13 Μαϊ. 2022

«Εκείνος, που σκότωσε το αγόρι μου, ζει…»

| Ιστολόγιο |


 


Δύο ιστορίες για τη συγχώρεση

 


 ~ Μου φαίνεται πως δεν ξέρω να συγχωρώ. Ακριβέστερα, δεν γνωρίζω αν ξέρω… Όχι, μπορώ να ξεχάσω το κακό, μπορώ να συμφιλιωθώ με αυτόν που με πλήγωσε, μπορώ πρώτη να ζητήσω συγγνώμη, ακόμα και αν θεωρώ ότι έχω δίκιο. Αλλά πραγματικά, όπως ο Χριστός; Τον σταύρωναν και Αυτός προσευχόταν για αυτούς τους ανθρώπους. Και για αυτούς πήγε για τον δικό Του φοβερό σταυρικό θάνατο.
Αν κάποιος με
«σταύρωνε» έτσι, θα μπορούσα να συγχωρέσω; Δεν έχω απάντηση…  
Όμως, ξέρω ανθρώπους, οι οποίοι, όταν βρέθηκαν κυριολεκτικά στον Γολγοθά, όταν η ζωή τους είχε καταστραφεί, είχε καταπατηθεί, είχε «σταυρωθεί» και - όπως φαινόταν - είχε τελειώσει, τα κατάφεραν. Μπόρεσαν πραγματικά να συγχωρέσουν αυτό που ένας «κανονικός» άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να συγχωρέσει. Δεν ξέρω κιόλας τι τους κόστισε αυτό. Όμως, ξέρω σίγουρα ότι ακριβώς αυτό τους έσωσε, τους έδωσε δυνάμεις να αναπνέουν και να συνεχίζουν να ζουν…

Η Βασιλίσα Βασίλιεβνα και ο Παύλος

Η γιαγιά με το ωραίο όνομα Βασιλίσα Βασίλιεβνα… Την έβλεπα πολλές φορές σε μια Εκκλησία στην Ουκρανία, κάθε φορά που επισκεπτόμουν εκείνα τα μέρη.
Πάντοτε, ήταν κάπως φωτεινή, «λευκή» σαν τη μαργαρίτα και πολύ ειρηνική. Ξέρετε, υπάρχουν άνθρωποι, δίπλα στους οποίους θέλεις να βρίσκεσαι και να ζεσταίνεσαι. Δεν την εξόργιζε τίποτα, δεν την εκνεύριζε τίποτα και για τον καθένα είχε έναν καλό τρυφερό λόγο.
Μερικές φορές, μαζί της ερχόταν ένας άντρας. Την πρόσεχε πολύ, την φρόντιζε, την βοηθούσε να βγάλει το παλτό, έψαχνε θέση για να καθίσει. Αυτή τον φώναζε «γιόκα». Και τα δύο αγοράκια, που ήταν μαζί τους, τα φώναζε εγγονάκια.
– Τι καλό γιο που έχει η Βασιλίσα Βασίλιεβνα! - είπα κάποτε σε μια γνωστή μου που βοηθούσε στην Εκκλησία.
– Ποιός; Ο Παύλος; Δεν είναι γιος της. Θέλεις να πεις ότι δεν ξέρεις τίποτα;
Όχι, εγώ δεν ήξερα…
Δεν ήξερα ότι ο αγαπημένος και μοναδικός γιος της, τον οποίο επίσης λέγανε Βασίλη, προς τιμήν του παππού, είχε σκοτωθεί. Τον είχε χτυπήσει αυτοκίνητο στη διάβαση πεζών. Πέθανε στο νοσοκομείο. Ο οδηγός, και αυτός νεαρός άντρας, δεν είχε μειώσει την ταχύτητα. Δεν κρύφτηκε, ο ίδιος κάλεσε την αστυνομία και την Άμεση Βοήθεια.
Αργότερα, διηγήθηκε ότι εκείνη την ημέρα ο ίδιος είχε αποκτήσει γιο. Ήταν πρωτότοκος.
Πήγαινε ευτυχισμένος στο μαιευτήριο, σκεφτόταν μόνο αυτό και δεν έβλεπε τίποτα γύρω του.

Η χαρά μετατράπηκε σε τραγωδία για δύο οικογένειες. Ο Παύλος (αυτός ήταν ο οδηγός) γονατιστός ζητούσε συγχώρεση από την Βασιλίσα Βασίλιεβνα και τον άντρα της. Πλέον, μακαριστό. Και αυτή, μαύρη από το πένθος, δεν έβλεπε ούτε αυτόν ούτε τους ανθρώπους γύρω της… που της ψιθύριζαν ότι με αυτόν τον τρόπο ο εγκληματίας θέλει να μειώσει τα χρόνια της φυλάκισης.
Ο Παύλος καταδικάστηκε και φυλακίστηκε, όπως έπρεπε. Από την φυλακή έγραφε επιστολές και στην γυναίκα του και στην καταβεβλημένη από το πένθος μητέρα του Βασίλη. Δεν μπορούσε να συγχωρέσει τον εαυτό του για αυτό που έκανε. Η Βασιλίσα Βασίλιεβνα δεν απαντούσε. Δεν είχε δυνάμεις όχι μόνο για να γράφει, αλλά και για να ζει.
Αλλά, και πάλι, οι άνθρωποι έλεγαν ότι με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να πετύχει την πρόωρη αποφυλάκισή του. Και αυτό δεν έχει να κάνει εδώ με την συνείδηση.

Εκείνες τις τρομερές μέρες, η Βασιλίσα Βασίλιεβνα ήρθε στην Εκκλησία. Και έμεινε εκεί για πάντα.
Άρχισε να βοηθάει, να εξομολογείται, να κοινωνάει. Και ζωντάνεψε. Προσπαθούσε να τους βοηθάει όλους, να τους ζεσταίνει. Λες και με αυτές τις πράξεις της προσπαθούσε να καλύψει τον πόνο της.
Όμως, ο πόνος - παρά ταύτα - δεν την άφηνε. Και στο κεφάλι στριφογύριζε η σκέψη:
«Εκείνος, που σκότωσε τον γιο μου, ζει. Αργά ή γρήγορα, θα επιστρέψει στην γυναίκα του, στον γιο του… Και ο δικός μου δεν θα επιστρέψει ποτέ». Είχε μπροστά στα μάτια της το φέρετρο, όπου κείτονταν ένας τελείως διαφορετικός Βασιλάκης, τόσο που δεν τον αναγνώριζε.
Συμπληρώθηκε ο χρόνος φυλάκισης. Ο Παύλος με το που αποφυλακίστηκε, πρώτα από όλα, πήγε στην Βασιλίσα Βασίλιεβνα και όχι στο σπίτι του, στη γυναίκα και τον γιο του. Όπως και πριν, γονάτισε και έκλαιγε:
– Συγχωρέστε με, για τον Χριστό! Κατέστρεψα και την δική σας ζωή και την δική μου. Είμαι κι εγώ πατέρας. Δεν έχω κρατήσει τον γιο μου στην αγκαλιά. Με συνέλαβαν τότε. Και ο γιος μου νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, μετά το μαιευτήριο. Πνευμονία. Είπα στη γυναίκα μου να του δώσει το όνομα του Βασίλη… Επειδή…
Και άρχισε να κλαίει… Έκλαιγε και η Βασιλίσα Βασίλιεβνα. Χάιδευε στο κεφάλι τον άνθρωπο που είχε σκοτώσει τον Βασιλάκη της. Αυτόν που στον γιο του έδωσε το όνομα του γιου της. Τους λυπόταν όλους. Τον Βασίλη, τον εαυτό της και τον Παύλο. Αυτός αυτομαστιγώνονταν και τιμωρούσε τον εαυτό του πιο πολύ και από τον νόμο. Και ένοιωθε να φεύγει από την καρδιά της ο θυμός. Και να ελαφραίνει ο πόνος.
Ήρθε και την επόμενη και μετά από μια εβδομάδα.
Στη συνέχεια έφερε και τον Βασίλη, τον γιο του. Αργότερα, έφερε και την γυναίκα του.
Βοηθούσαν την ηλικιωμένη μοναχική γυναίκα, όπως μπορούσαν. Και ήρθε η μέρα που η Βασιλίσα Βασίλιεβνα τηλεφώνησε η ίδια στον Παύλο:

– Γιόκα, έχεις καιρό να έρθεις. Φέρε μου τον Βασίλη, να καθίσω μαζί του και εσείς με την γυναίκα σου την Βέρα να κάνετε βόλτα.
– Θέλεις να πεις ότι τον συγχώρεσες; ... την ρωτούσαν στην Εκκλησία, όταν πήγαινε εκεί με τον Παύλο, την Βέρα και τον Βασίλη.
– Ναι… Κάπως, αυτό έγινε από μόνο του. Και ξελάφρωσα. Έγιναν δικοί μου άνθρωποι, πλέον. Ζωή…
Μετά από ένα διάστημα, ο Παύλος και η Βέρα απέκτησαν ακόμα έναν γιο, τον Ιβάν, Βάνια. Και η Βασιλίσα Βασίλιεβνα έγινε νονά του. Είδα πόσο έλαμπε, όταν τον έφερνε στη Θεία Κοινωνία… Ήταν φωτεινή και χαρούμενη, έτσι όπως την ήξερα πάντα.
Αλλά τι - τελικά - αναγκάστηκε να βιώσει… Και τι μπόρεσε να συγχωρέσει… Είναι δύσκολο να το χωρέσω, ειλικρινά…

Ο Ιβάν Ιγνάτιεβιτς και η Ελένα Σεργκέεβνα

Ο Ιβάν Ιγνάτιεβιτς και η Ελένα Σεργκέεβνα είναι σύζυγοι. Ηλικιωμένοι και πολύ φωτεινοί και αυτοί. Τους έβλεπα σε εκείνη την Εκκλησία. Έρχονταν με τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Θαύμαζα, πόσο στοργικά, προσεκτικά και αγαπητικά πρόσεχε ο άντρας την γυναίκα του. Την μια της έφτιαχνε το μπουφάν, την άλλη το μαντήλι. Ή απλά την χάιδευε στον ώμο. Και αυτή του χαμογελούσε και του έπιανε το χέρι με ευγνωμοσύνη. Ακριβώς, όπως οι νιόπαντροι.
Ρώτησα τον ντόπιο παππούλη για αυτούς.
– Είναι καταπληκτική ιστορία, μου είπε. Ιστορία αληθινής συγχώρεσης και μεγάλης θαυμαστής αγάπης.
Κάποτε παλαιά, όταν ήταν νέα ακόμα, η Ελένα Σεργκέεβνα δούλευε ως δικαστής. Και είχε εκδώσει δικαστική απόφαση για τον Ιβάν. Άδικη δικαστική απόφαση. Ο γιος ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου, ο οποίος ήταν φίλος με τον Ιβάν, είχε τραυματίσει σοβαρά έναν άνθρωπο σε άγριο καυγά. Τον είχε κάνει ανάπηρο για την υπόλοιπη ζωή του. 
Ο υψηλόβαθμος αξιωματούχος είχε δώσει «φακελάκι» εκεί που έπρεπε, οπότε, ο Ιβάν βρέθηκε κατηγορούμενος και στην συνέχεια υπαίτιος. Η Ελένα Σεργκέεβνα το ήξερε, αλλά και αυτήν την είχαν ανταμείψει πλουσιοπάροχα. Οπότε, ο νεαρός φυλακίστηκε.
Η Ελένα προσπαθούσε να καταπνίξει την συνείδησή της, λέγοντας στον εαυτό της: «Δεν ήταν αυτός που τον άφησε ανάπηρο, αλλά έτσι και αλλιώς αυτός είναι χούλιγκαν. Αν όχι τώρα, αργότερα σίγουρα θα πήγαινε φυλακή». Όμως, δεν το κατάφερνε. Παραιτήθηκε και βρήκε άλλη δουλειά.
Σιγά - σιγά, άρχισαν να ξεχνιούνται όλα. Πέρασαν χρόνια. Όμως, μια φορά άκουσε το κουδούνι της πόρτας να χτυπά.

Τον Ιβάν τον γνώρισε αμέσως. Πώς βρήκε την διεύθυνσή της – άγνωστο.
Αργότερα, της το διηγήθηκε. Από τη μια, φοβήθηκε ότι είχε έρθει για να την εκδικηθεί. Από την άλλη, χάρηκε που έστω και τώρα, που δεν μπορεί να αλλάξει κάτι, μπορεί - τουλάχιστον - να του ζητήσει συγγνώμη. Έτσι συναντήθηκαν...

Ο Ιβάν δεν ήθελε να εκδικηθεί. Απλώς ήθελε να κοιτάξει στα μάτια της. Αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, ακόμα και τότε, στο δικαστήριο, του ήταν απίστευτο πως μια τόσο όμορφη γυναίκα μπόρεσε να βγάλει τόσο ψεύτικη απόφαση για αυτόν.
Κάθονταν στην πόρτα και μίλαγαν. Ξαφνικά, μύρισε κάτι να καίγεται… Η πετσέτα της κουζίνας, την οποία η Ελένα είχε πετάξει δίπλα στην κουζίνα για να πάει να ανοίξει την πόρτα, πήρε φωτιά. Και από την πετσέτα άρπαξαν και αυτά που ήταν κοντά. 
Πετάχτηκαν μαζί να σβήσουν την φωτιά και ύστερα άρχισαν να τα πλένουν όλα. Και εκπλησσόταν η Ελένα που την βοηθούσε ένας άνθρωπος, του οποίου είχε καταστρέψει την ζωή. Ο Ιβάν κοίταξε το μικρό κουζινάκι της μοναχικής γυναίκας και παρατήρησε ότι εδώ και εκεί χρειαζόταν επισκευή. Γι΄αυτό, ήρθε πάλι την επόμενη μέρα. Έτσι πέρασε και η πληγή. Και στη συνέχεια ήρθε και η αγάπη. Δεν μπορεί να το συλλάβει ο νους…  
Ο Ιβάν για πολύ καιρό στη φυλακή φανταζόταν ότι θα εμφανιστεί μπροστά της και θα της τα πει όλα, αλλά να πως έγινε… Την ερωτεύτηκε ο "χαζός"…
Μετά από έξι μήνες παντρεύτηκαν… Μετά παιδιά, εγγόνια… Και ούτε με λόγια, ούτε με υπόνοιες δεν κατηγορεί ο Ιβάν την γυναίκα του. Αυτή μόνη της τιμωρεί και μαστιγώνει τον εαυτό της. Και δεν μπορεί να καταλάβει ακόμα, πως μπορεί κανείς όχι μόνο να συγχωρέσει κάτι τέτοιο, αλλά και να την αγαπήσει. Να την κουβαλάει στα χέρια. Και να ευχαριστεί τον Θεό που τους ένωσε. Και ο Ιβάν αυτό κάνει… Είναι εκπληκτικό… Όμως, και ο Χριστός συγχωρούσε, όταν Τον σταύρωναν. Και από μας περιμένει το ίδιο. Αλλά ο άνθρωπος είναι αδύναμος και δεν το έχουν όλοι.

Έλενα Κουτσερένκο

Pravoslavie.ru

Μετάφραση: Αναστασία Νταβίντοβα

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης