26 Μαϊ. 2022

Ο παπάς της Σπιναλόγκα

| Ιστολόγιο |


 

 

 


Αγνώστου συγγραφέως

 

Αφήγηση

 

Ἤμουνα λεπρός. Ἔζησα στὴ Σπιναλόγκα πολλὰ χρόνια. Ἡ κατάστασή μας ἦταν φρικτή.
Ἡ ἀρρώστια παραμόρφωνε τὰ πρόσωπά μας, ἔτρωγε τὰ ἄκρα μας. Πολλοὶ λεπροὶ ἦταν χωρὶς φρύδια, χωρὶς μάτια, χωρὶς μύτη, χωρὶς χείλη, χωρὶς δάκτυλα χεριῶν καὶ ποδιῶν. Πολλῶν τὸ σῶμα σκεπαζόταν ἀπὸ μία φρικτὴ κροῦστα. Οἱ πληγὲς ξερνοῦσαν πολλὲς φορὲς ἀκαθαρσίες καὶ ἔτσι κολλοῦσε τὸ σῶμα μὲ τὰ ροῦχα. Καὶ εἶχαν οἱ πληγὲς μία τρομερὴ βρῶμα ἀπὸ πύον! Ἡ ἰατρικὴ περίθαλψη ἦταν ἀσήμαντη. Ὑπῆρχε στὸ νησὶ ἕνας γιατρὸς καὶ ἤμαστε οἱ ἄρρωστοι περίπου ἑξακόσιοι! Καὶ δὲν ἔφταναν αὐτά. Ζούσαμε οἱ περισσότεροι σὲ σπίτια μικρά, ὑγρὰ καὶ ἀνήλια.

Ὁ φόβος τῆς μόλυνσης ἔκανε ὅλους τοὺς ὑγιεῖς ἀνθρώπους νὰ μὴν τολμοῦν νὰ μᾶς πλησιάσουν. Ἦταν τοῦτο κάτι ἀνώτερο ἀπὸ τὶς δυνάμεις τους. Δὲν μποροῦσε ἡ ψυχὴ νὰ νικήσει τὴ σάρκα.
Ὁ γιατρός, οἱ νοσοκόμες, οἱ ἄλλοι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ γυναῖκες, ποὺ ἔπλυναν τὰ ροῦχα μας, ἄφηναν τὸ νησὶ τῆς φρίκης λίγο πρὶν τὴ δύση τοῦ ἡλίου καὶ πήγαιναν μὲ βενζινάκατο στὴν Πλάκα, ποὺ ἦταν δυτικὰ καὶ ἀπέναντι τῆς Σπιναλόγκας. Φεύγοντας ἔκλειναν τὴν πελώρια πύλη τοῦ βενετσιάνικου τείχους, ποὺ χώριζε τὴν ἀποβάθρα ἀπὸ τὸ χωριό μας. Καὶ μέναμε οἱ λεπροὶ ὁλομόναχοι. Συντροφιὰ μὲ τὴ μοῖρα μας!
Ἡ ἀπομάκρυνσή τους, βέβαια, ἀπὸ τὸ νησὶ ἦταν δικαιολογημένη. Ἔπρεπε νὰ ζήσουν μερικὲς ὧρες μακριὰ ἀπὸ τὸ
«νησὶ τῶν ζωντανῶν νεκρῶν», ὅπως ἀποκαλοῦσαν τὴ Σπιναλόγκα τότε δημοσιογράφοι τῶν ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων.
Τὶς δύσκολες ὧρες ὅλοι μας, ὅταν δὲν μποροῦμε νὰ σταθοῦμε ὄρθιοι μὲ τὰ μάτια καρφωμένα στὸν συνάνθρωπό μας, γονατιστοὶ στρέφομε τὰ μάτια μας πρὸς τὰ ἄνω.
Καὶ ἐμεῖς, βρισκόμενοι στὴν Σπιναλόγκα, στὸν Γολγοθὰ τοῦ ἀνθρώπινου πόνου, πηγαίναμε στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα καὶ στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ προσευχόμαστε σιωπηλά. Νοιώθαμε ὅλοι τὴν ἀνάγκη ἑνὸς ἱερέα. Ἐκεῖνος μόνο θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς παρηγορήσει μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, νὰ μᾶς συμπαρασταθεῖ πνευματικά. Ὅμως ἱερέας ἐρχόταν στὸ νησί μας ἀπὸ τὴν Ἐλοῦντα μόνο δυὸ φορὲς τὸ μῆνα. Ἐρχόταν Σαββατόβραδο, ἔκανε τὸν ἑσπερινὸ καὶ ἔφευγε. Ἐρχόταν πάλι τὴν ἑπόμενη μέρα, τελοῦσε τὴν Θεία Λειτουργία καὶ ἔφευγε. Ἐρχόταν καὶ ἄλλες φορές. Τότε ὅμως ἐρχόταν ἀπὸ ἀναπότρεπτη ἀνάγκη, γιὰ νὰ κηδέψει τοὺς νεκρούς μας!

Κάποια μέρα καθόμαστε μερικοὶ ἄντρες στὴν αὐλὴ τοῦ καφενείου μας, ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν πύλη. Τότε, πιὸ πέρα φάνηκε ἕνας ἱερέας. Καταλάβαμε ὅλοι μας ὅτι ἦρθε στὸ νησί, γιὰ νὰ λειτουργήσει. Μόλις μᾶς εἶδε, ἦρθε κοντά μας. Μᾶς καλημέρισε μὲ ἐγκαρδιότητα. Ὅλοι μας ὄρθιοι καὶ μὲ ἐλαφρὰ ὑπόκλιση τὸν καλωσορίσαμε. Κανένας μας, ὅμως, δὲν ἔτεινε τὸ χέρι του, γιὰ νὰ τὸν χαιρετήσει. Ὁ λεπρὸς δὲν πρέπει νὰ χαιρετᾶ μὲ χειραψία. Κι αὐτό, γιὰ νὰ μὴ μεταδώσει τὴν καταραμένη του ἀρρώστια. Τότε ἐκεῖνος μᾶς χαιρέτησε ὅλους μὲ χειραψία! Μᾶς εἶπε ἁπλὰ ὅτι θὰ μείνει κοντά μας, γιὰ νὰ μᾶς βοηθάει στὴν ἐκπλήρωση τῶν χριστιανικῶν μας καθηκόντων. Ἡ συγκίνησή μας ἦταν μεγάλη.
Τὴν ἄλλη μέρα πήγαμε στὴν ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα.
Παρακολουθήσαμε ὅλοι, ἄντρες, γυναῖκες καὶ παιδιά, μὲ κατάνυξη τὴν Θεία Λειτουργία, ποὺ τελοῦσε μὲ δωρικὴ ἁπλότητα καὶ ἀπροσμέτρητη εὐσέβεια. Τὴν Κυριακὴ αὐτὴ δὲν μεταλάβαμε. Δὲν εἴχαμε ἐνημερωθεῖ ἔγκαιρα γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ δὲν εἴχαμε νηστέψει. Στὸ τέλος τῆς Λειτουργίας, πήραμε ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ ἀντίδωρο. Καὶ παίρνοντας τὸ ἀντίδωρο, τοῦ φιλούσαμε ὅλοι τὸ χέρι! Ἦταν κάτι, ποὺ τὸ ἐπιδίωξε ὁ ἴδιος. Καθὼς ἔδινε τὸ ἀντίδωρο, πλησίαζε τὸ χέρι του στὸ στόμα μας. Ὅλων μας τὰ μάτια βούρκωσαν ἀπὸ συγκίνηση. Πρὶν ἔρθει ἐκεῖνος, τὸ ἀντίδωρο τὸ παίρναμε ἀπὸ ἕνα καλαμόπλεχτο πανέρι, ποὺ τοποθετοῦσε ὁ νεωκόρος στὸ παγκάρι.

Τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ, πήγαμε σχεδὸν ὅλοι στὴν ἐκκλησία. Ἡ ἐκκλησία ἦταν κατάμεστη, τὸ ἴδιο καὶ τὸ προαύλιό της. Τὴ μέρα αὐτὴ μεταλάβαμε ὅλοι. Στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, εἴδαμε τὸν ἱερέα μας νὰ καταλύει ὅ,τι εἶχε ἀπομείνει στὸ Ἅγιο Ποτήριο ἀπὸ τὴν μετάληψή μας! Ἀνοίξαμε ὅλοι τὰ μάτια μας ἀπὸ ἔκπληξη. Νομίζαμε ὅτι ὀνειρευόμαστε. Χοντρὰ καὶ καυτὰ δάκρυα ἀνάβρυσαν ἀπὸ τὰ μάτια μας. Ὁ ἱερομόναχος Χρύσανθος ἔμενε κοντά μας νύκτα καὶ μέρα. Καὶ ἔμεινε κοντά μας δέκα χρόνια! Τὰ χρόνια αὐτὰ ἐκδήλωσε σὲ ὅλους μας, ὄχι μόνο τὴν ἀγάπη τῆς γλυκύτητας ἀλλὰ καὶ τὴν ἀγάπη τῆς εὐποιίας. Μᾶς ἐπισκεπτόταν στὰ σπίτια μας. Μᾶς καθοδηγοῦσε ὅλους. Ἐνίσχυε μὲ τὰ λίγα χρήματα ποὺ εἶχε τοὺς φτωχούς. Καὶ ἔκανε τοῦτο, τηρώντας τὸ «μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου» (Μάτθ. ΣΤ., 3). Εὐγνωμονῶ, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄρρωστοι τῆς Σπιναλόγκας, τὸν πατέρα Χρύσανθο γιά …
Δὲν ὁλοκλήρωσε ὅμως τὴν φράση του. Ξέπασε σ’ ἕνα βουβὸ κλάμα. To 1957, μὲ τὴν ἀνακάλυψη τῶν ἀντιβιοτικῶν καὶ τὴν ἴαση τῶν λεπρῶν, τὸ λεπροκομεῖο ἔκλεισε καὶ τὸ νησὶ ἐρημώθηκε.
Μόνο ὁ πατήρ Χρύσανθος ἔμεινε στὸ νησὶ ὡς τὸ 1962, γιὰ νὰ μνημονεύει τοὺς λεπροὺς μέχρι πέντε χρόνια μετὰ τὸν θάνατό τους.

Ὁ πατὴρ Χρύσανθος ἐξεδήμησε εἰς Κύριον στὶς 3 Ἀπριλίου 1972 καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴν Μονὴ Τοπλού.

agiazoni.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης