Η Πλατυτέρα των Ουρανών

9 Ιουν. 2022

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Όσιος Εφραίμ Κατουνακιώτης

 

 ~ Ο αββάς μου ο καλός, η πληγωμένη μου ψυχούλα, ο ταλαιπωρημένος καλογεράκος, ο π. Προκόπιος ήταν και στην αρρώστια και στα γηρατειά διακριτικός και βολικός. Δεν πρόλαβα να τον διακονήσω και έφυγε, πέταξε για τον ουρανό το 1968. Την ευχή τους να έχουμε. Ο Θεός να τους αναπαύσει στο έλεός Του και να τους έχει στα δεξιά Του.
Πάντως, όταν έφυγαν τα γεροντάκια, κατάλαβα τον π. Γεδεών. Τότες είχε κοιμηθεί ο γέροντάς του και είχε μείνει μόνος. Ο π. Γεδεών άνθρωπος διακριτικός, να πούμε, καλλιεργημένος, λεπτή ψυχή, δεν ενοχλούσε ποτέ. Ένα απόγευμα βγαίνει έξω, εκεί που είναι το καλύβι τους και αρχίζει να φωνάζει. Βγαίνω και εγώ να δω τι συμβαίνει.
- «Ευλόγησον. Τί θέλεις; Είσαι καλά;» του φωνάζω.
- «Συγχώρα με, παπά μου. Καλά είμαι. Όσο γι’ αυτό που θέλω θα το καταλάβεις και εσύ αργότερα».
Το κατάλαβα, όταν έμεινα και εγώ μόνος μου. Τί ήθελε η ψυχούλα; Να ακούσει μία ανθρώπινη φωνή. Βλέπεις, παιδί μου, ο άνθρωπος είναι από την φύση του, τρόπον τινά, κοινωνικός. Έτσι τον έφτιαξε ο Δημιουργός του. Εδώ στην έρημο, άμα δεν γεμίσεις με προσευχή τον χρόνο σου, μπορεί να τρελλαθείς. Τί είναι η προσευχή; Κοινωνία είναι. Δεν είναι; Βάλε, λοιπόν, μέσα στη μοναξιά κοινωνία για να την αντιμετωπίσεις. Έμεινα και εγώ μόνος, όταν εκοιμήθησαν οι παππούδες. Όμως ο Θεός δεν αφήνει. Είδε τον αμαρτωλό παπά Εφραίμ και είπε: «οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον». Έτσι πήρε τα γεροντάκια και μου έστειλε τα αγγελουδάκια μου, τα παιδάκια μου. Ήμουν εγώ άξιος να έχω τέτοια παιδάκια; Ήμουν άξιος…;

Απόσπασματα απ' το βιβλίο του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου
Έλα Φώς - Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ Κατουνακιώτη

thesvitis.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

2 Ιουν. 2022

| Ιστολόγιο |


 

 

 

~ Να σας πω ένα γεγονός, για να δείτε τι βάρος μπορεί να σηκώσει η υπακοή. Μου το είπε ο π. Χαράλαμπος ο υποτακτικός του γέρο Ιωσήφ, που έγινε μετά ηγούμενος στου Διονυσίου το μοναστήρι. Μία μέρα είχαν εργασίες οικοδομικές και δούλευαν ώρες ολόκληρες.
Ήταν δύσκολα τότες τα πράγματα. Όλα στην πλάτη τα κουβαλούσαν.
Κάποια στιγμή ακούστηκε η κόρνα από το καΐκι στον αρσανά. Έδινε έτσι σήμα ότι έχουμε πράγματα. Ο γέροντας κατέβασε το κεφαλάκι του. Ήξερε ότι τους είχαν στείλει ένα βαρέλι λάδι. Δυσκολεύτηκε. Σε ποιόν να πει να το ανεβάσει, που ήταν όλοι σκοτωμένοι από το διακόνημα; Βλέπει ο παπά Χαραλάμπης τον γέροντα και τρέχει.

- «Τί έχεις γέροντα;».
- «Τί να έχω! Βρήκε την ώρα ο ευλογημένος να φέρει το λάδι; Ντρέπομαι, τέκνον. Είστε όλοι πεθαμένοι από τη δουλειά. Ποιός να σηκώσει τέτοια ώρα τόσες οκάδες;».
- «Γι’ αυτό στεναχωριέσαι, γέροντα; Δώσε μου την ευχή σου και έφυγα».
- «Τί λες, παιδί μου; Αυτό είναι ασήκωτο. Δεν θα τα καταφέρεις».
- «Δώσε μου ευχή γέροντα, να φύγω».
- «Την ευχή της Παναγίας, τέκνον. Την ευχή της Παναγίας μας και την δική μου. Αφού το επιθυμεί η ψυχή σου, πήγαινε».
Είδες; Ψυχή θέλει η υπακοή. Ψυχή και ευχή.

Παίρνει, λοιπόν, ένα σχοινί ο π. Χαραλάμπης και τρέχει στον αρσανά. Γονατίζει, δένει το βαρέλι στην πλάτη. Κάνει να σηκωθεί, τα γόνατα λύγισαν. Που να περπατήσει! Σαν μεθυσμένος - να πούμε - πήγαινε, μια από εδώ και μια από εκεί. Λέει με τον λογισμό:
-
«Δεν τα παρατάω. Αφού μου έδωσε ευχή ο γέροντας, δεν τα παρατάω μέχρις να πέσω κάτω».
Κοίταξε τώρα. Ο καλός λογισμός σε συνδέει, τρόπον τινά, με την προσευχή. Ο κακός λογισμός, σε απομακρύνει από την προσευχή.
Αφού αυτά σκεφτόταν, λέει:
«Παναγία μου, δι’ ευχών του γέροντά μου, βοήθησέ με».
Εεε, τι ήταν να το πει! Κάθε βήμα και πιο ελαφρύ γινόταν το βαρέλι, μέχρι που έφτασε να μην το νοιώθει καθόλου στην πλάτη του. Αισθανόταν, βρε παιδί μου, ότι κάποιος βοηθούσε, ότι κάποιος σήκωνε το βάρος, ότι κάποιος τον έσπρωχνε ελαφρά. Από τον αρσανά μέχρι τα καλυβάκια είναι, με το μουλάρι, όχι με τα πόδια, δύο ολόκληρες ώρες. Εκείνος, ο ευλογημένος, λιγότερο από μία ώρα έκανε. Μόλις έφτασε πάνω, βάζει μετάνοια στον μακαρίτη τον γέροντα και του λέει τα καθέκαστα:
- «Γέροντα, το και το….».
Ο γέροντας με δάκρυα στα μάτια του είπε:
«Τέκνον γλυκύτατο, σπλάχνο της ψυχής μου. Από την ώρα που έφυγες έκανα κομποσχοίνι. Εσύ ήσουν στην υπακοή και εγώ στην προσευχή. Πώς να μη σηκώσει το βάρος ο Θεός;».
Αυτή είναι η αλήθεια. Εσύ μόνο υπακοή κάνεις και ο Χριστός σηκώνει το βάρος σου. Έτσι γίνεται και το φορτίο σου ελαφρύ.

Αποσπάσματα από το βιβλίο του π. Σπυρίδωνος Βασιλάκου
''
Έλα Φώς'', Συνάντηση με τον Όσιο Εφραίμ Κατουνακιώτη

thesvitis.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης