27 Απρ. 2022

Το Πάσχα του Ισαάκ - π. Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

 






 ~~ Εκείνη την ιστορία, που θύμιζε ζωντανό συναξάρι νεομάρτυρος, μου την έλεγε η γιαγιά μου και έχει χαραχθεί βαθιά μέσα στη μνήμη μου.
Ο πατέρας της ήταν παπάς σ’ ένα από τα χωριά του άνω Βοσπόρου, που σήμερα έχει την ονομασία «Μπέηκοζ». Ο πατήρ Αντώνιος, έτσι έλεγαν τον παπά, είχε πολλά παιδιά, ανάμεσά τους και τον Χριστόδουλο.
Ο Χριστόδουλος ήταν 10 ετών όταν έγιναν εκείνα τα τρομερά γεγονότα. Μια Μεγάλη Παρασκευή οι Εβραίοι έκλεψαν το παιδί και το πήραν μαζί τους. Την ίδια κιόλας μέρα το κάρφωσαν, το παιδί, σ’ έναν σταυρό, όπως τον Χριστό. Κάποιοι περαστικοί βρήκαν, την άλλη μέρα, τον Χριστόδουλο αναίσθητο στον δρόμο. Μετά από λίγες μέρες, μέσα στην αναστάσιμη ατμόσφαιρα, πέθανε. Αυτή η διήγηση ήταν αληθινή πέρα για πέρα. Όταν πλησίαζε το Πάσχα, παρόμοιες διηγήσεις και θύμησες ανασκάλευαν τον νου μας και μπαίναμε σε ένα πολεμικό κλίμα με τους Εβραίους. Αποκορύφωμα του κλίματος αυτού ήταν και το κάψιμο τού Εβραίου που γινόταν Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, μετά την περιφορά του Επιταφίου.

Στη γειτονιά μας, εκεί στο Σταυροδρόμι, έμεναν πολλοί Εβραίοι. Κατά την διάρκεια όλης της χρονιάς είχαμε στις παρέες μας εβραιόπουλα. Μάς ένωνε η αντίθεσή μας με τα τουρκάκια. Αυτές όμως τις ημέρες όλα άλλαζαν. Δεν μπορούσαν οι Εβραίοι να παίζουν τα «χριστιανικά» μας παιχνίδια. Η Μεγάλη Εβδομάδα μας προσέφερε μια καταπληκτική ευκαιρία για παιχνίδια που άρχιζαν από το ιερό τού Ναού της Παναγίας και συνεχίζονταν στον αυλόγυρο και στα περίχωρα.
Ο Ισαάκ έμενε σε ένα γωνιακό σπίτι στη μεγάλη κατηφόρα, στο Χαμάλμπαση, λίγα μέτρα από το σπίτι μας. Ήταν από ‘κείνα τα Εβραιόπουλα που ήταν καλοί μας φίλοι. Δεν υπήρχε ζαβολιά στην οποία να μην μετείχε. Το κοφτερό του, μάλιστα, μυαλό απεδείχθη σπουδαίο σε δύσκολες στιγμές. Θυμάμαι, μια φορά, που ήρθε μια γειτόνισσα να διαμαρτυρηθεί, επειδή χτυπούσαμε τα κουδούνια στις πόρτες των σπιτιών και φεύγαμε τρέχοντας. Ο Ισαάκ, τότε, με πολύ σοβαρό ύφος, είπε:
- Για το καλό σας το κάναμε εμείς. Πρόκειται να βρέξει και σας ειδοποιήσαμε να μαζέψετε τα ρούχα που είχατε απλώσει στην ταράτσα να στεγνώσουν.
- Πού είδες μπρέ παλιόπαιδο τη βροχή; Φώναξε η κυρά Κατίνα η Μπαλού.
- Το είπε το δελτίο καιρού στο ραδιόφωνο, απάντησε ο Ισαάκ.
Ο Ισαάκ, λοιπόν, με το κοφτερό μυαλό, που τόσες φορές μας έβγαλε από δύσκολες καταστάσεις, αυτή τη φορά γινόταν «αποσυνάγωγος». Ήταν Εβραίος. Δεν μπορούσε τώρα να είναι μαζί μας. Αυτός, αυτή την Εβδομάδα τη Μεγάλη, δεν μπορούσε να παίξει. Εμείς το βλέπαμε φυσικό. Ο Ισαάκ έπρεπε να τιμωρηθεί, επειδή οι Εβραίοι είχαν σταυρώσει τον Χριστό.
Ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Ημέρα τού μεγάλου παιχνιδιού. Η Εκκλησία έμενε ανοιχτή όλη την ημέρα. Κόβαμε λουλούδια, ραντίζαμε τον κόσμο με κολώνια, κρατούσαμε την τάξη στον ναό, κάναμε στον αυλόγυρο της Εκκλησίας την περιφορά τού Επιταφίου και ένα σωρό άλλα πράγματα που μας ενθουσίαζαν.
Κατά την διάρκεια της ακολουθίας των Μεγάλων Ωρών ήρθε μέσα στο ιερό, όπου είμαστε μαζεμένοι, η είδηση: Ο Ισαάκ φάνηκε στον αυλόγυρο. Ο Ισαάκ στον αυλόγυρο; Αυτό ήταν απαράδεκτο. Τέτοια μέρα;
- Ήρθε σίγουρα για να μας βεβηλώσει, είπε ο Σούλης ο χερούκλας.
- Ναι, σίγουρα, φώναξαν όλοι οι άλλοι.
- Θα πρέπει να μάθει πως δεν μπορεί Εβραίος τέτοια μέρα να γυρνάει με το μέτωπο ψηλά σαν να μη συμβαίνει τίποτε. Καί τον Χριστό σταύρωσαν και από το παιχνίδι θέλουν να επωφεληθούν, φώναξε ο Λάμπης ο Γό.
Έτσι τον αποκαλούσαν γιατί το γράμμα Ρ το πρόφερε Γό.
Ο Σούλης ο χερούκλας έλαβε αμέσως τον λόγο, αφού εθεωρείτο και ο φυσικός αρχηγός των παιδιών τού ιερού. Στράφηκε σε μένα λέγοντας:
- Ντίνο, θα πας να του πεις πως είναι ανεπιθύμητος. Εσύ τον γνωρίζεις πιο καλά. Είναι και γείτονάς σου.
- Ναι, είπα. Έδειχνα όμως διστακτικός.
- Φοβάσαι, ρε; μου είπε ο Σούλης και συνέχισε:
- Εβραίος είναι, το κατάλαβες; Την εβδομάδα αυτή δεν πρέπει να τους αφήσουμε σε χλωρό κλαρί.
Αυτοί σταύρωσαν τον Χριστό. Θα τους σταυρώσουμε κι εμείς.

- Ο Χριστός, όμως, δεν σταύρωσε αυτούς που τον σταύρωσαν, τόλμησα να πω.
- Τί λες ρε; Τί λες ρε; Τί είναι αυτό που άκουσαν τ΄ αυτιά μου; Χρονιάρα μέρα με τους Εβραίους είσαι;
Έ; λέγε.

- Όχι, του είπα.
- Άσε, λοιπόν, τα λόγια και κάνε αυτό που λέω γιατί χάθηκες. Πάσχα δεν θα κάνεις εσύ. Και στο παιχνίδι κομμένος.
- Καλά, του είπα φοβισμένος.
Βγήκα έξω. Ο Ισαάκ πράγματι βρισκόταν έξω. Τον πλησίασα αφού πήρα ύφος αυστηρό.
- Ισαάκ τί γυρεύεις εδώ;
- Γιατί να μην είμαι; Ποιός μπορεί να μ΄ εμποδίσει; Μετά, αφού άλλαξε τόνο, μου είπε εμπιστευτικά:
- Ντίνο, τί έπαθες; Πού είναι η καρδιακή μας φιλία;
- Ο Χριστός μας χωρίζει Ισαάκ. Εσείς οι Εβραίοι σταυρώσατε τον Χριστό, δεν μπορείτε να πατάτε εδώ τέτοια μέρα.
- Ο Χριστός σας, όμως, δεν έδιωξε κανέναν από κοντά του.
- Ισαάκ, τώρα δεν γίνεται τίποτε. Μετά το Πάσχα θα είμαστε και πάλι φίλοι, είπα κι έφυγα τρέχοντας επειδή δεν άντεχα την αναμέτρηση.
Όταν τελείωσε η ακολουθία και άρχισαν τα γνωστά παιχνίδια στον αυλόγυρο, ένοιωθα μια πλάκα να πιέζει το στήθος μου. Σαν να ήμουν ένας από τους σταυρωτές τού Χριστού. Είχα δίκαιο ή άδικο; Δεν μπορούσα να χαρώ τη μέρα. Τότε βρήκα τη λύση. Την βρήκα καθώς στεκόμουν αφηρημένος μπροστά στον Επιτάφιο. Μπροστά στην άκρα ταπείνωση. Έπρεπε να κάνω κάτι. Αυτός που ήταν μέσα στον Επιτάφιο έκανε τόσο μεγάλη συγκατάβαση. Πήρα την απόφασή μου. Πήγα στο σπίτι του Ισαάκ.
Καθόταν στα σκαλοπάτια βλοσυρός. Μια λάμψη διαπέρασε τη ματιά του, αλλά εξωτερικά δεν το έδειξε.

- Ισαάκ, του είπα, συγγνώμη για το πρωί. Εκπροσωπούσα ξέρεις, μια ομάδα παιδιών. Γνωρίζεις τη νοοτροπία. Σκέφθηκα όμως κάτι σπουδαίο. Θα πούμε στα παιδιά πως είσαι μεν Εβραίος, αλλά μέσα στην καρδιά σου αγαπάς τοω Χριστό και λυπάσαι που οι Εβραίοι τον σταύρωσαν. Θα πεις πως δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς.
Ο Ισαάκ με παρατηρούσε με προσοχή. Με ένα βλέμμα κοφτερό και αντρίκιο.
- Ντίνο, μου είπε, ούτε προφήτης να ήσουν, έτσι σκέπτομαι αλήθεια. Εγώ πήρα μια βαθιά ανάσα.
- Σε περιμένω το βράδυ στην περιφορά του Επιταφίου. Τα παιδιά θα τα αναλάβω εγώ.
Τα παιδιά, όμως, δεν με πίστευαν με τίποτε. Προσπάθησα πολύ. Τίποτε. Ήταν αμετάπειστοι.
- Μα, ο Χριστός συγχώρησε τους σταυρωτές του.
- Μη μιλάς, σταμάτα, αν δε θέλεις απόψε βράδυ, να σε κάψουμε μαζί με τον Εβραίο, είπε ο Σούλης.

Το βράδυ - στην περιφορά του Επιταφίου - ψιχάλιζε. Συνήθως ψιχαλίζει στην περιφορά του Επιταφίου. Εμείς όλοι, τα χριστιανόπουλα, περιφέραμε αγέρωχα τον Επιτάφιο στον μεγάλο αυλόγυρο της Παναγίας.
Μέσα στον κόσμο ξεχώρισα τον Ισαάκ. Οι ματιές μας συναντήθηκαν. Δεν μπόρεσα να διακρίνω αν ήταν οι ψιχάλες ή τα δάκρυα που έτρεχαν από τα μάτια του φίλου μου, του Ισαάκ.
Κι αν έκλαιγε, έκλαιγε επειδή δεν τον δέχτηκαν τα παιδιά παρά την ομολογία του, ή επειδή λυπόταν για τη σκληροκαρδία μας;

Μετά την περιφορά δεν γλύτωσα από την σχετική καρπαζιά του Σούλη του χερούκλα.
- Σε είδα βρε, σε είδα, άλλαξες φιλικές ματιές με τον Εβραίο. Και πρόσθεσε:
- Εσύ απόψε Εβραίο δεν καις.
- Δεν πειράζει, είπα, θα πάρω πάνω μου την ευθύνη για τον Ισαάκ.
Από το παράθυρο του σπιτιού μου παρατηρούσα το άτυπο τελετουργικό.
Στο τέλος της καύσεως, πέρασε ένας απεσταλμένος του Σούλη, κάτω από το παράθυρο, φωνάζοντας:
- Άκου Ντίνο, εσύ Ανάσταση φέτος δεν θα κάνεις, ούτε και ο Εβραίος.

Η κρίσιμη στιγμή ήταν κατά την Ανάσταση. Στην Πόλη πολλές χρονιές η Ανάσταση δεν γινόταν τα μεσάνυχτα, αλλά στις πέντε το πρωί. Η Ανάσταση είναι πάντοτε μια κρίσιμη στιγμή. Το συναπάντημα του Χριστού με τον Άδη. Η ήττα τού Άδη. Η απελευθέρωση των νεκρών.

Όλα αυτά τα ζήσαμε εκείνο το πρωί μέσα στη λειτουργία της Αναστάσεως. Τα παιδιά είχαν φθάσει εκεί με τις τσέπες γεμάτες από αυγά και βαρελότα. Την ώρα του «Χριστός Ανέστη», στις πέντε το πρωί, θα γινόταν χαμός.
Αυγά ανάμεικτα με βαρελότα θα ταξίδευαν πάνω από τα κεφάλια μας.
Είχα φθάσει φοβισμένος. Δεν τόλμησα να μπω στο ιερό. Τα παιδιά εξάλλου με παρατήρησαν λίγο περιφρονητικά. Στάθηκα πλάι στην εξέδρα, εκεί που θα γινόταν η Ανάσταση. «Δεύτε λάβετε Φώς!»

«Χριστός Ανέστη».
Χαρά ανεκλάλητη. Ξέχασα τα πάντα. Χαιρόμουν πολύ. Δεν φοβόμουν τον Σούλη τον χερούκλα, ούτε κανέναν. Χαιρόμουν ατελείωτα. Τα βαρελότα έδιναν τόνο πολεμικής ατμόσφαιρας.
Κραυγές, πανδαιμόνιο χαράς. Και ανάμεσα στον θόρυβο άκουσα κάποιες κραυγές θυμωμένων ανθρώπων. Σαν να μάλωναν ή να έδερναν κάποιον.
Στράφηκα προς τα εκεί μαζί με όλα τα παιδιά, που ήταν σε απόσταση βολής. Ναι, ήταν πραγματικές κραυγές. Ο πατέρας του Ισαάκ είχε παρακολουθήσει τον γιό του που έφυγε κρυφά από το σπίτι.
Την ώρα του 
«Χριστός Ανέστη» άρχισε να τον χτυπάει αλύπητα. Πώς τόλμησε ένας Εβραίος να πει: «Χριστός Ανέστη»;
Ντροπή, μεγάλη ντροπή, για την οικογένεια. Είδα τον Ισαάκ να ποδοπατείται από τον πατέρα του με μίσος.
- Τί είπες; Τί είπες; Χριστός Ανέστη; Φώναζε ξέφρενα εκείνος.
Ο Ισαάκ ήταν σε άσχημη κατάσταση. Έτρεχε αίμα από το στόμα και τη μύτη του. Τόλμησε να πει:
- Ναι, πατέρα, Χριστός Ανέστη. Γιατί εμείς οι Εβραίοι τον σταυρώσαμε. Χριστός Ανέστη.
Κυλιόταν κάτω σαν μάρτυρας, χωρίς γογγυσμό, ψελλίζοντας:
- Χριστός Ανέστη …
Μας θύμισε το μαρτύριο τόσων και τόσων που φώναξαν αυτό το «Χριστός Ανέστη» στα ματωμένα χώματα της Πόλης.
Μετά έμεινε αναίσθητος. Δεν τολμήσαμε να πλησιάσουμε. Τα παιδιά είχαν παγώσει. Ο πατέρας του Ισαάκ τον άρπαξε στα χέρια του. Ή μάλλον τον έσερνε. Εμείς μείναμε άφωνοι. Ο Σούλης με κοίταξε. Τον κοίταξα. Με φίλησε.
- Αληθώς Ανέστη, είπε δακρυσμένος.
- Ναι, Αληθώς Ανέστη.
Τον Ισαάκ, μετά, τον χάσαμε. Μάθαμε πως έμεινε μήνες στο κρεβάτι. Έφυγαν από τη γειτονιά.
Μετά από χρόνια, κάποιος μου μίλησε για έναν ιερομόναχο σε μια σκήτη τού Αγίου Όρους, που παλιά ζούσε στην Πόλη και ήταν Εβραίος. Και μετά έγινε Χριστιανός. Για έναν ιερομόναχο που ήταν κυρτός από κάποιο ατύχημα. Ήταν σιωπηλός πάντα και έλεγε «Χριστός Ανέστη», σε όσους τον συναντούσαν.
Έτσι μου είπαν και το πιστεύω, ναι, πως είναι ο φίλος μου ο Ισαάκ.

Χριστός Ανέστη! 

Το Πάσχα του Ισαάκ

Του π. Κων/νου Στρατηγόπουλου

Αυτοτελές απόσπασμα από το βιβλίο
«Το σταυροδρόμι της καρδιάς μου»
Εκδόσεις ”Φιλοκαλία”

wra9.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης