνθρώπινο χτίσμα…
Σιμὰ εἶδα καὶ Τὴν Παναγία μας, λεχώνα, ποὺ εἶχε τυλίξει μὲ τὸ σεπτὸ ἐπανωφόρι τῆς τὸν Υἱό της καὶ ἀνέκλεινε δίπλα πρὸς μία μεριὰ καὶ κρύωνε γιατί ἤτανε κενὸ καὶ δὲν εἶχε ποὺ νὰ ἀκουμπήσει… Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ μία ποιμένισσα ἔφερε ἀχνιστὸ γάλα ποὺ μόλις εἶχε ἀρμέξει καὶ γιὰ νὰ πλύνει κιόλας μ’ αὐτὸ τὸ Θεικὸ βρέφος. Ποῦ νὰ βρεθεῖ ζεστὸ νερὸ ἐκείνη τὴν ὥρα; ὅλα κρύσταλλο καὶ παγωμένα ἦταν…
Καὶ ἔτσι ἔγινε… καὶ ἔτσι τρύπησε μὲ μιᾶς ἡ σπηλιὰ καὶ μπῆκαν Ἀγγέλοι που ἀνεβοκατεβαίναν στον οὐρανὸ ἐνῶ ἀκούγονταν γλυκύτατη μελωδία…
Ὁ δὲ Ἰωσὴφ ὅλο ἔκλαιγε ἀναντρανισμένος ἀπὸ δέος καὶ χαρὰ σὰν τὸν Ἱερέα ποὺ στέκεται μὲ φόβο στὴν ἀναίμακτο Ἱερουργία ἔτσι καὶ ‘κεῖνος ἐφημέρευε τούτη τὴν νυχτιὰ στὸν πάντερπνο τοῦτο Ιερό Ναὸ μὰ καὶ πάμφτωχο συνάμα σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ».

Πιο κάτω τὸ ζωηρὸ ἀγέρι ἀλυχτοῦσε στὰ Καρούλια, ἐνῶ τὰ κύματα στὸ ἄγριο σύνορο θαλάσσης καὶ γῆς ἔπλητταν φρίσσοντα τοὺς αποκρήμνους βράχους.
Τα λευκά και πορφυρά κυκλάμινα ὄμως, που ἀνέθωραν μειλίχια ἀναρριχώμενα ἀπό τις σχισμάδες των βαράθρων, μυνίριζαν την ἀνάσταση ἐντός της καρδιάς του χειμῶνος. … «Χριστὸς ἐπὶ γῆς• ὑψώθητε.»
Ὅλη ἡ λογικὴ μὰ καὶ ἡ ἄλογη κτίσις στης Παναγιάς το Περιβόλι μαρτυροῦσε διὰ μυρίων βεβαίων στομάτων πὼς ὄντως ὁ Χριστὸς ἐγεννήθη καὶ ἡ γαληνόμορφη Θεϊκὴ χαρὰ στὴν γῆ ἐνεθρονίσθη.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ – ΑΛΗΘΩΣ ΓΕΝΝΑΤΑΙ

π. Διονύσιος Ταμπάκης – Χριστούγεννα 2017

agioritikesmnimes

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης