Η Πλατυτέρα των Ουρανών

20 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 «Ὀλισθηρῶς τοῖς παραπτώμασι καί ταῖς σειραῖς τῶν ἁμαρτημάτων συνδεδεμένη,ψυχή, τί ῥαθυμεῖς; τί ἀμελεῖς; φεῦγε ἀεί Σοδόμων καί Γομόρρας ὡς ὁ Λώτ ἀσελγείας τόν ἐμπρησμόν˙ μή στραφῇς εἰς τά ὀπίσω καί γένῃ καθάπερ στήλη ἁλός˙ εἰς ὄρος ἀνασώζου τῶν ἀρετῶν˙ φεῦγε ἀεί τοῦ ἀπηνοῦς Πλουσίου ἀσπλαγχνίας τήν φλεγμονήν˙ εἰς τούς κόλπους πρόβαινε τοῦ Ἀβραάμ, ὡς ὁ Λάζαρος, διά ταπεινοφροσύνης κράζουσα˙ Ἡ ἐλπίς μου καί καταφυγή, Κύριε, δόξα σοι» (απόστιχα αίνων, ήχος πλ. α΄).

 (Ψυχή μου, καθώς είσαι συνδεδεμένη με τρόπο ολισθηρό με τα παραπτώματα και τις συνεχείς αμαρτίες, γιατί δείχνεις ραθυμία και αμέλεια; Απόφευγε πάντοτε όπως ο Λωτ τον εμπρησμό των Σοδόμων και των Γομόρρων. Μη στραφείς προς τα πίσω και γίνεις σαν στήλη άλατος. Κατάφυγε για να σωθείς στο όρος των αρετών. Απόφευγε πάντοτε τη φλεγμονή της ασπλαχνίας του σκληρόκαρδου πλουσίου. Προχώρα εκεί που είναι η αγκαλιά του Αβραάμ, όπως ο Λάζαρος, κραυγάζοντας με ταπείνωση: Κύριε που είσαι η ελπίδα και η καταφυγή μου, δόξα Σοι).

Απόλυτα προσγειωμένος ο άγιος υμνογράφος βλέπει με την χάρη του Θεού ότι η αμαρτία δεν είναι κάτι από το οποίο εύκολα μπορεί να ξεφύγει. Μπορεί να είναι βαπτισμένος και συνδεδεμένος πραγματικά με τον Ιησού Χριστό, ένα με Εκείνον, διότι «ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε», όμως διαπιστώνει ότι τα απομεινάρια της αμαρτίας και οι ρίζες των παθών του τον κατατρύχουν και τον ταλαιπωρούν. Κι αυτό γιατί; Διότι κυριαρχείται από την τυραννίδα των παθών, τη ραθυμία και την αμέλεια. Ο άνθρωπος εύκολα γλιστράει στην αμαρτία, τα πάθη του λειτουργούν μέσα του ως δρόμος ολισθηρός, όπως είναι πολύ εύκολο κάποιος να γλιστρήσει όταν περπατάει εκεί που έχουν χυθεί λάδια! Κι είναι μία έμμεση εξαγγελία του αγίου ποιητή ότι στην πνευματική ζωή δεν μπορείς να ξεχαστείς. Μόλις ξεχαστείς και αρχίσεις τη ρέμβη από τα ηδέα της ζωής, έχεις κιόλας πέσει. Η πνευματική ζωή δηλαδή χαρακτηρίζεται από τη νήψη, από την εγρήγορση, τη διαρκή πρόκληση δηλαδή προς την ίδια την ψυχή μας να βρισκόμαστε σε ένταση – όλες οι δυνάμεις του ανθρώπου, ψυχικές και σωματικές πρέπει να είναι σε λειτουργία. Κι όχι μόνο για το «λεῖον τῶν ἡδονῶν», αλλά και για τον «ζήλο» που δείχνει ο αντίδικος ημών διάβολος, ο οποίος σαν λιοντάρι ωρύεται ψάχνοντας ποιον να καταπιεί. Ο ίδιος ο Κύριος επανειλημμένως τόνιζε «γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν». Κι ο πατερικός λόγος διά στόματος μάλιστα του οσίου Σωφρονίου του Αθωνίτου θα το πει με δραματική ένταση: «Αν είστε αμελείς για τη σωτηρία σας, ο Θεός επίσης θα γίνει “αμελής” προς εσάς» - βλέποντας ο Θεός την άρνησή μας να βρισκόμαστε σε υπακοή προς τον λόγο και το θέλημά Του, μας αφήνει στο νοσηρό δικό μας θέλημα. Η κόλαση της «αμέλειας» του Θεού έναντι ημών!
Ο άγιος υμνογράφος επιστρατεύει παραδείγματα από την Γραφή: Αρνητικά: την καταστροφή των Σοδόμων και των Γομόρρων που επέμεναν αμετάκλητα στην αμαρτία τους˙ τη γυναίκα του Λωτ που παρήκουσε την εντολή του Θεού και στράφηκε και πάλι στα αμαρτωλά γινόμενη στήλη άλατος˙ τον σκληρόκαρδο πλούσιο της παραβολής με τον πτωχό Λάζαρο. Και θετικά: τον Λωτ που υπήκουσε και σώθηκε˙ τον Λάζαρο που με την ταπείνωσή του γεύτηκε τις δωρεές του Αβραάμ. Για τον ποιητή μας και σύνολη την Εκκλησία μας βεβαίως η πνευματική ζωή είναι μονόδρομος: ανάβαση στο όρος των αρετών, δηλαδή πορεία στα ίχνη του Χριστού. Και τα ίχνη του Χριστού τα βλέπουμε αποκλειστικά και μόνο στις άγιες εντολές Του. Οι εντολές του Κυρίου αποκαλύπτουν το περιεχόμενο και της δικής Του ζωής, επομένως ο πιστός δεν πορεύεται στα τυφλά. Ο δρόμος είναι ξεκάθαρος μπροστά του. Αρκεί να κινήσει προς τα εκεί εν αγάπη και τη θέλησή του.

 παπα Γιώργης Δορμπαράκης

 Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

19 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Μιά φοιτήτρια μοῦ εἶχε πεῖ μιά μέρα:
- Δέν θέλω τόν Χριστό καί τό Εὐαγγέλιό Του, γιατί μοῦ στεροῦν μερικά πράγματα...
- Νόμιμα πράγματα σοῦ στερεῖ, παιδί μου, ἤ παράνομα; τήν ρώτησα.
Καί μέ ἀπάντησε κοφτά:
- Δέν ξέρω! Ἐσεῖς οἱ Χριστιανοί εἶστε δυστυχισμένοι, εἶπε συμπληρώνοντας.
- Καλά τῆς λέω, μορφωμένη εἶσαι καί δέν μέ δίνεις μία ἀπάντηση. Σέ ξαναρωτῶ: Νόμιμα πράγματα σοῦ στερεῖ ἤ παράνομα; Δέν σοῦ ἐπιτρέπει ὁ Χριστός νά πάρεις ἕναν ἄνδρα καί νά σέ εὐλογήσει; Δέν σοῦ φτάνει ὁ ἕνας ἄνδρας καί εἶναι ἀνάγκη νά ἔχεις 40 ἄνδρες; Εἶδες ποτές σου κανέναν πραγματικό Χριστιανό νά αὐτοκτονήσει ἤ νά ἔχει τρελαθεῖ; Δέν ἔχεις ζήσει τήν Χριστιανική ζωή καί ἑπομένως δέν μπορεῖς νά ἔχεις γνώμη. Νά ξέρεις ὅτι δέν ὑπάρχει πιό εὐτυχισμένος, πιό ἤρεμος καί πιό νορμάλ ἄνθρωπος ἀπό τόν Χριστιανό!

Ἐκείνη ὅμως ἔλεγε τά δικά της. Δέν ἤθελε νά καταλάβει …

Του Ιεροκήρυκος Δημητρίου Παναγόπουλου †

hristospanagia.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

19 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

  Ο αείμνηστος πατήρ Ευσέβιος Ματθόπουλος (1859-1929) συνήθιζε να πηγαίνει σε κάποιο καφενεδάκι του Μεσολογγίου και εκεί μελετούσε ή μάλλον βυθιζόταν στην Καινή Διαθήκη, που κρατούσε πάντα μαζί του.
Κάποιος Μεσολογγίτης, περνώντας μία μέρα από εκεί τον ρώτησε:
- «Τί διαβάζεις, π. Ευσέβιε;».
- «Τον Λόγο του Θεού, παιδί μου, το Ευαγγέλιο».
- «Και τί λέει εκεί που διαβάζεις;».
- «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστίν η Βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. Ε’3)!
Μετά από ημέρες, ξαναπέρασε ο Μεσολογγίτης και τον βρήκε πάλι να διαβάζει.
- «Σήμερα τί διαβάζεις παππούλη, πού βρίσκεσαι;»
- «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστίν η Βασιλεία των Ουρανών» (Ματθ. Ε’3’)!
- «Μα ακόμη εκεί είσαι; Τόσες μέρες το ίδιο διαβάζεις;».
- «Δεν διαβάζω, παιδί μου, μελετώ. Τα λόγια της Αγίας Γραφής κρύβουν χρυσάφι καθαρό μέσα τους. Θέλει μελέτη και πάλι μελέτη και ξανά μελέτη, μέρες, βδομάδες, ίσως και μήνες ολόκληρους, με βαθειά ταπείνωση και σωστή καθοδήγηση από κατάλληλο πνευματικό πατέρα και καθαρή καρδιά και Θεία Φώτιση, γιά να μπορέσεις αυτόν τον θησαυρό να τον φέρεις στην επιφάνεια.»!

 hristospanagia.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 



 

 

 

19 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Ο Πα­να­γι­ώ­της Βα­σι­λειά­δης γεν­νή­θη­κε στήν Τρα­πε­ζοῦντα τό 1880. Ἦ­ταν ἔμ­πο­ρος χαλ­κοῦ, ἀρ­κε­τά εὐ­κα­τά­στα­τος. Ἡ γυ­ναῖ­κα του Δέ­σποι­να ἦ­ταν ἀ­πό φτω­χή οἰ­κο­γέ­νεια ἀλ­λά πλού­σια σέ ψυ­χι­κές ἀ­ρε­τές. Ἀ­πέ­κτη­σαν ἑ­πτά παι­διά.

Ἦ­ταν ἀ­γα­πη­μέ­νο ἀν­δρό­γυ­νο καί ὅ­λες τίς ἀ­πο­φά­σεις τίς ἔ­παιρ­ναν ἀ­πό κοι­νοῦ. Συμ­φώ­νη­σαν ἀ­κό­μη νά προ­στε­θοῦν στήν οἰ­κο­γέ­νειά τους ἐ­κτός ἀ­πό τούς γο­νεῖς τους καί ἄλ­λοι κοντι­νοί συγ­γε­νεῖς μέ οἰ­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα, χῆ­ρες, ὀρ­φα­νά κ.ἄ.

Κα­θώς εἶ­χε με­γά­λο σπί­τι [1] καί ἐ­πει­δή εἶ­χε σχέ­σεις μέ ἀν­θρώ­πους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, φι­λο­ξε­νοῦ­σε Μη­τρο­πο­λί­τες καί ἱε­ρεῖς ἀ­πό δι­ά­φο­ρα μέ­ρη πού ἔρ­χονταν στήν Τρα­πε­ζοῦντα, φτω­χούς, ἀ­στέ­γους καί πε­ρα­στι­κούς. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της, σάν τόν Πα­τριά­ρχη Ἀ­βρα­άμ, δέν ἔ­δι­ω­χνε κα­νέ­ναν ἀ­πό τό σπί­τι του. Ὅ­λους τούς ἀ­νέ­παυ­ε, τούς φι­λο­ξε­νοῦ­σε καί τούς χόρ­ται­νε μέ τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά, ἰδι­αί­τε­ρα δέ μέ τήν ἀρ­χοντι­κή του ἀ­γά­πη.

Ἕ­να ἀ­πό τά πολ­λά δῶ­ρα πού τοῦ προ­σέ­φε­ραν οἱ φι­λο­ξε­νού­με­νοι σώ­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα. Εἶ­ναι ἕνα προ­σευ­χη­τά­ρι μέ ψαλ­μούς τυ­πω­μέ­νο στήν Βε­νε­τί­α τό ἔ­τος 1780, στήν Τούρ­κι­κη γλῶσ­σα. Αὐ­τό καί τό Εὐ­αγ­γέ­λιο ἦ­ταν τά ἀ­γα­πη­μέ­να του βι­βλί­α, τά ὁ­ποῖ­α δι­ά­βα­ζε συ­χνά.

Σέ ὅ­λη του τήν ζω­ή στίς εὐ­κο­λί­ες καί στίς δυ­σκο­λί­ες του πάντα κα­τέ­φευ­γε στόν Θε­ό. Ἡ πί­στη του στόν Θε­ό ἦ­ταν δυ­να­τή καί ζωντα­νή. Πέντε φο­ρές κά­θε μέ­ρα προ­σευ­χό­ταν λέ­γοντας πάντα στήν ἀρ­χή τόν ν’ ψαλ­μό «Ἐ­λέ­η­σόν με, ὁ Θε­ός…».

Ὅ­ταν ἦ­ταν μό­νος του στό σπί­τι τοῦ ἄ­ρε­σε νά ψέλ­νη. Συμ­βού­λευ­ε τά παι­διά του νά εἶ­ναι τα­πει­νά καί νά μήν ξε­χνοῦν ὅ­τι «ὁ ὑ­ψῶν ἑ­αυ­τόν τα­πει­νω­θή­σε­ται, ὁ δέ τα­πει­νῶν ἑαυτόν ὑ­ψω­θή­σε­ται» [2].

Ἦ­ταν ἄν­θρω­πος εἰ­ρη­νι­κός καί ἤ­ρε­μος. Βο­η­θοῦ­σε πολ­λούς πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη καί ἰ­δι­αί­τε­ρα τίς χῆ­ρες πού εἶ­χαν μι­κρά παι­δά­κια ὀρ­φα­νά, για­τί εἶ­χε ἀ­δυ­να­μί­α στά μι­κρά παι­δά­κια.

Κά­πο­τε ἡ μι­κρή του κό­ρη τοῦ ζή­τη­σε νά τῆς ἀ­γο­ρά­ση πα­πού­τσια γιά τό Πά­σχα. Αὐ­τός τά ἀ­γό­ρα­σε ἀλ­λά εἶ­δε κά­ποι­ο κο­ρι­τσά­κι ὀρ­φα­νό ξυ­πό­λυ­το στήν ἴ­δια ἡ­λι­κί­α καί τά φό­ρε­σε σ᾽ αὐ­τό. Ὅ­ταν ἡ κό­ρη του δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε, αὐ­τός τῆς ἀ­πάντη­σε χω­ρίς δι­και­ο­λο­γί­ες: «Ἐ­σύ, παι­δί μου, ἔ­χεις πα­τέ­ρα. Μπο­ρεῖς νά τά ἔ­χης καί αὔ­ριο». Προ­στά­τευ­ε καί τούς ὑ­παλ­λή­λους του. Τούς βο­η­θοῦ­σε νά ἔ­χουν δι­κά τους σπί­τια. Ἀ­κό­μη εὐ­ερ­γε­τοῦ­σε πολ­λούς Τούρ­κους πού εἶ­χαν ἀ­νάγ­κη.

Τό ἔ­τος 1920 ἦρ­θαν στήν Ἑλ­λά­δα πάμ­φτω­χοι, για­τί τά ἄ­φη­σαν ὅ­λα. Γιά ἀσφάλεια, ἄ­φη­σε σ᾽ ἕ­ναν φί­λο του Τοῦρ­κο μί­α εἰ­κό­να θαυ­μα­τουρ­γή, κλη­ρο­νο­μιά ἀ­πό τούς γο­νεῖς του, πού χρο­νο­λο­γεῖ­ται ἀ­πό τό ἔ­τος 1520. Ὅ­μως ἀ­πό τήν ἡ­μέ­ρα πού τήν πῆ­ρε ὁ Τοῦρ­κος στό σπί­τι του κά­θε βρά­δυ ἔ­κα­νε ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό κρό­το, ὥ­στε νά μήν μπο­ροῦν νά κοι­μη­θοῦν. Ὁ­πό­τε ὁ Τοῦρκος εἰ­δο­ποί­η­σε τόν Πα­να­γι­ώ­τη καί μέ πολ­λή συγ­κί­νη­ση καί εὐ­λά­βεια τήν πῆ­ρε καί τήν ἔ­φε­ρε στήν Ἑλ­λά­δα μα­ζί του. Ἡ εἰ­κό­να πα­ρι­στά­νει τόν Χρι­στό στήν μέ­ση, δε­ξιά τήν Πα­να­γί­α καί ἀ­ρι­στε­ρά τόν Τί­μιο Πρό­δρο­μο [3].

Ἡ ζω­ή τους στήν Ἑλ­λά­δα ἦ­ταν πά­ρα πο­λύ δύ­σκο­λη. Ἔ­χα­σαν τά πάντα καί ὅ­μως αὐ­τός τούς ἔ­λε­γε: «Δο­ξά­στε τόν Θε­ό, δέν θά μᾶς ἐγ­κα­τα­λεί­ψη».

Καί πά­λι μέ­σα στήν στέ­ρη­ση ὁ πο­νό­ψυ­χος Πα­να­γι­ώ­της δέν ξε­χνοῦ­σε τούς φτω­χούς συγ­γε­νεῖς του. Μέ­χρι πού γέ­ρα­σε εἶ­χε τίς τσέ­πες του γε­μᾶ­τες μέ κα­ρα­μέλ­λες, κέρ­μα­τα καί ἄλ­λα πράγ­μα­τα πού πρό­σφε­ρε στά μι­κρά παι­δά­κια πού συ­ναντοῦ­σε νά παί­ζουν στό δρό­μο. Αὐ­τή ἦ­ταν ἡ με­γά­λη του χα­ρά.

Τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τῆς ζω­ῆς του τά ἔ­ζη­σε στό σπί­τι τῆς μι­κρό­τε­ρης κό­ρης του Σο­φί­ας. Ὑ­πέ­φε­ρε πο­λύ ἀ­πό βρογ­χι­κό ἆ­σθμα. Τό ἔ­τος 1955, τό Πά­σχα ἦ­ταν 17 Ἀ­πρι­λί­ου. Λί­γες μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα ὁ Θε­ός τόν πλη­ρο­φό­ρη­σε νά ἑ­τοι­μα­στῆ γιά τήν ἄλ­λη ζω­ή. «Μέ εἰ­δο­ποί­η­σαν ὅ­τι φεύ­γω καί θέ­λω νά ἑ­τοι­μα­στῶ», εἶ­πε στά παι­διά του. Τήν ἡ­μέ­ρα τῶν Βα­ῒ­ων πῆ­γε μό­νος στήν Ἐκ­κλη­σί­α πού ἦ­ταν ἀρ­κε­τά μα­κρυά, καί ἂς ἦ­ταν τό­σο ἐ­ξαντλη­μέ­νος. Κοι­νώ­νη­σε γο­να­τι­στός. Ἦ­ταν πο­λύ ἤ­ρε­μος αὐ­τές τίς ἡ­μέ­ρες. Τήν Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ή ὅ­μως τό με­ση­μέ­ρι ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­πό τό κρεβ­βά­τι του καί μο­νο­λο­γοῦ­σε ἔντο­να. Τόν ρώ­τη­σε ἡ κό­ρη του: «Θέ­λεις, πα­τέ­ρα, κά­τι;», «ὄ­χι παι­δί μου», τῆς εἶ­πε. «Νά, ἦρ­θαν νά μέ πά­ρουν καί ἐ­γώ πι­κρά­θη­κα. Μή χα­λᾶ­τε τό Πά­σχα τῶν παι­δι­ῶν μου», τούς εἶ­πα.

Τήν Δεύ­τε­ρη ἡ­μέ­ρα τοῦ Πά­σχα ἡ ὑ­γεί­α του ἐ­πι­δει­νώ­θη­κε ἀρ­κε­τά. Μα­ζεύ­τη­καν στό σπί­τι τά παι­διά του, οἱ νύ­φες του καί οἱ γα­μπροί του.

Τό ἀ­πό­γευ­μα πιά δύ­σκο­λα ἀ­νέ­πνε­ε. Γύ­ρι­σε τό κε­φά­λι του, τούς κοί­τα­ξε ὅ­λους καί στόν γα­μπρό τῆς με­γά­λης κό­ρης του, πού ἦ­ταν πο­λύ ἰ­δι­ό­τρο­πος, τοῦ εἶ­πε κου­νώντας θλιμ­μέ­να τό κε­φά­λι του: «Σάβ­βα, Σάβ­βα», καί ἀ­πό τά μά­τια του κύ­λη­σαν δά­κρυα. Ἔ­γει­ρε με­τά τό κε­φά­λι του καί τό ἀ­πό­γευ­μα στίς 7 ἡ ὥ­ρα κοι­μή­θη­κε εἰ­ρη­νι­κά. Ἔ­φυ­γε φτω­χός καί σε­μνός, ἀλ­λά γύ­ρω του ἦ­ταν ὅ­λα τά παι­διά του.

Στά σα­ράντα του ἦρ­θαν Τοῦρ­κοι ἀ­πό τήν Τρα­πε­ζοῦντα, τούς ὁ­ποί­ους εἶ­χε εὐ­ερ­γε­τή­σει ὅ­ταν ζοῦ­σε ἐ­κεῖ ὁ ἐ­λε­ή­μων Πα­να­γι­ώ­της.

Λί­γο πρίν ἀπό τούς ἕ­ξι μῆ­νες με­τά τόν θά­να­τό του πα­ρου­σι­ά­στη­κε στήν γυ­ναῖ­κα του στόν ὕ­πνο της. Τῆς εἶ­πε ὅ­τι θά τήν ἔ­παιρ­νε μα­ζί του γι᾽ αὐ­τό νά ἑ­τοι­μα­στῆ. Ἔ­τσι, χωρίς κα­μ­μιά ἀμ­φι­βο­λί­α ἡ γυ­ναῖ­κα του πῆ­γε στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί κοι­νώ­νη­σε μέ πολ­λή εὐ­λά­βεια.

Τήν πα­ρα­μο­νή πού ἑ­τοί­μα­ζαν τά κόλ­λυ­βα γιά τό μνη­μό­συ­νο τοῦ ἑ­ξα­μή­νου, τό με­ση­μέ­ρι, τήν ὥ­ρα πού ἔ­τρω­γαν, ἐ­κοι­μή­θη καί αὐ­τή ἀ­πό ἀ­να­κο­πή τῆς καρ­διᾶς της.

Ὅ­ταν στά τρί­α χρό­νια ἔ­κα­ναν τήν ἀ­να­κο­μι­δή, τά ὀ­στᾶ του ἦ­ταν κα­θα­ρά καί κί­τρι­να σάν λε­μό­νι.

Με­τά ἀ­πό χρό­νια πα­ρου­σι­ά­στη­κε στόν ὕ­πνο τῆς κό­ρης του Σο­φί­ας. Ὅ­ταν τόν ρώ­τη­σε: «Τί κά­νεις, πα­τέ­ρα; Πῶς περ­νᾶς;», αὐ­τός τῆς εἶ­πε: «Εἶ­μαι πο­λύ κα­λά. Εἴ­μα­στε μα­ζί μέ τήν μη­τέ­ρα σου. Ἐ­δῶ εἶ­ναι πο­λύ ὡ­ραῖ­α. Οὔ­τε πει­νᾶς, οὔ­τε δι­ψᾶς, οὔ­τε κρυ­ώ­νεις, μή στε­να­χω­ρι­έ­στε γιά μᾶς».

Αἰ­ω­νί­α του ἡ μνή­μη. Ἀ­μήν.

 

[1]. Μέ­χρι πρό τι­νων ἐ­τῶν στό σπί­τι του, πού σώ­ζε­ται μέχρι σή­με­ρα, στε­γα­ζό­ταν κά­ποι­α κρα­τι­κή ὑ­πη­ρε­σί­α τῆς­ Τρα­πε­ζοῦ­ντος.

[2]Λουκ. ι­η’, 14.

[3]. Ἡ εἰ­κό­να καὶ τό προ­σευ­χη­τά­ρι φυ­λάσ­σονται σή­με­ρα στό σπί­τι τῆς κό­ρης του Σοφίας πού γη­ρο­κό­μη­σε τούς γο­νεῖς της.

 enromiosini.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

 

 

 

 

 

19 Απρ. 2021

| Ιστολόγιο |


 

 







  ΕΡΩΤΗΣΗ ΙΔ΄: Ποιά ευχή και ποιόν λόγο φοβούνται οι δαίμονες περισσότερο από όλα;
   ΑΠΟΚΡΙΣΗ: Διηγούνται μερικοί πνευματοφόροι πατέρες και άξιοι να τους πιστεύει κανείς πως, όταν εμφανίστηκε μπροστά στα πρόσωπά τους ο διάβολος και αυτοί του απηύθυναν το παραπάνω ερώτημα, αυτός αποκρίθηκε πως δεν υπάρχει σε όλη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη λόγος, που να τον φοβίζει περισσότερο και να διασκορπίζει όλη του την δύναμη, όπως 
η αρχή του 67ου ψαλμού.

"Αναστήτω ο Θεός ..."

Μόλις τους το είπε αυτό ο διάβολος οι πατέρες άρχισαν να λένε τον ψαλμό αυτό και μόλις κάνανε την αρχή και είπανε την πρώτη φράση δηλαδή το «Αναστήτω ο Θεός», αμέσως ο διάβολος έγινε άφαντος σκούζοντας και δείχνοντας έμπρακτα την ενέργεια της ευχής αυτής.

 Ψαλμός 67

Εἰς τὸ τέλος· ᾠδῆς ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

2 ΑΝΑΣΤΗΤΩ ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ, καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν. 3 ὡς ἐκλείπει καπνός, ἐκλιπέτωσαν· ὡς τήκεται κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρός, οὕτως ἀπολοῦνται οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ. 4 καὶ οἱ δίκαιοι εὐφρανθήτωσαν, ἀγαλλιάσθωσαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, τερφθήτωσαν ἐν εὐφροσύνῃ. 5 ᾄσατε τῷ Θεῷ, ψάλατε τῷ ὀνόματι αὐτοῦ· ὁδοποιήσατε τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ δυσμῶν, Κύριος ὄνομα αὐτῷ, καὶ ἀγαλλιᾶσθε ἐνώπιον αὐτοῦ. 6 ταραχθήσονται ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ, τοῦ πατρὸς τῶν ὀρφανῶν καὶ κριτοῦ τῶν χηρῶν· ὁ Θεὸς ἐν τόπῳ ἁγίῳ αὐτοῦ. 7 ὁ Θεὸς κατοικίζει μονοτρόπους ἐν οἴκῳ ἐξάγων πεπεδημένους ἐν ἀνδρείᾳ, ὁμοίως τοὺς παραπικραίνοντας, τοὺς κατοικοῦντας ἐν τάφοις. 8 ὁ Θεός, ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαί σε ἐνώπιον τοῦ λαοῦ σου, ἐν τῷ διαβαίνειν σε ἐν τῇ ἐρήμῳ. (διάψαλμα). 9 γῆ ἐσείσθη, καὶ γὰρ οἱ οὐρανοὶ ἔσταξαν ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ τοῦ Σινᾶ, ἀπὸ προσώπου τοῦ Θεοῦ ᾿Ισραήλ. 10 βροχὴν ἑκούσιον ἀφοριεῖς, ὁ Θεός, τῇ κληρονομίᾳ σου, καὶ ἠσθένησε, σὺ δὲ κατηρτίσω αὐτήν. 11 τὰ ζῷά σου κατοικοῦσιν ἐν αὐτῇ· ἡτοίμασας ἐν τῇ χρηστότητί σου τῷ πτωχῷ, ὁ Θεός. 12 Κύριος δώσει ρῆμα τοῖς εὐαγγελιζομένοις δυνάμει πολλῇ, 13 ὁ βασιλεὺς τῶν δυνάμεων τοῦ ἀγαπητοῦ, τῇ ὡραιότητι τοῦ οἴκου διελέσθαι σκῦλα. 14 ἐὰν κοιμηθῆτε ἀνὰ μέσον τῶν κλήρων, πτέρυγες περιστερᾶς περιηργυρωμέναι, καὶ τὰ μετάφρενα αὐτῆς ἐν χλωρότητι χρυσίου. 15 ἐν τῷ διαστέλλειν τὸν ἐπουράνιον βασιλεῖς ἐπ᾿ αὐτῆς, χιονωθήσονται ἐν Σελμών. 16 ὄρος τοῦ Θεοῦ, ὄρος πῖον, ὄρος τετυρωμένον, ὄρος πῖον. 17 ἱνατί ὑπολαμβάνετε, ὄρη τετυρωμένα, τὸ ὄρος, ὃ εὐδόκησεν ὁ Θεὸς κατοικεῖν ἐν αὐτῷ; καὶ γὰρ ὁ Κύριος κατασκηνώσει εἰς τέλος. 18 τὸ ἅρμα τοῦ Θεοῦ μυριοπλάσιον, χιλιάδες εὐθηνούντων· Κύριος ἐν αὐτοῖς ἐν Σινᾷ ἦν, ἐν τῷ ἁγίῳ. 19 ἀνέβης εἰς ὕψος, ᾐχμαλώτευσας αἰχμαλωσίαν, ἔλαβες δόματα ἐν ἀνθρώποις, καὶ γὰρ ἀπειθοῦντας τοῦ κατασκηνῶσαι. 20 Κύριος ὁ Θεὸς εὐλογητός, εὐλογητὸς Κύριος ἡμέραν καθ᾿ ἡμέραν· κατευοδώσαι ἡμῖν ὁ Θεὸς τῶν σωτηρίων ἡμῶν. (διάψαλμα). 21 ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ Θεὸς τοῦ σῴζειν, καὶ τοῦ Κυρίου Κυρίου αἱ διέξοδοι τοῦ θανάτου. 22 πλὴν ὁ Θεὸς συνθλάσει κεφαλὰς ἐχθρῶν αὐτοῦ, κορυφὴν τριχὸς διαπορευομένων ἐν πλημμελείαις αὐτῶν. 23 εἶπε Κύριος· ἐκ Βασὰν ἐπιστρέψω, ἐπιστρέψω ἐν βυθοῖς θαλάσσης. 24 ὅπως ἂν βαφῇ ὁ πούς σου ἐν αἵματι, ἡ γλῶσσα τῶν κυνῶν σου ἐξ ἐχθρῶν παρ᾿ αὐτοῦ. 25 ἐθεωρήθησαν αἱ πορεῖαί σου, ὁ Θεός, αἱ πορεῖαι τοῦ Θεοῦ μου τοῦ βασιλέως τοῦ ἐν τῷ ἁγίῳ. 26 προέφθασαν ἄρχοντες ἐχόμενοι ψαλλόντων ἐν μέσῳ νεανίδων τυμπανιστριῶν. 27 ἐν ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τὸν Θεόν, Κύριον ἐκ πηγῶν ᾿Ισραήλ. 28 ἐκεῖ Βενιαμὶν νεώτερος ἐν ἐκστάσει, ἄρχοντες ᾿Ιούδα ἡγεμόνες αὐτῶν, ἄρχοντες Ζαβουλών, ἄρχοντες Νεφθαλείμ. 29 ἔντειλαι, ὁ Θεός, τῇ δυνάμει σου, δυνάμωσον, ὁ Θεός, τοῦτο, ὃ κατειργάσω ἐν ἡμῖν. 30 ἀπὸ τοῦ ναοῦ σου ἐπὶ ῾Ιερουσαλὴμ σοὶ οἴσουσι βασιλεῖς δῶρα. 31 ἐπιτίμησον τοῖς θηρίοις τοῦ καλάμου· ἡ συναγωγὴ τῶν ταύρων ἐν ταῖς δαμάλεσι τῶν λαῶν τοῦ ἐγκλεισθῆναι τοὺς δεδοκιμασμένους τῷ ἀργυρίῳ· διασκόρπισον ἔθνη τὰ τοὺς πολέμους θέλοντα. 32 ἥξουσι πρέσβεις ἐξ Αἰγύπτου, Αἰθιοπία προφθάσει χεῖρα αὐτῆς τῷ Θεῷ. 33 αἱ βασιλεῖαι τῆς γῆς, ᾄσατε τῷ Θεῷ, ψάλατε τῷ Κυρίῳ. (διάψαλμα). 34 ψάλατε τῷ Θεῷ τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ κατὰ ἀνατολάς· ἰδοὺ δώσει τῇ φωνῇ αὐτοῦ φωνὴν δυνάμεως. 35 δότε δόξαν τῷ Θεῷ· ἐπὶ τὸν ᾿Ισραὴλ ἡ μεγαλοπρέπεια αὐτοῦ, καὶ ἡ δύναμις αὐτοῦ ἐν ταῖς νεφέλαις. 36 θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ· ὁ Θεὸς ᾿Ισραήλ, αὐτὸς δώσει δύναμιν καὶ κραταίωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ. εὐλογητὸς ὁ Θεός.

hristospanagia3.blogspot.com
agiopneymatika.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης