Η Πλατυτέρα των Ουρανών

16 Μαϊ. 2022

| Ιστολόγιο |


 


Αρχιμανδρίτης Δοσίθεος
Ηγούμενος Ιεράς Σταυροπηγιακής
Μονής Παναγίας Τατάρνης

 

 ~ Ὁ σύρων αὐτὲς τὶς πενιχρὲς γραμμὲς ἔχει ἐπισκεφθῆ αὐτὸν τὸν ναὸ τῶν ναῶν ἀμέτρητες φορές. Ἴσως φθάνουν καὶ τὶς ἑκατό. Ποτὲ δὲν «ἐνεπλήσθη», ποτὲ δὲν χόρτασε, ποτὲ δὲν ἔμαθε τὰ μυστικά του. Ὅλο καὶ κάτι τοῦ ξέφευγε. Τί λέγω ὁ τάλας «κάτι»; Τὰ πλεῖστα. Προσπαθοῦσε νὰ μένῃ ὅσο τὸ δυνατὸν μόνος γιὰ νὰ μπορῇ νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὸ παρὸν καὶ νὰ ἀνιχνεύῃ τὸ παρελθόν, ὀπισθοβατῶν γιὰ νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ γιατί εἶπε στὰ ἐγκαίνια ὁ Ἰουστινιανός: «Νενίκηκά σε, Σολομών»! Πλὴν ὅμως τὸ «μόνος» ἦτο πάντοτε ἀνέφικτον. Πάντα εἶναι γεμάτος ἀπὸ ὀρδὲς τουριστῶν. Γιαπωνέζοι μὲ σορτσάκια, γαλλιδοῦλες ἡμίγυμνες, ἐγγλέζοι μὲ τὴν φωτογραφικὴ μηχανὴ κρεμασμένη στὸ στῆθος. Ἕλληνες φωνακλάδες· — Γιῶργο ἀπὸ δῶ! — Μαρία ἀπὸ κεῖ! Πανσπερμία, συνονθύλευμα, Βαβέλ. Εἰσέρχονται μπουλουκηδὸν βιαστικοί, βιαστικοὶ κοιτοῦν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, βιαστικὰ φεύγουν, γιὰ λίγο καθαρὸν ἀέρα… Ἀνυποψίαστοι. Τουρίστες. Τί ἁγία Σοφία, τί μπλὲ τζαμί, τί κλειστή ἀγορά! Ὅλα τὸ ἴδιο. Καλύτερα ὅμως ἀπὸ ὅλα εἶναι τὰ βραδυνὰ σὲ χοροὺς ὀριεντάλ…

Οἱ προσκυνηταὶ εἶναι ἐλάχιστοι. Εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μπαίνοντας τὰ πόδια τους τρικλίζουν, τὰ μάτια βουρκώνουν, ἡ καρδιὰ πάει νὰ σπάσῃ, τὸ δεξὶ χέρι σηκώνεται ἀνεπαίσθητα γιὰ νὰ κάμῃ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ.
Αὐτός, ναί, ξέρει. Γνωρίζει ὅτι δὲν μπαίνει σὲ μουσεῖο, ἀλλὰ σὲ χῶρο ἁγιασμένο, στὸν ναὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας. Πληρώνει εἰσιτήριο, ἀλλὰ τὸ λησμονεῖ ἀμέσως. Ἔχει μάθει ὅτι ὁ Ὀρθόδοξος δὲν τιμᾷ καὶ δὲν προσκυνεῖ μόνον τὶς ἱερὲς εἰκόνες ἢ τὰ ἅγια λείψανα, ἀλλὰ καὶ κάθε πέτρα ὅπου κάποτε ἐτελεῖτο Θεία Λειτουργία, εἴτε τώρα εἶναι τζαμὶ εἴτε εἶναι μουσεῖο. «Βλέπει», αἰσθάνεται, σκέπτεται πράγματα ἄγνωστα στοὺς πολλούς. Βλέπει ἀπ’ ἔξω ἕνα ὀγκῶδες κτίριο μὲ μόνο στόλισμα ἕνα σουβᾶ, ἕνα κονίαμα βαμμένο μὲ νερομπογιά, ξεθωριασμένο.
Εἰσέρχεται καὶ βλέπει σεμνὴ μεγαλοπρέπεια. Φῶς ἱλαρό, κολῶνες πορφυρὲς καὶ πράσινες, κιονόκρανα περίτεχνα, δαντέλα πραγματική. Ὅμως δὲν διερωτᾶται γιατί τόση διαφορὰ τοῦ «
ἔξω» ἀπὸ τὸ «μέσα». Γνωρίζει ὅτι ἡ λατρεία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ δὲν γίνεται ὅπως τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἐκεῖνοι ἐλάτρευαν τοὺς θεούς των ἔξω ἀπὸ τοὺς ναούς. Οἱ Ὀρθόδοξοι «ἔσωθεν», μέσα στὸν ναό. Νὰ γιατί ἡ τόση διαφορά. Εἰσερχόμενος ἀκροποδητὶ διακρίνει ἤδη στὸν νάρθηκα δικούς του ἀνθρώπους γνωστοὺς ἀπὸ παλιά. Εἶναι ὁ ἅγιος Κωνσταντῖνος, ὁ Ἰουστινιανός, ὁ Λέων ὁ Σοφός. Εἶναι οἱ ἐν Χριστῷ βασιλεῖς τῶν Ῥωμαίων. Μὰ καὶ ὁ εἰσερχόμενος Ῥωμηὸς εἶναι, ἄρα συγγενής. Ὁμόπιστος, ὁμαίμων.

Κάθομαι σ’ ἕνα παγκάκι ἔξω ἀπ’ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά, στὸν ἀπέναντι κῆπο. Προσπαθῶ νὰ ὀνειρευθῶ ξύπνιος. Διώχνω τοὺς τέσσερις μιναρέδες. Κατεβάζω τὴν ἡμισέληνο ἀπὸ τὸν τροῦλλο καὶ τοποθετῶ ἕνα λαμπυρίζοντα Τίμιο Σταυρό. Σκέπτομαι πῶς χώρεσαν μέσα σ’ αὐτὸ τὸν ναὸ τὰ πάθη καὶ οἱ καημοὶ τῆς πονεμένης Ῥωμιοσύνης, τῆς Ἐσταυρωμένης Ὀρθοδοξίας! Τόση ἱστορία, τόσοι θρύλοι, τόσες παραδόσεις! Ἦλθαν στὸ νοῦ μου αὐτὲς οἱ ὑπέροχες ἐσωτερικὲς ὀρθομαρμαρώσεις ποὺ ἔγιναν τραγούδι: «σὰν τὰ μάρμαρα τῆς Πόλης πού ’ναι στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, ἔτσι τάχεις ταιριασμένα μάτια, φρύδια καὶ μαλλιά». Οἱ ἐλπίδες; «Σώπασε, κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴν πολυδακρύζεις, πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ’ναι». Τὰ μοιρολόγια; «Πουλί μ’ γιατί δὲν κελαηδεῖς, ὡς κελαηδοῦσες πρῶτα;».
Ἡ μισοτελειωμένη Λειτουργία, ὁ μαρμαρωμένος Βασιληᾶς; Ὄνειρα… Ὄνειρα… Ναί, μὰ ἡ ῥωμιοσύνη ἔζησε γιατὶ ὀνειρευόταν. Ὅταν τὰ ὄνειρα σβήσουν θὰ χαθῆ κι αὐτή; Τὸ λέει ὁ ἐθνικὸς τῆς Κύπρου ποιητής, ὁ Μιχαηλίδης: «
Ἡ ῥωμιοσύνη ἐν’ νὰ χαθῇ ὄντας ὁ κόσμος λείψει»…

— Ξύπνα, πάτερ, σὲ πῆρε ὁ ὕπνος! Νύχτωσε, φεύγουμε!
Νύχτωσε… «
Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ». Φεύγουμε, μὰ ἡ καρδιά μας ξεριζωμένη μένει πίσω. Πίσω στὴν Πόλι τῶν ὀνείρων μας, πίσω στὴν Ἁγιὰ Σοφιά, τὸ μέγα μοναστῆρι…

anastasiosk.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

15 Μαϊ. 2022

konstantinoupolipothoumeno.blogspot.com







15 Μαϊ. 2022

Δεκαετία του 1990 μας ειδοποιούσε: "θα περάσουμε μια νέα τουρκοκρατία - να κρατήσουμε Χριστό και Ελλάδα - ο Θεός θα τα φέρει τα πράγματα έτσι και η Κωνσταντινούπολη θα γίνει Ελληνική".

konstantinoupolipothoumeno.blogspot.com







15 Μαϊ. 2022

| Ιστολόγιο |


 

Τι ωραίο πράγμα να μπορείς να λες “όχι”.
Τι ωραίο πράγμα να μπορείς να λες “δεν θέλω. Δεν μπορώ”.
Τι ωραίο πράγμα να μπορείς να λες, “πρέπει να μείνω λίγο μόνος μου”.

Πολλά προβλήματα ξεκινούν από το γεγονός ότι δεν ανοίγουμε το στόμα μας.
Από το γεγονός ότι δεν λέμε, τι μας ενοχλεί.
Τι θέλουμε.
Τι μας πειράζει και τι όχι.
Άλλοτε από ντροπή.
Άλλοτε από φόβο.
Άλλοτε γιατί δεν θέλουμε να αλλάξει η άποψη που έχουν οι άλλοι για εμάς.
Εγκλωβιζόμαστε.
Μπουκώνουμε.
Και κάποια στιγμή αναπόφευκτα σκάμε.
Και τότε, όλος μας ο κόπος πάει χαμένος μονομιάς.

Άνοιγε το στόμα σου και λέγε αυτό που θέλεις.
Με ευγένεια. Μαλακά. Ήρεμα. Ειρηνικά.
Αλλά άνοιγε το στόμα σου και μίλα.
Δεν θα το μετανοιώσεις.

Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος
Ψυχολόγος M.Sc.

melissoules.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

14 Μαϊ. 2022

| Ιστολόγιο |


 

«Ὁσάκις ἄν πέσῃς, ἔγειραι καί σωθήσῃ» (λειτουργικό λόγιο)

* Όσες φορές κι αν πέσεις, σήκω και θα σωθείς *

  
 
  ~ Πρόκειται για μία από τις γνωστότερες εκκλησιαστικές φράσεις, η οποία όμως δεν απαντάται αυτολεξεί στην Καινή Διαθήκη. Μπορεί ως περιεχόμενο να αποδίδει τον λόγο του Κυρίου και το κήρυγμα των Αποστόλων, όμως με τον αποφθεγματικό αυτόν τρόπο ευρίσκεται σε ευχή του ιερού ευχελαίου. Και μάλιστα είναι χαρακτηριστικό ότι εκεί η φράση αποδίδεται στον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό: «Συ Κύριε είπες ότι όσες φορές…», γεγονός που οδηγεί την σκέψη πολλών ότι ίσως είναι από λόγια του Κυρίου τα οποία δεν διασώθηκαν στα Ευαγγέλια, διασώθηκαν όμως μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Ιεράς Παραδόσεως της Εκκλησίας. Το ίδιο δεν βλέπουμε και στη γνωστή φράση που αποδίδεται στον Κύριο από τον Απόστολο Παύλο, ενώ δεν υπάρχει στο Ευαγγέλιο, δηλαδή «μακάριόν ἐστι διδόναι μᾶλλον ἤ λαμβάνειν»;
Έτσι κι αλλιώς όμως, η φράση, έστω και παραλλαγμένα, εκφράζει τον αποκαλυπτικό λόγο του Κυρίου. Διότι Εκείνος ήλθε για να μας προσφέρει την μετάνοια ως διαρκή αγώνα αναζητήσεως του Θεού. Μετάνοια σημαίνει όχι απλώς μία αλλαγή σκέψεως ως μεταμέλεια για κάτι κακό – τέτοια μεταμέλεια που δεν είχε χαρακτήρα σωτηρίας έδειξε και ο Ιούδας όταν πρόδωσε τον Κύριο – αλλά αλλαγή νοοτροπίας και τρόπου ζωής: αφήνω τον εγωιστικό αμαρτωλό τρόπο ζωής μου και επιστρέφω αδιάκοπα προς τον Κύριο («ἀναστάς πορεύσομαι πρός τον Πατέρα μου»), αγωνιζόμενος να βρίσκομαι επί τα ίχνη Του, που θα πει πάνω στις άγιες εντολές Του. Και με ποιά δύναμη μπορεί τούτο να γίνει πραγματικότητα; Πώς δηλαδή η θανατηφόρα πληγή που προκαλεί στον άνθρωπο η αμαρτία μπορεί να τον ικανώσει να ξεφύγει από την ημιθανή κατάστασή του για να μετατεθεί στην οδό του Χριστού, να γίνει δηλαδή κι αυτός ένας άλλος Χριστός; Μόνο βεβαίως με την δύναμη του ίδιου του Χριστού. Εκείνος ήλθε για να σηκώσει τις αμαρτίες μας και να μας δώσει την δύναμη και την δικαιοσύνη Του. Και αυτό έγινε επάνω στον Σταυρό. Ο Σταυρός Του θεράπευσε τις πληγές μας – «τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς οἱ πάντες ἰάθημεν» - και κατάργησε την τυραννική εξουσία του Πονηρού διαβόλου πάνω μας. Οπότε, από την στιγμή που βαπτιστήκαμε και γινήκαμε μέλη Του, Εκείνος διοχετεύει την δύναμή Του στην ύπαρξή μας, εφόσον ασφαλώς η βούλησή μας συνεργάζεται με Αυτήν.
Πώς τότε αμαρτάνουμε και απαιτείται η διαρκής ανάστασή μας από τις πτώσεις μας; Ήταν ένα καίριο ερώτημα που ταλαιπώρησε επ’ αρκετόν την Εκκλησία, σε βαθμό που κάποιοι χριστιανοί, οι πιο αυστηροί ίσως, ισχυρίστηκαν ότι μετά το βάπτισμα εκείνοι που αμαρτάνουν δεν μπορούν πια να τύχουν συγχωρήσεως από τον Θεό. Ευτυχώς όμως η Εκκλησία συνοδικώς αποφάνθηκε διαφορετικά: και οι αμαρτίες μετά το βάπτισμα τυγχάνουν συγχωρήσεως και αφέσεως, διότι αφενός η χάρη του Θεού που πήγασε από τον Σταυρό είναι ανεξάντλητη, αφετέρου δυστυχώς οι άνθρωποι είμαστε αδύναμοι και εύκολα μπορούμε να προσκλίνουμε στο κακό μέσα στον κόσμο αυτόν τον πεσμένο στην αμαρτία. Εκείνος που κατεξοχήν αγωνίστηκε, μαζί και με άλλους Πατέρες, για την συγκατάβαση της Εκκλησίας προς την αδυναμία των ανθρώπων ήταν ο μέγας ιερός Χρυσόστομος. Ήταν εκείνος που θεωρήθηκε και θεωρείται ο σπουδαιότερος κήρυκας της μετανοίας, ότι δηλαδή εφόσον ο άνθρωπος ειλικρινά μετανοεί για τις αμαρτίες του δέχεται εξίσου με τον «αναμάρτητο» την αγάπη του Θεού. Το παράδειγμα του ασώτου από την ομώνυμη παραβολή του Κυρίου ήταν ο απόλυτος κανόνας του Αγίου Χρυσοστόμου: ο Πατέρας, ο Θεός δηλαδή, δέχθηκε τον άσωτο τόσο βαθιά, ώστε τον αποκατέστησε στην πρότερη κατάστασή του δίχως ίχνος μνήμης της ασωτίας του.
Γι’ αυτό άλλωστε και η Εκκλησία μας απαρχής καθιέρωσε το μυστήριο της μετανοίας και το χαρακτήρισε ως
«δεύτερο και επαναλαμβανόμενο βάπτισμα».

Αλλά υπάρχει πράγματι άνθρωπος «αναμάρτητος»; Είναι δυνατόν να ζήσει κανείς έστω και μία ώρα στη ζωή αυτή και να μην αμαρτήσει; Η απάντηση της χριστιανικής πίστεως είναι αρνητική. Διότι την αμαρτία δεν την κατανοεί μόνον ως πράξη, αλλά εν λόγω επίσης και διανοία. Και μία σκέψη εμπαθής θεωρείται ενώπιον του απολύτως Αναμαρτήτου Κυρίου ως ήδη διαπραχθείσα αμαρτία, όπως ο Ίδιος άλλωστε το βεβαίωσε: «Καθένας που βλέπει μία γυναίκα (αλλά και αντιστρόφως για τη γυναίκα έναν άνδρα) με εμπαθή πονηρή επιθυμία, ήδη διέπραξε μέσα στην καρδιά του το αμάρτημα της μοιχείας». Γι’ αυτό και ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ήδη τονίζει: «Αν πει κανείς ότι δεν αμαρτάνει, είναι ψεύστης». Η επιβεβαιούμενη αδιάκοπα σε όλους τους αιώνες θλιβερή αυτή πραγματικότητα, ότι δηλαδή όλοι είμαστε αμαρτωλοί και αμαρτάνουμε, έστω και αν ακόμη έχουμε την δύναμη του Κυρίου προς αναμαρτησία λόγω χαλαρότητας στην πνευματική μας ζωή, έκανε και κάνει την Εκκλησία να τονίζει όπως είπαμε ως μόνο δρόμο σωτηρίας την μετάνοια. Την μετάνοια ως διαρκές βίωμα απαρχής της συνειδητής ζωής του ανθρώπου μέχρι και την ώρα του θανάτου του. Πρόκειται για την μεγαλύτερη παρηγοριά που έχουμε στον κόσμο τούτο, όπως μάλιστα το σημειώνει και ο μέγας εξίσου Ιωάννης της Κλίμακος. Θεωρώντας ως δεδομένη την αμαρτωλή μας κατάσταση, προτρέπει την συνεχή μετάνοια ως συνεχή ανάσταση του ανθρώπου. «Χαρακτηριστικό των αγγέλων – λέει – είναι να μην αμαρτάνουν καθόλου˙ χαρακτηριστικό των δαιμόνων είναι να βρίσκονται πάντοτε στην αμαρτία˙ και χαρακτηριστικό των ανθρώπων είναι να περιπίπτουν στις αμαρτίες αλλά και να σηκώνονται από αυτές διά της μετανοίας».
Πέφτουμε, λοιπόν, και αμαρτάνουμε οι άνθρωποι. Δεν μένουμε όμως εκεί. Ό,τι συμβαίνει στον δρόμο που μπορεί να σκοντάψουμε και να πέσουμε, αλλά θα σηκωθούμε, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και στον δρόμο της πνευματικής ζωής: σηκωνόμαστε. Και μάλιστα πάντοτε. «Όσες φορές κι αν πέσουμε, ας σηκωθούμε και θα σωθούμε». Μάνα η Εκκλησία μας με ανοιχτή την αγκαλιά της για κάθε παραστράτημά μας. Αρκεί η προτεραιότητά μας να είναι η σωτηρία μας ως σχέση με τον Θεό μας.

παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης