Η Πλατυτέρα των Ουρανών

20 Απρ. 2019

Ιστολόγιο |


Πρωτοπρεσβύτερου Γεωργίου Δορμπαράκη 

Ο κύριος που μπήκε στο εξομολογητάρι περίμενε στην αναμονή αρκετή ώρα. Τον είχε δει ο ιερέας μαζί με τους άλλους, όταν ξεκίνησε την εξομολόγηση. Ήταν αρκετά ευπαρουσίαστος και πολύ ευγενικός. Σταυροκοπήθηκε, φίλησε το χέρι του ιερέα, κάθισε στη θέση του εξομολογουμένου.
«Πρώτη φορά εξομολογείσθε;» ρώτησε ο ιερέας. «Δεν σας έχω ξαναδεί».
«Όχι, πάτερ. Εξομολογούμαι κατά καιρούς, αλλά δεν έχω σταθερό εξομολόγο. Όταν πλησιάζουν οι μεγάλες γιορτές, μπαίνω σε κάποιο ναό και όταν βρω πνευματικό εξομολογούμαι. Δεν θέλω να κοινωνώ χωρίς εξομολόγηση».
«Κάνετε πολύ σωστά. Κι αυτό δείχνει ότι μάλλον έχετε συναίσθηση των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η ιερά εξομολόγηση – το γνωρίζετε – είναι από τα υποχρεωτικά λεγόμενα μυστήρια, μαζί με το βάπτισμα, το χρίσμα και τη θεία κοινωνία, γιατί δυστυχώς μετά το βάπτισμά μας αμαρτάνουμε. Οπότε ο Κύριος μάς το πρόσφερε ως τη μεγαλύτερη δωρεά: να μπορούμε και πάλι να καθαρίζουμε την ψυχή μας και να ξαναζούμε τη χάρη της αναγέννησής μας, όπως τότε που βγήκαμε από την αγία κολυμβήθρα. Αρκεί βεβαίως και η εξομολόγηση να γίνεται με τον σωστό τρόπο».
«Ποιος είναι ο σωστός τρόπος, πάτερ;» είπε ο μεσήλικας.
«Αυτό το οποίο δηλώνει και το όνομα του μυστηρίου. Λέμε μυστήριο μετανοίας. Συνεπώς πρέπει κανείς να είναι σε αυτήν την ατμόσφαιρα της επίγνωσης των αμαρτιών του και της πίστης στην αγάπη του Θεού, ώστε να προσέλθει σωστά. Χωρίς τη μετάνοια και την απόφαση για αλλαγή της ζωής του, ώστε να βαδίζει πια όσο γίνεται πάνω στις εντολές του Χριστού μας, η εξομολόγηση καταντά μάλλον ένας τύπος που δεν ξέρω κατά πόσο προσφέρει στον άνθρωπο τη χάρη του Θεού».
«Ναι, πάτερ», έδειχνε να συμφωνεί ο κύριος.
«Θέλω όμως και κάτι ακόμη να σας πω», είπε ο ιερέας, «πριν ξεκινήσετε να εξομολογείσθε. Είπατε ότι δεν έχετε σταθερό πνευματικό. Αυτό πρέπει να σας προβληματίσει λίγο.
Χωρίς να είναι θέμα δογματικό, όπως λέμε, για την πίστη μας, δηλαδή ότι χωρίς αυτό δεν είμαστε πιστοί και δεν ζούμε τη σωτηρία μας – εκτός και αν κανείς δεν έχει σταθερό τόπο που ζει – όμως έχει διαπιστωθεί ότι η αναφορά σε έναν μόνο πνευματικό βοηθάει στην πνευματική μας πορεία, για τον λόγο ότι επέρχεται γνωριμία πραγματική, ψυχική, μεταξύ του εξομολόγου και του εξομολογουμένου, κι επομένως μπορεί ο πνευματικός και να μας καταλάβει καλύτερα και να μας δώσει τις πιο καλές ίσως συμβουλές για τη σχέση μας με τον Θεό. Και το ερώτημα βεβαίως πάντα είναι «γιατί θέλω να αλλάζω πνευματικό;» Αν, σας είπα, είναι λόγω των μετακινήσεων του ανθρώπου, έχει καλώς. Αν όμως η διαρκής αλλαγή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν θέλω να δεθώ με κάποιον συγκεκριμένα, τότε τα πράγματα είναι πιο σύνθετα και μοιάζουν με το φυτό που διαρκώς μεταφυτεύεται. Δηλαδή δεν μπορεί τελικώς να καρποφορήσει. Σκεφθείτε μήπως συμβεί τούτο και σε σας. Η πρότασή μου θα ήταν λοιπόν να αποφασίσετε να πηγαίνετε σε κάποιον πιο σταθερά, πιο συγκεκριμένα.
Συγγνώμη που σας τα λέω αυτά, αλλά είμαι υποχρεωμένος να σας τα πω. Κι εγώ έχω σταθερό πνευματικό, που επειδή ακριβώς με ξέρει, δεν χρειάζεται να εξηγώ πολλά πράγματα από τη ζωή μου. Ομολογώ εν μετανοία τις αμαρτίες μου, κάνει κάποια παρατήρηση ίσως ο αδελφός κληρικός, και μου διαβάζει την ευχή».
Ο κύριος δεν μιλούσε. Φαινόταν προβληματισμένος και ο ιερέας αναρωτήθηκε μήπως του τα είπε… μαζεμένα και τον φόβισε. Στράφηκε νοερά στον Κύριο να φωτίσει τον άνθρωπο και να του δώσει πραγματική μετάνοια.
«Τι έχετε να πείτε, λοιπόν; Αντί να μιλήσετε εσείς, σας έπιασα… μονότερμα που λέμε».
«Όχι, πάτερ, πολύ καλά κάνατε. Εσείς πρέπει να λέτε αυτά που πρέπει. Λοιπόν – ξερόβηξε – δεν έχω να σας πω πολλά πράγματα. Είμαι άνθρωπος της Εκκλησίας, εκκλησιάζομαι δηλαδή, προσεύχομαι, νηστεύω όσο μπορώ, δίνω ελεημοσύνη εκεί που πρέπει. Δεν βλέπω κάτι να βαραίνει την ψυχή μου».
Κάτι του θύμισε του ιερέα η απαρίθμηση αυτή... «Έχετε κάτι εναντίον κάποιου συνανθρώπου σας;» ρώτησε ο ιερέας χαμηλόφωνα.
«Όχι, πάτερ. Τους αγαπώ όλους. Με όλους τα έχω καλά».
«Μελετάτε κανένα πνευματικό βιβλίο;»
«Ναι, πάτερ, μολονότι δεν μου μένει και πολύς χρόνος λόγω της εργασίας μου».
«Τους λογισμούς σας τους προσέχετε; Γιατί γνωρίζετε ασφαλώς ότι αμαρτία δεν είναι μόνον οι πονηρές πράξεις, αλλά και οι αμαρτωλοί λογισμοί. Ο ίδιος ο Κύριος για παράδειγμα μάς είπε ότι «και μία πονηρή επιθυμία για τον άλλο συνάνθρωπό μας – μίλησε για τη γυναίκα απευθυνόμενος σε άνδρες – αποτελεί μοιχεία». Με τους λογισμούς σας λοιπόν πώς τα πάτε;»
«Μια χαρά, πάτερ. Τους προσέχω πολύ όλους. Όλα στην πνευματική μου ζωή είναι τακτοποιημένα».
«Πιο πάνω και από τον όσιο Παΐσιο!», του ‘ρθε αυθόρμητα η σκέψη του παπά. Κατάλαβε ότι υπάρχει κάτι… «προβληματικό» στον κύριο. Να μην έχει καμμία αμαρτία, να μην ενοχλείται από κανέναν λογισμό και να τα αντιμετωπίζει όλα τόσο θεάρεστα! «Αγγελικό σύνδρομο» δεν το λένε αυτό;
Έχετε κάποια αμαρτία σας να εξομολογηθείτε;»
«Όχι, πάτερ. Μόνο αυτά που σας είπα. Και σας ευχαριστώ που με ακούσατε και με συμβουλεύσατε».
«Θα σας παρακαλέσω», ένιωσε την ανάγκη να πει ο ιερέας, «να κάνετε προσευχή παρακαλώντας τον Κύριο να σας δίνει αληθινή μετάνοια. Συνηθίστε να λέτε εκτός από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και την προσευχή που έλεγε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος». Γιατί μετάνοια υπάρχει εκεί που διαπιστώνεται η αμαρτία».
Σηκώθηκε ο παπάς από τη θέση του.
«Αν δεν έχετε κάτι άλλο, να σας διαβάσω τη συγχωρητική ευχή, μολονότι μάλλον είναι… περιττή, αφού δεν έχετε κάτι για να… συγχωρηθείτε».

theomitoros.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

19 Απρ. 2019

Ιστολόγιο |


Η μα­κα­ρι­στή γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να Γι­ο­βά­νο­γλου γεν­νή­θη­κε τό 1903 στήν Πάν­ορ­μο τῆς Μι­κρᾶς Ἀ­σί­ας ἀ­πό γο­νεῖς πο­λύ εὐ­λα­βεῖς, τόν Ἰω­άν­νη καί τήν Δή­μη­τρα. Ἦ­ταν πρω­τό­το­κη καί εἶ­χε ἄλ­λα ὀ­κτώ ἀ­δέλ­φια. Στήν βά­πτι­ση τῆς δό­θη­κε τό ὄνο­μα Ἀνα­στα­σία.
Μέ τήν ἀν­ταλ­λα­γή τῶν πλη­θυ­σμῶν με­τά ἀ­πό τα­λαι­πω­ρί­ες ἐγ­κα­τα­στά­θη­καν στό χω­ριό Πη­γά­δια Κυρ­γί­ων Δρά­μας. Στά Πη­γά­δια ὁ πα­τέ­ρας της ἔ­γι­νε κτη­νο­τρό­φος. Αὐ­τή ὡς με­γα­λύ­τε­ρη φρόν­τι­ζε γιά τά μι­κρό­τε­ρα ἀ­δέλ­φια της για­τί καί ἡ μη­τέ­ρα της ἐρ­γα­ζό­ταν.
Ἀ­πό μι­κρή ἀ­γα­ποῦ­σε τόν Χρι­στό. Ὅταν μι­λοῦ­σε γιά τόν Χρι­στό καί τήν Πα­να­γία ἔκλαι­γε. Ἀπό μι­κρή κρα­τοῦ­σε ὅλες τίς νη­στεῖ­ες καί κρέ­ας δέν ἔφα­γε πο­τέ. Ὅταν πή­γαι­ναν στό χω­ριό της μο­να­χοί ἀ­πό τά Κύρ­για, αὐ­τή πή­γαι­νε κον­τά τους καί ἤ­θε­λε νά ἀ­κούει γιά τόν Χρι­στό. Δέν πῆ­γε σχο­λεῖ­ο, δέν ἤ­ξε­ρε νά­ δι­α­βά­ζει. Προ­σευ­χό­ταν καί με­ρι­κές νύ­χτες ἄ­κου­γε ἀγ­γε­λι­κές ψαλ­μω­δί­ες.
Δι­η­γεῖ­το: «Ἤμα­σταν ἐν­νιά ἀ­δέλ­φια καί μό­νο κρα­τού­σα­με (τη­ρού­σα­με) τοῦ πα­τέ­ρα μας τόν λό­γο. Ἀλ­λά ἦρ­θε και­ρός πού νά μήν τόν κρα­τή­σω ἐ­γώ, για­τί ἤ­μουν με­γα­λύ­τε­ρη τριά­ντα χρό­νων κο­πέλ­λα καί ἦρ­θε και­ρός νά παν­τρευ­τῶ καί τ᾿ ἀ­δέλ­φια μου ὅ­λα με­γά­λω­σαν καί ἦ­ταν γιά παν­τρειά καί μουρ­μού­ρι­ζαν (γόγ­γυ­ζαν) ἐ­ναν­τί­ον μου, πό­τε θά παν­τρευ­τεῖς; Τί θά κά­νεις;».
Πα­ντρεύ­τη­κε ἕνα νέο ὀνό­μα­τι Γιάν­νη πού εἶ­χαν γιά βο­σκό στά πρό­βα­τά τους. Ἐπει­δή οἱ γο­νεῖς της δέν συ­γκα­τα­τέ­θη­καν, τήν ἔδιω­ξαν ἀπό τό σπί­τι. Ὁ σύ­ζυ­γός της μιά βδο­μά­δα με­τά ἀπό τόν γά­μο τους πῆ­γε στήν Κο­ζά­νη νά δεί τούς δι­κούς του καί δέν ξα­να­γύ­ρι­σε πο­τέ, οὔ­τε καί ἔμα­θε τί ἀπέ­γι­νε. Ἡ ἴ­δια δέν γόγ­γυ­ξε πο­τέ, δέν τόν κα­κο­λό­γη­σε, δέν πα­ρα­πο­νέ­θη­κε. Τόν συγ­χω­ροῦ­σε καί ἔλε­γε νά εἶ­ναι κα­λά. Ἔ­λε­γε: «Ἔ­τσι ἤ­θε­λε ὁ Θε­ός καί ἔ­τσι ἔ­γι­νε».
Ἡ Ἀνα­στα­σία ἐγκα­τα­λει­μέ­νη ἀπό ὅλους καί πε­ρι­μέ­νο­ντας παι­δά­κι, ἀ­πελ­πί­στη­κε καί ἐ­πι­χεί­ρη­σε νά πέ­σει σέ μιά λί­μνη, νά κά­νει κα­κό στόν ἑ­αυ­τό της. Τό­τε ὅ­πως δι­η­γή­θη­κε: «Μπῆ­κα μέ­σα στήν λί­μνη καί ὅ­ταν τό νε­ρό ἔ­φθα­σε μέ­χρι τόν λαι­μό, ἔ­νι­ω­σα ἕ­να φτε­ρού­γι­σμα πί­σω ἀ­πό τό σῶ­μα μου καί ἄ­κου­σα μιά φω­νή: “Τέ­τοι­α ψυ­χή ποῦ θά τήν ρί­ξεις μέσ᾿τόν βοῦρ­κο;”. Μᾶλ­λον θά ἦ­ταν ὁ φύ­λα­κας ἄγ­γε­λός μου. Τό ἄγ­γιγ­μα τῆς φτε­ρού­γας ἀ­κό­μα τό θυ­μᾶ­μαι. Χα­ρά­χτη­κε στήν μνή­μη μου».
Ὕ­στε­ρα κα­τέ­φυ­γε σέ μιά θεί­α της, τήν Σο­φί­α, ἡ ὁ­ποί­α τήν πε­ρι­έ­θαλ­ψε, τήν βο­ή­θη­σε νά γεν­νή­σει τό παι­δά­κι καί με­τά τό με­γά­λω­σαν μα­ζί, για­τί ἡ Ἀνα­στα­σία ἐρ­γα­ζό­ταν στά κα­πνά, στό Δο­ξᾶ­το καί στά Κύρ­για.
Στε­νο­χω­ρι­ό­ταν γιά τήν κό­ρη της Βε­νέ­τα πού δέν εἶ­χε πα­τέ­ρα. Ἔ­λε­γε: «Δέν πει­ρά­ζει, βρέ παι­δά­κι μου, ἔ­χεις ἐ­μέ­να, ἐ­γώ σέ φρον­τί­ζω, ἐ­γώ καί μάν­να καί πα­τέ­ρας». Ἔ­κα­νε τό πᾶν νά μήν τῆς λεί­ψει τί­πο­τε. Δού­λευ­ε νύ­χτα–μέ­ρα διό­τι ἐπι­πλέ­ον βο­η­θοῦ­σε τ᾿ ἀ­δέλ­φια της καί γη­ρο­κό­μη­σε τήν μη­τέ­ρα της.
Ἐρ­γα­ζό­ταν σκλη­ρά ὅλη τήν ἡμέ­ρα στά χω­ρά­φια καί τή νύ­χτα προ­σευ­χό­ταν. Συ­νή­θι­ζε μέ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες τοῦ χω­ριοῦ νά συ­γκε­ντρώ­νο­νται σέ κά­ποιο σπί­τι, ἐκ πε­ρι­τρο­πῆς, ἐνώ­πι­ον μιᾶς θαυ­μα­τουρ­γῆς εἰ­κό­νας τοῦ Αγί­ου Γε­ωρ­γί­ου, νά ἀγρυ­πνοῦν καί νά προ­σεύ­χο­νται γιά ὅλον τόν κό­σμο. Καί ἡ ἴδια ξυ­πνοῦ­σε πά­ντα πρωΐ γιά νά προ­σεύ­χε­ται, για­τί πί­στευε ὅτι ὁ Θε­ός τό­τε σ᾿ ἀκού­ει κα­λύ­τε­ρα. Ὅταν πι­στεύεις καί πα­ρα­κα­λᾶς ὁ Θε­ός δέν σέ ξε­χνᾶ.
Ἀγα­ποῦ­σε πο­λύ τόν Θε­ό. Ἀ­νέ­φε­ρε τήν λέ­ξη «Θε­ός μου», χαι­ρό­ταν ἡ ψυ­χή της καί ἔτρε­χαν τά δά­κρυά της. Ἔ­λε­γε: «Ἀ­γα­πά­ω τό­σο πο­λύ τόν Θε­ό. Θέ­λω νά πά­ω στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα νά προ­σκυ­νή­σω».
Μά­ζευ­ε δραχ­μή–δραχ­μή χρή­μα­τα γιά τά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Πρῶ­τα πῆ­γε καί προ­σκύ­νη­σε στήν Τῆ­νο. Ἐ­κεῖ, ὅ­πως ἔ­λε­γε, εἶ­δε ζων­τα­νή τήν Πα­να­γί­α καί ἄ­κου­σε μιά φω­νή πού τῆς εἶ­πε «νά πᾶς στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα». Πῆ­γε, προ­σκύ­νη­σε στούς Ἁ­γί­ους Τό­πους καί ἐκεῖ γνώ­ρι­σε τόν γέ­ρο­ντα Ἀμ­φι­λό­χιο καί τήν μο­να­χή Ἐ­λι­σά­βετ στό Χο­ζε­βᾶ. Βα­πτί­σθη­κε στόν Ἰορ­δά­νη πο­τα­μό καί με­τά ἀπό πολ­λή προ­σευ­χή καί με­γά­λη νη­στεία ἔγι­νε μο­να­χή μι­κρό­σχη­μη μέ τό ὄνο­μα Ἄν­να. Ἔκα­νε ὑπα­κοή στόν π. Ἀμ­φι­λό­χιο, τῆς ἔδω­σε ἐντο­λές καί κα­νό­να γιά νά προ­ε­τοι­μα­σθεί νά πά­ρει ἀρ­γό­τε­ρα τό με­γά­λο Σχῆ­μα.
Ὅταν ἐπέ­στρε­ψε ἦ­ταν κα­τεν­θου­σι­α­σμέ­νη, ἄν καί κα­τά­κο­πη ἀ­πό τήν κού­ρα­ση καί τή νη­στεί­α δέν μπο­ροῦ­σε νά περ­πα­τή­σει. Πῆ­γε ὕ­στε­ρα καί ἔ­μει­νε σ᾿ ἕ­να μο­να­στή­ρι τῆς πε­ρι­ο­χῆς γιά σα­ράν­τα ἡ­μέ­ρες. Ἤ­θε­λε νά μεί­νει γιά πάν­τα ἐ­κεῖ, ἀλ­λά ἐ­πει­δή ἦ­ταν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη δέν τήν κρά­τη­σαν.
Ὕστε­ρα ἔμε­νε στό Δο­ξᾶ­το μό­νη της σ᾿ ἕ­να μι­κρό καί πα­λαι­ό κελ­λά­κι χω­ρίς φῶς μέ μιά σομ­πού­λα. Δέν θέ­λη­σε νά μεί­νει στό σπί­τι τῆς κό­ρης της ἀλ­λά κο­ντά της, ἀπό εὐ­αι­σθη­σία γιά νά μήν τήν ἐπι­βα­ρύ­νει, ἀλ­λά καί γιά νά ἔχει τήν ἡσυ­χία της νά κά­νει τά μο­να­χι­κά της κα­θή­κο­ντα. Εἶ­χε στρω­μέ­νες πα­λαι­ές μπα­λω­μέ­νες κου­ρε­λοῦ­δες ἀλ­λά ὁ­λο­κά­θα­ρες. Πά­νω στό κρεβ­βα­τά­κι της εἶ­χε μιά βα­λι­τσού­λα πού μέ­σα εἶ­χε τά νε­κρι­κά της φο­ρέ­μα­τα, κε­ρά­κια καί σά­βα­νο ἀ­πό τά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα. Στόν τοῖ­χο πά­νω ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι της εἶ­χε τά εἰ­κο­νί­σμα­τά της καί ἕ­να καν­τή­λι ἀ­κοί­μη­το.
Ἡ γε­ρό­ντισ­σα Ἄν­να νή­στευε καί προ­σευ­χό­ταν νύχτα–μέρα. Ξυ­πνοῦ­σε στίς 3 με­τά τά με­σά­νυ­χτα. Ὅταν τήν ρω­τοῦ­σε ἡ κό­ρη της για­τί ξυ­πνᾶ τή νύ­χτα ἀπα­ντοῦ­σε: «Δέν μπο­ρῶ νά κοι­μη­θῶ, παι­δί μου. Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου ἔρ­χε­ται καί μέ ξυ­πνᾶ καί συ­νε­χί­ζω τήν προ­σευ­χή». Ἀλ­λη­λο­γρα­φοῦ­σε μέ τόν π. Ἀμ­φι­λό­χιο καί ἔστελ­νε δέ­μα­τα στήν μο­να­χή Ἐλι­σά­βετ. Προ­ε­τοι­μα­ζό­ταν νά πά­ρει τό με­γά­λο Σχῆ­μα.
Γι᾿ αὐτό πα­ρήγ­γει­λε μί­α μο­να­χι­κή ζώ­νη ἀ­πό τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος μέ τόν κα­θη­γη­τή κ. Ρα­δῆ. Ἐ­κεῖ­νος δέν βρῆ­κε ζώ­νη καί φεύ­γον­τας τό ἀ­νέ­φε­ρε σ᾿ ἕ­ναν Ἡ­γού­με­νο. Ὁ Ἡ­γού­με­νος ἔ­δω­σε τήν δι­κή του πού φο­ροῦ­σε. Τήν ἔ­φε­ρε στό σπί­τι του καί κά­ποι­ες φί­λες τῆς γυ­ναί­κας του τῆς εἶ­παν νά τήν κρα­τή­σει αὐ­τή γιά εὐ­λο­γί­α. Τήν ἄλ­λη μέ­ρα ἦρ­θε ἡ ἀδελ­φή Ἄν­να καί λέ­ει στήν κυ­ρί­α Ρα­δῆ: «Κυ­ρί­α Ἕλ­λη, ἡ ζώ­νη μου ἦρ­θε. Ἔ­βλε­πα ἕ­να καν­τη­λά­κι πού ἐρ­χό­ταν ἀ­πό τό Ἅγι­ον Ὄρος καί ἀ­πό κά­τω ἦ­ταν ἡ ζώ­νη». Ἐ­ξε­πλά­γη ἡ κ. Ἕλ­λη. Τῆς ἔ­δω­σε τήν ζώ­νη καί ἐ­κεί­νη τήν πῆ­ρε μέ λα­χτά­ρα.
Τήν πέμ­πτη φο­ρά πού πῆ­γε ἡ γε­ρό­ντισ­σα Ἄν­να στά Ἱε­ρο­σό­λυ­μα ὁ γέ­ρον­τας Ἀμ­φι­λό­χιος, ἡγού­με­νος τοῦ Χο­ζε­βᾶ, τήν ἔ­κει­ρε με­γα­λό­σχη­μη μο­να­χή, τό ἔτος 1972. Ἀ­πό τό­τε ἔ­βλε­παν καί ἔ­νι­ω­θαν οἱ γνω­στοί της μιά ἰδι­αί­τε­ρη χά­ρη στήν γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να, ἀλ­λά καί ἡ ἴ­δια ἔ­λε­γε: «Στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα πού πῆ­γα κά­τι ἔ­λα­βε ἡ ψυ­χή μου ἀ­πό τόν Θε­ό μου καί δέν μπο­ρῶ νά κά­νω κα­κό οὔ­τε στόν ἑ­αυ­τό μου οὔ­τε σέ ἄλ­λους. Ἔ­χω εὐ­λο­γί­α ἐ­πά­νω μου. Δέν νι­ώ­θω κού­ρα­ση, οὔ­τε οἱ νη­στεῖ­ες μέ ἐξαν­τλοῦν, πε­τά­ω». Τά ρά­σα της μο­σχο­βο­λοῦ­σαν.
Ὅ­ποι­ος τήν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν ἔ­νι­ω­θε κον­τά της χα­ρά καί χά­ρη. Κερ­νοῦ­σε τούς ἐ­πι­σκέ­πτες κα­φέ, κα­νέ­να αὐ­γου­λά­κι καί ἀ­παν­τοῦ­σε στίς ἐ­ρω­τή­σεις τους με­τα­δί­δον­τας τήν χά­ρη καί τά βι­ώ­μα­τά της. Τά βα­θυ­γά­λα­ζα μά­τια της ἔ­λαμ­παν καί ἀ­κτι­νο­βο­λοῦ­σαν ἀ­πό κα­λω­σύ­νη.
Θυ­μί­α­ζε τίς εἰ­κό­νες στό κελ­λά­κι της, ἀλ­λά τή νύ­χτα ἔ­βγαι­νε στόν δρό­μο καί θυ­μί­α­ζε τούς ἀν­θρώ­πους πού πή­γαι­ναν στά κα­πνά. Θυ­μί­α­ζε ὅ­λο τό Δο­ξᾶ­το καί προ­σευ­χό­ταν γιά τόν κό­σμο.

Δι­η­γεῖ­ται ἡ κυ­ρί­α Ἕλ­λη Ρα­δῆ–Τα­μπου­λί­δου, στήν ὁποία ἡ γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να ἐρ­γα­ζό­ταν ὡς οἰ­κια­κή βο­η­θός: «Ὅ­ταν ἐρ­χό­ταν στό σπί­τι μου ἄ­να­βε τό θυ­μια­τό καί θυ­μί­α­ζε ὅ­λο τό σπί­τι λέ­γον­τας προ­σευ­χές. Μέ συμ­βού­λευ­ε νά τό κά­νω καί ἐ­γώ αὐ­τό δι­ότι ἔτσι δέν μπο­ρεῖ νά μέ πλη­σιά­σει ὁ δι­ά­βο­λος. Μά­λι­στα ἔ­λε­γε νά θυ­μιά­ζω τά παι­διά καί, πρίν κοι­μη­θοῦν, νά σταυ­ρώ­νω τά παι­διά καί τά προ­σκέ­φα­λά τους. Ὅ­ταν προ­σευ­χό­ταν εἶ­χε σκυμ­μέ­νο τό κε­φά­λι καί ἀ­να­στέ­να­ζε. Ὅ­ταν ση­κω­νό­ταν τίς νύ­χτες γιά νά προ­σευ­χη­θεί, τήν ἄ­κου­γαν τά παι­διά καί μοῦ ἔλε­γαν ὅ­τι αὐ­τή ἡ για­γιά ὅ­λη τή νύ­χτα τρα­γου­δά­ει (ψέλ­νει, προ­σεύ­χε­ται). Αὐ­τή ἔψελ­νε ὅλη τή νύ­χτα στόν Χρι­στό, ὅ­πως ἔ­λε­γε, καί τά δά­κρυά της ἔ­βρε­χαν τό πά­τω­μα. Εὐ­χό­ταν γιά ὅλους τούς ἀν­θρώ­πους».
Συμ­βού­λευ­ε: «Νά προ­σεύ­χε­σαι χα­ρά­μα­τα καί ἔ­ξω ἀ­πό τό σπί­τι μέ τά χέ­ρια στόν οὐ­ρα­νό. Τό­τε σέ ἀ­κού­ει ὁ Θε­ός, βλέ­πεις καί τούς Ἀγ­γέ­λους. Ὅ­ταν πα­ρα­κα­λᾶς, νά πα­ρα­κα­λᾶς πρῶ­τα τόν Χρι­στό καί ἔ­πει­τα τούς Ἁ­γί­ους, ὅ­σους θυ­μᾶ­σαι, ὄ­χι μό­νον ἕ­ναν. Καί αὐ­τά τά πα­ρα­κά­λια τά παίρ­νουν οἱ Ἅ­γιοι καί τά πᾶ­νε στήν Πα­να­γί­α καί ἡ Πα­να­γί­α τά δί­νει στόν Χρι­στό. Ἐ­γώ μιά φο­ρά πα­ρα­κα­λοῦ­σα καί ξέ­χα­σα τόν ἅ­γιο Θε­ό­δω­ρο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε, λοι­πόν, καί μοῦ λέ­ει: “Ὅ­λους τούς πα­ρα­κα­λᾶς καί μέ­να μέ ξέ­χα­σες”. “Ποι­ός εἶ­σαι;” λέ­ω, “­δέν σέ γνώ­ρι­σα”. “Ὁ ἅ­γιος Θε­ό­δω­ρος εἶ­μαι”, λέ­ει. Ἀ­πό τό­τε κά­θε φο­ρά τόν πα­ρα­κα­λά­ω».
Ἔ­λε­γε μέ ἁ­πλό­τη­τα στήν προ­σευ­χή της: «Ἡ ἀ­δελ­φή Ἄν­να σᾶς πα­ρα­κα­λεῖ: “Ἅ­γι­ε Ἀ­λέ­ξι­ε, ἅ­γι­ε Παν­τε­λε­ή­μων”» καί μνη­μό­νευ­ε πολ­λούς Ἁ­γί­ους πού εἶ­χε σέ εὐ­λά­βεια, καί ὅ­σων Ἁ­γί­ων εἶ­χε εἰ­κο­νά­κια.
Ἦ­ταν φυ­σι­κή ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α τῆς Γε­ρόν­τισ­σας μέ τούς Ἁ­γί­ους. Δε­χό­ταν ἁ­πλά καί ἀ­πε­ρί­ερ­γα τίς ἐμ­φα­νί­σεις τῶν Ἁ­γί­ων μέ πί­στη, χω­ρίς νά περ­νοῦν λο­γι­σμοί κε­νο­δο­ξί­ας. Ὅ­ταν πή­γαι­νε ἡ κό­ρη της στό κελ­λά­κι της, ἡ Γε­ρόν­τισ­σα τήν ἀπέ­τρε­πε νά κά­θε­ται μέ τήν πλά­τη πρός τήν Ἀ­να­το­λή, για­τί ἐ­κεῖ ἔ­βλε­πε νά στέ­κε­ται κά­ποι­ος Ἅ­γιος καί τό θε­ω­ροῦ­σε ἀ­σέ­βεια. Τήν συμ­βού­λευε νά κά­νει πά­ντα προ­σευ­χή πρίν ἀπό κά­θε της ἔρ­γο γιά νά πε­τύ­χει. Στίς δυ­σκο­λί­ες ἔλε­γε στήν κό­ρη της: «Μή στε­νο­χω­ριέ­σαι˙ θά κά­νω προ­σευ­χή καί ὅταν ἔρ­θει ἡ ὥρα θά γί­νει (ξε­πε­ρα­στεί)˙ ἐάν δέν θέ­λει ὁ Θε­ός δέν γί­νε­ται. Ἐκεῖ­νος ξέ­ρει. Ξέ­ρω κι ἐγώ για­τί δέν γί­νε­ται;».
Κά­ποια χρο­νιά, Κυ­ρια­κή τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ἡ Γε­ρόν­τισ­σα κρα­τοῦ­σε εἰ­κό­να στήν λι­τα­νεί­α καί ἔ­βλε­πε τόν εἰ­κο­νι­ζό­με­νο Ἅ­γιο νά προ­πο­ρεύ­ε­ται.
Ἡ γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να εἶχε τέ­τοι­α ἁ­πλό­τη­τα, ὥ­στε δέν τῆς περ­νοῦ­σε λο­γι­σμός ὑ­πε­ρη­φα­νεί­ας, διό­τι τά θε­ω­ροῦ­σε ὅλα φυ­σι­κά. Μέ τήν μα­κα­ρί­α ἁ­πλό­τη­τα, τήν εὐ­λά­βεια, τήν κα­θα­ρό­τη­τα καί τόν φι­λό­τι­μο ἀ­γῶ­να της, ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά ἔ­χει πολ­λές ἁγιο­φά­νει­ες. Εἶ­δε τόν προ­φή­τη Ἠ­λί­α καί τοῦ ἀ­σπά­σθη­κε τό χέ­ρι˙ τόν Τί­μιο Πρό­δρο­μο καί μά­λι­στα πα­ρα­τή­ρη­σε τό ση­μά­δι τῆς ἀ­πο­το­μῆς ἀ­πό τό ξῖ­φος στόν λαι­μό του˙ τούς ἁ­γί­ους Θε­ο­δώ­ρους τούς ἔ­βλε­πε συ­χνά νά περ­νοῦν τίς νύ­χτες μέ τά ἄ­λο­γα καί τίς στο­λές τους μέ­σα ἀ­πό τό Δο­ξᾶ­το. Ὑ­πάρ­χει ἐ­ξωκ­κλή­σι τῶν ἁ­γί­ων Θε­ο­δώ­ρων καί αὐ­τοί προ­στα­τεύ­ουν τό χω­ριό. Εἶ­δε καί τόν ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο σέ ὥ­ρα θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας.
Ζή­τη­σε νά γνω­ρί­σει καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα, ὅ­πως δι­η­γή­θη­κε ἡ ἴ­δια. «Εἶ­χα ἀ­πο­ρί­α, δέν μπο­ροῦ­σα νά κα­τα­λά­βω πῶς εἶ­ναι τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα. Ἤ­θε­λα νά ξέ­ρω ὅ­λα τά Ἅ­για». Ἔ­κα­νε προ­σευ­χή καί τό εἶ­δε ἐν εἴ­δει πε­ρι­στε­ρᾶς.
Κά­πο­τε ἡ Γε­ρόν­τισ­σα ἡρ­πά­γη στόν Πα­ρά­δει­σο, ὅ­πως δι­η­γή­θη­κε ἡ ἴ­δια: «Ἡ Χά­ρις μέ πῆ­ρε… πα­αί­νο­με σ᾿ ἕ­να δρό­μο, κα­λός ὁ δρό­μος, (περ­νοῦ­σε) μέ­σα ἀπό χω­ρά­φια πού εἶ­χαν καί ἀγ­κά­θια. Με­τά ἀ­νοί­ξα­με μιά πόρ­τα καί ἀρ­χί­σα­με νά πα­αί­νο­με σέ κῆ­πο. Μπή­κα­με μέ­σα κά­να δυ­ό βή­μα­τα καί ἄρ­χι­σα νά βλέ­πω κα­λά πράγ­μα­τα. Εἶ­χε πράγ­μα­τα γιά φα­γώ­σι­μο. Εἶ­δα τά μοῦ­ρα, νά τά λιμ­πί­ζε­σαι. “Νά φθά­σω ἕ­να μοῦ­ρο;­” “ὄ­χι δέν εἶ­ναι δι­κά σ᾿”, μοῦ εἶ­πε “­θά'ρθεί ἡ ὥ­ρα νά εἶ­ναι δι­κά σ᾿”. Γυ­ρί­σα­με πί­σω, δέν προ­χω­ρή­σα­με ἄλ­λο μέ­σα στόν Πα­ρά­δει­σο».
«Μιά ἄλ­λη φο­ρά», δι­η­γή­θη­κε, «μιά κα­λω­σύ­νη ἔ­κα­να, ἀλ­λά δέν θυ­μᾶ­μαι τί, ὅ­μως θυ­μᾶ­μαι μέ ἀ­νέ­βα­σε μιά καί μιά στόν οὐ­ρα­νό. Ἀ­νέ­βη­κα καί ἔ­βλε­πα τούς ἀν­θρώ­πους νά περ­πα­τᾶν σάν μυρ­μήγ­κια. Πῶς νά κα­τέ­βω ἐ­γώ ἀ­πό δῶ; Σκεύ­ο­μαι, σκεύ­ο­μαι… μο­να­χή ἤ­μουν ἐ­κεῖ. Τά που­λιά πε­τοῦ­σαν ἐ­κεῖ κάτ᾿, τἄ­βλε­πα. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε ἕ­νας ἀ­γέ­ρας δυ­να­τός καί ἐ­φθά­σα­με κάτ᾿. Ἀλ­λά λέ­ω ­ποῦ εἶ­μαι τώ­ρα, ποῦ νά εἶ­μαι; Τό­τε κα­τά­λα­βα ὅ­τι πα­τοῦ­σα στή γῆ, ὅ­τι εἶ­μαι στόν κό­σμο πού γνω­ρί­ζω, δι­ό­τι ἐ­κεῖ­νον τόν κό­σμο δέν τόν γνω­ρί­ζω. Ἀ­κό­μα θυ­μοῦ­μαι τά που­λιά πού ἦ­ταν ἀ­πό κά­τω μου».
Κά­πο­τε ἄ­κου­σε μιά φω­νή πού τῆς εἶ­πε: «Ἡ ἀ­ρε­τή σου πε­ρίσ­σε­ψε», καί ταυ­τό­χρο­να αἰ­σθάν­θη­κε καί μιά χά­ρι. Ἡ μα­κα­ρί­α καί ἁ­πλου­στά­τη γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να ἐ­νῶ ζοῦ­σε τήν ἀ­ρε­τή, δέν ἤ­ξε­ρε τί εἶ­ναι «ἀ­ρε­τή» καί ρω­τοῦ­σε κά­ποι­ον: «Εἶ­χα μιά γει­τό­νισ­σα στά Κύρ­για πού τήν ἔ­λε­γαν Ἀ­ρε­τή καί πέ­θα­νε. Ποῦ μέ θυ­μή­θη­κε τώ­ρα με­τά ἀπό χρό­νια καί ἦρ­θε στόν ὕπνο μου;»!
Ἔ­λε­γε ὅ­τι ὅ­ταν κοι­νω­νοῦ­σε ἔ­νι­ω­θε τόν Κύ­ριό μας μέ­σα της ἐ­πί μιά ἑ­βδο­μά­δα καί αἰ­σθα­νό­ταν τά μέ­λη της μέ­λη Χρι­στοῦ. Με­τά πού πή­γαι­νε στό σπί­τι τῆς κό­ρης της καί ἔ­πι­νε τόν κα­φέ, πρῶ­τα ἔ­πι­νε λί­γο νε­ρό γιά νά κα­τε­βεί ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α. Με­τά ξέ­πλυ­νε τό πο­τή­ρι τοῦ κα­φέ καί ἔρι­χνε τά νε­ρά στήν γλά­στρα. Τι­μοῦ­σε καί πρό­σε­χε πο­λύ τήν θεί­α Κοι­νω­νί­α.
Στήν Ἐκ­κλη­σί­α πή­γαι­νε ἀ­πό τίς 6 ἡ ὥρα, πρίν ἀπό τόν πα­πᾶ. Ἔ­λε­γε: «Θά πά­ει ὁ Χρι­στός πρίν ἀ­πό μᾶς καί μεῖς θά πᾶ­με με­τά;». Στό πρό­σω­πο τοῦ κά­θε ἱε­ρέ­ως ἔ­βλε­πε τόν Χρι­στό.
Συ­νή­θι­ζε νά πη­γαί­νει καί σέ μα­κρι­νά ἐξωκ­κλή­σια, νά προ­σκυ­νάει καί νά προ­σεύ­χε­ται. Μέ τά πό­δια πή­γαι­νε ἀλ­λά συ­νή­θως κά­ποι­ος βρι­σκό­ταν καί τήν ἔ­παιρ­νε στό αὐ­το­κί­νη­το.

Ἐρ­γα­ζό­ταν γιά νά οἰ­κο­νο­μή­σει τά πρός τό ζῆν, νά σπου­δά­σει τήν κό­ρη της καί νά φρο­ντί­σει καί τήν μη­τέ­ρα της. Ἔ­παιρ­νε τήν σύν­τα­ξη τοῦ ΟΓΑ, 15.000 δραχ­μές καί ἔ­λε­γε: «Βα­σί­λισ­σα εἶ­μαι». Ἄν τῆς ἔ­δι­ναν χρή­μα­τα, τά ἔ­δι­νε στήν Ἐκ­κλη­σί­α, ἐ­νῶ τά τρό­φι­μα τά μοί­ρα­ζε σέ φτω­χούς.
Ἡ γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να ἐ­πι­σκε­πτό­ταν καί τό μο­να­στή­ρι τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως στήν Σή­ψα. Οἱ ἀ­δελ­φές τήν ἀ­γα­ποῦ­σαν καί χαί­ρον­ταν νά τήν φι­λο­ξε­νοῦν. Ἡ ση­με­ρι­νή γε­ρό­ντισ­σα Πορ­φυ­ρία ἐν­θυ­μεῖ­ται καί ση­μει­ώ­νει γιά τήν γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να: «Τοῦ ἁ­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους τό 1992 με­τά ­ἀ­πό μιά ἀ­γρυ­πνί­α ἡ γε­ρό­ντισ­σά μας Ἀ­κυ­λί­να μᾶς ἔ­στει­λε τρεῖς ἀ­δελ­φές στό Δο­ξᾶ­το νά δοῦ­με τήν γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να καί νά τῆς πᾶ­με ξύ­λα καί ἄλ­λες εὐ­λο­γί­ες».
Ἦ­ταν μιά σκη­νή ἀ­πό ἀρ­χαῖ­ο Γε­ρον­τι­κό. Τό σπί­τι παμ­πά­λαι­ο, ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο, πάμ­πτω­χο. Ἡ γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να κυρ­τω­μέ­νη, ἀ­δύ­να­τη, μέ δύ­ο γα­λα­νά μα­τά­κια πού λάμ­πα­νε ἀ­πό τό φῶς τοῦ Χρι­στοῦ, μᾶς εἶ­πε πολ­λά: “Γιά σᾶς πού νέ­α κο­ρί­τσια φύ­γα­τε ἀ­πό τά σπί­τια σας καί ζεί­τε μέ­σα στά βου­νά πού εἶ­ναι τό Μο­να­στή­ρι σας, πού δώ­σα­τε τήν ζω­ή σας, πού εἶ­στε παι­διά τοῦ Θε­οῦ καί τό Ἅ­γιο Πνεῦ­μα εἶ­ναι κρυμ­μέ­νο μέ­σα σας, ἀρ­γό­τε­ρα μέ τά χρό­νια θά σᾶς φα­νε­ρώ­σει ὁ Θε­ός τά μυ­στι­κά Του­”. Ἦ­ταν τό­τε αὐ­τός ὁ λο­γι­σμός πού πο­λύ μέ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε ἄν ἡ μο­να­χι­κή μου ζω­ή θά εἶ­χε πο­τέ καρ­πούς. “Ἐγώ”, μᾶς ἔ­λε­γε μέ μί­α φο­βε­ρή ἁ­πλό­τη­τα, “τώ­ρα τά βλέ­πω αὐ­τά πού βλέ­πω καί εἶ­μαι τό­σο με­γά­λη στήν ἡ­λι­κί­α­”.
Εὐ­ω­δί­α­ζε ὁ­λό­κλη­ρη. Μᾶς σταύ­ρω­σε μί­α μί­α καί στήν κά­θε μί­α ἔ­λε­γε χεί­μαρ­ρο ἀ­πό εὐ­χές πού ἦ­ταν ὅ,τι ἡ κά­θε μιά εἶ­χε ἀ­νάγ­κη.
Εἶ­πε ὅ­τι εἶ­χε δεῖ ἕ­να ὅ­ρα­μα μέ τρί­α κο­ρί­τσια. Τό ἕ­να λε­γό­ταν νε­ρό, τό ἄλ­λο φω­τιά, τό ἄλ­λο τι­μή. “Ἡ τι­μή­”, εἶ­πε, “­ἄν τήν χά­σεις δέν τήν ξα­να­βρί­σκεις, τήν φω­τιά τήν βρί­σκεις, τό νε­ρό ἐ­πί­ση­ς”.
Κά­ποι­α στιγ­μή πού βρε­θή­κα­με μό­νες, μᾶς λέ­ει ξαφ­νι­κά: “Ἐγώ πολ­λά πέ­ρα­σα ἀλ­λά τά κρά­τη­σα μέ­σα μου καί ζυ­μώ­θη­καν μέ­σα μου καί γί­ναν ἕ­να μέ μέ­να καί τό Ἅ­γιον Πνεῦ­μα­”.
– Δη­λα­δή νά μήν μι­λᾶ­με Γε­ρόν­τισ­σα;
– Ἔ! μο­να­χού­τσι­κες εἴ­σα­στε (μο­να­χοῦ­λες δη­λα­δή). Νά μι­λᾶ­τε καί λί­γο ἀλ­λά νά λέ­τε πάν­τα τά κα­λά ὄ­χι τά στρα­βά.
Ὅ­ταν εἴ­χα­με κά­ποια με­γά­λη δυ­σκο­λί­α, ξαφ­νι­κά ἡ γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να ἐμ­φα­νι­ζό­ταν στό Μο­να­στή­ρι μας ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα. Σκυ­φτή, γα­λή­νια, μέ τά γα­λα­νά μα­τά­κια της γε­μά­τα ἀ­γά­πη. Στή­ρι­ζε τίς ἀ­δελ­φές, φε­ρό­ταν μέ ἀ­πέ­ραν­το σε­βα­σμό στήν Γε­ρόν­τισ­σά μας, κα­θό­ταν δυ­ό–τρεῖς μέ­ρες καί ἔ­φευ­γε πά­λι. Τίς νύ­χτες τήν ἄ­κου­γαν οἱ ἀ­δελ­φές ἀ­πό τά γει­το­νι­κά κελ­λιά νά ση­κώ­νε­ται καί νά προ­σεύ­χε­ται μέ δο­ξο­λο­γί­α, εὐ­χα­ρι­στί­α, δά­κρυ­α, γε­μά­τη θεῖ­ο ἔ­ρω­τα. Ἔμ­παι­ναν στό κελ­λί της καί οὔ­τε τίς κα­τα­λά­βαι­νε. Ἔ­λε­γε ὅ­τι τά δά­κρυ­α τῆς προ­σευ­χῆς νά μήν τά σκου­πί­ζου­με μέ μαν­τή­λια ἀλ­λά μέ τήν φούν­τα ἀ­πό τό κομ­πο­σχοί­νι, δι­ό­τι τά δά­κρυ­α αὐ­τά εἶ­ναι ἱ­ε­ρά.
Ἕ­να πρω­ϊ­νό, (τό­τε τίς κα­θη­με­ρι­νές ἀ­κο­λου­θί­ες τίς κά­να­με στήν Ἀ­νά­λη­ψη), ὅ­ταν ἔ­φθα­σε ἡ ὥ­ρα πού προ­σκυ­νᾶ­με τίς εἰ­κό­νες, ἡ γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να ἔ­τυ­χε νά στέ­κε­ται δί­πλα μου. Τήν βά­ζα­με νά χαι­ρε­τάει με­τά τήν Γε­ρόν­τισ­σα καί οὐ­δέ­πο­τε καί γιά τί­πο­τε δέν εἶ­χε φέ­ρει ἀν­τίρ­ρη­ση. Ἐ­κεῖ­νο τό πρωΐ τήν ἔ­βλε­πα νά μήν κου­νι­έ­ται. Τῆς λέ­ω σι­γά: “Πᾶτε νά προ­σκυ­νή­σε­τε­”. Μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση πού δέν μοῦ ἔ­δω­σε ση­μα­σί­α. Τῆς τό ξα­να­εῖ­πα. Ὅλες οἱ ἀ­δελ­φές τήν πε­ρί­με­ναν. Μ᾿ ἔπια­σε ἀ­γω­νί­α καί τήν σκούν­τη­σα ἐλα­φρά. Ντρε­πό­μουν κι ὅλας, ἤμουν ἡ τε­λευ­ταί­α στήν σει­ρά ρα­σο­φό­ρα καί τήν σε­βό­μου­να πο­λύ. Ἡ Γε­ρόν­τισ­σα ἄ­γαλ­μα. Δέν κου­νι­ό­ταν. Οἱ ἀ­δελ­φές πῆ­γαν στήν σει­ρά τους καί χαι­ρέ­τη­σαν. Τε­λεί­ω­σε ἡ πρώ­τη Ὥρα, πή­ρα­με εὐ­χή καί φύ­γα­με. Ἡ γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να με­τά τήν πρω­ϊ­νή Τρά­πε­ζα ζή­τη­σε νά μι­λή­σει στήν Γε­ρόν­τισ­σά μας. Τῆς εἶ­πε λοι­πόν ὅ­τι ἐ­κεῖ δί­πλα της στό παγ­κά­ρι τῆς Ἀ­να­λή­ψε­ως ἀ­νά­με­σά μας στε­κό­ταν ὁ γέ­ρον­τας Γε­ώρ­γιος Καρ­σλί­δης καί αὐ­τή ἀ­πό τό δέ­ος δέν κου­νιό­ταν. “Μέ σκουν­τοῦ­σα­ν”, εἶ­πε, “­μέ ἔ­λε­γαν νά πά­ω νά προ­σκυ­νή­σω. Κα­λά, δέν βλέ­πα­νε τόν Γέ­ρον­τα;”».
Καί ἄλλη ἀδελφή σημειώνει: «Τό ἔ­τος 1994 ἦ­ταν ἡ χρο­νιά πού γιά πρώ­τη φο­ρά ἐ­πι­σκέ­φθη­κε καί φι­λο­ξε­νή­θη­κε στό μο­να­στή­ρι μας ἡ γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να. Ἡ χά­ρις ἦ­ταν δι­ά­χυ­τη στό πρό­σω­πό της, χα­ρί­ζο­ντας στήν ὅ­λη μορ­φή της μιά μυ­στη­ρι­ώ­δη γλυ­κύ­τη­τα πού εἵλ­κυ­ε τόν κά­θε πνευ­μα­τι­κό ἄν­θρω­πο πρός αὐ­τήν. Αὐ­τή ἡ γλυ­κύ­τη­τά της προ­ξέ­νη­σε καί σ᾿ ἐμέ­να τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά τήν πλη­σιά­σω καί νά συ­νο­μι­λή­σω μα­ζί της μέ πνεῦ­μα μα­θη­τεί­ας στά ὅ­σα θά εἶ­χε τυ­χόν νά μέ δι­δά­ξει. Ἡ γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να ἦ­ταν πο­λύ γνω­στή καί εἶ­χε φή­μη ἁ­γί­ας γυ­ναι­κός, ἀλ­λά πα­ρολ᾿ αὐ­τά δέν ἔ­τυ­χε πο­τέ νά φθά­σει κά­τι στ᾿ αὐ­τιά μου γι᾿ αὐ­τήν, γι᾿ αὐ­τό καί τήν πλη­σί­α­σα ἔ­χο­ντας τό μυα­λό μου κα­θα­ρό καί ἀ­νε­πη­ρέ­α­στο ἀ­πό ἐντυ­πώ­σεις τρί­των. Ἔ­σκυ­ψα, πῆ­ρα τα­πει­νά τήν εὐ­χή της καί ση­κώ­νον­τας τό­ κε­φά­λι μου συγ­κλο­νί­στη­κα ὁ­λό­κλη­ρη κα­θώς τό βλέμ­μα ἔ­πε­σε στά βα­θυ­γά­λα­νά της μά­τια πού μέ δι­α­περ­νοῦ­σαν ὁ­λό­κλη­ρη καί βυ­θί­ζον­ταν στό εἶ­ναι μου. Πνευ­μα­τι­κή ἀ­κτι­νο­γρα­φί­α, σκέ­φτη­κα.
Τό ὅ­λο της πα­ρου­σι­α­στι­κό θύ­μι­ζε πα­λαι­ά ἀ­σκή­τρια. Ἕ­να μι­κρό ἄν­θος τῆς ἐ­ρή­μου. Τά φτω­χι­κά της μο­να­χι­κά ἐν­δύ­μα­τα, τό ἐ­ξα­ϋ­λω­μέ­νο της πα­ρου­σι­α­στι­κό ἀ­πό τίς ἀ­έ­να­ες νυ­χθή­με­ρες προ­σευ­χές της, τά βα­θου­λω­μέ­να της μά­τια, σοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν τήν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι βρι­σκό­σουν μπρο­στά σέ μιά ἀ­σκή­τρια τοῦ ὄ­ρους τῆς Νι­τρί­ας. Προ­πα­ντός δέ ἡ ἀ­σκη­τι­κή εὐ­ω­δί­α πού ἀ­νέ­πεμ­πε στήν ὅ­λη ἀ­τμό­σφαι­ρα γύ­ρω της. Ἀ­κό­μη θυ­μᾶ­μαι τό ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο ἀ­πό τήν πο­λυ­και­ρία κομ­πο­σχοί­νι της πού ἔ­φερ­νε ἀ­τέ­λει­ω­τους γύ­ρους στά ρο­ζι­α­σμέ­να της δά­κτυ­λα λέ­γο­ντας τήν ἀ­γα­πη­μέ­νη της μο­νο­λό­γι­στη εὐ­χή.

Στήν Ἐκ­κλη­σί­α ἦ­ταν πάν­το­τε ὄρ­θια, σπα­νί­ως θά κα­θό­ταν, καί αὐ­τό μό­νο ἄν ἡ δι­κή μας Γε­ρόν­τισ­σα ἦ­ταν κα­θι­στή. Ὅ­ταν δέ ἡ ἀ­κο­λου­θί­α ἐτε­λεῖ­το στό μι­κρό ἐκ­κλη­σά­κι τοῦ γέ­ρον­τος Γε­ωρ­γί­ου Καρ­σλί­δη, τήν Ἀ­νά­λη­ψη, τήν βλέ­πα­με ἄν ἦ­ταν κα­θι­στή, νά πε­τά­γε­ται πά­νω ἤ ὅ­ταν ἦ­ταν ὄρ­θια, νά μέ­νη ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νη καί νά κοι­τάει μέ ἐ­πι­μο­νή πρός μιά κα­τεύ­θυν­ση. Κα­τό­πιν, γύ­ρι­ζε ἔκ­πλη­κτη πρός ἐ­μᾶς καί μᾶς ρω­τοῦ­σε μέ ἀ­πο­ρί­α: «Κα­λά, ἐ­σεῖς δέν εἴ­δα­τε τόν Γέ­ρον­τα; Τό­ση ὥ­ρα βρι­σκό­ταν ἀ­νά­με­σά σας καί σᾶς κοί­τα­ζε!». Τέ­τοι­α κα­θα­ρό­τη­τα εἶ­χαν τά μά­τια τῆς ψυ­χῆς της ὥ­στε ἔ­βλε­παν τούς οὐ­ρά­νιους ἐ­πι­σκέ­πτες. Αὐ­τή ὅ­μως δέν μπο­ροῦ­σε νά τό συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει αὐ­τό λό­γῳ τῆς με­γά­λης της ἁ­πλό­τη­τας.
Ἡ γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να φι­λο­ξε­νού­με­νη στό μο­να­στή­ρι μας δι­έ­με­νε πλη­σί­ον στό να­ΰ­δριο τοῦ Γέ­ρο­ντα. Πολ­λές φο­ρές τά πρω­ϊ­νά μᾶς ἔ­λε­γε μέ θαυ­μα­σμό: “Πώ, πώ! Τί ἀ­γρυ­πνί­α ἦ­ταν αὐ­τή πού εἴ­χα­τε ἀ­πό­ψε! Μά τί ψαλ­μω­δί­ες ἦ­ταν αὐ­τές!”­. Καί πά­λι στίς δι­κές μας ἀντιρ­ρή­σεις ὅ­τι δέν εἴ­χα­με ἀ­γρυ­πνί­α ἐ­κεῖ­νο τό βρά­δυ, ἀ­δυ­να­τοῦ­σε νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι δέν ἦταν ἀν­θρώ­πι­νες ψαλ­μω­δί­ες ἐ­κεῖ­νες πού ἄ­κου­σε. Πα­ρό­μοι­ο πε­ρι­στα­τι­κό μᾶς δι­η­γή­θη­κε μιά κυ­ρί­α πού γνώ­ρι­ζε τήν Γε­ρόν­τισ­σα. Δί­πλα ἀ­πό τό σπί­τι τῆς γε­ρόν­τισ­σας Ἄν­νας ὑ­πῆρ­χε τό κτί­ριο τοῦ ΟΤΕ. Κά­θε νύ­χτα ἄ­κου­γε ἀπ᾿ ἐ­κεῖ ψαλ­μω­δί­ες. “Μά τί κα­λά παλ­λη­κά­ρια εἶ­ναι αὐ­τά;” δι­η­γό­ταν στήν κυ­ρί­α. “Ὅλη μέ­ρα δου­λεύ­ουν καί κά­θε βρά­δυ ἀ­γρυ­πνία. Μπρά­βο τους! Ὁ Θε­ός νά τά εὐ­λο­γεί”. Φυ­σι­κά, ἐν­νο­εῖ­ται ὅ­τι τό βρά­δυ τό κτί­ριο ἦ­ταν κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά βυ­θι­σμέ­νο στήν σι­ω­πή γιά ὅ­λους τούς ἄλ­λους γεί­το­νες.
Ἡ γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να προ­σευ­χό­ταν ἀ­δι­α­λεί­πτως. Κά­θε φο­ρά πού πή­γαι­να στό κελ­λί, ὅ­ποι­α ὥ­ρα καί νά ἦ­ταν πρωΐ ἤ βρά­δυ, τήν εὕ­ρι­σκα νά προ­σεύ­χε­ται εἴ­τε κα­θι­στή εἴ­τε ὄρ­θια μέ τό κομ­πο­σχοί­νι της καί τά μά­τια της πάν­τα γε­μᾶ­τα δά­κρυ­α. Ἔ­τσι τήν βρῆ­κα καί μιά μέ­ρα πού πῆ­γα νά τῆς πά­ω τό δί­σκο γιά με­ση­με­ρια­νό φα­γη­τό. Ση­κώ­θη­κε ὄρ­θια, μ᾿ ἀγ­κά­λια­σε, μέ φί­λη­σε καί μοῦ εὐ­χή­θη­κε στορ­γι­κά. Τήν ρώ­τη­σα:
– Γε­ρόν­τισ­σα, τί νά κά­νω ὅ­ταν μ᾿ ἐ­νο­χλοῦν κα­κοί λο­γι­σμοί;
– Νά κά­νεις κομ­πο­σχοί­νι. Πιό ἀρ­γά θά φύ­γουν αὐ­τά. Πιό ἀρ­γά ὅ­μως.
Με­τά κοί­τα­ξε τό μέ­τω­πό μου, ἄ­στρα­ψε ὅ­λη ἡ μορ­φή της καί εἶ­πε μέ χα­ρά:
– Ἄ! Αὐ­τός ὁ σταυ­ρός πού ἔ­χεις στό κά­λυμ­μά σου, καί μοῦ σταύ­ρω­σε τό κε­φά­λι λέ­γον­τάς μου: “Ὁ Θε­ός νά σοῦ δώ­σει αὐ­τά πού πο­θεῖ ἡ ψυ­χή σου”.
Εἶ­χε κα­τα­λά­βει ὅ­λες μου τίς πνευ­μα­τι­κές ἐ­πι­θυ­μί­ες.
– Ὁ Θε­ός σ᾿ ἀ­γα­πά­ει, μοῦ εἶ­πε ξα­νά. Νά τόν προ­σκυ­νᾶς τόν Χρι­στό. Ν᾿ ἀ­πο­λαύ­σεις αὐ­τήν τήν ζω­ή (τήν μο­να­χι­κή). Σέ κα­λό μέ­ρος εἶ­σαι ἐ­δῶ. Ὁ Θε­ός σ᾿ ἔ­πλα­σε γιά νά τόν ἀ­γα­πᾶς καί γεν­νή­θη­κες μό­νο γιά Ἐ­κεῖ­νον, γιά νά Τόν ἀ­γα­πᾶς. Θά ζή­σεις πολ­λά χρό­νια καί πο­λύ με­γά­λη θά πε­θά­νεις.
Ἄλ­λο­τε σέ μιά συ­ζή­τη­ση τήν ρώ­τη­σα:
– Πῶς ν᾿ ἀ­γα­πή­σου­με τόν Χρι­στό;
– Νά τόν κλαῖ­τε τόν Χρι­στό. Νά σκέ­φτε­στε συ­νέ­χεια τό πά­θος Του. Νά κλαῖ­τε. Καί ἄν δέν μπο­ρεί­τε νά κλαῖ­τε, ἄς πο­νάει ἡ καρ­διά σας˙ τά δά­κρυ­α θἄρ­θουν με­τά καί θά εἶ­ναι καί κα­λύ­τε­ρα. Εἶ­σαι ἀ­κό­μα μι­κρή. Νά ξε­χά­σεις αὐ­τά πού ἔ­χεις στόν νοῦ σου. Νά κοι­τᾶς τόν Χρι­στό στόν Σταυ­ρό, Ἐ­κεῖ­νον πού πέ­θα­νε γιά μᾶς, γιά ὅ­λους μας. Καί τό­τε θά ἔρ­θει ἡ ἀ­γά­πη γιά Ἐ­κεῖ­νον.
Μοῦ δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι ὅταν ἦ­ταν στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, εἶ­δε σέ ὅ­ρα­μα τήν Πα­να­γί­α νά ψά­χνει τόν Υἱ­όν της (τόν Ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν τό­τε φυ­λα­κι­σμέ­νο) καί νά ρω­τάει μέ­σα στόν πό­νο καί τήν ἀ­γω­νί­α της τούς στρα­τι­ῶ­τες καί κα­νείς νά μήν τῆς ἀ­παν­τάει. Αὐ­τά ὅ­λα τά ἔ­λε­γε μέ­σα σέ λυγ­μούς καί βρι­σκό­ταν ἀ­κό­μη καί ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή μπρο­στά ἴ­σως στό ἴ­διο θέ­α­μα. Τό­σο μέ μα­γνή­τι­σε ἡ μορ­φή της ἐ­κεί­νη τήν στιγ­μή πού δέν ἤ­θε­λα νά φύ­γω ἀ­πό κον­τά της.
Ἄλ­λη φο­ρά τῆς εἶ­πα: “Γε­ρόν­τισ­σα, πο­νῶ ὅ­ταν σκέ­φτο­μαι τόν Χρι­στό”, καί μοῦ ἀ­πάν­τη­σε: “Αὐ­τό θά σέ σώ­σει”. Σέ ἐ­ρώ­τη­σή μου πῶς νά γί­νω κα­θα­ρή μοῦ ἀ­πάν­τη­σε: “Αὐ­τό θἄρ­θει με­τά ἀ­πό χρό­νια”. Ὅ­ταν τῆς εἶ­πα ὅ­τι ἔ­χω κα­κούς λο­γι­σμούς, μοῦ εἶ­πε: “Νά φέρ­νεις πάν­το­τε τόν Χρι­στό μπρο­στά σου καί νά Τόν ἔ­χεις μέ­σα στήν καρ­διά σου. Ζή­τα Του νά μήν χά­σεις αὐ­τά πού ἔ­χεις καί ὅ­λα τά κα­κά θά φύ­γουν. Νά φω­νά­ζεις τήν Ἁ­γί­α Τριά­δα. Πο­τέ νά μήν ἀ­πο­μα­κρύ­νεις τόν Χρι­στό ἀ­πό τήν σκέ­ψη σου. Ἐ­γώ πάν­τα Τόν ἔ­χω μέ­σα μου, Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο. Καί ἐ­σύ νά ἔ­χεις πάν­το­τε τόν Χρι­στό μπρο­στά σου καί νά μήν στε­νο­χω­ρι­έ­σαι, για­τί ὁ δι­ά­βο­λος μᾶς πο­λε­μᾶ ὅ­λους”­.
Πο­λύ τήν ἀ­γά­πη­σα τήν γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να για­τί ἀ­γα­ποῦ­σε μέ ὅ­λο της τό εἶ­ναι τόν Χρι­στό. Ἦ­ταν ἡ ζω­ή της, δέν σκε­φτό­τα­νε τί­πο­τα ἄλ­λο. Ζοῦ­σε σέ ἄλ­λο κό­σμο, τόν δι­κό Του κό­σμο. Τά μά­τια της, αὐ­τά τά ὡ­ραῖ­α μά­τια, πί­στευ­ες ὅ­τι βλέ­πα­νε τά πάν­τα, ὁ­ρα­τά καί ἀ­ό­ρα­τα. Εἶ­χε μιά ἀ­γά­πη, μιά στορ­γή γιά ὅ­λους, προ­σευ­χό­τα­ν γιά ὅ­λον τόν κό­σμο καί μνη­μό­νευε τά ὀ­νό­μα­τα πού τῆς ἔδι­ναν. Λά­τρευ­ε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά τόν Θε­ό μέ ὅ­λη τήν ὕπαρ­ξή της. Δέν ἔ­τρω­γε, δέν κοι­μό­τα­νε, γιά νά τά δώ­σει ὅ­λα στήν προ­σευ­χή. Ζοῦ­σε πάμ­πτω­χη. Δέν εἶ­χε κα­μ­μί­α ἄ­νε­ση. Τό σπί­τι της ἐ­ρεί­πιο. Δέν τήν πεί­ρα­ζε καί οὔ­τε πο­τέ ἔ­κα­νε πα­ρά­πο­νο γιά τί­πο­τα. Δέν ἤ­θε­λε τί­πο­τα. Ἡ μό­νη μέ­ρι­μνά της ἦ­ταν νά κρα­τάει τόν Χρι­στό».

Τό φτω­χι­κό κελ­λά­κι τῆς γε­ρόν­τισ­σας Ἄν­νας συγ­κέν­τρω­νε πολ­λούς πο­νε­μέ­νους καί δι­ψα­σμέ­νους πνευ­μα­τι­κά ἀν­θρώ­πους καί αὐ­τή ἡ εὐ­λο­γη­μέ­νη με­τέ­δι­δε πα­ρη­γο­ριά καί εἰ­ρή­νη. Ἀνά­λο­γα μέ τίς πνευ­μα­τι­κές ἀνά­γκες τοῦ κα­θε­νός συ­μβού­λευε ἁπλά καί πρα­κτι­κά ἀπό τήν πεῖ­ρα καί τήν Χά­ρι πού εἶχε:
- «Νά πᾶς (γιά προ­σκύ­νη­μα) στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ἐκεῖ εἶ­ναι ὅ­λοι οἱ Ἅ­γιοί μας».
- «Πρέ­πει νά τυ­ραν­νή­σεις τήν ψυ­χή σου γιά νά σέ ἀ­κού­σει ὁ Θε­ός».
- «Σ᾿ αὐ­τή τήν ζω­ή εἴ­μα­στε προ­σω­ρι­νοί. Ἤρ­θα­με καί φεύ­γο­με. Μό­νο τά βου­νά μέ­νουν στήν θέ­ση τους».
- «Ἔ­κα­νε ὁ ἄλ­λος λά­θος, ἄρ­ρω­στος εἶ­ναι. Ἡ ἁ­μαρ­τί­α εἶ­ναι ἀρ­ρώ­στια. Νά τούς λυ­πώ­μα­στε τούς ἀν­θρώ­πους πού κά­νουν ἁ­μαρ­τί­ες».
- «Ὅ­λοι θά πε­θά­νου­με, ἀλ­λά εἶ­ναι δύ­σκο­λος ὁ θά­να­τος».
- «Ἐ­δῶ (σ᾿ αὐ­τήν τήν ζω­ή) εἶ­ναι τό βα­ρύ (δύ­σκο­λο). Πῶς νά ἐ­λα­φρώ­σου­με τήν ψυ­χή μας. Ἐ­κεῖ πά­νω εἶ­ναι ὅ­λα τε­λει­ω­μέ­να».
- «Ὁ κα­θέ­νας νά νη­στέ­ψει κα­τά τήν κρά­ση του, ὅ­σο βα­στά­ει (ἀν­τέ­χει) τό πνεῦ­μα του. Ἐ­κεῖ­να τά πολ­λά πού θά νη­στέ­ψου­με δέν μᾶς τά γνω­ρί­ζει (λαμ­βά­νει ὑπ᾿ ὄ­ψη του) ὁ Θε­ός. Ὁ Θε­ός γνω­ρί­ζει τήν ψυ­χή μας. Μέ τήν ἐλιά ξη­με­ρω­νό­μου­να καί, ὅ­ταν ἦ­ταν νά κοι­νω­νή­σω, καί τήν ἐλιά βα­στοῦ­σα (νή­στευα). Δέν μέ ἔ­βλα­πτε. Ἡ πολ­λή νη­στεί­α ὅ­μως δυ­σκο­λεύ­ει τήν ψυ­χή καί δέν μπο­ρεῖ νά προ­σευ­χη­θεί. Δέν μπο­ρεῖ νά κα­τε­βά­σει τό μυα­λό ὅ­ταν εἶ­ναι νη­στι­κό, ὅ­ταν εἶ­ναι τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο, δέν μπο­ρεῖ ν᾿ ἀ­κού­σει τήν ψυ­χή».
- «Νά ὑ­πη­ρε­τείς τόν ἑ­αυ­τό σου καί αὐ­τούς πού ἔ­χεις στό σπί­τι σου. Ἐ­γώ καί μ᾿ ἕνα μπου­κά­λι νε­ρό περ­νοῦ­σα τήν μέ­ρα, δέν πά­θαι­να τί­πο­τα, ἀλ­λά τό βρά­δυ ἔ­τρω­γα κά­να κρεμ­μύ­δι. Κα­θά­ρι­ζα τό χω­ρά­φι, ἀλ­λά νά σέ πῶ δέν πά­θαι­να τί­πο­τε. Μέ τή νη­στεί­α δέν πα­θαί­νεις τί­πο­τα, ἀλ­λά ἅ­μα πε­ρά­σει ἡ ἡ­λι­κί­α, ὅλα σέ βρί­σκουν. Ἀ­δυ­να­τοῦν μέ­σα τά ὄρ­γα­να καί δέν μπο­ρεῖς. Τώ­ρα ἔ­χω σταυ­ρό, ἀλ­λά πο­λε­μῶ νά κά­νω τή νη­στεί­α μου. Κρέ­ας δέν τρώ­ω».
- «Ὅ­ταν πα­ρα­κα­λεί­τε τήν Πα­να­γί­α γιά κά­τι, θέ­λει νά σᾶς ἀ­κού­σει ἀλ­λά θέ­λει καί τήν δι­κή σας ὑ­πο­μο­νή καί θέ­λη­ση. Νά βα­στά­ζε­τε Τε­τάρ­τη καί Πα­ρα­σκευ­ή νη­στεί­α. Γε­νι­κά τήν θέ­λει ἡ Πα­να­γί­α τή νη­στεί­α. Χαί­ρε­ται καί μπο­ρεῖ νά με­σι­τεύ­σει στόν Κύ­ριον ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν».
- «Ὁ­ποι­α­δή­πο­τε στε­νο­χώ­ρια νά τήν ση­κώ­νου­με μέ ὑ­πο­μο­νή. Δέν θά μα­ραί­νου­με τήν ψυ­χή μας, κα­κό λό­γο δέν θᾶ ποῦ­με, οὔ­τε στόν Θε­ό οὔ­τε σέ κεῖ­νον πού προ­ξε­νεῖ τήν στε­νο­χώ­ρια. Θά τήν κρα­τοῦ­με σάν δι­κό μας βί­ο (βί­ω­μα). Γιά μᾶς ἦρ­θε, ὁ Θε­ός θά τήν πά­ρει καί θά φέ­ρει κα­λύ­τε­ρα. Καί νά πα­ρα­πο­νε­θοῦ­με καί νά στε­νο­χω­ρη­θοῦ­με, θά τό βά­λου­με στόν τό­πο του (θά τό δι­ορ­θώ­σου­με); Ἐ­μεῖς καί νά στε­νο­χω­ρι­ώ­μα­στε καί νά σφιγ­γώ­μα­στε χαλ­νᾶ­με (ζη­μι­ώ­νου­με) τόν ἑ­αυ­τό μας. Ἐ­μεῖς θά κά­νου­με τό ἀν­θρώ­πι­νο καί τἄλ­λα στόν Θε­ό. Ἡ ὑ­πο­μο­νή ἄ­κρα (ὅ­ρια) δέν ἔ­χει».
- «Ὅλα τά δο­κί­μα­σα, μό­ν­ο ἡ ὑ­πο­μο­νή μέ βο­ή­θη­σε. Δό­ξα τῷ Θε­ῷ».
- «Ὅ,τι θέ­λε­τε δέν μπο­ρεῖ­τε νά τό ζη­τή­σε­τε ἀ­πό τόν Θε­ό ἅμα δέν κρα­τᾶ­τε τίς νη­στεῖ­ες καί τήν δι­και­ο­σύ­νη˙ ἐ­λε­η­μο­σύ­νες ὅ­σο μπο­ρεῖ­τε νά δί­νε­τε. Πού τἄ­χου­με ὅ­λα νά δο­ξά­ζου­με τόν Θε­ό. “Δόξα τῷ Θεῷ­”, νά τό λέ­με. Για­τί θυ­μᾶ­σαι καί τό χαί­ρε­σαι. Ἐ­κεί­νη τήν χα­ρά τήν ἀ­να­λα­βαί­νει ὁ Θε­ός».
- «Νά πα­ρα­κα­λᾶ­με πρῶ­τα τόν Χρι­στό, ὕ­στε­ρα Ἀγ­γέ­λους, Ἁγίους. Ὅ­σους βά­λεις στό μυα­λό σου, ὅ­ποι­ους θέ­λεις. Ὄ­χι μό­νο κά­ποι­ον συγ­κε­κρι­μέ­νον. Για­τί ὅ­λοι προ­σπα­θοῦν γιά μᾶς. Καί τή νύ­χτα κι ὅλας. Τή νύ­χτα ὅ­πως καί μεῖς προ­σευ­χό­μα­στε καί κεῖ­νοι τά παίρ­νουν ἐ­κεῖ­να καί τά πα­αί­νουν στήν Πα­να­γί­α καί ἡ Πα­να­γί­α τά πα­αί­νει στόν Χρι­στό».
- «Ὅ­σο προ­σπα­θοῦ­με καί μᾶς ἔρ­χε­ται ἡ εὐ­λά­βεια, θέ­λου­με πιό πο­λύ νά δυ­σκο­λευ­τοῦ­με. Καί (γιά) κεῖ­νο μᾶς δο­κι­μά­ζει ὁ Θε­ός λί­γο νά δεί θά μπο­ροῦ­με νά τό βα­στά­ξου­με; Θά κά­νου­με ὑ­πο­μο­νή. Καί κα­λό νά εἶ­ναι θά τό βα­στά­ξου­με καί κα­κό νά εἶ­ναι θά τό βα­στά­ξου­με. Για­τί ὅ­λα ὁ Θε­ός ἐ­δῶ τά ἔ­δω­σε».
- «Τήν τι­μή (σή­με­ρα) ποῦ νά τήν βροῦ­με; Ἔφυ­γε, πέ­τα­ξε, δέν ὑπάρ­χει. Ἡ τι­μή πού εἶ­ναι στόν ἄν­θρω­πο στο­λί­δι καί στήν ζωή του καί στόν θά­να­το. Καί πού θά πε­θά­νου­με θά μᾶς ζη­τή­σουν τήν τι­μή μας».
- «Καμ­μιά φο­ρά μέ ἔρ­χε­ται μιά στε­νο­χώ­ρια χω­ρίς νά θέ­λω. Ὅμως δέν ἀπελ­πί­ζο­μαι. Ἄς ἔρ­θει καί αὐ­τή. Ὁ και­ρός τά φέρ­νει, ὁ και­ρός τά παίρ­νει. Νά τά πε­ρά­σου­με ὅλα, διό­τι εἴ­μα­στε ὑπο­χρε­ω­μέ­νοι στόν Θεό. Ὁ Θε­ός ὅπως τά δί­νει θά τά πά­ρει. Καί ἄλ­λο κα­λύ­τε­ρο δέν ἔχου­με ἀπό τήν ὑπο­μο­νή. Μήν ἀπελ­πι­ζώ­μα­στε. Ὅσο πε­ρισ­σό­τε­ρο βα­στή­ξει, τόσο πε­ρισ­σό­τε­ρη χα­ρά θά ἔχου­με».
- «Νά κρα­τᾶς τό­σο πο­λύ τόν ἑαυ­τό σου (τό νοῦ σου) στήν ψυ­χή σου (συ­γκε­ντρω­μέ­νο), μήν τήν βά­ζεις τήν λο­γι­κή μέ­σα, νά φέ­ρεις (σκέ­φτε­σαι) ἅγια πράγ­μα­τα, καί νά σκέ­φτε­σαι ποιός Ἅγιος θά σέ βο­η­θή­σει. Ὅ,τι καί νά κά­νεις Ἅγιοι θά σέ ἐξυ­πη­ρε­τή­σουν».
Σέ πολ­λούς νέ­ους ἔδι­νε τήν εὐ­χή της νά πα­ντρευ­τοῦν καί εἶ­χαν εὐ­τυ­χι­σμέ­νο γά­μο. Σέ ἄλ­λους προ­έ­λε­γε τήν γέν­νη­ση τῶν παι­δι­ῶν τους καί μά­λι­στα ἔλε­γε πό­σα θά εἶ­ναι.
Σέ κά­ποι­ον νέο προ­εῖ­πε ὅ­τι θά πε­ρά­σει στήν σχο­λή πού ἐπι­θυ­μεῖ, στήν ἀρ­χή θά δυ­σκο­λευ­τεί καί με­τά θά εἶ­ναι κα­λά, ὅπως καί ἔγι­νε.
Σέ κά­ποια κυ­ρία πού εἶ­χε πολ­λά παι­διά καί δέν μπο­ροῦ­σε νά τ᾿ ἀφή­σει γιά νά πάει στούς Ἁγί­ους Τό­πους, ἐνῶ τό ἤθε­λε πο­λύ, ἡ Γε­ρόν­τισ­σα τῆς προ­εῖ­πε ὅτι θά ἐκ­πλη­ρω­θεί ὁ πό­θος της καί μά­λι­στα στό ση­μεῖο πού βρέ­θη­κε ὁ Τί­μιος Σταυ­ρός, θά κλά­ψει, ὅπως συ­νέ­βη.
Στόν Ἀν­τί­γο­νο Γα­νι­τί­δη πού τήν ρώ­τη­σε ἄν θά πρέ­πει νά παν­τρευ­τεί μία κο­πέλ­λα πού τήν πρό­τει­ναν οἱ δι­κοί του καί πού ἦταν πο­λύ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἡ Γε­ρόν­τισ­σα ἀ­πάν­τη­σε: «Ὄ­χι, ὄ­χι, δέν θά τήν πά­ρεις γιά γυ­ναῖ­κα σου. Ἐ­σύ θά πά­ρεις μιά γυ­ναῖ­κα πού θά εἶ­ναι πο­λύ δε­μέ­νη μέ τήν μάν­να της». Πράγ­μα­τι ἔτσι ἔ­γι­νε.
Σέ κά­ποια παν­τρε­μέ­νη πού τήν ἐπι­σκέ­φθη­κε, τῆς εἶ­πε ὅταν ἔφευ­γε ὅτι θά κά­νει ἀγο­ρά­κι. Αὐ­τή δέν κα­τά­λα­βε, για­τί δέν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι εἶ­ναι ἔγ­κυ­ος, πρᾶγ­μα πού ἡ Γε­ρόν­τισ­σα τό εἶ­χε δεῖ πνευ­μα­τι­κά.
Με­ρι­κές φο­ρές, ἐ­νῶ προ­σευ­χό­ταν στό κελ­λί της καί χτυ­ποῦ­σε κά­ποι­ος τήν πόρ­τα, αὐ­τή τόν κα­λω­σό­ρι­ζε μέ τό ὄ­νο­μά του πρίν νά τόν δεί. Βά­δι­ζε στούς δρό­μους τῆς Δρά­μας, καί ἐ­νῶ περ­νοῦ­σαν πολ­λά αὐ­το­κί­νη­τα, αὐ­τή, χω­ρίς νά πα­ρα­τη­ρεί τ᾿ αὐ­το­κί­νη­τα, φώ­να­ζε κά­ποι­ον γνω­στό της καί τόν χαι­ρε­τοῦ­σε ἀ­πό μα­κρυά ἐνῶ ἦταν μέ­σα σέ αὐ­το­κί­νη­το. Ἀν­θρω­πί­νως δέν ἦ­ταν δυ­να­τόν οὔ­τε τό αὐ­το­κί­νη­το νά ξε­χω­ρί­σει, ἀλ­λά αὐ­τή τά ἔ­βλε­πε δι­α­φο­ρε­τι­κά καί δι­έ­κρι­νε ἀκό­μη καί τά γνω­στά της πρό­σω­πα ἀ­πό μα­κρυ­ά.
Κά­πο­τε τήν ρώ­τη­σε ἡ κυ­ρί­α Ἕλ­λη Ρα­δῆ–Τα­μπου­λί­δου: «Γε­ρόν­τισ­σα, ἔ­χω χο­λη­στε­ρί­νη καί οἱ για­τροί μοῦ εἶ­παν νά ἐ­λατ­τώ­σω τήν τρο­φή. Δέν εἶ­μαι κα­λά. Ἀ­πό τήν δί­αι­τα ἐ­ξαν­τλή­θη­κα, δέν μπο­ρῶ νά ση­κώ­σω τό χέ­ρι μου». Ἀ­πάν­τη­σε ἡ Γε­ρόν­τισ­σα: «Δέν τρῶς, παι­δί μου. Ἡ ζω­ή ἀπ᾿ τό φαΐ ἔρ­χε­ται. Μήν ἀκοῦς τούς για­τρούς. Ν᾿ ἀρ­χί­σεις νά τρῶς». Μοῦ εἶ­πε νά γο­να­τί­σω στά εἰ­κο­νί­σμα­τα καί αὐ­τή προ­σευ­χό­ταν: «…καί τήν Ἕλ­λη… νά μήν ἀρ­ρω­στή­σει, τί θά κά­νει τά ἕ­ξι παι­δά­κια της, πά­ρε ἀ­πό μέ­να καί δῶ­σε δύ­να­μη σ᾿ αὐ­τήν». Ση­κώ­θη­κε ἡ κυ­ρί­α Ἕλ­λη καί ἦ­ταν κα­λά.
Ἡ γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να πολ­λές φο­ρές ἔ­λα­βε πεῖ­ρα δαι­μό­νων ἀλ­λά ἡ μα­κα­ρί­α ἁ­πλό­τη­τά της καί ἡ τα­πεί­νω­σή της σάν θώ­ρα­κες τήν προ­στά­τευ­αν ἀ­πό τήν κα­κί­α τοῦ δι­α­βό­λου. Τήν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος: «Σοῦ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται δαί­μο­νες;». Ἀ­πάν­τη­σε: «Τούς στέλ­νει ὁ ἄλ­λος, ἀλ­λά δέν ἔ­χουν δι­καί­ω­μα νἄρ­θουν κο­ντά μου. Ἔ­χουν τόν φό­βο».
Δι­η­γή­θη­κε: «Πῆ­γα νά προ­σευ­χη­θῶ καί ἔρ­χε­ται ἕ­νας καί μοῦ δί­νει ἕ­να χα­στού­κι ἐ­δῶ καί βρω­μί­θη­σεν (αἰ­σθάν­θη­κα δυ­σω­δί­α). Ση­κώ­νο­μαι καί σκεύ­ο­μαι… Μό­λις μέ χτύ­πη­σε ἦρ­θε Ἄγ­γε­λος Κυ­ρί­ου, τόν εἶ­δα τόν Ἄγ­γε­λο Κυ­ρί­ου, καί εἶ­πε:“Τί δι­καί­ω­μα ἔ­χεις καί πᾶς σ᾿ αὐ­τήν; Αὐ­τή στε­φά­νι φο­ρά­ει στό κε­φά­λι τη­ς”. Ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Τό χα­στού­κι πού μέ πό­νε­σε τό θυ­μᾶ­μαι».
Τήν ρώ­τη­σε ὁ Ἀν­τί­γο­νος Γα­νι­τί­δης ἀ­πό τό Δο­ξᾶ­το Δρά­μας γιά τά τε­λώ­νια καί ἡ Γε­ρόν­τισ­σα τόν μά­λω­σε λέ­γον­τάς του ὅ­τι εἶ­ναι μι­κρός καί νά μήν ἀ­σχο­λῆ­ται μ᾿ αὐ­τά. Καί ὕ­στε­ρα τοῦ δι­η­γή­θη­κε: «Κά­ποι­ο κα­λο­καί­ρι, ἦ­ταν βρά­δυ καί κα­θό­μουν σ᾿ αὐ­τό τό κα­μα­ρά­κι. Ἦρ­θαν δύ­ο ἄ­σχη­μοι ἄν­τρες (δαί­μο­νες) μέ κόκ­κι­να μά­τια καί μέ χτυ­πή­σα­νε καί μέ ρί­ξα­νε κά­τω ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι, ἀλ­λά με­τά ἦρ­θαν οἱ δι­κοί μας (Ἄγ­γε­λοι) καί τούς ἔ­κα­ναν “μέ τά κρεμ­μυ­δά­κια”. Τό πρωΐ μέ βρῆ­κε ὁ ἐγ­γο­νός μου κά­τω πε­σμέ­νη, χτυ­πη­μέ­νη καί μέ πή­γα­νε στό Νο­σο­κο­μεῖ­ο Δρά­μας. Γι᾿ αὐ­τό σοῦ λέ­ω μήν ἀ­σχο­λεί­σαι μέ τά τε­λώ­νια».
Κά­ποι­α πού τήν γνώ­ρι­σε μαρ­τυ­ρεῖ: «Ὅ­ταν γνώ­ρι­σα τήν γε­ρόν­τισ­σα Ἄν­να, ἦ­ταν πά­νω ἀ­πό ἐ­νε­νήν­τα χρό­νων. Τήν ἔ­νι­ω­σα ὄ­χι σάν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη ἀλ­λά σάν μι­κρό ἀ­πί­στευ­τα χα­ρού­με­νο παι­δά­κι. Ἦ­ταν ἀ­νά­λα­φρη καί ἀ­θώ­α, καί ὁ χρό­νος θαρ­ρεῖς πώς δέν τήν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει. Ἦ­ταν τό ὀ­μορ­φό­τε­ρο καί γλυ­κύ­τε­ρο πρό­σω­πο πού εἶ­χα δεῖ στήν ζω­ή μου. Ἀ­να­παύ­ο­μαι καί αἰ­σθά­νο­μαι πα­ρη­γο­ριά ἀ­κό­μη καί τώ­ρα, ὅ­ταν μό­νο σκέ­φτο­μαι τήν γλυ­κύ­τη­τα καί τήν χά­ρη τοῦ προ­σώ­που τῆς γε­ρόν­τισ­σας Ἄν­νας».
Ἐ­κοι­μή­θη τό ἔ­τος 1998 σέ ἡ­λι­κί­α 95 ἐ­τῶν. Ὅ­ταν ξε­ψυ­χοῦ­σε, ἐ­πε­κα­λεῖ­το ὅ­λους τούς γνω­στούς της Ἁ­γί­ους καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τόν ἅγιο Ἀ­λέ­ξιο πού τόν εἶ­χε σέ ξε­χω­ρι­στή εὐ­λά­βεια.
Αἰ­ω­νί­α ἡ μνή­μη τῆς γε­ρόν­τισ­σας Ἄν­νας.
Νά ἔ­χου­με τήν εὐ­χή της. Ἀμήν.


miteriko.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

17 Απρ. 2019

Ιστολόγιο |


Τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος μας φέρνουν στον νου, εκτός από τα Πάθη, τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, τον θάνατο του κάθε ανθρώπου. Ως αποτέλεσμα της φθοράς του χρόνου και της αμαρτίας ο θάνατος αποτελεί δεδομένο που δεν το δεχόμαστε εύκολα. Όταν μάλιστα αφορά σε οικείους ανθρώπους, η δυσκολία αποδοχής αυξάνει, ιδίως αν έχουμε να κάνουμε και με το πώς θα εξηγήσουμε σε παιδιά το τι και το γιατί.
Η απώλεια ενός οικείου προσώπου, ξαφνική ή αναμενόμενη, γεννά λύπη, ερωτηματικά, γεννά αγωνία στα παιδιά. Δεν είναι μόνο το γεγονός της σωματικής απουσίας. Είναι και ένα αίσθημα ανασφάλειας που ο θάνατος φέρνει. Εμένα ποιος θα με φροντίσει; Γιατί ο Θεός που μου λένε ότι αγαπά όλους τους ανθρώπους, δεν σταμάτησε το κακό; Μήπως θα συμβεί και σε μένα; Γιατί βλέπω τους αγαπημένους μου ανθρώπους να κλαίνε και να πενθούν; 
Οι ειδικοί της ψυχικής υγείας δίνουν κάποιες συμβουλές, που δεν είναι περιφρονητέες. Η κύρια συμβουλή έχει να κάνει με το να πούμε την αλήθεια για το γεγονός, να μιλήσουμε για τον «θάνατο» μη κρύβοντας την λέξη.
Επίσης, με το να έχουμε υπομονή στις αντιδράσεις του παιδιού, ιδίως όταν αυτές δεν είναι άμεσες ή δεν δείχνουν ελεγχόμενες, όταν δηλαδή είναι ξεσπάσματα ή μια φαινομενική αδιαφορία. Η αγκαλιά της αγάπης και το μοίρασμα των σκέψεων και των συναισθημάτων, η προτροπή για την συνέχεια της ζωής και η διαβεβαίωση ότι η αγάπη και η μνήμη δεν πεθαίνουν είναι τρόποι σχετικής ανακούφισης για το πένθος. 
Η πίστη μας όμως έχει και τους δικούς της δρόμους. Αν, για παράδειγμα, διαβάσουμε την ιστορία της ανάστασης του Λαζάρου, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμα δεδομένα. Σημειωτέον ότι η ανάσταση του Λαζάρου ουσιαστικά δεν διδάσκεται πλέον στο ελληνικό σχολείο, στο νέο μάθημα των θρησκευτικών. Κι όμως, είναι ουσιαστική παρηγοριά και ανακούφιση το να γνωρίζουμε ότι ο Χριστός δάκρυσε μπροστά στον νεκρό φίλο Του. Ότι ο Θεός δεν αφήνει μόνο του τον άνθρωπο στην ώρα του θανάτου. Ότι οι αδερφές του Λαζάρου, η Μάρθα και η Μαρία, πένθησαν τον κεκοιμημένο και, μολονότι πίστευαν στην ανάσταση των νεκρών εν τη εσχάτη ημέρα, εμπιστεύτηκαν την αγάπη του Χριστού. Ότι στο πρόσωπο του Λαζάρου προτυπώθηκε η κοινή ανάσταση όλων μας. Ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά ότι όποιος πιστεύει στον Χριστό, ακόμη κι αν πεθάνει, θα ζήσει και ότι όποιος πιστεύει στον Χριστό θα ζήσει τον θάνατο ως πέρασμα, ως Πάσχα.
Στηριγμένοι στο θαύμα μπορούμε να μιλήσουμε στα παιδιά για το ότι υπάρχει ο Χριστός που το ακατανόητο γεγονός του θανάτου το νοηματοδοτεί. Ότι, ενώ είμαστε τελικά ανίσχυροι μπροστά στον χρόνο, μπορούμε να παλέψουμε εναντίον της αμαρτίας, της αποτυχίας να αγαπήσουμε τον Θεό και τον πλησίον, εναντίον των παθών τα οποία μας καθιστούν μικρούς «θεούς», χωρίς όμως την δύναμη την οποία φανταζόμαστε, και ο φίλος μας Χριστός, ο «στάχυς της ζωής», θα μας δώσει δύναμη τόσο στον προσωπικό μας σταυρό, όσο και στις λύπες για την απώλεια των άλλων, να ελπίσουμε στην κοινή ανάσταση. Απελπίζεται όποιος δεν εμπιστεύεται.
Πίστη χρειάζεται να εμφυσήσουμε στα παιδιά μας και τα υπόλοιπα είναι του Θεού!  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην « Ορθόδοξη Αλήθεια»

στο φύλλο της Τετάρτης 17 Απριλίου 2019


Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

17 Απρ. 2019

| Ιστολόγιο |


Ένα ανδρόγυνο έτρεφε μεγάλη ευλάβεια στην Παναγία μας. Αποτέλεσμα αυτής της αγάπης και των δύο, του άνδρα και της γυναίκας ήταν να αγιογραφήσουν σ΄ έναν από τους τοίχους του σπιτιού τους μία μεγαλόπρεπη και επιβλητική εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου, ξοδεύοντας μάλιστα πολλά χρήματα.
Κάθε φορά που περνούσαν μπροστά από αυτή την εικόνα, την προσκυνούσαν και της έλεγαν τον αγγελικό ύμνο «Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία». Μ΄αυτό τον τρόπο ζούσαν ήρεμα και ειρηνικά και χαίρονταν γιατί είχαν καθημερινά την προστασία και την μεσιτεία της. Το τρίχρονο παιδί, βλέποντας αυτή την καθημερινή ευλάβεια των γονιών του, απέκτησε και αυτό την ίδια συνήθεια.

Όταν μεγάλωσε ακόμη περισσότερο, έλεγε και αυτό με χαρά τον αγγελικό ύμνο:
«Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία», ενώ κάθε φορά που περνούσε από την εικόνα, την ασπαζόταν με ιδιαίτερη ευλάβεια, πιστεύοντας ότι είναι η Κυρία του σπιτιού τους και τους φυλάει όλους. Μία μέρα όμως - καθώς έπαιζε με τα άλλα παιδιά στην άκρη ενός δύσβατου ποταμού - έπεσε από απροσεξία του μέσα στο νερό. Τα άλλα παιδιά σάστισαν, πανικοβλήθηκαν και έτρεξαν στην μητέρα για να της πουν ότι το παιδί της από απροσεξία, πνίγηκε. Εκείνη έτρεξε αμέσως και φθάνοντας στο πηγάδι, είδε δύο ανθρώπους να βουτούν μέσα στο νερό το πηγάδι ήταν πολύ βαθύ - για να ψάξουν για το μικρό παιδί.
Η ίδια έψαχνε σε άλλο μέρος πιο πέρα, όταν ξαφνικά προς έκπληξή της, βλέπει το παιδί της να κάθεται πάνω στα νερά στη μέση του ποταμού, ατάραχο και αμέριμνο.
 - Παιδί μου πώς είσαι εκεί και μας ανησύχησες όλους; Οι φίλοι σου νόμιζαν ότι πνίγηκες! Τί έγινε;
- Καλά είμαι μητέρα μου, είπε εκείνο με ηρεμία. Με κρατά καλά η Κυρία του σπιτιού μας και δεν φοβάμαι.

Η γυναίκα από την χαρά της, που το παιδί της ήταν ζωντανό, δεν έδωσε και πολύ σημασία σ΄αυτά που έλεγε ο μικρός. Όταν όμως πήγαν στο σπίτι και εξιστόρησαν στον πατέρα όλα τα συμβάντα, τότε έμειναν εμβρόντητοι από την περιγραφή.
- Όταν έπεσα στο ποτάμι έλεγε παραστατικά το παιδί, ήλθε αυτή η Κυρία του σπιτιού μας (δείχνοντας με το δάκτυλό του την μεγαλόπρεπη Εικόνα της Παναγίας μας) και με άρπαξε μέσα από το νερό και με κρατούσε στην αγκαλιά της μέχρι να έλθετε να με βρείτε. 
Όλοι -τότε- θαύμασαν την παρρησία του μικρού παιδιού και προσκύνησαν την θαυματουργική Εικόνα της Παναγίας μας. Έτσι προστατεύει η Παναγία μας, όλους όσους την αγαπούν και την επικαλούνται. Σκεφθήκαμε άραγε πόσες φορές στη ζωή μας καθημερινά ένα αόρατο προστατευτικό χέρι μας αρπάζει και μας γλυτώνει από ποικίλους κινδύνους; Πολλοί αποδίδουμε στη μοίρα ή στην τύχη την σωτηρία μας. Εάν όμως δούμε τα πράγματα με ειλικρίνεια, τότε θα μαρτυρήσουμε ότι η αόρατη προστασία του Θεού και της Παναγίας, μας έσωσαν και μας διαφύλαξαν.
Ας ευχαριστούμε και ας παρακαλούμε την κατά χάριν μητέρα μας, την Υπεραγία Θεοτόκο, να είναι παναγιοφύλακτη η ζωή μας και να είμαστε πάντοτε δυνατοί και κραταιοί κάτω από την σκέπη Της. Ταῖς πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, Σῶτερ, σῶσον ἡμᾶς.

churchofagianapa.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

16 Απρ. 2019

Ιστολόγιο |


Θα ακούσουμε αυτές τις μέρες πολλά, τρελλά, παράλογα και απίστευτα. Το κόψε,  ράψε είναι η νέα μέθοδος άρνησης της ασκήσεως & της θεραπείας στον Ορθόδοξο δρόμο. Φράσεις του στυλ: «Δεν έχουν σημασία οι νηστείες αλλά η καρδιά μας», «Τα εξερχόμενα είναι εκείνα τα οποία βλάπτουν, όχι τα εισερχόμενα», «Θα νηστέψω έτσι για αποτοξίνωση» κ.λπ. θα έχουν τις πρώτες θέσεις σε πηγαδάκια. 
Διαβάζουμε άρθρα, ακόμα και πνευματικών ανθρώπων, που λένε:Δεν πειράζει να μην κάνεις νηστεία αρκεί να μην κατακρίνεις. Αυτό δεν γίνεται. Γαστριμαργία και αρετή δεν μπορούνε να πάνε μαζί. Όπως κουτσομπολιό, κατάκριση και νηστεία δεν πάνε μαζί, διότι σημαίνει ότι η νηστεία δεν γίνεται σωστά, από κάπου μπάζει. Από την άλλη, αυτοί που περιορίζουν τη νηστεία μόνο στο φαγητό μάλλον δεν έχουν μελετήσει την Ορθόδοξη θεραπευτική και τα λόγια των Αγίων Πατέρων. Στην πίστη μας τα πράγματα είναι απλά, καθαρά, ξάστερα και αληθινά. Η άσκηση είναι μητέρα του αγιασμού. Νηστεία σημαίνει πείνα για τον Θεό όπως έλεγε και ο μακαριστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν. Η νηστεία αφορά όλες τις αισθήσεις δεν είναι κοιλιακό το θέμα. Ο αγώνας της νηστείας πάει μαζί με την εγκράτεια και αυτά είναι τα δύο χαλινάρια για να χαλιναγωγήσουμε τον Βουκεφάλα των παθών που έχουμε μέσα μας.
Νηστεία σημαίνει ότι θα πονέσουμε γι' Αυτόν τον οποίο αγαπάμε και θυσιάστηκε για εμάς, όχι μόνο στο πλαίσιο της τιμής για Εκείνον, αλλά για να θεραπευτούμε και να Του μοιάσουμε: «ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ἅγιός εἰμι» (Λευϊτ. 20,7,26 & Α΄ Πέτρ. 1,16) Θα πονέσει το σώμα, η ψυχή, θα λιώσουμε στην προσευχή, θα γονατίσουμε στις μετάνοιες, θα μελετήσουμε Αγία Γραφή και τους Πατέρες, θα κάνουμε στην άκρη αυτά που μας αρέσουν και θα χτυπήσουμε ευθέως τηνλερναία ύδρα των παθών κατακέφαλα. Πρέπει να κλείσουμε ραντεβού με τους πνευματικούς, για να πάρουμε τον χάρτη αλλά και τις σωστές κατευθύνσεις, ώστε να φτάσουμε νικητές την ημέρα της Αναστάσεως.Θα περπατήσουμε αυτά τα σκαλοπάτια της νηστείας δίνοντας αίμα για να λάβουμε πνεύμα. Δεν επιβάλλει η Εκκλησία την νηστεία, αντίθετα προτείνει ελεύθερα έναν τρόπο προκειμένου να ζήσω με τον Θεό, θεραπεύοντας τον εαυτό μου. Μπορώ αλλά δεν θέλω να φάω, όχι γιατί είναι κακό το φαγητό, αλλά γιατί δεν μπορώ να ασχολούμαι με τα επίγεια και υλικά, αλλά να αχολούμαι με τα επουράνια και τα αιώνια. Νηστεία στον Ορθόδοξο δρόμο σημαίνει να πονέσω, να διαλυθώ, να συντριβώ, να κλάψω, να κοντραριστώ ευθέως με τον εαυτό μου και με τα πάθη μου. Οποιαδήποτε άλλη θεώρηση είναι ειδωλολατρία, δηλαδή αθεΐα.
 
Και να κλείσουμε με λίγο πνευματικό χιούμορ. Νηστεία με γαλατάκι αμυγδάλου στον καφέ -τυράκι νηστίσιμο- αστακό & χαβιάρι - δεν γίνεται. Δηλ. με ασκητικό φρόνημα ανέσεωςκοροϊδευόμαστε. Όπως επίσης, άλαδο από τη μιά και κατάκριση από την άλλη, δεν οδηγούν πουθενά. Είναι σαν να πηγαίνεις σε γυμναστήριο για να κατέβεις σε ολυμπιάδα και - μετά την προπόνηση - να πηγαίνεις να τρως το "καταπέτασμα" και να σε βρίσκουν λιπόθυμο από το μεθύσι στη μέση του δρόμου.
Με το να πηγαίνουμε απλά στους Χαιρετισμούς, να στολίζουμε Επιταφίους και να πηγαίνουμε να κοινωνήσουμε Μ.Πέμπτη ή Μ. Σάββατο ανεξομολόγητοι, δεν γίνεται τίποτα. Κοροϊδεύουμε τον Χριστό, μα περισσότερο κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας και δεν γίνεται κάτι. Ή όλα ή τίποτα… ή θα μπούμε ερωτικά στον αγώνα της μετανοίας ή καλύτερα να κάτσουμε σπίτι μας. Με εξωτερικές εκφράσεις του "φαίνεσθαι", αλλά με απουσία καρδιάς, Χριστό δεν μπορούμε να γνωρίσουμε
Η μοναδική ασυγχώρητη αμαρτία, είναι η βλασφημία του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή η αμετανοησία. Αν εγώ δεν θέλω να αλλάξω τότε οι ημέρες αυτές της νηστείας είναι απλά ένας αριθμός στο ημερολόγιο, τίποτα περισσότερο. Αν εγώ θέλω να αλλάξω, οι ημέρες αυτές γίνονται τα σκαλοπάτια που οδηγούν στον ουρανό. 
Ας αγωνιστούμε λοιπόν τις ημέρες αυτές και ας προσπαθήσουμε να περιπλανηθούμε στον βυθό των ουσιαστικών νοημάτων της υμνολογίας αυτής της περιόδου και όταν με την άσκηση έχουμε κάνει τον κατάλληλο χώρο υποδοχής μέσα μας, τότε θα συναντήσουμε τον Χριστό.
Οι καρποί της ασκήσεως θα φανούν την λαμπροβδομάδα, δηλαδή τη βδομάδα της διακαινησίμου, πόσο καινούργιοι γίναμε τελικά. Να νηστέψουμε, αγαπητοί μου, από την φθορά του κόσμου ώστε να φάμε και να απολαύσουμε την αιωνιότητα.-

euxh.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης