Η Πλατυτέρα των Ουρανών

1 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

Ασκητής Καρουλιώτης
Φωτογραφία: Αλέξανδρος Οσόκιν
Pravoslavie.Ru

 

Ανέβασμα στο Καρούλι. 
Φτάσαμε σε ένα μέρος όπου ήταν εφικτό να ακολουθήσουμε το μονοπάτι κρατώντας την αλυσίδα. Το Μέσα Καρούλι τελείωσε: ένα βραχώδες μονοπάτι σταματούσε στην κορυφή ενός κόκκινου γκρεμού που κατέβαινε απότομα στη θάλασσα. Ο ξεναγός μου με αποχαιρέτησε και γύρισε πίσω. Έμεινα μόνος μου. Η αλυσίδα κατέβαινε κάτω και το άκρο της δεν ήταν ορατό λόγω της ανισότητας του βράχου. Για αυτό και δεν είναι ξεκάθαρο πόσο καιρό χρειάζεται για να κατέβει κανείς κρατώντας αυτή την παλιά αλυσίδα και προσκολλώντας στον -από τον ήλιο- ζεστό βράχο. Προσευχήθηκα στον Κύριο και έβαλα το πόδι στην παλιά χειροποίητη σκάλα που οδηγούσε στο Καρούλι.

Η σκάλα ήταν σάπια, μερικά σκαλοπάτια έλειπαν. Κατεβαίνοντας, κοίταζα προς τα κάτω και έψαχνα με τις μπότες μου τις μικρές προεξοχές, γυαλισμένες από τα πόδια των Καρουλιωτών. Είδα μια άβυσσο, η καρδιά μου χτυπούσε άνισα, το στόμα μου ήταν στεγνό: μια λάθος κίνηση και θα έπεφτα κάτω. Ήξερα ότι εκεί, στο κάτω μέρος του γκρεμού, υπήρχε μια απέραντη χαράδρα, σχεδόν μια άβυσσος. Είχα διαβάσει νωρίτερα ότι το βάθος αυτής της αβύσσου είναι ένα ολόκληρο χιλιόμετρο. Για αυτή τη χαράδρα έλεγαν πολλούς μύθους: για ένα τρομερό χταπόδι και για τέρατα με τρομερό στόμα που ζουν στα ανεξερεύνητα βάθη του κόλπου κοντά στα βράχια των Καρουλίων.
Άρχισα να προσεύχομαι δυνατά και απελευθερώθηκα από τους λογισμούς για τα θαλάσσια τέρατα. Ευτυχώς, ο κατήφορος δεν ήταν πολύ μεγάλος, τριάντα μέτρα περίπου. Σε λίγο στεκόμουν στο μονοπάτι που οδηγεί στο Μέσα Καρούλι. Πήρα την ανάσα μου. Το μονοπάτι ήταν μια μικρή προεξοχή κατά μήκος του γκρεμού, ένα στενό ύψωμα, γύρω στα πενήντα εκατοστά. Εκεί μπορούσε κανείς να σταθεί και με τα δύο του πόδια. Ήμουν καλυμμένος με κόκκινη σκόνη από τον βράχο, τα χέρια και τα γόνατά μου έτρεμαν.
Εάν περπατήσετε κατά μήκος του μονοπατιού, τότε θα συναντήσετε σκοτεινές τρύπες που οδηγούν στις σπηλιές. Οι ερημίτες Αγιορείτες κάποτε ασκήτευαν εκεί. Τώρα το Μέσα Καρούλι είναι άδειο. Οι σύγχρονοι μοναχοί δεν μπορούν να αντέξουν τα κατορθώματα των προγόνων τους, όπως και τα πνευματικά μωρά δεν μπορούν να αντέξουν τα έργα των ερημιτών οι οποίοι σκληραγωγήθηκαν στην πνευματική μάχη.
Κατά καιρούς έρχονται εδώ οι άνθρωποι που θέλουν να ελέγξουν την πνευματική τους δύναμη και να δοκιμάσουν τη ζωή των ερημιτών Καρουλιοτών. Έτσι συνάντησα έναν από αυτούς τους προσωρινούς κατοίκους του Μέσα Καρουλίου. Ήταν ένα αγόρι από τη Ρωσία που εισήχθη ως δόκιμος μοναχός με το όνομα Σέργιος. Εγκαταστάθηκε σε ένα από τα σπήλαια και χάρηκε που συνάντησε τον συμπατριώτη του, αν και δεν είπε τίποτα για τον εαυτό του.
Ούτε προσπάθησα να του κάνω ερωτήσεις: ένας άνθρωπος που ήρθε εδώ για να προσευχηθεί μόνος του δεν χρειαζόταν συντροφιά. Οι περισσότεροι έρχονται στο Καρούλι για έντονη προσευχή, για μετάνοια. Με είχαν προειδοποιήσει ότι δεν μπορούν όλοι να μπουν στο Μέσα Καρούλι: μόνο εκείνοι που είναι ευλογημένοι από την Υπεραγία Θεοτόκο.
Επομένως, δεν είχαμε μια μακρά συνομιλία, αν και ο Σέργιος μου έδειξε τη φιλοξενία και μου προσέφερε γεύμα. Αμέσως στην προεξοχή του βράχου έφτιαξε ζυμαρικά και έκανε τσάι. Μοιράστηκα μαζί του τον πόνο και τα συναισθήματά μου για το μοναστήρι μου και του είπα για την ευλογία να κάνω προσευχή στο Άγιον Όρος.
Μετά το γεύμα, ένοιωσα πολλή δύναμη και, καθισμένος στην προεξοχή του βράχου, κοίταξα έξω χαρωπά. Μου ήρθε ένας λογισμός ότι αυτά τα Καρούλια δεν είναι και τόσο τρομακτικά και θα μπορούσα να ζω και να προσεύχομαι εδώ. Αυτός ήταν ο λογισμός της υπερηφάνειας και, προφανώς, επειδή δεν τον έδιωξα αμέσως, ακολούθησε και ένας πειρασμός. Στο Άγιον Όρος, γενικά, οι πνευματικές αιτίες και οι επιπτώσεις είναι εξαιρετικά σύντομες.
Ξαφνικά ένοιωσα ότι κάποια δύναμη άρχισε να με κινεί προς την άβυσσο. Έμενε περίπου ένα μέτρο μέχρι την άβυσσο, όταν με έπιασε τρόμος: τώρα αυτή η δύναμη του κακού θα με σκουπίσει σαν ένα στίγμα σκόνης. Προσπαθούσα να κρατηθώ, αλλά η κίνησή μου προς την άβυσσο συνεχιζόταν: οι φυσικές δυνάμεις δεν μπορούν να αντισταθούν στον πνευματικό πειρασμό.
Άρχισα να λέω δυνατά την προσευχή του Ιησού και μόνο τότε ένοιωσα ότι η πίεση μειώθηκε και σταδιακά σταμάτησε. Ο δόκιμος μοναχός, ο οποίος δεν ήταν μακριά, αφού άκουσε την προσευχή μου, δεν με ρώτησε τίποτα, κουνώντας το κεφάλι του με κατανόηση. Προφανώς ήταν εξοικειωμένος με παρόμοιους πειρασμούς. Τότε συνειδητοποίησα ότι στα τρομερά Καρούλια δεν μπορούν όλοι να ζουν και να προσεύχονται, παρά μόνον ασκητές που διαθέτουν ταπεινότητα...
Όταν άρχισε να βραδιάζει, είπα αντίο στον Σέργιο, ο οποίος σε λίγες ώρες έγινε σχεδόν σαν συγγενής μου (αυτή είναι ιδιότητα του Αγίου Όρους). Έπρεπε να επιστρέψω στο Μέσα Καρούλι πριν σκοτεινιάσει. Δεν με κρατούσαν τα πόδια, όταν έφτασα στη σπηλιά των μοναχών, στους οποίους είχα αφήσει το σακίδιό μου και όλα τα πράγματά μου. Με συνάντησαν με χαρά.

 Σκήτη της Αγίας Άννης

Αποχαιρέτησα τους μοναχούς και, ανεβαίνοντας πιο ψηλά στα βουνά, βρήκα το μονοπάτι προς την σκήτη της Αγίας Άννης. Στα δεξιά του μονοπατιού βρίσκεται ένα βουνό και στα αριστερά υπάρχει μια απότομη κατάβαση, σχεδόν ένας γκρεμός, και ακανθώδεις θάμνοι. Ξαναθυμήθηκα το μονοπάτι προς το Μέσα Καρούλι και χαλάρωσα: ήταν σχετικά εύκολο να περπατήσω. Ονειρεύτηκα, θαυμάζοντας το πράσινο, ξέχασα την προσευχή και αμέσως σκόνταψα πάνω σε μια πέτρα. Μόλις απέφυγα να πέσω από ένα βράχο σε έναν ακανθώδη θάμνο. Με έσωσε το μπαστούνι που είχα: στα αγιορείτικα μονοπάτια συνήθως μετακινούνται με μπαστούνι. Συγκεντρώθηκα και συνέχισα να περπατάω προσευχόμενος, γιατί έτσι μόνο πρέπει να περπατάς στο Άγιον Όρος.
Ένα μεγάλο ιερό κειμήλιο φυλάσσεται στη σκήτη σε μία ασημένια λειψανοθήκη — το πάνσεπτο πέλμα της Αγίας Άννης. Έχοντας προσκυνήσει το ιερό λείψανο με προσευχή, ένοιωσα τόση αγάπη, παρηγοριά και εγκάρδια τρυφερότητα που, όταν επέστρεψα στη μονή μου, ήθελα να κάνω κάτι για τη Μητέρα της Υπεραγίας Θεοτόκου, να της κάνω κάποιο δώρο. Λίγα χρόνια αργότερα, αυτή η επιθυμία έγινε πραγματικότητα: χτίστηκε η σκήτη της Αγίας Άννης δίπλα στο μοναστήρι μας. Και οι ευεργέτες μας χάρισαν στη σκήτη ένα μικρό απότμημα των ιερών λειψάνων της Αγίας. Οι ιερές ακολουθίες και η καθημερινότητα της σκήτης πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις παραδόσεις του Αγίου Όρους. Έτσι έχουμε τώρα ένα κομμάτι του Αγίου Όρος και στο μοναστήρι του Ουράλ.

  Όλγα Ροζνιόβα
Μετάφραση 
Ελένη Ογκορόντνικ

Pravoslavie.ru

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 




1 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

Γέροντας Στεφάν Καρουλιώτης

 

 

 

 Αγιορείτες Γέροντες

Ναι… Εκεί, στο Άγιον Όρος, ασκητεύουν τέτοιοι γέροντες… Για μερικούς από αυτούς δεν γνωρίζει ούτε μία ψυχή… Το απολυτίκιο των Αγιορειτών Αγίων λέει: «ὑποδείξαντας ἐν τούτῳ τὸν βίον, Ἀγγέλων πολιτεύεσθαι»
Μου διηγήθηκαν πως στη δεκαετία του εβδομήντα μια ομάδα Ρώσων ιερέων ήρθε στο Άγιον Όρος. Σταμάτησαν στην Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Πήγανε για μια βόλτα στη γειτονιά και βρήκαν μία εγκαταλελειμμένη σκήτη. Αποφάσισαν να λειτουργήσουν εκεί την επόμενη μέρα. Ρωτήσανε τους Αθωνίτες αδελφούς για αυτή τη σκήτη, και έλαβαν την απάντηση ότι κανείς δεν είχε ζήσει εκεί για πολύ καιρό και δεν είχε λειτουργήσει..
Ξεκίνησαν τη Θεία Λειτουργία και ξαφνικά βλέπουν: ένας ηλικιωμένος μοναχός σέρνεται στον ναό. Είναι τόσο γέρος που δεν μπορεί ούτε ένα βήμα να κάνει, μπορούσε μόνο έρποντας να προχωρήσει. Ακόμα και οι παλαιότεροι μοναχοί της Ιεράς Μονής του Αγίου Παντελεήμονος δεν τον γνώριζαν. Προφανώς, ήταν ένας από τους μοναχούς που ασκήτευαν εκεί ακόμα πριν από την επανάσταση. Έφτασε και είπε πολύ σιγά:
- Η Παναγία δεν με εξαπάτησε: υποσχέθηκε ότι πριν από τον θάνατο θα κοινωνήσω.
Αφού κοινώνησε, πέθανε σχεδόν αμέσως στην εκκλησία. Πώς έζησε; Τί έφαγε? Μετάλαβε τα Τιμία Δώρα και πήγε στον Θεό και στην Υπεραγία Θεοτόκο, στους οποίους προσευχήθηκε όλη του τη ζωή.

 Γέρων Στεφάν

Ο Γέρων Στέφανος είχε σέρβικη καταγωγή και κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν αντιφασίστας και συμμετείχε στην Αντίσταση. Διηγήθηκε πως συνελήφθη και μαζί με άλλους αγωνιστές της Αντίστασης και ήθελαν να τον πυροβολήσουν. Τότε ο π. Στέφανος υποσχέθηκε στην Παναγία ότι, αν επιζήσει, θα φύγει ως μοναχός στο Άγιον Όρος. Όταν άρχισαν να πυροβολούν, κάποια αόρατη δύναμη σαν να τον έσπρωξε και άρχισε να τρέχει. Ένοιωθα πως οι σφαίρες του έκαψαν την πλάτη, τα χέρια, το μάγουλό του, χωρίς να τον βλάψουν. Και οι Γερμανοί δεν τον κυνηγούσαν, κάτι που ήταν θαύμα επίσης.
Μετά από τον πόλεμο, έλαβε μοναχική κουρά στο Άγιον Όρος και ασκήθηκε εκεί για σχεδόν πενήντα χρόνια. Ήξερε πολλές ξένες γλώσσες, έγραψε πνευματικά άρθρα, ομιλίες. Ο πατέρας Ηλίας είδε, πως ο Γέροντας δούλευε σε εξωτερικό χώρο και τα άσπρα περιστέρια πέταγαν και κάθονταν στους ώμους του, και όταν τελείωνε να γράφει, τα περιστέρια πέταγαν μακριά του.
Μια φορά ένας φίλος του π. Ηλία ήρθε από τη Ρωσία και τον πήγε στον Γέροντα Στέφανο για να πάρει ευλογία. Ο σχεδόν ογδοντάχρονος Γέροντας είχε μπλε μάτια σαν τον ουρανό, δεν έχει πλυθεί για πολλά χρόνια σύμφωνα με το έθιμο των μοναχών του Άθωνα, και δεν είχε καμμία δυσωδία. Έτρωγε λίγο, προτιμώντας ξηροφαγία: στις τσέπες του πάντα υπήρχε ξηρά τροφή, την οποία έτρωγε και παράλληλα τάιζε τα πουλιά.
Στο Ευαγγελισμό κατέβασε ένα δίχτυ από έναν βράχο στη θάλασσα και έλεγε: «Παναγία μου, δώσε μου ψαράκι». Το τραβούσε αμέσως, και πάντα υπήρχε ψάρι στο δίχτυ του.
Όταν έκαναν εργασίες επισκευής στο ερειπωμένο κελλί του, ένας φίλος του έφερε οικοδομικά υλικά. Αυτός ο φίλος είχε μια κόρη περίπου πέντε ετών, τη Δέσποινα. Και έτσι, όταν ο Γέροντας χρειαζόταν τη βοήθεια του φίλου του, έβγαινε στην παραλία και φώναζε δυνατά: «Δέσποινα, πες στον μπαμπά να έρθει σε μένα, τον χρειάζομαι!». Και το κορίτσι έτρεχε στον πατέρα της: «Μπαμπά, ο π. Στέφανος σε καλεί». Γιατί δεν υπέβαλε αυτό το αίτημα απευθείας στον φίλο του; Ίσως το παιδί που είχε αγνότητα μπορούσε να τον ακούσει καλύτερα, ποιός ξέρει ... Και έτσι, όταν ερχόταν ο φίλος του, τον ρωτούσε: «π. Στέφανε, με κάλεσες πραγματικά;». Και ο Γέροντας του απαντούσε: «Ναι, ζήτησα τη Δέσποινα να σου πει ότι σε περιμένω».
Τα τελευταία χρόνια συμπεριφερόταν από ταπείνωση σαν ανόητος, καλύπτοντας τα πνευματικά του χαρίσματα. Αν έρχονταν Ρώσοι προσκυνητές, ο Γέροντας Στεφάν τους τραγουδούσε τις «Νύχτες της Μόσχας». Μια φορά, βλέποντας πως τραγούδησε αυτό το κοσμικό τραγούδι, έβαλε τον βραστήρα στη φωτιά για να τους κεράσει τσάι, ένας φίλος του π. Ηλία δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας μεγάλος ασκητής.
Ο βραστήρας του ήταν παλιός, καπνισμένος και χωρίς λαβή. Και όταν έβρασε το νερό, ο π, Στέφανος τον πήρε με τα δύο του χέρια κατευθείαν από τη φωτιά και άρχισε να ρίχνει τσάι σε κούπες. Και οι δύο επισκέπτες τον κοίταξαν με τρόμο: ο βραστήρας ήταν πυρακτωμένος. Αλλά ο Γέροντας γέμισε με τσάι τις κούπες και δεν κάηκε καθόλου.
Ο π. Ηλίας μας είπε ότι όταν η Αμερική βομβάρδισε την Σερβία, ο Γέροντας Στέφανος προσευχήθηκε θερμά και έκανε την πνευματική του συμβολή στην υπεράσπιση της πατρίδας μέσω της προσευχής. Η θλίψη των ανθρώπων τού μεταδιδόταν τόσο πολύ, που βίωσε τον εντονότερο πνευματικό πόνο. Εκείνο τον καιρό, κάηκε το κελλί του.
Υπήρχε ένας πνευματικός λόγος για αυτό; Μπορούμε να το μαντέψουμε μόνο. Και όταν μετακόμισε στη σπηλιά, συνεχίζοντας να προσεύχεται για τους συμπατριώτες του που πέθαιναν στη φλόγα των εκρήξεων, το σπήλαιό του έπιασε επίσης φωτιά.

Ο Γέροντας Στέφανος πέθανε στη Σερβία. Πριν από την κοίμησή του, επέστρεψε στην πατρίδα του, στο μοναστήρι, η Γερόντισσα του οποίου ήταν συγγενής του, και αναπαύτηκε την ημέρα, όταν η Αγία μας Εκκλησία γιορτάζει τα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου στον Ναό. Αυτή, στην Οποία έκανε προσευχή για τόσα χρόνια δέχτηκε την ψυχή του.

 Βότσαλο από τη σπηλιά

Το καμένο κελλί του Γέροντος Στεφάνου προστέθηκε στη σπηλιά, όπου κάποτε ζούσε ο Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος (Σαχάρωφ). Και όταν πήγα στο Άγιον Όρος, μια καλόγρια, που έχει μεγάλη ευλάβεια προς τον Άγιο Σιλουανό και τον Άγιο Σωφρόνιο, μου ζήτησε να της φέρω τουλάχιστον ένα βότσαλο από την σπηλιά του. Δεν ήξερα που ήταν αυτή η σπηλιά. Τότε αυτό το αίτημα ήταν για μένα ισοδύναμο με το να μου ζητήσει ένα βότσαλο από τον Άρη. Και έτσι πήγα σε εκείνη την σπηλιά. Από τους βράχους της οροφής έσταζε νερό. Πήρα ένα βότσαλο από το έδαφος και συνειδητοποίησα ότι μόλις εκπλήρωσα το αίτημα της καλόγριας.

 Θερμή υποδοχή

Ο ιερομόναχος Ηλίας με κάλεσε να περάσω μια νύχτα στο κελλί τους. Μου έδωσαν μια θέση κοντά στην είσοδο, μου πρόσφεραν μια παλιά κουβέρτα και ακόμη ένα παλιό σκισμένο μαξιλάρι.
Ήμουν πολύ κουρασμένος και χάρηκα πολύ με ένα τόσο φιλόξενο καλωσόρισμα. Η νύχτα πλησίαζε και εμείς, αφού προσευχηθήκαμε, ξεκινήσαμε να προετοιμαζόμαστε για ύπνο. Ξάπλωσα να κοιμηθώ με τα πόδια μου βαθιά μέσα στη σπηλιά, και το κεφάλι μου προς την είσοδο, έτσι ώστε είδα τον έναστρο ουρανό. Σκέφτηκα ότι μια τόσο ρομαντική διανυκτέρευση θυμίζει τις εκδρομές στο δάσος που έκανα με τους φίλους στα παιδικά μου χρόνια. Αλλά σύντομα έγινε σαφές ότι η διαμονή για τη νύχτα στο Άγιον Όρος δεν είχε καμμία σχέση με τις παιδικές πεζοπορίες. Έχω ακούσει πολλά για τους αγιορείτικους τρόμους, και εδώ, στα Καρούλια, τους έχω βιώσει.
Τη νύχτα, ξεκίνησε μια καταιγίδα, φυσούσε πολύ. Πάνω, από τους βράχους έπεφταν οι πέτρες, τα ραβδιά, η θάλασσα οργιζόταν. Ήθελα πραγματικά να κοιμηθώ, αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ ήσυχα: ένοιωθα τις σταγόνες των κυμάτων να πέφτουν στο κεφάλι και τους ώμους μου και τραβούσα την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι μου να σκεπαστώ.
Ενώ ξεκίνησαν οι εφιάλτες: μου έρχονταν λογισμοί ότι οι μοναχοί συνωμότησαν εναντίον μου, ότι επρόκειτο να με σκοτώσουν, να με ρίξουν από το βράχο. Συνειδητοποίησα ότι αυτό ήταν μόνο ένα κακό όνειρο, αλλά η συνείδησή μου ξέφευγε από τον έλεγχο του μυαλού μου, και πάλι οι εχθροί μου με κυνηγούσαν. Μέσα από ένα όνειρο, άκουσα πως ένας από τους μοναχούς πέρασε μέχρι την έξοδο από τη σπηλιά και δεν επέστρεψε, και οι φόβοι συσσωρεύονταν ξανά: μου φαινόταν ότι αυτή ήταν μια συνωμοσία εναντίον μου. Έτρεμα και ένοιωθα τα δόντια μου να χτυπάνε.
Το εφιαλτικό παραλήρημα που με βασάνισε όλη τη νύχτα τελείωσε το πρωί με την ανατολή του ηλίου. Αποδείχθηκε ότι ο μοναχός που είχε βγει από τη σπηλιά είχε πονόδοντο όλη τη νύχτα, δεν μπορούσε να κοιμηθεί και περιπλανήθηκε γύρω από τη σπηλιά. Το πρωί πήγε στο νοσοκομείο.
Ο δεύτερος μοναχός μού πρότεινε να με συνοδεύσει...
Στον δρόμο, είπε πως ήρθαν τέσσερις προσκυνητές που αποφάσισαν να περπατήσουν μέχρι το Μέσα Καρούλι. Πέρασαν τη νύχτα, όπως και εγώ, στη σπηλιά. Ένας από αυτούς έλεγε όλο το βράδυ ότι ήταν ορειβάτης και ο επερχόμενος δρόμος δεν τον φοβόταν καθόλου: θα περνούσε από μόνος του και θα βοηθούσε τους φίλους του. Αλλά όταν το επόμενο πρωί ξεκίνησαν την κατάβαση προς το μονοπάτι που οδηγούσε στο Μέσα Καρούλι, ο ορειβάτης έχασε την αποφασιστικότητά του και αρνήθηκε κατηγορηματικά να συνεχίσει το ταξίδι. Οι φίλοι του γύρισαν πίσω μαζί του. Προφανώς, οι λόγοι για τον φόβο του ήταν περισσότερο πνευματικοί παρά φυσικοί. Αν και ο κατήφορος μπορεί πραγματικά να τρομάξει ακόμη και τους γενναίους ...

Όλγα Ροζνιόβα
Μετάφραση 
Ελένη Ογκορόντνικ

Pravoslavie.ru

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

1 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

 

Το μακρινό Άγιον Όρος… Δεν θα σε δω ποτέ: τα μυστηριώδη βουνά σου και τα λιτά μοναστήρια σου, τα απομονωμένα κελλιά και τις καλύβες, τα βραχώδη μονοπάτια των Καρουλιών και τις κορυφές των Κατουνακίων, δεν θα κατέβω ποτέ στα μπλε κύματα του Αιγαίου, δεν θα ξυπνήσω στο αρχονταρίκι από τον ήχο του σήμαντρου. Αυτό είναι ένα ιδιαίτερο μέρος — αν και οι άνθρωποι δεν γεννιούνται εκεί, αλλά εκεί ζουν, εκεί προσεύχονται και εκεί πεθαίνουν για να μπουν στη Βασιλεία των Ουρανών. Αν και ζουν στο σώμα, ζουν μια μοναστική ζωή των Αγγέλων. Και το ίδιο το Άγιον Όρος βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον Ουρανό παρά στη γη.
Η μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους είναι απρόσιτη για τις γυναίκες. Αλλά μπορώ να ακούσω διηγήματα για το Άγιον Όρος από τον πρώτο μου πνευματικό πατέρα — Ηγούμενο Σαββάτιο.
Το γεύμα στο μοναστήρι τελείωσε, διαβάστηκαν οι ευχές. Οι αδελφές κάθισαν ξανά και περιμένουν με “κομμένη” ανάσα. Ο πατήρ Σαββάτιος κοιτάζει με προσοχή τα πνευματικά του τέκνα:
– Λοιπόν, μπορείτε να κάνετε ερωτήσεις...
Απαντά σε πολλές ερωτήσεις και μετά μας λέει:
– Στο Άγιον Όρος, όπως γνωρίζετε, έχω πάει επτά φορές, έζησα και δούλευα εκεί κάθε φορά για αρκετές εβδομάδες. Τι είναι το Άγιον Όρος για μένα; Είναι δύσκολο να απαντήσω μονοσύλλαχτα... Το Άγιον Όρος είναι ένα πνευματικό σχολείο, ένα σκληρό σχολείο... Δεν θα μπορούσα να ζήσω εκεί για πολύ καιρό: αυτό δεν είναι το μέτρο μου. Είμαι πνευματικά αδύναμος... Το να ζεις στο Άγιον Όρος είναι γενικά ένα κατόρθωμα. Το Άγιον Όρος δεν είναι ένα θέρετρο, το Άγιον Όρος είναι ένα πνευματικό νοσοκομείο.
Όλα μπαίνουν στη θέση τους εκεί. Γίνεται πνευματικό τράνταγμα! Χάνεις την υπερηφάνεια σου και αισθάνεσαι σαν ένας οδοιπόρος του Θεού.
Το Άγιον Όρος μας σωφρονίζει, ώστε αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε πως πρέπει να ζούμε και τι πρέπει να κάνουμε.
Ποιός επωφελείται από την επίσκεψη στο Άγιον Όρος περισσότερο; Οι ιερείς και οι μοναχοί, πρώτα απ 'όλα... Αποκτάνε εκεί την πνευματική φόρτιση για το ποιμενικό έργο τους. Είναι βεβαίως καλό και για τους λαϊκούς... Αυτός που θα του ανοίξει τον δρόμο η Μητέρα του Θεού, θα έχει και την πνευματική ωφέλεια... Εάν δεν υπάρχει θέλημα της Υπεραγίας Θεοτόκου, τότε κανείς δεν θα μπορεί να φτάσει εκεί.
Μερικές φορές βλέπεις κάποιον απλό ιερέα του χωριού, ο οποίος έχει άχυρο στη γενειάδα, αφού εργάζεται όλη την ημέρα στο χωράφι με το παλιό ράσο του, αλλά του αρκεί να κάνει μία προσευχή στην Βασίλισσα των Ουρανών: «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθησέ με να φτάσω στο Άγιον Όρος» - και να το! σε ένα μήνα βρίσκεται ήδη εκεί.
Επομένως, όταν με ρωτούν τι πρέπει να κάνεις για να φτάσεις στο Άγιον Όρος, απαντώ: «Κάνε προσευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο».

 Η πρώτη μου νύχτα στο Άγιον Όρος

Την πρώτη φορά ήρθα στο Άγιον Όρος το 2000. Εκείνη την εποχή με πείραζε ο λογισμός αν είναι καλά που είμαι πνευματικός και κτήτορας μιας γυναικείας μονής.
Παρόλο που το μοναστήρι χτίστηκε με την ευλογία του πνευματικού μου πατέρα, του Αρχιμανδρίτη Ιωάννη (Krestyankin), παρόλο που την ίδρυσή του προέβλεψε ο Γέρων Νικόλαος (Ragozin) Ραγκόζιν, με βασάνιζαν κάποιοι λογισμοί: «Τί κάνω εδώ στη Miteinaya Gora; Μήπως αυτό το μέρος είναι κατάλληλο για μένα; Ίσως, θα έπρεπε να αφήσω τα πάντα: αυτό το γυναικείο μοναστήρι, τις αδελφές, όλες αυτές τις γιαγιάδες, και να πάω στο Άγιον Όρος; Να κάνω άσκηση εκεί... Ή απλώς να πάω σε κάποιο ανδρικό μοναστήρι;».
Και να το: η πρώτη νύχτα στο Άγιον Όρος... Στέκομαι στην εκκλησία. Είναι τρεις το πρωί. Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ, πέρασα περισσότερο από μια μέρα χωρίς ύπνο... Δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα στην εκκλησία, κεριά καίγονται, η προσευχή ρέει. Δεν έχει αέρα, ζαλίζομαι. Βγήκα στον νάρθηκα, κάθισα στον πάγκο. Εκεί είχε περισσότερη δροσιά, η ροή φρέσκου αέρα και άκουγα καλά την ακολουθία στον ναό. Έκλεισα τα μάτια μου και άρχισα να προσεύχομαι.
Ξαφνικά άκουσα τα βήματα κάποιου γέροντα. Ήταν ένας καλόγερος, καμπούρης, περπατούσε με δυσκολία. Ήρθε πιο κοντά, κάθισε στη γωνία του νάρθηκα σε ένα πέτρινο κάθισμα. Δεν τον έβλεπα καλά, μόνο μπορούσα να παρατηρήσω που είχε μια άσπρη γενειάδα και πολύ λαμπρό πρόσωπο. Έκανε τον σταυρό του και με ρώτησε ήσυχα:
– Ποιός είσαι;
– Ιερομόναχος, του απαντώ.
– Πού λειτουργείς και πόσο;
– Σε ένα μοναστήρι, εδώ και δεκατρία χρόνια.
Αυτός μιλούσε με πολύ ένταση σαν αυτός που έχει δύναμη. Και έχασα την ανάσα μου, όταν συνειδητοποίησα ότι αυτή την πρώτη νύχτα στο Άγιον Όρος, θα ελάμβανα την απάντηση στην ερώτησή μου για την οποία προσευχόμουν για πολύ καιρό πριν από το ταξίδι: να μου φανερώσει ο Κύριος και η Υπεραγία Θεοτόκος το θέλημα του Θεού για την περαιτέρω ζωή μου.
Και ο μεγαλόσχημος μοναχός μού είπε, σαν να ήξερε τους λογισμούς μου και τον πειρασμό μου να φύγω από το γυναικείο μοναστήρι. Είπε σύντομα και πολύ απλά:
– Να μείνεις εκεί, όπου ζεις τώρα. Μην πας πουθενά. Εκεί πρέπει και να πεθάνεις. Θα κουβαλάς τον σταυρό σου μέχρι το τέλος και θα σωθείς.
Σιωπηλά σηκώθηκε και έφυγε αργά, σέρνοντας τα πόδια του με γέρικα βήματα. Και εγώ καθόμουν και σκεφτόμουν ότι δεν τον είχα ρωτήσει τίποτα, ούτε είχα προσπαθήσει να ξεκινήσω μαζί του μια συνομιλία. Έτσι, την πρώτη ημέρα της παραμονής μου στο Άγιον Όρος, ο Κύριος μού έδειξε το θέλημά Του.

Όλγα Ροζνιόβα
Μετάφραση 
Ελένη Ογκορόντνικ

Pravoslavie.ru

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

22 Μαρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Γέροντας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης

Διήγηση του Μητροπολίτη Κινσάσα
κ. Νικηφόρου

 

 

Είχαμε πανηγύρι στο κελλί, ήταν η πανήγυρη των Αγίων Διονυσίου και Μητροφάνους, και είχα το διακόνημα του τραπεζάρη και ετοίμασα την τράπεζα.
Κάποια στιγμή βλέπω, ότι όλα τα ψωμιά τα οποία υπήρχαν ήταν μόνο τρία. Τότε δεν είχα προβλέψει ότι έπρεπε να ’χουμε περισσότερα ψωμιά. Ήταν δικό μου φταίξιμο, δεν είχα ενημερώσει τον Γέροντα ότι είναι λίγα τα ψωμιά και πώς θα βγάλουμε την πανήγυρη; Τότε μ’ έπιασε κρύος ιδρώτας. Τώρα τί θα κάνουμε;
Ο κόσμος μαζευόταν, τα ψωμιά σε καμμιά περίπτωση δεν θα έφταναν. Πήγα αρκετά τρομαγμένος στον Γέροντα (τον γνωστό Υμνογράφο, π. Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη) και του λέω:
– Ευλόγησον, Γέροντα, δεν προέβλεψα, μόνο τρία ψωμιά έχουν μείνει, τί θα κάνουμε;
Να ζυμώσουνε δεν γινόταν, από τη Δάφνη δεν ερχόταν κανένας εκείνη την ώρα να μας φέρει ψωμιά. Έτσι θα μέναμε χωρίς ψωμιά και ο κόσμος μαζευότανε.
Εκείνος όμως με χτύπησε στην πλάτη και με ήρεμο ύφος μου είπε:
– Πήγαινε παιδί μου και συνέχισε το διακόνημά σου. Θα φροντίσει ο Θεός και οι Άγιοί μας.
Έφυγα, συνέχισα το διακόνημα, ξεχάστηκα εκεί κόβοντας ψωμί, χωρίς πλέον να υπολογίζω.
Αφού τελείωσε η πανήγυρη, βλέπω εκεί που είχα τα ψωμιά, ότι είχαν περισσέψει τρία ψωμιά και είχαν φάει πολύ, γιατί ήταν αρκετός ο κόσμος σε ’κείνη την πανήγυρη.

Από την έκδοση «Σύγχρονες Οσιακές Μορφές»
Έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας

pemptousia.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

21 Μαρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 Εμπειρίες από το Άγιον Όρος - Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος

 


Όταν ήμουν στο Άγιον Όρος κάναμε ένα διάστημα στην Καψάλα, στην έρημο της Καψάλας - είναι περιοχή μεταξύ Καρυών, Παντοκράτορος και Σταυρονικήτα• μια αγιασμένη περιοχή, έρημος, πανέμορφη, τότε στην εποχή μου ακόμα πιο γραφική, χωρίς δρόμους, χωρίς τίποτα.
Γεμάτη γεροντάκια, ερημίτες. Ήμασταν εκεί πάμφτωχοι, δεν μας ήξερε κανένας, ούτε κι εμείς ξέραμε κανέναν. Αφού να σκεφτείτε μια φορά πήγα στη Δάφνη να πάρω κάποια γράμματα κι ήρθε ο πρόεδρος της Δημοκρατίας της Ελλάδος, κι είδαμε αστυνομίες, στρατό και μου λέει ένα γεροντάκι «πήγαινε, διάκο, ρώτα γιατί είναι αυτή όλη η αστυνομία εδώ». Λέω, «να πάω». Πάω και λέω «γιατί είναι η αστυνομία εδώ;».
Λέει
«θα ’ρθει ο Σαρτζετάκης». Λέω, «ποιός είν’ αυτός;»! Λέω, «παππού, παππούλη, θα ’ρθει ο Σαρτζετάκης!». «Ποιός είν’ αυτός;» μου λέει. Λέω, «πού ξέρω κι εγώ;». Μου λέει, «πήγαινε ξαναρώτα». Πάω να ξαναρωτήσω τον αστυνομικό, μόνο που δεν με συνέλαβε! Λέω, «συγγνώμη, ποιός είναι ο Σαρτζετάκης;». Μου λέει, «τρελλός είσαι;». Τίποτα, ιδέα δεν είχαμε!
Τέλος πάντων, κατά διαστήματα, όταν είχαμε κάποια πράγματα στον κήπο μας, λαχανικά ή κάποια άλλα τρόφιμα, ο γέροντας ετοίμαζε κάποιες σακουλίτσες με διάφορα πράγματα και τα παίρναμε στα γεροντάκια.
Ένα γεροντάκι απέναντί μου, μέσα σε μια χαράδρα, μέσα σε μια καλύβα, μόνος του, ο Σέργιος, τον έβλεπα κάθε βράδυ από το κελλί μου που άναβε το καντηλάκι του με το καντηλοκέρι τη νύχτα, θεοσκότεινα, αλλά φαινόταν το κερί του, πήγα να του πάρω τρόφιμα. Μόνος του, γεροντάκι, πανέρημος ο τόπος, το καλύβι του μισογκρεμισμένο, πήγα να του πάρω τρόφιμα. Του λέω, «γέροντα, μ’ έστειλε ο γέροντας ο δικός μου να σου φέρω αυτά τα πράγματα». Ήταν μια σακούλα με πολλά πράγματα.
«Αχ, ευχαριστώ πάρα πολύ»! Λέει, «να πάρω ό,τι μου χρειάζεται…». Επήρε λίγο ψωμί, ένα μαρούλι, δυο-τρία πράματα, μου λέει, «φτάνουν αυτά για σήμερα»! Του λέω, «πάρε και τα υπόλοιπα. Για σένα τα’ φερα!». «Όχι, δεν τα θέλω, δεν μου χρειάζονται! Φτάνουν αυτά για σήμερα!» Του λέω, «πάρε να’ χεις και για αύριο»! Μου λέει, «αύριο έχει ο Θεός!». Λέω, «πάρε γέροντα, έχει ο Θεός, αλλά αφού ο Θεός σού τα’ στειλε!». «Ναι», λέει, «αλλά ο Θεός είπε τον άρτον ημών τον επιούσιον• δεν είπε και τον αυριανόν! Μου φτάνει ο σημερινός άρτος. Αύριο έχει ο Θεός». Του λέω, «πόσα χρόνια έχεις εδώ. Μου λέει, «πενήντα έξι».
Πενήντα έξι (56) χρόνια ζούσε σ’ αυτό το καλυβάκι, έχοντας μόνο τον άρτον τον επιούσιον. Κι ο Θεός είχε γι’ αυτόν πάντοτε τον αυριανόν άρτον! Ουδέποτε αισθάνθηκε ο άνθρωπος αυτός αυτή την αγωνία. Μα τί μου λες τώρα, μέσα σ’ αυτή την έρημο, πώς θα βρεθεί ο αυριανός άρτος; Καμμιά μέριμνα περί τούτου!
Μια άλλη φορά στα Καρούλια, πήγα να επισκεφθώ εκεί τους πατέρες, όταν ήμασταν στη Νέα Σκήτη, είχε έναν Σέρβο, τον παπα-Στέφανο, ο οποίος έμενε στα Καρούλια. Του λέω, «γέροντα, δεν φοβήθηκες να’ ρθεις εδώ, μέσα σ’ αυτά τα σπήλαια που κατεβαίνεις με αλυσίδες;». Μου λέει, «φοβήθηκα πάρα πολύ! Και την πρώτη μέρα που ήρθα είπα «τι έκανα κι ήρθα εδώ»! Όταν κατέβηκα εκείνο τον κατήφορο όλο κι εκείνους τους γκρεμούς όλους κι είχα μαζί μου ένα ψωμί και μια σακουλίτσα με ελιές, είπα «εντάξει, θα φάω το ψωμί σήμερα κι αύριο και μεθαύριο. Μετά;». Και μ’ έπιασε μεγάλη δειλία όταν είδα ότι δεν είχα τίποτε γύρω μου! Κατακόρυφα κάτω η θάλασσα κι εγώ μόνος μου εδώ!». «Κι έχω, μου λέει, εικοσιπέντε χρόνια που είμαι εδώ στην έρημο κι ο Θεός δεν με άφησε ποτέ! Και έχω ακόμα από το ψωμί εκείνο! Το φυλάω! Όχι μόνο δεν πρόλαβα να το φάω, έμεινε εκεί και δεν χάλασε κιόλας».
Βλέπει κανείς πως ο Θεός προνοεί τον ταπεινό άνθρωπο, ο οποίος έμαθε αυτό το μεγάλο πράγμα, να τ’ αφήνει στα χέρια του Θεού• όλα! Αλλά έμαθε ότι όποιος τ’ αφήνει στα χέρια του Θεού, ο Θεός δεν μένει αδρανής, ο Θεός αναλαμβάνει την ευθύνη πλέον.
Και τα έργα του Θεού είναι πολύ σημαντικότερα και πολύ σπουδαιότερα από τα δικά μας έργα.
Εσύ κάμε αυτό που μπορείς• κάμε ό,τι μπορείς, χωρίς ν’ αγχώνεσαι, χωρίς ν’ αγωνιάς, χωρίς να ταλαιπωρείσαι. Αφού κάνεις αυτό που μπορείς και η συνείδησή σου σού καταμαρτυρεί ότι «έκανα ότι μπορούσα, μέχρις εδώ! Από ‘δώ και κάτω δεν μπορώ να κάνω τίποτα!». Τότε παραδίδεις το θέμα, το πρόβλημα, το παιδί σου, την υγεία σου, τα οικονομικά σου, ό,τι έχεις που σε βαραίνει το παραδίδεις στα χέρια του Θεού. Και τότε πράγματι, εκεί ο Θεός εμφανίζεται!
Κι αν ακόμα αργήσουν να γίνουν τα πράγματα, όπως πιθανόν πρέπει να γίνουν, κι αν ακόμα φανεί ότι ο Θεός σιωπά και δεν ενεργεί και παραμείνει ο άνθρωπος μέσα στην εμπιστοσύνη του Θεού, τότε ο Θεός αποκαλύπτει πράγματι με θαυμαστό τρόπο τον εαυτό Του.
Κανένας, λέγει η Γραφή, κανένας δεν ήλπισε επί Κύριον και καταισχύνθηκε. Λέει ο Δαϋίδ έναν ωραίο λόγο: «Εμβλέψετε, κοιτάξετε στις αρχαίες γενεές, βρέστε μου έναν άνθρωπο ο οποίος ήλπισε επί Κύριον και εντράπηκε. Ένας άνθρωπος να βρεθεί που να πει ότι εγώ, είχα την ελπίδα μου στον Χριστό κι ο Χριστός δεν ανταποκρίθηκε. Δεν με βοήθησε. Μ’ εγκατέλειψε!» Κανένας!
Βέβαια θα μου πεις ότι μπορεί να μην έγινε αυτό που ήθελα, μπορεί να μην έγινε αυτό που εγώ ζητούσα… Εάν όμως έχεις εμπιστοσύνη στον Θεό, θα δεις πως τελικά αυτό που έγινε, αυτό ήταν το καλύτερο.

isagiastriados.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης