Η Πλατυτέρα των Ουρανών

6 Ιουν. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 


Αφηγείται ο Γέρων Μάρκελος
:

Να σάς πω μίαν ιστορία τους: Ήταν ένας δόκιμος, Ιωάννης το όνομά του, τον οποίον είχε υποτακτικό ένας Γέροντας πολύ σκληρός. Ό Ιωάννης δεν αναπαυόταν κοντά του, γιατί δεν τον βοηθούσε πνευματικά να βρει τη νοερά προσευχή, τον δυσκόλευε στην άσκηση κλπ. Πήγε λοιπόν ό Ιωάννης -επειδή ήτο φιλότιμο παιδί και ήθελε να προκόψει στην αρετή- κι έκανε Πνευματικό έναν άλλο Γέροντα στα Καυσοκαλύβια. Αυτός τον συμβούλευσε να σηκώνεται τη νύκτα, την ώρα πού κοιμόταν ό Γέροντάς του και να κάνει τότε τα πνευματικά του καθήκοντα, τον αγώνα του. Πράγματι ό Ιωάννης σηκωνόταν τη νύκτα και αγωνιζόταν κρυφά. Όμως ό Γέροντάς του τον πήρε είδηση και τον μάλωσε, γιατί κάνει άλλα από αυτά πού τον πρόσταξε αυτός. Τί να κάνει ό Ιωάννης, αποφάσισε να σηκώνεται να φεύγει τις νύκτες για να μη τον παίρνει είδηση ό Γέροντας.
Σηκωνόταν λοιπόν μόλις κοιμόταν ό Γέροντάς του και πήγαινε στο Κυριακό της σκήτης κι εκεί έξω από τον νάρθηκα έκανε μετάνοιες, προσευχές, αγρυπνούσε με άσκηση και κόπο πολύ. Μία βραδιά εκεί πού προσευχόταν, βλέπει να έρχεται ένας από αυτούς τούς γυμνούς ασκητές, αρκετά ηλικιωμένος. Πλησιάζει ό ασπρομάλλης αυτός Γέροντας χωρίς να δει τον Ιωάννη -γιατί ήτο σκοτάδι- στέκεται μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας, την σταυρώνει και ή πόρτα ανοίγει! Μπαίνει, προχωρεί στο κέντρο του ναού, πέφτει στα γόνατα, σηκώνει τα χέρια προς τον ουρανό και αρχίζει να προσεύχεται μεγαλοφώνως.
Προσευχόταν ώρα πολλή. Όταν τελείωσε, βγαίνει έξω, σταυρώνει πάλι την πόρτα και ή πόρτα κλείνει! Σαν να μην είχε μπει και να μη βγήκε κανείς… Ξεκινά και παίρνει τον δρόμο ανηφορικά, να πάει στην κορυφή του Άθωνος. Μόλις είδε όλα αυτά ό Ιωάννης, λέει συγκλονισμένος μέσα του: Να, αυτός είναι Γέροντας για μένα. Αυτόν θα επακολουθήσω. Τον παίρνει λοιπόν κατά πόδα. Μπροστά ό γέροντας, πίσω ό υποτακτικός σε αρκετή απόσταση, να μη τον καταλάβει.
Λίγο πριν φθάσουν στην Παναγία - ένα εκκλησάκι κάτω από την αθωνική κορυφή όπου σταματούν συνήθως οι προσκυνηταί για να ξεκουραστούν λίγο ή να περάσουν τη νύκτα - φοβήθηκε ό Ιωάννης μη τυχόν πάρει άλλο μονοπάτι ό Γέροντας και τον χάσει. Τάχυνε λοιπόν το βήμα για να τον φθάσει, για να πάρει την ευχή του και να του ζητήσει να τον κάνει υποτακτικό. Μόλις τον πλησίασε, τον κατάλαβε ό Γέροντας ασκητής. Σταματάει λοιπόν, γυρνάει και του λέει κάπως «άγρια»:
– Πού πηγαίνεις;
– Γέροντα, ήλθα να πάρω την ευχή σου. Σε παρακαλώ να με πάρεις δόκιμο κοντά σου, γιατί δεν αναπαύομαι στον Γέροντά μου.
– Εκεί που μένουμε εμείς, είναι πολύ δύσκολες οι συνθήκες. Δεν μπορείς να ζήσεις εκεί. Θα πάς πίσω στον Γέροντά σου.
– Μα ο Γέροντάς μου με πιέζει πολύ. Έχω πολλές δυσκολίες, άγιε Γέροντα.
– Όχι, παιδί μου, εκεί θα πάς. Εκεί θα μείνεις και από εκεί θα βρεις τον παράδεισο.
– Να ‘ναι ευλογημένο. Εφ’ όσον δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, να ‘ναι ευλογημένο. Θα γυρίσω πάλι πίσω.
Παίρνει την ευχή και κάνει να φύγει. Τον φωνάζει ο ασκητής. Με λαχτάρα γυρίζει και ακούει να του λέει:
– Πρόσεξε, παιδί μου, ετοιμάσου, γιατί σε λίγο καιρό θα φύγεις από αυτό τον κόσμο και θα φύγεις μέσα από αυτή την υπακοή. Δεν θα αλλάξεις Γέροντα.
– Να ναι ευλογημένο, λέει πάλι ό Ιωάννης. Κατεβαίνει, πάει στον Πνευματικό του, έτσι κι έτσι του λέει βρήκα έναν αόρατο γυμνό ασκητή και του ζήτησα να με κάνει υποτακτικό του, αλλά αυτός μου είπε να κάνω υπακοή και να παραμείνω στον Γέροντά μου και σε λίγες ημέρες μου είπε ότι θα φύγω από αυτόν τον κόσμο.

– Όπως σου είπε έτσι θα κάνεις και έτσι θα γίνει, του είπε ό Πνευματικός του.
Πράγματι σε λίγο διάστημα τελείωσε ο δόκιμος Ιωάννης, εκοιμήθη!

Όταν ήλθε ή ώρα και έκαναν την εκταφή, από την αγία κάρα του έτρεχε μύρο! Τα έχασαν οι Γεροντάδες. Τόσο νέος υποτακτικός, μάλιστα δόκιμος και όμως απέκτησε την χάρη! Με αυτό το περιστατικό, βλέπετε τί σημαίνει υπακοή. Δίπλα σ’ αυτόν τον σκληρό Γέροντα και όμως από εκεί θα πάς στον παράδεισο, του είπε ό ασκητής.

 ΜΑΝΩΛΗ ΜΕΛΙΝΟΥ: “ΛΟΓΟΣ ΑΘΩΝΟΣ, ΠΝΕΎΜΑ, ΑΝΑΤΑΣΗ, ΓΟΗΤΕΙΕΣ ΜΥΣΤΙΚΕΣ, ΑΝΑΒΛΥΣΜΑ ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΟ ΦΑΝΕΡΩΜΑΤΟΣ ΙΕΡΟΥ

anazhthseis-elena.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

13 Μαϊ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

  Ο γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἔ­γι­νε μο­να­χός στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου. Προ­σβλή­θη­κε ἀ­πό φυ­μα­τί­ω­ση καί τόν ἔ­στει­λαν, μα­ζί μέ ἄλ­λον ὁ­μοι­ο­πα­θῆ μο­να­χό, στό Σα­να­τό­ριο. Ὅ­ταν θε­ρα­πε­ύ­τη­κε ἐ­πέ­στρε­ψε στό Μο­να­στή­ρι, ἀλ­λά κά­ποι­οι πα­τέ­ρες φο­βο­ύ­με­νοι μήν κολ­λή­σουν καί ἄλ­λοι, τοῦ εἶ­παν νά μέ­νη στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη καί νά τοῦ στέλ­νουν ὅ,τι χρει­ά­ζε­ται. Δέν δέ­χθη­κε. Τοῦ πρό­τει­ναν νά πά­η στό Ὄ­ρος, ὅ­που θέ­λει, καί αὐ­τοί θά τοῦ στέλ­νουν τρό­φι­μα. Ἔ­φυ­γε χω­ρίς νά πά­ρη τί­πο­τε. Ἔ­κα­νε με­ρο­κά­μα­τα καί ζοῦ­σε. Ἔ­κα­νε στόν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο καί στόν Ἅ­γιο Πέτρο. Αὐ­τά ἦ­ταν τά κα­λύ­τε­ρα χρό­νια τῆς κα­λο­γε­ρι­κῆς του. Κοι­νω­νοῦ­σε τα­κτι­κά καί ἦ­ταν χα­ρο­ύ­με­νος ἄν καί δέν εἶ­χε οὔ­τε ἕ­να κον­σερ­βο­κο­ύ­τι νά πί­νη νε­ρό.
Ἀρ­γό­τε­ρα πῆ­ρε τό Ἰ­βη­ρί­τι­κο Κελ­λί τοῦ Ἁ­γί­ου Νι­κο­λά­ου στήν πε­ρι­ο­χή τῆς Κα­ψά­λας. Σέ ὅ­λα τά Κελ­λιά πού ἔ­ζη­σε, ὅ­λα τι­μῶν­ταν στόν ἅ­γιο Νι­κό­λαο­, καί στό τέ­λος κα­τέ­λη­ξε πά­λι στήν με­τά­νοιά του, στήν Μο­νή Γρη­γο­ρί­ου πού τι­μᾶ­ται στόν ἅ­γιο Νι­κό­λα­ο.
Τό 1945 ἔ­γι­νε με­γά­λη νε­ρο­ποντή μέ πολ­λές κα­τα­στρο­φές. Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος βρέ­θη­κε τό­τε στόν δρό­μο πρός Κα­ρυ­ές πε­ζο­πο­ρών­τας. Κα­τά­φε­ρε νά φθά­ση στήν Μορ­φο­νοῦ καί μπῆ­κε σέ ἕ­να σπι­τά­κι μέ­χρι νά στα­μα­τή­ση ἡ βρο­χή. Τή νύ­χτα, ἐ­νῶ προ­σευ­χό­ταν μέ τό κομ­πο­σχο­ί­νι του, ἄ­κου­σε πο­δο­βο­λη­τά ἀ­λό­γου. Ἄ­νοι­ξε τήν πόρ­τα καί βλέ­πει ἕ­ναν φω­τει­νό κα­βαλ­λά­ρη. Τοῦ εἶ­πε:
– Ἔ­λα μέ­σα, ἄν­θρω­πέ μου. Ποῦ πᾶς μ᾿ αὐ­τή τήν βρο­χή; 

– Βι­ά­ζο­μαι, για­τί κιν­δυ­νε­ύ­ει τό Μο­να­στή­ρι μου, εἶ­πε καί συ­νέ­χι­σε. 

Τήν ἄλ­λη μέ­ρα ἔ­μα­θε ὅ­τι ἔ­πα­θε με­γά­λη ζη­μιά ἡ Μο­νή Ξε­νο­φῶ­ν­τος. Κιν­δύ­νευ­σε ἀ­πό τήν νε­ρο­ποντή, ἡ ὁ­πο­ί­α πα­ρέ­συ­ρε τόν κῆ­πο, τόν κη­που­ρό μα­ζί μέ τό σπι­τά­κι του καί τήν μι­σή Ξε­νο­φων­τι­νή Σκή­τη. Τότε κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ φω­τει­νός κα­βαλ­λά­ρης ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος Γε­ώρ­γιος πού ἔ­τρε­χε νά βο­η­θή­ση τό Μο­να­στή­ρι πού τι­μᾶ­ται στό ὄ­νο­μά του καί κιν­δύ­νευ­ε. 

Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος στά­θη­κε σταθ­μός στήν ζωή τοῦ π. Θε­ο­κλή­του Δι­ο­νυ­σι­ά­του. Σέ ἕ­ναν με­γά­λο πει­ρα­σμό πού εἶ­χε ὁ π. Θε­ό­κλη­τος, στά­θη­κε δί­πλα του ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος καί μέ εὐ­λο­γί­α καί προ­τρο­πή τοῦ Ἡ­γου­μέ­νου Γα­βρι­ήλ ἔ­μει­ναν μα­ζί στόν Μο­νο­ξυ­λί­τη γιά δύ­ο μῆ­νες. Τόν βο­ή­θη­σε, ξε­πέ­ρα­σε τόν πει­ρα­σμό του καί τοῦ δί­δα­ξε, ὅ­πως ὡ­μο­λο­γοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα ὁ π. Θε­ό­κλη­τος, τή νο­ε­ρά προ­σευ­χή.  

Ἀ­πό τό­τε εἶ­χε σέ πο­λύ με­γά­λη εὐ­λά­βεια τόν γε­ρω–Γε­ρόν­τιο καί ἔ­θε­τε ὑ­πό τήν κρί­ση του τά βι­βλί­α πού ἔ­γρα­φε πρίν τά ἐκ­δώ­ση, καί τόν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε ”ὁ δά­σκα­λός μου”. 

Ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἀ­γα­ποῦ­σε πο­λύ τίς Λει­τουρ­γί­ες. Με­ρι­κές Κυ­ρια­κές πή­γαι­νε σέ τρεῖς συ­νε­χό­με­νες Λει­τουρ­γί­ες. Στήν Σκή­τη Κου­τλου­μου­σί­ου πού τε­λε­ί­ω­νε νω­ρίς, στόν πα­πα–Ἀρ­σέ­νιο τόν ὀ­δον­τί­α­τρο καί στόν πα­πα–Νι­κό­δη­μο τόν Πνευ­μα­τι­κό πού τε­λε­ί­ω­νε τό με­ση­μέ­ρι. Κάποτε ἔ­βρε­χε πο­λύ καί, ὅ­ταν τόν εἶ­δαν οἱ πα­τέ­ρες νά ἔρ­χε­ται μέ­σα στήν βρο­χή, τοῦ εἶ­παν μέ ἀ­πο­ρί­α: «Κα­λά, γε­ρω–Γε­ρόν­τι­ε, μέ τέ­τοι­α βρο­χή πού πᾶς;». Καί αὐ­τός μέ ἔμ­φα­ση ἀ­πάν­τη­σε: «Ἄ­κου τί λέ­νε! Γιά τήν βρο­χή νά χά­σω τήν Λει­τουρ­γί­α;». Ὅ­ταν κοι­νω­νοῦ­σε ἀλ­λοι­ω­νό­ταν ἐμ­φα­νῶς τό πρό­σω­πό του. 

Ἦ­ταν πο­λύ ἀ­γω­νι­στής καί νή­στευ­ε πο­λύ. Με­ρι­κές μέ­ρες δέν ἔ­τρω­γε τί­πο­τε. Περ­νοῦ­σε μό­νο μέ ἀν­τί­δω­ρο. Στήν Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­χε μί­α φα­νέλ­λα μάλ­λι­νη στό πά­τω­μα, ὅ­που ἔ­κα­νε τίς με­τά­νοι­ές του. Δέν τίς ἄ­φη­νε μέ­χρι τε­λευ­ταῖ­α πού κα­τέ­πε­σε καί δέν μπο­ροῦ­σε νά στα­θῆ στά πό­δια του.  

Κάποτε κρύ­φτη­κε μί­α ὀ­χιά κά­τω ἀ­πό τήν φα­νέλ­λα του καί, ὅ­πως αὐ­τός ἔ­κα­νε τίς με­τά­νοι­ες, ἐ­νω­χλή­θη­κε καί τόν τσίμ­πη­σε. Δέν τα­ρά­χθη­κε κα­θό­λου, οὔ­τε ἔ­τρε­ξε στο­ύς γι­α­τρο­ύς. Πῆ­γε στόν πα­πα–Ἀρ­σέ­νιο, ἀλ­λά ἔ­λει­πε καί γύ­ρι­σε στό Κελ­λί του. Ἄ­φη­σε τόν ἑ­αυ­τό του μέ πί­στη στήν πρό­νοι­α τῆς Πα­να­γί­ας, ἔ­βα­λε λα­δά­κι ἀ­πό τό καν­τή­λι Της καί δέν ἔ­πα­θε τί­πο­τε. Μόνο στε­νο­χω­ρή­θη­κε καί ἔ­λε­γε λυ­πη­μέ­νος ὅ­τι ἔ­κα­νε ἁ­μαρ­τί­α πού σκό­τω­σε τήν ὀ­χιά. 

Εἶ­χε ἕ­να γα­ϊ­δου­ρά­κι καί γιά νά μήν τό κου­ρά­ζη δέν ἀ­νέ­βαι­νε κα­βά­λα πο­τέ του∙ πάν­τα πή­γαι­νε μέ τά πό­δια. Ὅ­ταν ἤ­θε­λε νά ἀλ­λά­ξη τήν φι­ά­λη ὑ­γρα­ε­ρί­ου, φορ­τωνό­ταν αὐ­τός τήν ἄ­δεια φι­ά­λη καί μπρο­στά του πή­γαι­νε τό γα­ϊ­δου­ρά­κι. Ὅ­ταν τόν ρω­τοῦ­σαν για­τί δέν τήν φορ­τώ­νει στό γα­ϊ­δου­ρά­κι, ἀ­παν­τοῦ­σε: «Αὐ­τό θά φέ­ρει τήν γε­μά­τη, νά κου­βα­λά­η καί τήν ἄ­δεια;». Τό θέ­α­μα ἦ­ταν γιά γέ­λια ἀλ­λά ὁ γε­ρω–Γε­ρόν­τιος ἤ­ξε­ρε τί ἔ­κα­νε καί εἶ­χε τόν σκο­πό του. 

Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι στίς Κα­ρυ­ές τόν εἶ­χαν γιά κα­κο­μο­ί­ρη, γιά κα­λό­γε­ρο ἄ­ση­μο πού ἀ­σχο­λοῦν­ταν μέ τά σκυ­λιά καί τά κο­κό­ρια, τόν εἰ­ρω­νε­ύ­ον­ταν. Ἦταν πε­ρί­γε­λως στο­ύς πολ­λο­ύς, ἀλ­λά στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἦ­ταν ἕ­να μυ­στή­ριο. Εἶ­χε πολ­λές γνώ­σεις καί φα­ί­νε­ται ὅ­τι εἶ­χε σπου­δά­σει, ἀλ­λά κα­νε­ίς δέν ἤ­ξε­ρε τί­πο­τε γιά τήν ζωή του στόν κό­σμο, για­τί πο­τέ δέν μι­λοῦ­σε γιά τόν ἑ­αυ­τό του. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­βλε­πε νά γί­νε­ται κά­ποι­α κα­κή ἐ­νέρ­γεια ἐκ μέ­ρους τῆς πο­λι­τε­ί­ας, ἔ­γρα­φε γράμ­μα­τα δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας στο­ύς ἁρ­μο­δί­ους.


enromiosini.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

Ασκητής Καρουλιώτης
Φωτογραφία: Αλέξανδρος Οσόκιν
Pravoslavie.Ru

 

Ανέβασμα στο Καρούλι. 
Φτάσαμε σε ένα μέρος όπου ήταν εφικτό να ακολουθήσουμε το μονοπάτι κρατώντας την αλυσίδα. Το Μέσα Καρούλι τελείωσε: ένα βραχώδες μονοπάτι σταματούσε στην κορυφή ενός κόκκινου γκρεμού που κατέβαινε απότομα στη θάλασσα. Ο ξεναγός μου με αποχαιρέτησε και γύρισε πίσω. Έμεινα μόνος μου. Η αλυσίδα κατέβαινε κάτω και το άκρο της δεν ήταν ορατό λόγω της ανισότητας του βράχου. Για αυτό και δεν είναι ξεκάθαρο πόσο καιρό χρειάζεται για να κατέβει κανείς κρατώντας αυτή την παλιά αλυσίδα και προσκολλώντας στον -από τον ήλιο- ζεστό βράχο. Προσευχήθηκα στον Κύριο και έβαλα το πόδι στην παλιά χειροποίητη σκάλα που οδηγούσε στο Καρούλι.

Η σκάλα ήταν σάπια, μερικά σκαλοπάτια έλειπαν. Κατεβαίνοντας, κοίταζα προς τα κάτω και έψαχνα με τις μπότες μου τις μικρές προεξοχές, γυαλισμένες από τα πόδια των Καρουλιωτών. Είδα μια άβυσσο, η καρδιά μου χτυπούσε άνισα, το στόμα μου ήταν στεγνό: μια λάθος κίνηση και θα έπεφτα κάτω. Ήξερα ότι εκεί, στο κάτω μέρος του γκρεμού, υπήρχε μια απέραντη χαράδρα, σχεδόν μια άβυσσος. Είχα διαβάσει νωρίτερα ότι το βάθος αυτής της αβύσσου είναι ένα ολόκληρο χιλιόμετρο. Για αυτή τη χαράδρα έλεγαν πολλούς μύθους: για ένα τρομερό χταπόδι και για τέρατα με τρομερό στόμα που ζουν στα ανεξερεύνητα βάθη του κόλπου κοντά στα βράχια των Καρουλίων.
Άρχισα να προσεύχομαι δυνατά και απελευθερώθηκα από τους λογισμούς για τα θαλάσσια τέρατα. Ευτυχώς, ο κατήφορος δεν ήταν πολύ μεγάλος, τριάντα μέτρα περίπου. Σε λίγο στεκόμουν στο μονοπάτι που οδηγεί στο Μέσα Καρούλι. Πήρα την ανάσα μου. Το μονοπάτι ήταν μια μικρή προεξοχή κατά μήκος του γκρεμού, ένα στενό ύψωμα, γύρω στα πενήντα εκατοστά. Εκεί μπορούσε κανείς να σταθεί και με τα δύο του πόδια. Ήμουν καλυμμένος με κόκκινη σκόνη από τον βράχο, τα χέρια και τα γόνατά μου έτρεμαν.
Εάν περπατήσετε κατά μήκος του μονοπατιού, τότε θα συναντήσετε σκοτεινές τρύπες που οδηγούν στις σπηλιές. Οι ερημίτες Αγιορείτες κάποτε ασκήτευαν εκεί. Τώρα το Μέσα Καρούλι είναι άδειο. Οι σύγχρονοι μοναχοί δεν μπορούν να αντέξουν τα κατορθώματα των προγόνων τους, όπως και τα πνευματικά μωρά δεν μπορούν να αντέξουν τα έργα των ερημιτών οι οποίοι σκληραγωγήθηκαν στην πνευματική μάχη.
Κατά καιρούς έρχονται εδώ οι άνθρωποι που θέλουν να ελέγξουν την πνευματική τους δύναμη και να δοκιμάσουν τη ζωή των ερημιτών Καρουλιοτών. Έτσι συνάντησα έναν από αυτούς τους προσωρινούς κατοίκους του Μέσα Καρουλίου. Ήταν ένα αγόρι από τη Ρωσία που εισήχθη ως δόκιμος μοναχός με το όνομα Σέργιος. Εγκαταστάθηκε σε ένα από τα σπήλαια και χάρηκε που συνάντησε τον συμπατριώτη του, αν και δεν είπε τίποτα για τον εαυτό του.
Ούτε προσπάθησα να του κάνω ερωτήσεις: ένας άνθρωπος που ήρθε εδώ για να προσευχηθεί μόνος του δεν χρειαζόταν συντροφιά. Οι περισσότεροι έρχονται στο Καρούλι για έντονη προσευχή, για μετάνοια. Με είχαν προειδοποιήσει ότι δεν μπορούν όλοι να μπουν στο Μέσα Καρούλι: μόνο εκείνοι που είναι ευλογημένοι από την Υπεραγία Θεοτόκο.
Επομένως, δεν είχαμε μια μακρά συνομιλία, αν και ο Σέργιος μου έδειξε τη φιλοξενία και μου προσέφερε γεύμα. Αμέσως στην προεξοχή του βράχου έφτιαξε ζυμαρικά και έκανε τσάι. Μοιράστηκα μαζί του τον πόνο και τα συναισθήματά μου για το μοναστήρι μου και του είπα για την ευλογία να κάνω προσευχή στο Άγιον Όρος.
Μετά το γεύμα, ένοιωσα πολλή δύναμη και, καθισμένος στην προεξοχή του βράχου, κοίταξα έξω χαρωπά. Μου ήρθε ένας λογισμός ότι αυτά τα Καρούλια δεν είναι και τόσο τρομακτικά και θα μπορούσα να ζω και να προσεύχομαι εδώ. Αυτός ήταν ο λογισμός της υπερηφάνειας και, προφανώς, επειδή δεν τον έδιωξα αμέσως, ακολούθησε και ένας πειρασμός. Στο Άγιον Όρος, γενικά, οι πνευματικές αιτίες και οι επιπτώσεις είναι εξαιρετικά σύντομες.
Ξαφνικά ένοιωσα ότι κάποια δύναμη άρχισε να με κινεί προς την άβυσσο. Έμενε περίπου ένα μέτρο μέχρι την άβυσσο, όταν με έπιασε τρόμος: τώρα αυτή η δύναμη του κακού θα με σκουπίσει σαν ένα στίγμα σκόνης. Προσπαθούσα να κρατηθώ, αλλά η κίνησή μου προς την άβυσσο συνεχιζόταν: οι φυσικές δυνάμεις δεν μπορούν να αντισταθούν στον πνευματικό πειρασμό.
Άρχισα να λέω δυνατά την προσευχή του Ιησού και μόνο τότε ένοιωσα ότι η πίεση μειώθηκε και σταδιακά σταμάτησε. Ο δόκιμος μοναχός, ο οποίος δεν ήταν μακριά, αφού άκουσε την προσευχή μου, δεν με ρώτησε τίποτα, κουνώντας το κεφάλι του με κατανόηση. Προφανώς ήταν εξοικειωμένος με παρόμοιους πειρασμούς. Τότε συνειδητοποίησα ότι στα τρομερά Καρούλια δεν μπορούν όλοι να ζουν και να προσεύχονται, παρά μόνον ασκητές που διαθέτουν ταπεινότητα...
Όταν άρχισε να βραδιάζει, είπα αντίο στον Σέργιο, ο οποίος σε λίγες ώρες έγινε σχεδόν σαν συγγενής μου (αυτή είναι ιδιότητα του Αγίου Όρους). Έπρεπε να επιστρέψω στο Μέσα Καρούλι πριν σκοτεινιάσει. Δεν με κρατούσαν τα πόδια, όταν έφτασα στη σπηλιά των μοναχών, στους οποίους είχα αφήσει το σακίδιό μου και όλα τα πράγματά μου. Με συνάντησαν με χαρά.

 Σκήτη της Αγίας Άννης

Αποχαιρέτησα τους μοναχούς και, ανεβαίνοντας πιο ψηλά στα βουνά, βρήκα το μονοπάτι προς την σκήτη της Αγίας Άννης. Στα δεξιά του μονοπατιού βρίσκεται ένα βουνό και στα αριστερά υπάρχει μια απότομη κατάβαση, σχεδόν ένας γκρεμός, και ακανθώδεις θάμνοι. Ξαναθυμήθηκα το μονοπάτι προς το Μέσα Καρούλι και χαλάρωσα: ήταν σχετικά εύκολο να περπατήσω. Ονειρεύτηκα, θαυμάζοντας το πράσινο, ξέχασα την προσευχή και αμέσως σκόνταψα πάνω σε μια πέτρα. Μόλις απέφυγα να πέσω από ένα βράχο σε έναν ακανθώδη θάμνο. Με έσωσε το μπαστούνι που είχα: στα αγιορείτικα μονοπάτια συνήθως μετακινούνται με μπαστούνι. Συγκεντρώθηκα και συνέχισα να περπατάω προσευχόμενος, γιατί έτσι μόνο πρέπει να περπατάς στο Άγιον Όρος.
Ένα μεγάλο ιερό κειμήλιο φυλάσσεται στη σκήτη σε μία ασημένια λειψανοθήκη — το πάνσεπτο πέλμα της Αγίας Άννης. Έχοντας προσκυνήσει το ιερό λείψανο με προσευχή, ένοιωσα τόση αγάπη, παρηγοριά και εγκάρδια τρυφερότητα που, όταν επέστρεψα στη μονή μου, ήθελα να κάνω κάτι για τη Μητέρα της Υπεραγίας Θεοτόκου, να της κάνω κάποιο δώρο. Λίγα χρόνια αργότερα, αυτή η επιθυμία έγινε πραγματικότητα: χτίστηκε η σκήτη της Αγίας Άννης δίπλα στο μοναστήρι μας. Και οι ευεργέτες μας χάρισαν στη σκήτη ένα μικρό απότμημα των ιερών λειψάνων της Αγίας. Οι ιερές ακολουθίες και η καθημερινότητα της σκήτης πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις παραδόσεις του Αγίου Όρους. Έτσι έχουμε τώρα ένα κομμάτι του Αγίου Όρος και στο μοναστήρι του Ουράλ.

  Όλγα Ροζνιόβα
Μετάφραση 
Ελένη Ογκορόντνικ

Pravoslavie.ru

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 




1 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

Γέροντας Στεφάν Καρουλιώτης

 

 

 

 Αγιορείτες Γέροντες

Ναι… Εκεί, στο Άγιον Όρος, ασκητεύουν τέτοιοι γέροντες… Για μερικούς από αυτούς δεν γνωρίζει ούτε μία ψυχή… Το απολυτίκιο των Αγιορειτών Αγίων λέει: «ὑποδείξαντας ἐν τούτῳ τὸν βίον, Ἀγγέλων πολιτεύεσθαι»
Μου διηγήθηκαν πως στη δεκαετία του εβδομήντα μια ομάδα Ρώσων ιερέων ήρθε στο Άγιον Όρος. Σταμάτησαν στην Ιερά Μονή του Αγίου Παντελεήμονος. Πήγανε για μια βόλτα στη γειτονιά και βρήκαν μία εγκαταλελειμμένη σκήτη. Αποφάσισαν να λειτουργήσουν εκεί την επόμενη μέρα. Ρωτήσανε τους Αθωνίτες αδελφούς για αυτή τη σκήτη, και έλαβαν την απάντηση ότι κανείς δεν είχε ζήσει εκεί για πολύ καιρό και δεν είχε λειτουργήσει..
Ξεκίνησαν τη Θεία Λειτουργία και ξαφνικά βλέπουν: ένας ηλικιωμένος μοναχός σέρνεται στον ναό. Είναι τόσο γέρος που δεν μπορεί ούτε ένα βήμα να κάνει, μπορούσε μόνο έρποντας να προχωρήσει. Ακόμα και οι παλαιότεροι μοναχοί της Ιεράς Μονής του Αγίου Παντελεήμονος δεν τον γνώριζαν. Προφανώς, ήταν ένας από τους μοναχούς που ασκήτευαν εκεί ακόμα πριν από την επανάσταση. Έφτασε και είπε πολύ σιγά:
- Η Παναγία δεν με εξαπάτησε: υποσχέθηκε ότι πριν από τον θάνατο θα κοινωνήσω.
Αφού κοινώνησε, πέθανε σχεδόν αμέσως στην εκκλησία. Πώς έζησε; Τί έφαγε? Μετάλαβε τα Τιμία Δώρα και πήγε στον Θεό και στην Υπεραγία Θεοτόκο, στους οποίους προσευχήθηκε όλη του τη ζωή.

 Γέρων Στεφάν

Ο Γέρων Στέφανος είχε σέρβικη καταγωγή και κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν αντιφασίστας και συμμετείχε στην Αντίσταση. Διηγήθηκε πως συνελήφθη και μαζί με άλλους αγωνιστές της Αντίστασης και ήθελαν να τον πυροβολήσουν. Τότε ο π. Στέφανος υποσχέθηκε στην Παναγία ότι, αν επιζήσει, θα φύγει ως μοναχός στο Άγιον Όρος. Όταν άρχισαν να πυροβολούν, κάποια αόρατη δύναμη σαν να τον έσπρωξε και άρχισε να τρέχει. Ένοιωθα πως οι σφαίρες του έκαψαν την πλάτη, τα χέρια, το μάγουλό του, χωρίς να τον βλάψουν. Και οι Γερμανοί δεν τον κυνηγούσαν, κάτι που ήταν θαύμα επίσης.
Μετά από τον πόλεμο, έλαβε μοναχική κουρά στο Άγιον Όρος και ασκήθηκε εκεί για σχεδόν πενήντα χρόνια. Ήξερε πολλές ξένες γλώσσες, έγραψε πνευματικά άρθρα, ομιλίες. Ο πατέρας Ηλίας είδε, πως ο Γέροντας δούλευε σε εξωτερικό χώρο και τα άσπρα περιστέρια πέταγαν και κάθονταν στους ώμους του, και όταν τελείωνε να γράφει, τα περιστέρια πέταγαν μακριά του.
Μια φορά ένας φίλος του π. Ηλία ήρθε από τη Ρωσία και τον πήγε στον Γέροντα Στέφανο για να πάρει ευλογία. Ο σχεδόν ογδοντάχρονος Γέροντας είχε μπλε μάτια σαν τον ουρανό, δεν έχει πλυθεί για πολλά χρόνια σύμφωνα με το έθιμο των μοναχών του Άθωνα, και δεν είχε καμμία δυσωδία. Έτρωγε λίγο, προτιμώντας ξηροφαγία: στις τσέπες του πάντα υπήρχε ξηρά τροφή, την οποία έτρωγε και παράλληλα τάιζε τα πουλιά.
Στο Ευαγγελισμό κατέβασε ένα δίχτυ από έναν βράχο στη θάλασσα και έλεγε: «Παναγία μου, δώσε μου ψαράκι». Το τραβούσε αμέσως, και πάντα υπήρχε ψάρι στο δίχτυ του.
Όταν έκαναν εργασίες επισκευής στο ερειπωμένο κελλί του, ένας φίλος του έφερε οικοδομικά υλικά. Αυτός ο φίλος είχε μια κόρη περίπου πέντε ετών, τη Δέσποινα. Και έτσι, όταν ο Γέροντας χρειαζόταν τη βοήθεια του φίλου του, έβγαινε στην παραλία και φώναζε δυνατά: «Δέσποινα, πες στον μπαμπά να έρθει σε μένα, τον χρειάζομαι!». Και το κορίτσι έτρεχε στον πατέρα της: «Μπαμπά, ο π. Στέφανος σε καλεί». Γιατί δεν υπέβαλε αυτό το αίτημα απευθείας στον φίλο του; Ίσως το παιδί που είχε αγνότητα μπορούσε να τον ακούσει καλύτερα, ποιός ξέρει ... Και έτσι, όταν ερχόταν ο φίλος του, τον ρωτούσε: «π. Στέφανε, με κάλεσες πραγματικά;». Και ο Γέροντας του απαντούσε: «Ναι, ζήτησα τη Δέσποινα να σου πει ότι σε περιμένω».
Τα τελευταία χρόνια συμπεριφερόταν από ταπείνωση σαν ανόητος, καλύπτοντας τα πνευματικά του χαρίσματα. Αν έρχονταν Ρώσοι προσκυνητές, ο Γέροντας Στεφάν τους τραγουδούσε τις «Νύχτες της Μόσχας». Μια φορά, βλέποντας πως τραγούδησε αυτό το κοσμικό τραγούδι, έβαλε τον βραστήρα στη φωτιά για να τους κεράσει τσάι, ένας φίλος του π. Ηλία δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν ένας μεγάλος ασκητής.
Ο βραστήρας του ήταν παλιός, καπνισμένος και χωρίς λαβή. Και όταν έβρασε το νερό, ο π, Στέφανος τον πήρε με τα δύο του χέρια κατευθείαν από τη φωτιά και άρχισε να ρίχνει τσάι σε κούπες. Και οι δύο επισκέπτες τον κοίταξαν με τρόμο: ο βραστήρας ήταν πυρακτωμένος. Αλλά ο Γέροντας γέμισε με τσάι τις κούπες και δεν κάηκε καθόλου.
Ο π. Ηλίας μας είπε ότι όταν η Αμερική βομβάρδισε την Σερβία, ο Γέροντας Στέφανος προσευχήθηκε θερμά και έκανε την πνευματική του συμβολή στην υπεράσπιση της πατρίδας μέσω της προσευχής. Η θλίψη των ανθρώπων τού μεταδιδόταν τόσο πολύ, που βίωσε τον εντονότερο πνευματικό πόνο. Εκείνο τον καιρό, κάηκε το κελλί του.
Υπήρχε ένας πνευματικός λόγος για αυτό; Μπορούμε να το μαντέψουμε μόνο. Και όταν μετακόμισε στη σπηλιά, συνεχίζοντας να προσεύχεται για τους συμπατριώτες του που πέθαιναν στη φλόγα των εκρήξεων, το σπήλαιό του έπιασε επίσης φωτιά.

Ο Γέροντας Στέφανος πέθανε στη Σερβία. Πριν από την κοίμησή του, επέστρεψε στην πατρίδα του, στο μοναστήρι, η Γερόντισσα του οποίου ήταν συγγενής του, και αναπαύτηκε την ημέρα, όταν η Αγία μας Εκκλησία γιορτάζει τα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου στον Ναό. Αυτή, στην Οποία έκανε προσευχή για τόσα χρόνια δέχτηκε την ψυχή του.

 Βότσαλο από τη σπηλιά

Το καμένο κελλί του Γέροντος Στεφάνου προστέθηκε στη σπηλιά, όπου κάποτε ζούσε ο Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος (Σαχάρωφ). Και όταν πήγα στο Άγιον Όρος, μια καλόγρια, που έχει μεγάλη ευλάβεια προς τον Άγιο Σιλουανό και τον Άγιο Σωφρόνιο, μου ζήτησε να της φέρω τουλάχιστον ένα βότσαλο από την σπηλιά του. Δεν ήξερα που ήταν αυτή η σπηλιά. Τότε αυτό το αίτημα ήταν για μένα ισοδύναμο με το να μου ζητήσει ένα βότσαλο από τον Άρη. Και έτσι πήγα σε εκείνη την σπηλιά. Από τους βράχους της οροφής έσταζε νερό. Πήρα ένα βότσαλο από το έδαφος και συνειδητοποίησα ότι μόλις εκπλήρωσα το αίτημα της καλόγριας.

 Θερμή υποδοχή

Ο ιερομόναχος Ηλίας με κάλεσε να περάσω μια νύχτα στο κελλί τους. Μου έδωσαν μια θέση κοντά στην είσοδο, μου πρόσφεραν μια παλιά κουβέρτα και ακόμη ένα παλιό σκισμένο μαξιλάρι.
Ήμουν πολύ κουρασμένος και χάρηκα πολύ με ένα τόσο φιλόξενο καλωσόρισμα. Η νύχτα πλησίαζε και εμείς, αφού προσευχηθήκαμε, ξεκινήσαμε να προετοιμαζόμαστε για ύπνο. Ξάπλωσα να κοιμηθώ με τα πόδια μου βαθιά μέσα στη σπηλιά, και το κεφάλι μου προς την είσοδο, έτσι ώστε είδα τον έναστρο ουρανό. Σκέφτηκα ότι μια τόσο ρομαντική διανυκτέρευση θυμίζει τις εκδρομές στο δάσος που έκανα με τους φίλους στα παιδικά μου χρόνια. Αλλά σύντομα έγινε σαφές ότι η διαμονή για τη νύχτα στο Άγιον Όρος δεν είχε καμμία σχέση με τις παιδικές πεζοπορίες. Έχω ακούσει πολλά για τους αγιορείτικους τρόμους, και εδώ, στα Καρούλια, τους έχω βιώσει.
Τη νύχτα, ξεκίνησε μια καταιγίδα, φυσούσε πολύ. Πάνω, από τους βράχους έπεφταν οι πέτρες, τα ραβδιά, η θάλασσα οργιζόταν. Ήθελα πραγματικά να κοιμηθώ, αλλά δεν μπορούσα να κοιμηθώ ήσυχα: ένοιωθα τις σταγόνες των κυμάτων να πέφτουν στο κεφάλι και τους ώμους μου και τραβούσα την κουβέρτα πάνω από το κεφάλι μου να σκεπαστώ.
Ενώ ξεκίνησαν οι εφιάλτες: μου έρχονταν λογισμοί ότι οι μοναχοί συνωμότησαν εναντίον μου, ότι επρόκειτο να με σκοτώσουν, να με ρίξουν από το βράχο. Συνειδητοποίησα ότι αυτό ήταν μόνο ένα κακό όνειρο, αλλά η συνείδησή μου ξέφευγε από τον έλεγχο του μυαλού μου, και πάλι οι εχθροί μου με κυνηγούσαν. Μέσα από ένα όνειρο, άκουσα πως ένας από τους μοναχούς πέρασε μέχρι την έξοδο από τη σπηλιά και δεν επέστρεψε, και οι φόβοι συσσωρεύονταν ξανά: μου φαινόταν ότι αυτή ήταν μια συνωμοσία εναντίον μου. Έτρεμα και ένοιωθα τα δόντια μου να χτυπάνε.
Το εφιαλτικό παραλήρημα που με βασάνισε όλη τη νύχτα τελείωσε το πρωί με την ανατολή του ηλίου. Αποδείχθηκε ότι ο μοναχός που είχε βγει από τη σπηλιά είχε πονόδοντο όλη τη νύχτα, δεν μπορούσε να κοιμηθεί και περιπλανήθηκε γύρω από τη σπηλιά. Το πρωί πήγε στο νοσοκομείο.
Ο δεύτερος μοναχός μού πρότεινε να με συνοδεύσει...
Στον δρόμο, είπε πως ήρθαν τέσσερις προσκυνητές που αποφάσισαν να περπατήσουν μέχρι το Μέσα Καρούλι. Πέρασαν τη νύχτα, όπως και εγώ, στη σπηλιά. Ένας από αυτούς έλεγε όλο το βράδυ ότι ήταν ορειβάτης και ο επερχόμενος δρόμος δεν τον φοβόταν καθόλου: θα περνούσε από μόνος του και θα βοηθούσε τους φίλους του. Αλλά όταν το επόμενο πρωί ξεκίνησαν την κατάβαση προς το μονοπάτι που οδηγούσε στο Μέσα Καρούλι, ο ορειβάτης έχασε την αποφασιστικότητά του και αρνήθηκε κατηγορηματικά να συνεχίσει το ταξίδι. Οι φίλοι του γύρισαν πίσω μαζί του. Προφανώς, οι λόγοι για τον φόβο του ήταν περισσότερο πνευματικοί παρά φυσικοί. Αν και ο κατήφορος μπορεί πραγματικά να τρομάξει ακόμη και τους γενναίους ...

Όλγα Ροζνιόβα
Μετάφραση 
Ελένη Ογκορόντνικ

Pravoslavie.ru

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

1 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

 

Το μακρινό Άγιον Όρος… Δεν θα σε δω ποτέ: τα μυστηριώδη βουνά σου και τα λιτά μοναστήρια σου, τα απομονωμένα κελλιά και τις καλύβες, τα βραχώδη μονοπάτια των Καρουλιών και τις κορυφές των Κατουνακίων, δεν θα κατέβω ποτέ στα μπλε κύματα του Αιγαίου, δεν θα ξυπνήσω στο αρχονταρίκι από τον ήχο του σήμαντρου. Αυτό είναι ένα ιδιαίτερο μέρος — αν και οι άνθρωποι δεν γεννιούνται εκεί, αλλά εκεί ζουν, εκεί προσεύχονται και εκεί πεθαίνουν για να μπουν στη Βασιλεία των Ουρανών. Αν και ζουν στο σώμα, ζουν μια μοναστική ζωή των Αγγέλων. Και το ίδιο το Άγιον Όρος βρίσκεται πολύ πιο κοντά στον Ουρανό παρά στη γη.
Η μοναστική πολιτεία του Αγίου Όρους είναι απρόσιτη για τις γυναίκες. Αλλά μπορώ να ακούσω διηγήματα για το Άγιον Όρος από τον πρώτο μου πνευματικό πατέρα — Ηγούμενο Σαββάτιο.
Το γεύμα στο μοναστήρι τελείωσε, διαβάστηκαν οι ευχές. Οι αδελφές κάθισαν ξανά και περιμένουν με “κομμένη” ανάσα. Ο πατήρ Σαββάτιος κοιτάζει με προσοχή τα πνευματικά του τέκνα:
– Λοιπόν, μπορείτε να κάνετε ερωτήσεις...
Απαντά σε πολλές ερωτήσεις και μετά μας λέει:
– Στο Άγιον Όρος, όπως γνωρίζετε, έχω πάει επτά φορές, έζησα και δούλευα εκεί κάθε φορά για αρκετές εβδομάδες. Τι είναι το Άγιον Όρος για μένα; Είναι δύσκολο να απαντήσω μονοσύλλαχτα... Το Άγιον Όρος είναι ένα πνευματικό σχολείο, ένα σκληρό σχολείο... Δεν θα μπορούσα να ζήσω εκεί για πολύ καιρό: αυτό δεν είναι το μέτρο μου. Είμαι πνευματικά αδύναμος... Το να ζεις στο Άγιον Όρος είναι γενικά ένα κατόρθωμα. Το Άγιον Όρος δεν είναι ένα θέρετρο, το Άγιον Όρος είναι ένα πνευματικό νοσοκομείο.
Όλα μπαίνουν στη θέση τους εκεί. Γίνεται πνευματικό τράνταγμα! Χάνεις την υπερηφάνεια σου και αισθάνεσαι σαν ένας οδοιπόρος του Θεού.
Το Άγιον Όρος μας σωφρονίζει, ώστε αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε πως πρέπει να ζούμε και τι πρέπει να κάνουμε.
Ποιός επωφελείται από την επίσκεψη στο Άγιον Όρος περισσότερο; Οι ιερείς και οι μοναχοί, πρώτα απ 'όλα... Αποκτάνε εκεί την πνευματική φόρτιση για το ποιμενικό έργο τους. Είναι βεβαίως καλό και για τους λαϊκούς... Αυτός που θα του ανοίξει τον δρόμο η Μητέρα του Θεού, θα έχει και την πνευματική ωφέλεια... Εάν δεν υπάρχει θέλημα της Υπεραγίας Θεοτόκου, τότε κανείς δεν θα μπορεί να φτάσει εκεί.
Μερικές φορές βλέπεις κάποιον απλό ιερέα του χωριού, ο οποίος έχει άχυρο στη γενειάδα, αφού εργάζεται όλη την ημέρα στο χωράφι με το παλιό ράσο του, αλλά του αρκεί να κάνει μία προσευχή στην Βασίλισσα των Ουρανών: «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθησέ με να φτάσω στο Άγιον Όρος» - και να το! σε ένα μήνα βρίσκεται ήδη εκεί.
Επομένως, όταν με ρωτούν τι πρέπει να κάνεις για να φτάσεις στο Άγιον Όρος, απαντώ: «Κάνε προσευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο».

 Η πρώτη μου νύχτα στο Άγιον Όρος

Την πρώτη φορά ήρθα στο Άγιον Όρος το 2000. Εκείνη την εποχή με πείραζε ο λογισμός αν είναι καλά που είμαι πνευματικός και κτήτορας μιας γυναικείας μονής.
Παρόλο που το μοναστήρι χτίστηκε με την ευλογία του πνευματικού μου πατέρα, του Αρχιμανδρίτη Ιωάννη (Krestyankin), παρόλο που την ίδρυσή του προέβλεψε ο Γέρων Νικόλαος (Ragozin) Ραγκόζιν, με βασάνιζαν κάποιοι λογισμοί: «Τί κάνω εδώ στη Miteinaya Gora; Μήπως αυτό το μέρος είναι κατάλληλο για μένα; Ίσως, θα έπρεπε να αφήσω τα πάντα: αυτό το γυναικείο μοναστήρι, τις αδελφές, όλες αυτές τις γιαγιάδες, και να πάω στο Άγιον Όρος; Να κάνω άσκηση εκεί... Ή απλώς να πάω σε κάποιο ανδρικό μοναστήρι;».
Και να το: η πρώτη νύχτα στο Άγιον Όρος... Στέκομαι στην εκκλησία. Είναι τρεις το πρωί. Το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ, πέρασα περισσότερο από μια μέρα χωρίς ύπνο... Δεν υπάρχει ηλεκτρικό ρεύμα στην εκκλησία, κεριά καίγονται, η προσευχή ρέει. Δεν έχει αέρα, ζαλίζομαι. Βγήκα στον νάρθηκα, κάθισα στον πάγκο. Εκεί είχε περισσότερη δροσιά, η ροή φρέσκου αέρα και άκουγα καλά την ακολουθία στον ναό. Έκλεισα τα μάτια μου και άρχισα να προσεύχομαι.
Ξαφνικά άκουσα τα βήματα κάποιου γέροντα. Ήταν ένας καλόγερος, καμπούρης, περπατούσε με δυσκολία. Ήρθε πιο κοντά, κάθισε στη γωνία του νάρθηκα σε ένα πέτρινο κάθισμα. Δεν τον έβλεπα καλά, μόνο μπορούσα να παρατηρήσω που είχε μια άσπρη γενειάδα και πολύ λαμπρό πρόσωπο. Έκανε τον σταυρό του και με ρώτησε ήσυχα:
– Ποιός είσαι;
– Ιερομόναχος, του απαντώ.
– Πού λειτουργείς και πόσο;
– Σε ένα μοναστήρι, εδώ και δεκατρία χρόνια.
Αυτός μιλούσε με πολύ ένταση σαν αυτός που έχει δύναμη. Και έχασα την ανάσα μου, όταν συνειδητοποίησα ότι αυτή την πρώτη νύχτα στο Άγιον Όρος, θα ελάμβανα την απάντηση στην ερώτησή μου για την οποία προσευχόμουν για πολύ καιρό πριν από το ταξίδι: να μου φανερώσει ο Κύριος και η Υπεραγία Θεοτόκος το θέλημα του Θεού για την περαιτέρω ζωή μου.
Και ο μεγαλόσχημος μοναχός μού είπε, σαν να ήξερε τους λογισμούς μου και τον πειρασμό μου να φύγω από το γυναικείο μοναστήρι. Είπε σύντομα και πολύ απλά:
– Να μείνεις εκεί, όπου ζεις τώρα. Μην πας πουθενά. Εκεί πρέπει και να πεθάνεις. Θα κουβαλάς τον σταυρό σου μέχρι το τέλος και θα σωθείς.
Σιωπηλά σηκώθηκε και έφυγε αργά, σέρνοντας τα πόδια του με γέρικα βήματα. Και εγώ καθόμουν και σκεφτόμουν ότι δεν τον είχα ρωτήσει τίποτα, ούτε είχα προσπαθήσει να ξεκινήσω μαζί του μια συνομιλία. Έτσι, την πρώτη ημέρα της παραμονής μου στο Άγιον Όρος, ο Κύριος μού έδειξε το θέλημά Του.

Όλγα Ροζνιόβα
Μετάφραση 
Ελένη Ογκορόντνικ

Pravoslavie.ru

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης