21 Αυγ. 2022

Ουράνια μαρτυρία για Ορθοδόξους και ετεροδόξους

| Ιστολόγιο |


 

 

 




Για τον αββά Ιουλιανό, που ήταν τυφλός αλλά ζηλωτής της Ορθοδοξίας, έλεγε (ο αββάς Αντώνιος, ηγούμενος των Ελιωτών) ότι, επειδή ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Μακάριος ήταν αιρετικός μονοθελητής, δεν ήθελε να έλθει σε κοινωνία μαζί του και ειδοποίησε τον άγιο Συμεών τον θαυμαστωρίτη λέγοντας:
«Να, είμαι τυφλός και δεν ξέρω που να πάω. Να κοινωνήσω από τα χέρια του πατριάρχη δεν αναπαύομαι. Φανέρωσέ μου, λοιπόν, τι να κάνω». Ο ιερός Συμεών του αποκρίθηκε τα εξής: «Μην αναχωρήσεις σε άλλον τόπο ούτε να χωριστείς από την καθολική Εκκλησία, και σου λέω ότι με την χάρη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δεν θα πάθεις τίποτε κακό ούτε θα βλαφτείς. Γνώριζε και αυτό, ότι, όταν έλθει ο πατριάρχης στο μοναστήρι και λειτουργήσει, έχετε εκεί έναν μέγα γέροντα τον Πατρίκιο, που θα στέκεται έξω από το ιερατείο, κοντά στον τοίχο των διακόνων της εκκλησίας και την ώρα της εκτελεστικής ευχής της θείας αναφοράς να λέει και αυτός την ευχή μυστικά. Εκείνου η αναφορά θα υπολογίζεται και όχι του κακόδοξου πατριάρχη Μακαρίου, εξαιτίας της αναξιότητάς του».

Μας διηγήθηκε ο αββάς Αθανάσιος ότι κάποια μέρα του ήλθε ο εξής λογισμός: «Τί καλό άραγε πρόκειται να γίνει σε όσους αγωνίζονται;». Ήλθε τότε σε έκσταση και είδε κάποιον άνδρα να του λέει: «Ακολούθησέ με» και ο οποίος τον έφερε σε κάποιον τόπο γεμάτο φως. Εκεί έφτασαν σε μία πύλη μπροστά, της οποίας το είδος και η ωραιότητα ήταν απερίγραπτα, και όπου άκουγε τερπνότατη μελωδία σαν να έψελνε από μέσα ένα πλήθος και να υμνεί τον Κύριο. Μόλις ο οδηγός κτύπησε την πόρτα, αποκρίθηκε κάποιος από μέσα λέγοντας: «Τί θέλετε;» και ο οδηγός απάντησε: «Θέλουμε να μπούμε». «Δεν μπαίνει εδώ, ξανακούστηκε η φωνή, κανείς που ζει με αμέλεια, αλλά αν θέλει να εισέλθει αυτός που φέρεις μαζί σου, ας πάει να αγωνιστεί, χωρίς να συλλογίζεται τίποτε μάταιο αυτού του κόσμου». Ήταν δε ο οδηγός εκείνος, ο φύλακας της ψυχής του, ο άγγελος.
Αυτό το γεγονός συνέβη, για να αποκτήσει ζήλο και να αγωνιστεί.

Όρος μεγάλο και ψηλό βρίσκεται γύρω από την Νεκρά Θάλασσα, στο οποίο κατοικούσαν από παλιά ασκητές, έχοντας μακριά τους κήπο, εξαιτίας του νερού το οποίο βρισκόταν εκεί και όπου καθόταν ένας υπηρέτης, φροντίζοντας τα λαχανικά. Επιπλέον, είχαν και ένα γάϊδαρο για την υπηρεσία τους, τον οποίο, όταν ήθελαν να τον φορτώσουν για να μαγειρέψουν λαχανικά, του έλεγαν να πάει στον υπηρέτη και να τους τα φέρει. Ο γάϊδαρος πήγαινε και στεκόταν μπροστά στην πόρτα του κήπου και την χτυπούσε με το κεφάλι του. Αμέσως ο κηπουρός φόρτωνε τα λαχανικά και τον άφηνε, και αυτός ερχόταν μόνος του στους πατέρες. Έτσι υπηρετούσε, πηγαίνοντας και επιστρέφοντας.
Οι πατέρες της μονής Σουβηδών διηγούνταν ότι, όταν ο ηγούμενος είχε ανάγκη να στείλει κάποιον αδελφό σε υπηρεσία κάποιου άλλου αδελφού, από αυτούς που κατοικούσαν μακριά, και δεν εγνώριζαν τον δρόμο οι αδελφοί, έστελναν για οδηγό έναν σκύλο, ο οποίος πήγαινε τον αδελφό μέχρι την πόρτα του μοναστηριού, στο οποίο στελνόταν και έπειτα επέστρεφε πάλι.

Ένας άγιος γέροντας που έμενε στα μονύδρια, με την απλότητα που είχε, κοινωνούσε όπου και αν εύρισκε, είτε λειτουργούσε Ορθόδοξος ιερέας, είτε κακόδοξος (καθώς τότε οι μονοθελητές ήταν αναμεμιγμένοι με τους Ορθοδόξους). Όταν πλησίασε ο καιρός της αποδημίας του, του παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου και του λέει: «Το τέλος σου έφτασε˙ με ποιούς θέλεις να σε ενταφιάσουμε, με τους άλλους μοναχούς ή όπως τους Ιεροσολυμίτες;». Ο γέροντας απάντησε πως δεν ήξερε. Του λέει πάλι ο άγγελος: «Σκέψου και μετά από τρεις ημέρες έρχομαι και μου λες». Ο γέροντας συλλογιζόμενος πήγε σε άλλον γέροντα Ορθόδοξο και του φανέρωσε τα λόγια του αγγέλου, ο οποίος μόλις άκουσε, έμεινε άφωνος και του λέει: «Πες μου, γέροντα, πού μεταλαμβάνεις τα άχραντα μυστήρια. Και ο γέροντας του απαντά: «Όπου και αν βρω». «Πρόσεχε άλλη φορά, είπε ο έτερος γέροντας, από άλλους να μην κοινωνήσεις παρά μόνο από Ορθοδόξους, οι οποίοι δέχονται τις τέσσερις Οικουμενικές Συνόδους» (οι μονοφυσίτες απορρίπτουν την Δ’ Σύνοδο).
Επέστρεψε, λοιπόν, ο γέροντας στο κελλί του, όπου την τρίτη ημέρα ήλθε πάλι ο άγγελος και του λέει:
«Τί έγινε, γέροντα, σκέφτηκες με ποιούς θα ταχθείς;». Και ο γέροντας απάντησε:
«Θέλω να ενταφιασθώ όπως οι Ιεροσολυμίτες». «Καλώς, καλώς» αποκρίθηκε ο άγγελος και αμέσως παρέδωσε την ψυχή του.
Αυτό έγινε, για να μην χάσει τους κόπους του ο γέροντας και κατακριθεί με τους μονοφυσίτες.

Διηγήθηκε κάποιος όσιος γέροντας ότι μία Συγκλητική, σύζυγος συμβουλάτορα του κράτους, αρχόντισσα, ήλθε για να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους. Και αφού προσκύνησε, κατέβηκε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης και παρακάλεσε τον επίσκοπο να ησυχάσει εκεί, αφού της δώσει μία παρθένα κόρη, για να της διδάξει τον φόβο του Θεού. Επέλεξε, λοιπόν, ο επίσκοπος μία ευλαβέστατη μοναχή, ενάρετη και ταπεινή και την παρέδωσε στην συγκλητική. Μετά από καιρό ήλθε προς αυτήν και την ρώτησε πως της φαινόταν η μοναχή που της έστειλε. Αυτή αποκρίθηκε: «Καλή είναι, βέβαια, αλλά εγώ δεν ωφελούμαι, διότι με αφήνει να κάνω τα θελήματά μου, ενώ εγώ χρειάζομαι να με επιπλήττει». Τότε ο επίσκοπος της έδωσε μία σκληρή, η οποία της έλεγε:
«Συ, μικρή και ανόητη, να υπερηφανεύεσαι ως πλούσια και κενόδοξη» και άλλα παρόμοια, επιπλήττοντας αυτήν. Μετά από αυτά την ρώτησε ο αρχιερέας πως ήταν η μοναχή και εκείνη αποκρίθηκε: «Πράγματι, αυτή ωφελεί την ψυχή μου» και έτσι διέπρεψε στην υπομονή και στην πραότητα η θαυμάσια Συγκλητική.

Από το βιβλίο: Λειμωνάριον το παλαιόν – Ιωάννου Μόσχου

orp.gr/wordpress

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης