22 Ιουν. 2022

Η δύναμη της προσευχής!

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Κάποτε, πριν αρκετά χρόνια, ήταν μια οικογένεια μεροκαματιάρηδων ανθρώπων, απέκτησαν και ένα αγοράκι που το υπεραγαπούσαν. Δυστυχώς, όμως, η μάνα αρρώστησε βαριά και πέθανε.
Ο πατέρας έγινε και μάνα και πατέρας, κόπιασε πολύ να το μεγαλώσει, ήταν βλέπετε και αρκετά ζωηρό, ήλπιζε ότι μεγαλώνοντας θα «στρώσει». Όμως, αντιθέτως, γινόταν χειρότερος! Το νουθετούσε, το παρακαλούσε, του έλεγε να αλλάξει τρόπο ζωής, να μην ξενυχτά, να μην μεθάει και ότι αυτή η ζωή που κάνει δεν οδηγεί στην ευτυχία…
Πολλές φορές έκλαιγε μπροστά του σαν μικρό παιδί! Μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα, που και πάλι ήρθε ξημερώματα και του έκανε παρατήρηση… ο γιος τον έσπρωξε βίαια, ο πατέρας έπεσε πάνω σε κάτι παλιοέπιπλα και κατέληξε στο πάτωμα. Ενώ ο γιος έκλεισε με βία την πόρτα και ποτέ δεν ξαναγύρισε!
Πέρασαν τα χρόνια… Το παλληκάρι έγινε μεγάλος άνδρας και βρίσκεται στην Γερμανία, δεν άλλαξε τρόπο σκέψης και ζωής, δεν έκανε οικογένεια και η κούραση από την άσωτη ζωή ήταν αποτυπωμένη στο πρόσωπό του. Ένα βράδυ βλέπει στον ύπνο του θάλασσα, ένα κακοτράχαλο και πανύψηλο βουνό και ένα στενό μονοπάτι που εκεί ψηλά οδηγούσε σε μια καλύβα πέτρινη, παράξενη καλύβα … διέκρινε στην άκρη σαν να είχε και μικρό τρούλο, άνοιξε την πόρτα της καλύβας και βλέπει να τον κοιτάει ένας γέροντας μοναχός, μονόφθαλμος, κρατώντας ένα κομποσχοίνι στο αριστερό του χέρι!
Τρόμαξε, πετάχτηκε από το κρεβάτι καταϊδρωμένος. Όνειρο ήταν;;; Έμοιαζε αληθινό! Από που ως που καλύβα με εκκλησάκι και μοναχό; Τί είναι αυτά;

Εγώ έχω να πάω σε εκκλησία από τότε που ήμουν μικρό παιδάκι και με πήγαινε ο πατέρας, σκέφτηκε και ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Βγήκε το βράδυ έξω μα δεν είχε όρεξη για τίποτα! Κάτι είχε συμβεί μέσα του. Το μυαλό του στιφογύριζε στο όνειρο! Ξάπλωσε, αποκοιμήθηκε και να πάλι το ίδιο ακριβώς όνειρο! Και την επόμενη ημέρα πάλι το ίδιο! Δεν είναι καθόλου τυχαίο σκέφτηκε, πού να ‘ναι αυτό το μέρος άραγε; Το συζήτησε με κάτι γνωστούς φίλους Έλληνες και κάποιος του είπε ότι η περιγραφή μοιάζει με ένα μέρος που λέγεται Άγιον Όρος. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, ετοιμάζει κάποια πράγματα και την επόμενη ημέρα φεύγει για Ελλάδα!
Στη Θεσσαλονίκη, ρώτησε πως θα πάει στο Άγιον Όρος το Άγιο και του είπαν από Ουρανούπολη, από εκεί μπαίνει στο πρωινό καραβάκι και ξεκινά χωρίς να ξέρει τον ακριβή προορισμό του. Όταν τον ρώτησαν που θα κατέβει, πλήρωσε εισιτήριο μέχρι το τέρμα και δεν μίλησε. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα στις πλαγιές της οροσειράς του Άθωνα, μήπως και του θυμίσει κάτι απ’ το όνειρο… Πέρασαν ώρες πολλές, τίποτα… Οι λιγοστοί επιβάτες σχεδόν όλοι κατέβηκαν. Πέρασαν την «Αγία Άννα» και κατευθύνθηκαν για τα «φρικτά Καρούλια» όπως τα λένε.
Όταν πλησίαζαν, ένα ρίγος διαπέρασε όλο του το κορμί! Ναι, αυτό είναι, αναπήδησε, μοιάζει πολύ! Και πριν καλά καλά προλάβει να δέσει το καραβάκι, πήδηξε κάτω, ήταν πια σίγουρος. Ξεκίνησε την κατακόρυφη ανάβαση. Όσο προχωρούσε και άφηνε πίσω του τα κελλάκια και τις καλύβες, τόσο κάτι τον διαβεβαίωνε ότι θα βρει και την καλύβα με τον παράξενο Γέροντα. Πέρασαν ώρες κουραστικής πεζοπορίας, όταν σε κάποια στιγμή από μακριά αντίκρισε την καλύβα. Του έφυγε όλη η κούραση. Έτρεξε για να φτάσει όσο γίνεται πιο γρήγορα. Ήταν ήδη απόγευμα, ένα ανοιξιάτικο απόγευμα… περίοδος Μεγάλης Τεσσαρακοστής…

Όταν έφτασε στην πόρτα, μια γαλάζια πόρτα με έναν σταυρό επάνω της, τα συναισθήματά του ήταν ανάμικτα… έκανε τον σταυρό του για πρώτη φορά μετά από τριάντα χρόνια…ήταν ήδη σαράντα πέντε… ασπάστηκε τον Τίμιο Σταυρό και χτύπησε την πόρτα. Μια ήρεμη και απαλή φωνή από μέσα, του είπε «έρχομαι Νίκολαε παιδί μου»! Άνοιξε η πόρτα και αντίκρισε το γεροντάκι του ονείρου με το ένα μάτι τυφλό και το κομποσχοίνι στο αριστερό χέρι!
- Ποιός είσαι γέροντα; Και πώς ξέρεις το όνομά μου; Και πώς μπήκες στα όνειρά μου και στη ζωή μου;
Δάκρυα ξεπήδησαν από τα μάτια του γέροντα και χάθηκαν στην άσπρη μακριά γενειάδα του.
- Δεν με γνώρισες, παιδί μου, Νίκο μου; Εγώ είμαι ο πατέρας σου!
Ο Νίκος έπεσε πρώτα στα πόδια του πατέρα του με λυγμούς και κλάματα και έπειτα σηκώθηκε και σφιχτά αγκάλιασε τον γεροπατέρα του.
- Πες μου, πατέρα μου, πώς έγιναν όλα αυτά τα θαυμάσια πράγματα; Το μάτι σου τί έπαθε, πατέρα; …
- Άκου, παιδί μου, εκείνο το βράδυ που με έσπρωξες και έπεσα, χτύπησα στη γωνία του τραπεζιού το μάτι μου και έχασα το φώς μου. Σε περίμενα να γυρίσεις, δεν φαινόσουν πουθενά. Μετά από έναν χρόνο αποφάσισα με την βοήθεια του Θεού να μονάσω. Πήγα πρώτα σε κάποιο μοναστήρι και έπειτα ήρθα να ασκητεύσω εδώ. Πάντα σε είχα στην προσευχή μου, είχα βάλει κανόνα στον εαυτό μου να κάνω κάθε μέρα πολλά κομποσχοίνια με την ευχή του Χριστού και της Παναγίας μας. Και δεν αμέλησα ούτε μια μέρα σ’ αυτό! Αυτή σε έφερε εδώ, παιδί μου, η ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον τον δούλο σου Νικόλαο». «Υπεραγία Θεοτόκε σώσον τον δούλο σου Νικόλαο».
Αφού πέρασαν κάποιες ημέρες, ο Νικόλαος εξέφρασε την επιθυμία του να μείνει εκεί, να εξομολογηθεί, να γίνει και αυτός μοναχός και να γηροκομήσει τον γέροντα και πνευματικό του πατέρα, τον πατέρα του! Όπως και έγινε!
Αυτή είναι η δύναμη της προσευχής, αδελφοί μου, που δια της πίστεως… μετακινεί και όρη!

melissoules.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης