Η Πλατυτέρα των Ουρανών

28 Μαϊ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

Του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν

 

 

Ένα ρίγος χαράς διαπερνά την λέξη «ανάληψη», που δείχνει μια πρόκληση προς τους αποκαλούμενους «νόμους της φύσεως», προς την διαρκή κάθοδο και πτώση∙ είναι μια λέξη που ακυρώνει τους νόμους της βαρύτητας και πτώσης. Εδώ αντίθετα τα πάντα είναι ελαφράδα, πέταγμα, μια ατέλειωτη άνοδος. Η Ανάληψη του Κυρίου γιορτάζεται σαράντα μέρες μετά το Πάσχα, την Πέμπτη της έκτης εβδομάδας μετά τη γιορτή της Ανάστασης του Χριστού.
… Η εορτή της Αναλήψεως αποτελεί γιορτασμό του ανοίγματος του ουρανού στους ανθρώπους, του ουρανού ως του νέου και αιωνίου οίκου, του ουρανού ως της αληθινής μας πατρίδας. Η αμαρτία χώρισε βίαια την γη από τον ουρανό και μας έκανε γήινους και χοντροκομμένους, προσήλωσε το βλέμμα μας σταθερά στο έδαφος και έκανε τη ζωή μας αποκλειστικά γεωτροπική. Αμαρτία είναι η προδοσία του ουρανού μέσα στην ψυχή. Αυτή ακριβώς τη μέρα, την εορτή της Αναλήψεως, νιώθουμε τρομοκρατημένοι από αυτή την άρνηση που γεμίζει ολόκληρο τον κόσμο. Ο άνθρωπος με υπεροψία και υπερηφάνια αναγγέλλει πως είναι μόνο υλικός και πως τίποτε δεν υπάρχει πέρα από το υλικό. Και για κάποιον λόγο είναι ακόμη και χαρούμενος γι’ αυτό, και μιλά με οίκτο και συγκατάβαση γι’ αυτούς που ακόμη πιστεύουν σε κάποιου είδους «ουρανό», σαν να πρόκειται για γελωτοποιούς ή για αγροίκους. Ελάτε αδελφοί, «ουρανοί» είναι απλώς ο ουρανός, είναι τόσο υλικός όσο και καθετί άλλο∙ δεν υπάρχει τίποτε άλλο, δεν υπήρξε ούτε και θα υπάρξει.
Πεθαίνουμε, εξαφανιζόμαστε∙ έτσι στο μεταξύ ας κτίσουμε έναν επίγειο παράδεισο και ας ξεχάσουμε τις φαντασίες των παπάδων. Αυτό εν συντομία είναι το τελικό αποτέλεσμα και η ουσία του πολιτισμού μας, της επιστήμης μας, της ιδεολογίας μας. Η πρόοδος καταλήγει στο νεκροταφείο, με την πρόοδο των σκουληκιών που τρέφονται από τα πτώματα. Αλλά τί μας προτείνετε, μας ερωτούν, ποιός είναι αυτός ο ουρανός για τον οποίον μιλάτε, στον οποίο ο Χριστός ανελήφθη; Τέλος πάντων, τίποτε δεν υπάρχει στον ουρανό για τον οποίο μιλάτε.

Ο Μ. Αθανάσιος λέει, “ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος θεός”. Ο Θεός κατέβηκε στη γη για να μπορέσουμε εμείς να ανεβούμε στον ουρανό! Αυτό γιορτάζουμε την ημέρα της Αναλήψεως! Αυτή είναι η πηγή της λαμπρότητας και της άρρητης χαράς…
.
..Την υπέρ ημών πληρώσας οικονομίαν και τα επί γης ενώσας τοις ουρανίοις, ανελήφθης εν δόξη. Χριστέ ο Θεός ημών, ουδαμόθεν χωριζόμενος, αλλά μένων αδιάστατος και βοών τοις αγαπώσι σε∙ Εγώ ειμί μεθ’ υμών και ουδείς καθ’ υμών.

Από το βιβλίο «π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Εορτολόγιο, Ετήσιος Εκκλησιαστικός Κύκλος, Βίωση της Πίστης - Β΄», Μετάφραση από τα Αγγλικά: Ιωσήφ Ροηλίδης, Εκδόσεις “Ακρίτας”

katafigi.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

27 Μαϊ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 

Του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

 

 

Υπάρχουν γιορτές στην παράδοση της πίστης μας που περνούν γρήγορα. Για παράδειγμα, η Ανάληψη του Χριστού για τους πολλούς είναι η επιστροφή του Χριστού στον ουρανό, το ότι μας αφήνει πλέον μόνους μας να διαχειριστούμε τα όσα μας έδωσε, το Ευαγγέλιο, την ζωή της Εκκλησίας, την πίστη. Και κοιτώντας ψηλά αναρωτιόμαστε συχνά γιατί δεν ξανακατεβαίνει για να ρυθμίσει τις ζωές μας, γιατί μας δίνει την εντύπωση και ότι μας έχει ξεχάσει, αλλά και ότι και ο Ίδιος αναμένει την Δευτέρα Παρουσία Του για να δώσει οριστική λύση στο πρόβλημα του θανάτου, να δώσει οριστική λύση στο πρόβλημα του κακού, στην ανθρώπινη αλλά και του κόσμου δυστυχία.
Η Ανάληψη συνδέεται με την επιστροφή στο «Πάτερ ημών»  καθώς και το «Δι’ ευχών»  ως προσευχή, συνδέεται με το τέλος του «Χριστός Ανέστη», αλλά και σε μια, κατά βάθος, μελαγχολία, ότι η χαρά της Ανάστασης περατώθηκε και επιστρέφουμε στην πραγματικότητα στην οποία δεσπόζει η μοναξιά.

Ας δοκιμάσουμε όμως να μην κοιτούμε προς τα ψηλά, αλλά, όπως λέει το τραγούδι, «όταν κοιτάς από ψηλά». Ας μην λησμονούμε ότι ο Χριστός ανέλαβε την φύση μας και την ανέβασε ψηλά, φέροντάς την ενωμένη με την θεϊκή του και βάζοντας τον άνθρωπο δίπλα στον Θεό. Όταν λοιπόν κατανοήσουμε ότι η προοπτική μας δεν πρέπει να είναι το να κοιτάμε ψηλά, αλλά από ψηλά, τότε και η γιορτή θα λάβει το αληθινό της περιεχόμενο, αλλά και η πορεία μας στον κόσμο θα γίνει αλλιώτικη!
Κοιτώ από ψηλά δεν σημαίνει κοιτώ με υπερηφάνεια και  αλαζονεία. Σημαίνει ότι δεν εξαντλώ τον εαυτό μου στα όσα μπορώ να δω στρέφοντας το βλέμμα γύρω από τον εαυτό μου, αλλά βλέπω με μάτια και νου απλωμένα. Βλέπω παραπέρα προς όλες τις κατευθύνσεις. Κάνω τον άλλο αδελφό μου. Νοιάζομαι με την προσευχή και την αγάπη να δω τι τον αναπαύει. Δεν περιορίζομαι σε όσους με αγαπούν, αλλά ανοίγομαι σε όλους. Δεν κλείνομαι σε μια ταυτότητα που μου λέει ότι το παν δεν είναι ο εαυτός μου, αλλά ο εαυτός μου που προσφέρεται.  Κοιτάζω από ψηλά σημαίνει είμαι έτοιμος να τρέξω για να μοιραστώ αυτό ή Αυτόν που μου δίνει νόημα. Σημαίνει ότι δεν νικιέμαι από την μικρότητα ενός ήθους το οποίο χωρίζει, αλλά προχωρώ στον τρόπο που ενώνει. Με γενναιοδωρία και αρχοντιά. Με ετοιμότητα για συγχώρεση. Διότι Αυτός είναι ο Θεός στον οποίο πιστεύουμε. Ο ίλεως. Ο συγχωρητικός. Ο πρόθυμος. Ο υπομονετικός. Και μαζί Του κι εγώ.
Κοιτώ από ψηλά σημαίνει ότι βλέπω τα σημαντικά και όχι τα ασήμαντα. Ακόμη κι ό,τι μας πληγώνει, καταλαβαίνουμε ότι πορεύεται στο πρόσκαιρο και αυτό θα το καταπιεί. Η μοναδικότητα όμως του προσώπου μας μένει. Η αξία της αγάπης μένει. Η απόφαση να παλέψουμε εναντίον του κακού μάς κάνει να αλλάζουμε και μαζί μας να αλλάζουν κι άλλοι.
Και το σημαντικότερο όλων είναι η συντροφιά του Χριστού στην ζωή μας. Ψηλά είναι Εκείνος. Και κοιτώντας από ψηλά, κοιτάμε μαζί Του.
Και Εκείνος, και όταν ζαλιζόμαστε από τις λύπες, τους πειρασμούς, κάποτε και τον κακό και φοβικό εαυτό μας,  γίνεται το στήριγμα και μας συγκρατεί από την πτώση.

Ας δοκιμάσουμε στην καθημερινότητα, στις σχέσεις μας με τους άλλους, στις όποιες έγνοιές μας να κοιτάξουμε ταπεινά από ψηλά. Για να ανεβούμε!

Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 27 Μαΐου 2020

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

27 Μαϊ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 

 



Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε σε ένα χωριό της λεγομένης Μικράς Ρωσσίας, περί το 1690 μ.Χ., από γονείς ευλαβείς και ενάρετους. Όταν έφθασε σε νόμιμη ηλικία στρατεύθηκε, ενώ βασίλευε στη Ρωσία ο Μέγας Πέτρος. Έλαβε μέρος στον πόλεμο που έκανε εκείνος ο τολμηρός τσάρος εναντίον των Τούρκων κατά το 1711 μ.Χ., και συνελήφθη αιχμάλωτος από τους Τατάρους. Οι Τάταροι τον πούλησαν σε έναν Οθωμανό αξιωματικό Ίππαρχο, που καταγόταν από το Προκόπιον της Μικράς Ασίας, το οποίο βρίσκεται πλησίον στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο αγάς τον πήρε μαζί του στο χωριό του.
Πολλοί από τους αιχμαλώτους συμπατριώτες του, αρνήθηκαν την πίστη του Χριστού και έγιναν Μουσουλμάνοι, είτε γιατί κάμφθηκαν από τις απειλές, είτε γιατί δελεάστηκαν από τις υποσχέσεις και τις προσφορές υλικών αγαθών.
Ο Ιωάννης, όμως, ήταν από μικρός αναθρεμμένος με παιδεία και νουθεσία Κυρίου και αγαπούσε πολύ τον Θεό και την πίστη των πατέρων του. Ήταν από εκείνους τους νέους, όπου τους σοφίζει η γνώση του Θεού, όπως κήρυξε ο σοφός Σολομών, λέγοντας:«Ο δίκαιος είναι γνωστικός και στη νεότητά του. Διότι τιμημένο γήρας δεν είναι το πολυχρόνιο, ούτε μετριέται με τον αριθμό των ετών. Η φρονιμάδα πιο νέους ανθρώπους είναι σεβάσμια ωσάν να είναι φέροντες και ο καθαρός βίος τους κάνει ωσάν να είναι γέροντες πολύμαθοι».
Έτσι, λοιπόν, και ο μακάριος Ιωάννης, έχοντας την σοφία την οποία δίδει ο Θεός σε εκείνους που τον αγαπούν, έκανε υπομονή στη δουλεία και στην κακομεταχείρηση του αφέντη του και στις ύβρεις και τα πειράγματα των Οθωμανών, οι οποίοι τον φώναζαν «κιαφίρη», δηλαδή άπιστο, φανερώνοντάς του την περιφρόνηση και την απέχθειά τους. Στον αφέντη του και σε όσους τον παρακινούσαν να αρνηθεί την πίστη του, αποκρινόταν με σθεναρή γνώμη ότι προτιμούσε να πεθάνει, παρά να πέσει σε τέτοια φοβερή αμαρτία. Στον αγά είπε: «Εάν με αφήσεις ελεύθερο στην πίστη μου, θα είμαι πολύ πρόθυμος στις διαταγές σου. Αν με βιάσεις να αλλαξοπιστήσω, γνώριζε ότι σού παραδίδω την κεφαλή μου, παρά την πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα αποθάνω».

Ο Θεός, βλέποντας την πίστη του και ακούγοντας την ομολογία του, μαλάκωσε την σκληρή καρδιά του αγά και με τον καιρό τον συμπάθησε. Σε αυτό συνήργησε και η μεγάλη ταπείνωση όπου στόλιζε τον Ιωάννη, καθώς και η πραότητά του.
Έμεινε, λοιπόν, ήσυχος ο μακάριος Ιωάννης από τις υποσχέσεις και απειλές του Οθωμανού κυρίου του, ο οποίος τον είχε διορισμένο στον σταύλο του, για να φροντίζει τα ζώα του. Σε μία γωνιά του σταύλου ξάπλωνε το κουρασμένο σώμα του και αναπαυόταν, ευχαριστώντας τον Θεό, διότι αξιώθηκε να έχει ως κλίνη τη φάτνη στην οποία ανεκλίθη κατά την γέννησή Του ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Ήταν δε αφοσιωμένος στο έργο του, περιποιούμενος με στοργή τα ζώα του κυρίου του, τα οποία αισθάνονταν τόση την προς αυτά αγάπη του Αγίου, ώστε να τον ζητούν όταν απουσίαζε, να τον προσβλέπουν με αγάπη και να χρεμετίζουν με χαρά όταν τα χάιδευε, ωσάν να συνομιλούσαν μαζί του.
Με τον καιρό ο αγάς τον αγάπησε, καθώς και η σύζυγός του, και του έδωσαν για κατοικία ένα μικρό κελλί κοντά στον αχυρώνα. Όμως ο Ιωάννης δεν δέχθηκε και εξακολούθησε να κοιμάται στον σταύλο, για να καταπονεί το σώμα του με την κακοπέραση και με την άσκηση, μέσα στη δυσοσμία των ζώων και στα ποδοβολητά τους. Κάθε νύχτα ο σταύλος γέμιζε από τις προσευχές του Αγίου και η κακοσμία γινόταν οσμή ευωδίας πνευματικής. Ο μακάριος Ιωάννης είχε εκείνο τον σταύλο ως ασκητήριο, και εκεί πορευόταν σύμφωνα με τους κανόνες των Αγίων Πατέρων, επί ώρες γονυπετής και προσευχόμενος, κοιμώμενος για λίγο επάνω στα άχυρα, χωρίς άλλο σκέπασμα παρά μία παλαιά κάπα, γευόμενος με διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί και νερό, και νηστεύοντας τις περισσότερες ημέρες. Συνέχεια έψαλλε τους λόγους του ιερού ψαλμωδού: «
Ὁ κατοικῶν ἐν βοηθείᾳ τοῦ Ὑψίστου, ἐν σκέπῃ τοῦ Θεοῦ τοῦ οὐρανοῦ αὐλισθήσεται. Ἐρεῖ τῷ Κυρίῳ· ἀντιλήπτωρ μου εἶ καὶ καταφυγή μου, ὁ Θεός μου καὶ ἐλπιῶ ἐπ’ Αὐτόν. Ὅτι Αὐτὸς ρύσεταί με ἐκ παγίδος θηρευτοῦ καὶ ἀπὸ λόγου ταραχώδους. Ἔθεντο με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. Ἐγὼ δὲ πρὸς τὸν Κύριον ἐκέκραξα ἐν τῷ θλίβεσθαί με καὶ εἰσήκουσέ μου. Κύριος φυλάξει τὴν εἴσοδόν μου καὶ τὴν ἔξοδόν μου ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος. Πρὸς σὲ ἦρα τοὺς ὀφθαλμούς μου Κύριε, τὸν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδοὺ ὡς ὀφθαλμοὶ δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν, οὕτως οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν πρὸς Κύριον τὸν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτιρῆσαι ἡμᾶς». Ψαλμούς σιγόψαλλε και κατά την ώρα που ακολουθούσε πίσω από το άλογο του αφέντη του.

Με την ευλογία την οποία έφερε ο Άγιος στον οίκο του Τούρκου Ιππάρχου, αυτός πλούτισε και έγινε ένας από τους ισχυρούς του Προκοπίου.Ο Άγιος ιπποκόμος του, εκτός της προσευχής και της νηστείας, που έκανε ως άλλος Ιώβ, πήγαινε την νύχτα και έκανε όρθιος αγρυπνίες στον νάρθηκα της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου, η οποία ήταν κτισμένη μέσα σε έναν βράχο και βρισκόταν κοντά στον οίκο του Τούρκου κυρίου του. Εκεί πήγαινε κρυφά την νύχτα, κοινωνούσε δε κάθε Σάββατο τα Άχραντα Μυστήρια. Και ο Κύριος, «ὁ ἐτάζων καρδίας καὶ νεφρούς», επέβλεψε επί τον δούλο του τον πιστό Ιωάννη και έκανε, ώστε να πάψουν να τον περιπαίζουν και να τον υβρίζουν οι σύνδουλοί του και οι άλλοι αλλόθρησκοι.

Αφού, ο αφέντης του Ιωάννη πλούτισε, αποφάσισε να υπάγει για προσκύνημα στη Μέκκα, την ιερά πόλη των Μωαμεθανών. Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες από την αναχώρησή του, η σύζυγός του παρέθεσε τράπεζα και προσκάλεσε τους συγγενείς και τους φίλους του ανδρός της, για να ευφρανθούν και να ευχηθούν να επιστρέψει υγιής στον οίκο του από την αποδημία.
Ο μακάριος Ιωάννης διακονούσε στην τράπεζα. Παρέθεσαν δε σε αυτή και ένα φαγητό, το οποίο άρεσε πολύ στον αγά, το λεγόμενο πιλάφι, το οποίο συνηθίζουν πολύ στην Ανατολή. Τότε η οικοδέσποινα θυμήθηκε τον σύζυγό της και είπε στον Ιωάννη: «Πόση ευχαρίστηση θα ελάμβανε, Γιουβάν, ο αφέντης σου, αν ήταν εδώ και έτρωγε μαζί μας από τούτο το πιλάφι!».
Ο Ιωάννης τότε ζήτησε από την κυρία του ένα πιάτο γεμάτο πιλάφι και είπε ότι θα το έστελνε στον αφέντη του στη Μέκκα. Στο άκουσμα των λόγων του γέλασαν οι προσκεκλημένοι. Αλλά η οικοδέσποινα είπε στην μαγείρισσα να δώσει το πινάκιο με το φαγητό στον Ιωάννη, σκεπτόμενη ή ότι ήθελε να το φάει ο ίδιος μόνος του ή να το πάει σε καμμιά φτωχή χριστιανική οικογένεια, όπως συνήθιζε να κάνει, δίδοντας το φαγητό του.

Ο Άγιος το πήρε και πήγε στον σταύλο. Εκεί γονυπέτησε και έκανε προσευχή εκ βάθους καρδίας παρακαλώντας τον Θεό να αποστείλει το φαγητό στον αφέντη του με όποιον τρόπο οικονομούσε Εκείνος με την παντοδυναμία Του. Με την απλότητα που είχε στην καρδιά του ο Ιωάννης πίστεψε ότι ο Κύριος θα εισακούσει την προσευχή του και το φαγητό θα πήγαινε θαυματουργικά στη Μέκκα. Πίστευε, «μηδὲν διακρινόμενος» κατά τον λόγο του Κυρίου, χωρίς να έχει κανέναν δισταγμό ότι αυτό που ζήτησε θα γινόταν.
Και, όπως λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, «τὰ ὑπερφυῆ ταῦτα σημεῖα συμβαίνουσι τοῖς ἁπλουστέροις τῇ διανοίᾳ καὶ θερμοτέροις τῇ ἐλπίδι», ότι, δηλαδή, αυτά τα υπερφυσικά θαύματα συμβαίνουν σε εκείνους που έχουν απλούστερη διάνοια και είναι θερμότεροι στην ελπίδα την οποία έχουν προς τον Θεό. Πράγματι! το πιάτο με το φαγητό χάθηκε από τα μάτια του Οσίου.

Ο μακάριος Ιωάννης επέστρεψε στην τράπεζα και είπε στην οικοδέσποινα ότι έστειλε το φαγητό στη Μέκκα. Ακούγοντας οι προσκεκλημένοι τον λόγο αυτό γέλασαν και είπαν ότι το έφαγε ο Ιωάννης. Αλλά ύστερα από λίγες ημέρες γύρισε από την Μέκκα ο κύριός του και έφερε μαζί του το χάλκινο πιάτο, προς μεγάλη έκπληξη των οικίων του. Μόνο ο μακάριος Ιωάννης δεν εξεπλάγη. Έλεγε, λοιπόν, ο αγάς στους οικίους του: «Την δείνα ημέρα (και ήταν η ημέρα του συμποσίου, κατά την οποία είπε ο Ιωάννης ότι έστειλε το φαγητό στον αφέντη του), την ώρα κατά την οποία επέστρεψα από το μεγάλο τζαμί στον τόπο όπου κατοικούσα, βρήκα επάνω στο τραπέζι, σε έναν οντά (δωμάτιο) όπου τον είχα κλειδωμένο, τούτο το σαχάνι (πιάτο) γεμάτο πιλάφι. Στάθηκα με απορία, σκεπτόμενος, ποίος άραγε είχε φέρει εκείνο το φαγητό και προ πάντων δεν μπορούσα να εννοήσω με τί τρόπο είχε ανοίξει την πόρτα, την οποία είχα κλείσει καλά.
Μη γνωρίζοντας πως να εξηγήσω αυτό το παράδοξο πράγμα, περιεργαζόμουν το πιάτο μέσα στο οποίο άχνιζε το πιλάφι και είδα με απορία ότι ήταν χαραγμένο το όνομά μου επάνω στο χάλκωμα, όπως σε όλα τα χάλκινα σκεύη της οικίας μας. Ωστόσο, με όλη την ταραχή όπου είχα από εκείνο το ανεξήγητο περιστατικό, κάθισα και έφαγα το πιλάφι με μεγάλη όρεξη, και ιδού το πιάτο που το έφερα μαζί μου, και είναι αληθινά το δικό μας».
Ακούγοντας αυτή τη διήγηση οι οικείοι του Ιππάρχου εξέστησαν και απόρησαν, η δε σύζυγός του, του εξιστόρησε πως ζήτησε ο Ιωάννης το πιάτο με το φαγητό και είπε ότι το έστειλε στη Μέκκα, και ότι, ακούγοντάς τον να λέγει ότι το έστειλε, γέλασαν.Αυτό το θαύμα μαθεύτηκε σε όλο το χωριό και στην γύρω περιοχή και όλοι θεωρούσαν πλέον τον Ιωάννη ως άνθρωπο δίκαιο και αγαπητό στον Θεό, τον έβλεπαν με φόβο και σεβασμό, και δεν τολμούσε κανείς να τον ενοχλήσει.
Ο κύριός του καθώς και η σύζυγός του, τον περιποιούνταν περισσότερο και τον παρακαλούσαν πάλι να φύγει από τον σταύλο και να κατοικήσει σε ένα οίκημα, το οποίο ήταν κοντά στον σταύλο, όμως εκείνος δεν ήθελε να αλλάξει κατοικία.

Περνούσε, λοιπόν, τον υπόλοιπο βίο του με τον ίδιο τρόπο, ως ασκητής, εργαζόμενος όπως πριν στην περιποίηση των ζώων και κάνοντας με προθυμία τα θελήματα του αγά.
Αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, κατά τα οποία έζησε ο μακάριος Ιωάννης με νηστεία, προσευχή και χαμευνία, πλησιάζοντας στο τέλος της ζωής του, ασθένησε και ήταν ξαπλωμένος πάνω στα άχυρα του σταύλου, τον οποίο είχε αγιάσει με τις δεήσεις του και με την κακοπάθεια του σώματός του για το όνομα και την αγάπη του Χριστού.
Προαισθανόμενος ο Όσιος το τέλος του, ζήτησε να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και γι' αυτό έστειλε και κάλεσε έναν ιερέα. Αλλά ο ιερεύς φοβήθηκε να μεταφέρει φανερά τα Άγια Μυστήρια στο σταύλο, εξαιτίας του φανατισμού των Τούρκων. Όμως σοφίστηκε, κατά Θεία φώτιση, και πήρε ένα μήλο, το έσκαψε, έβαλε μέσα την Θεία Κοινωνία και έτσι μετέβη στον σταύλο και κοινώνησε τον μακάριο Ιωάννη. Ο Ιωάννης, μόλις έλαβε το Άχραντο Σώμα και το Τίμιο Αίμα του Κυρίου, παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού, τον Οποίο τόσο αγάπησε. Ήταν το 1730 μ.Χ.
Το έτος 1733 μ.Χ., το ακέραιο και ευωδιάζον ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου μεταφέρθηκε, μετά την εκταφή του, αρχικά στην λατομημένη σε βράχο εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αργότερα στον νεόδμητο ναό του Αγίου Βασιλείου και τέλος στο ναό που ανεγέρθηκε προς τιμήν του. Τοποθετήθηκε σε λάρνακα στο δεξιό μέρος της Εκκλησίας. Εκεί κατέφθαναν αναρίθμητοι προσκυνητές και πάσχοντες από διάφορα νοσήματα που εύρισκαν την θεραπεία τους.
Όταν, κατά το 1832 μ.Χ., επί σουλτάνου Μαχμούτ του Β', επαναστάτησε εναντίον του ο αντιβασιλέας της Αιγύπτου Ιμπραχήμ πασάς, ο σουλτάνος έστειλε εναντίον του και τον Χαζνετάρ Ογλού Οσμάν πασά με 1.800 στρατιώτες. Ο Οσμάν πασάς, αφού πέρασε την Καισάρεια της Καππαδοκίας, έφθασε κοντά στο Προκόπιο, όπου σκεπτόταν να αναπαυθεί και να αναχωρήσει την άλλη ημέρα. Επειδή όμως οι περισσότεροι από τους Μουσουλμάνους του Προκοπίου, σαν γενίτσαροι που ήσαν, μισούσαν τον σουλτάνο, συμφώνησαν όλοι να μην δεχθούν τον Οσμάν πασά στο Προκόπι ούτε στα σύνορα.
Οι Χριστιανοί που ήσαν πιστοί στον σουλτάνο, προσπάθησαν να πείσουν τους συμπατριώτες τους να πειθαρχήσουν στον σουλτάνο και να δεχθούν τον στρατό που ερχόταν από εκείνον, λέγοντας μάλιστα σε αυτούς ότι μπορεί ο Οσμάν πασάς να αγανακτίσει και να καταστρέψει το χωριό. Εκείνοι όμως δεν άλλαζαν γνώμη. Τότε όλοι οι Χριστιανοί πήραν τα γυναικόπαιδα και έφυγαν στα γύρω χωριά και στις σπηλιές, για να μην πέσουν θύματα της ανόητης αντιδράσεως των γενιτσάρων. Πράγματι, την άλλη ημέρα, όταν ο Οσμάν πασάς εισήλθε στο Προκόπι, το λεηλάτησε και το κατέστρεψε.

Κάποιοι από τους στρατιώτες εισήλθαν και στον ναό του Αγίου Γεωργίου. Άρπαξαν τα ιερά σκεύη και άνοιξαν την λάρνακα του Οσίου ελπίζοντας να βρουν και εκεί χρυσαφικά και ασημικά. Δεν βρήκαν όμως τίποτε. Από το κακό τους, που βγήκαν γελασμένοι και για να κοροϊδέψουν την χριστιανική πίστη, αποφάσισαν να κάψουν το ιερό λείψανο. Το έβαλαν στο προαύλιο, μάζεψαν πολλά φρύγανα, έβαλαν φωτιά και έριξαν με ασέβεια το ιερό σκήνωμα μέσα στις φλόγες. Το ιερό λείψανο του Οσίου Ιωάννου όχι μόνο έμεινε άφλεκτο, αλλά και φάνηκε στους άπιστους ότι ζούσε, τους φοβέριζε και τους έδιωχνε από τον περίβολο της εκκλησίας.

Την επόμενη ημέρα γέροντες Χριστιανοί βρήκαν τα ασημικά, που είχαν αφήσει από τον τρόμο τους οι Τούρκοι στρατιώτες, πήραν με ευλάβεια το ιερό λείψανο και το τοποθέτησαν πάλι μέσα στη λάρνακα.
Η δεξιά του Αγίου Ιωάννου δόθηκε από τους κατοίκους του παλαιού Προκοπίου το 1881 μ.Χ., στον αντιπρόσωπο της Μονής Παντελεήμονος Αγίου Όρους Ιερομόναχο Διονύσιο, σε αντάλλαγμα για την μεγάλη βοήθεια της Μονής στην ανέγερση του Ναού του Οσίου πάνω στον τάφο του.
Το ιερό λείψανο μεταφέρθηκε στην Εύβοια τον Οκτώβριο του 1924 μ.Χ. μαζί με τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας από το πλοίο «Βασίλειος Δεστούνης». Και ενώ το πλοίο βρισκόταν στη Ρόδο δεν προχωρούσε, αλλά περιστρεφόταν μέσα στη θάλασσα και έμενε στον ίδιο τόπο.

Ο κυβερνήτης του πλοίου φοβήθηκε. Τότε ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος, που είχε πάρει μαζί του το ιερό λείψανο κρυφά, εξήγησε στον πλοίαρχο ότι μέσα στο πλοίο και μάλιστα στο αμπάρι ήταν το ιερό λείψανο του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου.
Αμέσως ο κυβερνήτης του πλοίου διέταξε την μεταφορά του ιερού σκηνώματος στο διαμέρισμα του πλοίου, το οποίο χρησιμοποιούταν ως ευκτήριος οίκος, όπου το εναπέθεσαν και άναψαν το καντήλι.


Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε

Ἐκ γῆς ὁ καλέσας σε πρὸς οὐρανίους μονάς, τηρεῖ καὶ μετὰ θάνατον ἀδιαλώβητον τὸ σκῆνός σου ὅσιε. Σὺ γὰρ ἐν τῇ Ἀσία ὡς αἰχμάλωτος ἤχθης, ἔνθα καὶ ὠκειώθης τῷ Χριστῷ Ἰωάννη. Αὐτὸν οὖν ἱκέτευε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

saint.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

26 Μαϊ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 Όσιος Σωφρόνιος του Έσσεξ: Αύριο είναι η τελευταία ημέρα κατά την οποία παύουμε να χαιρετούμε ο ένας τον άλλον με τα πιο λαμπρά λόγια: «Χριστός Ανέστη»!

_____________________________________



Χριστὸς ἀνέστη! Ἀληθῶς ἀνέστη!
Christ is risen! Truly He is risen!
Христос Воскресе! Воистину Воскресе!
ქრისტეაღსდგა! ჭეშმარიტადაღსდგა!

Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

Χριστός Ανέστη!

Αγαπητή, καλή μου Μαρία, ειρήνη σ’ εσένα από τον Κύριο. Αύριο είναι η τελευταία ημέρα, κατά την οποία - σύμφωνα με μία αρχαία παράδοση - παύουμε να χαιρετούμε ο ένας τον άλλον με τα πιο υπέροχα, τα πιο σοφά, τα πιο λαμπρά λόγια: «Χριστός Ανέστη»! Όταν μιλώ για «απόγνωση», δεν εννοώ κάποια σκυθρωπότητα, κάποια δυσφορία σαν από δυσπεψία, αϋπνία κ.λπ. Όχι. Η ουσία της απογνώσεως είναι η απώλεια της ελπίδας, της «προσδοκίας» να φθάσουμε την Θεία αιωνιότητα. Οι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουν αυτό.
Κυρίως οι άνθρωποι του «πολιτισμένου», «ουμανιστικού» αιώνα μας …
Να «σκοτώσει» όμως κάποιος εντελώς μέσα του την ικανότητα του ανθρωπίνου πνεύματος να προσλάβει την αιωνιότητα δεν είναι σε όλους κατορθωτό. Και εκείνοι που το κατόρθωσαν, ζουν όπως ζουν και τα ζώα. Εκείνοι όμως οι οποίοι δεν το κατόρθωσαν, ζουν σε καταστάσεις κρυφής εσωτερικής συγκρούσεως.
Έτσι η δύστυχη Αλεξάνδρα μας, πέρασε την ζωή της χωρίς να καταλαβαίνει τον ίδιο τον εαυτό της. Εγώ όμως δεν απελπίζομαι τελείως γι’ αυτήν, διότι ήταν άνθρωπος κατά βάθος τίμιος και στη συνάντηση με την νέα πραγματικότητα πιστεύω ότι θα επιλέξει την αληθινή και αιώνια. Τελώντας την Λειτουργία προσεύχομαι βεβαίως για όλο τον κόσμο και δεν αμφιβάλλω ότι, ωσότου προσφέρεται στον κόσμο αυτό η θυσία αυτή της αγάπης, ο κόσμος θα διατηρηθεί στην ύπαρξή του. Όταν όμως θα παύσει να προσφέρεται η θυσία αυτή, τότε αναπόφευκτα ο κόσμος θα κατακαεί στο πυρ του γενικού μίσους. Ναι, ακόμη και ως σήμερα δεν βλέπουμε στους αιώνες που πέρασαν τέτοια εποχή, κατά την οποία ο Χριστιανισμός έγινε σοβαρά δεκτός από τις ανθρώπινες μάζες. Μπορούμε ακριβέστερα να πούμε ότι η απουσία της αγάπης του Χριστού από τις ψυχές εκείνων που με την βία επάνω στους πιο αδύνατους άρπαξαν την εξουσία, οδήγησε στις φοβερές παραμορφώσεις όλης της ζωής της ανθρωπότητος, και εξαιτίας αυτού έγινε αδύνατη σε όλους η σαφής αίσθηση της παρουσίας του Θεού. 
Στην τύφλωση από το μίσος οι άνθρωποι χάνουν τελείως την αίσθηση αυτή, και τότε γι’ αυτούς «πεθαίνει ο Θεός». Για την επιβεβαίωση της σκέψεώς μου έστρεψα από πολλού ήδη την προσοχή μου στο ότι και τα τέσσαρα Ευαγγέλια αρχίζουν με αναφορά στην προφητεία του Ησαΐου:
«Ετοιμάσατε την οδόν Κυρίου … Πάσα φάραγξ (δηλαδή υποβάθμιση και άσκηση βίας επάνω στους ανθρώπους) πληρωθήσεται και παν όρος (δηλαδή βίαιη κυριαρχία επάνω στους αδεσφούς) ταπεινωθήσεται … και αι τραχείαι εις οδούς λείας, και (μόνο τότε) όψεται πάσα σαρξ το σωτήριον του Θεού».

Αν βρεις, να διαβάσεις τον υπέροχο εικοστό τέταρτο λόγο του Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου…
Ο Άγιος αυτός, σε συμφωνία με όλους εκείνους που προηγήθηκαν από αυτόν και με εκείνους που ήρθαν στον κόσμο μετά από αυτόν, λέει ότι
«ο Θεός για τη ζωή στον κόσμο αυτόν δημιούργησε πατέρα και υιό και όχι δούλο και μισθωτό… Η δουλεία προήλθε από την μεταξύ των ανθρώπων έχθρα, εξαιτίας της οποίας άρχισαν να πολεμούν ο ένας εναντίον του άλλου και ο ένας να υποδουλώνει τον άλλον. Και η εξαγορά των ανθρώπων εξαιτίας της φτώχειας και των ελλείψεων, που άρχισαν να κυριεύουν τους πιο αδυνάτους λόγω της απληστίας και της πλεονεξίας των ισχυροτέρων… Χωρίς βία και φτώχεια κανένας δεν θα γινόταν δούλος ή μισθωτός …».
Αυτός ο παραμορφωμένος από το μίσος των ανθρώπων κόσμος κρύβει από την όραση το Υπέροχο Πρόσωπο του Θεού. Ο Θεός δεν ενεργεί με βία· διαφυλάσσει με άγιον τρόπο την ελευθερία εκείνου ο οποίος δημιουργήθηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν» Του. Επιπλέον βλέπει με υπομονή και τις κακές ακόμη εκδηλώσεις της ελευθερίας του ανθρώπου. Και η υπομονή Του αυτή θα διατηρηθεί τόσο, ώστε να γίνει δυνατή η εμφάνιση του αντιχρίστου, που θα αποπειραθεί να παραμερίσει τον Αληθινό Θεό και ακολούθως να ανακηρύξει θεό τον εαυτό του.
Την οδό του αντιχρίστου θα συνοδεύσει αναπόφευκτα άσκηση παγκόσμιας βίας …
Πολλοί θα σκανδαλισθούν με αυτό. Θα εγερθεί σ’ αυτούς το ερώτημα: Πού είναι λοιπόν ο Θεός; Πού είναι η Πρόνοιά Του για κάθε κτίσμα; Ανάμεσα σ’ αυτούς που σκανδαλίστηκαν ήταν και η δική μας φτωχή Αλεξάνδρα. Δεν αντιλήφθηκε τις οδούς του Θεού και υπερασπιζόμενη το ανθρώπινο δίκαιο απέρριψε την δικαιοσύνη του Θεού. Τώρα όμως που βρέθηκε, σε συνθήκες που μπορεί να δει ότι ο Θεός είναι δυνατός και μετά θάνατον, ότι μπορεί νανα δώσει στον άνθρωπο το πλήρωμα της ζωής και της μακαριότητος, με απλότητα και χαρά θα προχωρήσει στη συνάντησή Του:
«Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην, ότι αυτοί χορτασθήσονται».

Πάλι και πολλές φορές ακόμη: Χριστός Ανέστη!

Με μεγάλη αγάπη, ο δικός σου Σωφρόνιος

iconandlight.wordpress.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

 

26 Μαϊ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 

 







Κάποτε ένας φωτισμένος Μοναχός έλεγε:

Προσέξτε, μην γκρινιάζετε. Η γκρίνια κουράζει αυτούς που ζουν κοντά σας και δυσαρεστεί τον Θεό. Αρχίζετε την ημέρα σας με προσευχή και με χαμόγελο! Θυμηθείτε ότι αυτό έκαναν οι παλαιότεροι. Στους καθρέπτες και στα προσόψιά τους γράφανε το «Καλημέρα» και το «Δόξα Σοι ο Θεός»! Ξέρανε να ζήσουνε!

Μήπως δεν είχανε και τότε βάσανα, αρρώστιες και φτώχεια; Και όμως, τα περνούσαν όλα με ψυχική λεβεντιά! Ήταν φτωχοί, αλλά αξιοπρεπείς, άρχοντες. Είχαν συνεχώς στο στόμα τους και στην καρδιά τους το «Έχει ο Θεός»…!
Γνώριζαν να προσεύχονται, να καρτερούν και να νικούν! Έλεγαν: «Και να θέλω δεν μπορώ να στενοχωρηθώ. Όταν στενοχωριόμαστε είναι σαν να λέμε στον Θεό: «Δεν συμφωνώ. Δεν τα κάνεις καλά». ...Ύστερα είναι και αχαριστία …

agios-dimitrios.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης