25 Απρ. 2022

Οσιομάρτυρας Ευφρόσυνος του Σινίτσυ (Γαλάζιας Λίμνης)

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Οσιομάρτυρας Ευφρόσυνος του Σινίτσυ

 

 







    ~~  Η τοποθεσία του ερημητηρίου του Σινίτσυ είναι άγρια και ερημική. Βρίσκεται μακριά από πυκνοκατοικημένες πόλεις και χωριά και το βλέμμα του περαστικού προσκυνητή δεν συναντά παρά αχανείς, λασπώδεις και δυσδιάβατους βάλτους. Οι βάλτοι αυτοί εκτείνονται πότε στα πυκνά πράσινα δάση που το περιτριγυρίζουν και πότε σε ολόκληρο δίκτυο μεγάλων και μικρών λιμνών, απ’ τις οποίες άλλες συνδεδεμένες μεταξύ τους με ρυάκια και ποτάμια.

Συνολικά στην περιοχή υπάρχουν περίπου δεκαοκτώ λίμνες, ανάμεσα στις οποίες μία, η λίμνη Σαβίνο, είναι αξιόλογη γιατί στον πυθμένα της έχει ένα χωνοειδές λάκκο, όπου κάθε ορισμένα χρόνια και συνήθως την περίοδο του καλοκαιριού τα νερά μαζί με όλα τα ψάρια εξαφανίζονται κάνοντας έναν μεγάλο θόρυβο’ έπειτα, αφού περάσει μια ορισμένη χρονική περίοδος, τα νερά ξανάρχονται στη θέση τους απ’ τον ίδιο λάκκο.
Απ’ τα ποτάμια της αξιομνημόνευτο είναι εκείνο του Μύλου, που ονομάστηκε έτσι απ’ τον μύλο του μοναστηριού που ήταν χτισμένος πάνω σ’ αυτό, και το ποτάμι Γκβόζντεν. Στις όχθες των ποταμών αυτών είχε εγκατασταθεί στην αρχή ο ευλογημένος Όσιος Ευφρόσυνος. […]

Ο ιερομάρτυρας Ευφρόσυνος, μεγαλόσχημος και ερημίτης της λίμνης Σινίτσυ, γεννήθηκε προς το τέλος του 16ου αιώνα. Κατά κόσμον το όνομά του ήταν Εφραίμ και η καταγωγή του ήταν από την περιοχή της Καρελίας. Ο πατέρας του Συμεών και η μητέρα του (της οποίας το όνομα παραμένει άγνωστο), ζούσαν κοντά στη λίμνη Λάντογκα. Η γειτνίαση του μοναστηριού Βαλαάμ άσκησε κάποια επιρροή στον θρησκευτικό χαρακτήρα του Εφραίμ και για αρκετό διάστημα εγκατέλειψε το σπίτι των γονιών του και έζησε στο μοναστήρι. Εκεί έμαθε το τυπικό των ιερών ακολουθιών και εξοικιώθηκε με τις σκληρές και αυστηρές συνθήκες της μοναχικής ζωής. Αλλά αυτόν τον καιρό ο Εφραίμ δεν έγινε μοναχός. Μετακινήθηκε προς το Μεγάλο Νόβγκοροντ, όπου έζησε για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και μετά πήγε σε μια απομακρυσμένη περιοχή του Νόβγκοροντ, σε μια τοποθεσία που ονομάζεται Μπεζέτσκ και εγκαταστάθηκε στο χωριό Ντολόσκα, κάπου δεκαπέντε μίλια ανατολικά της πόλης Ουστιούζνα της Ζελεζοπόλσκα.
Στο χωριό αυτό, στην Εκκλησία του Αγίου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, ο Εφραίμ υπηρέτησε γι’ αρκετό χρονικό διάστημα σαν αναγνώστης. Είχε ήδη φτάσει σε ώριμη ηλικία όταν η Χάρη του Θεού άγγιζε την καρδιά του και άναψε μέσα του μια ακατανίκητη επιθυμία για ν’ αποδυθεί σε μοναχικούς αγώνες.
Αφού τακτοποίησε όλα τα θέματα του σπιτιού του και ρύθμισε όσα αφορούσαν την περιουσία του, ο Εφραίμ τράβηξε τον δρόμο του μη έχοντας μαζί του τίποτε άλλο, εκτός απ’ τα ρούχα που φορούσε. Απ’ αυτήν την στιγμή η σκέψη του δεν γύρισε προς το σπίτι, που είχε αφήσει, αλλά αγωνιζόταν να την στρέφει πάντα προς τον Θεό, ώστε μια και “έβαλε την χείρα αυτού επ’ άροτρον”, να μη στραφεί “εις τα οπίσω” (Λουκ. θ’ 62).

Με την σταθερή απόφαση να γίνει μοναχός, ο Εφραίμ ήρθε στο μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Τικβίν και παρακάλεσε τον ηγούμενο και τους αδελφούς να τον αξιώσουν να λάβει το μοναχικό σχήμα. Η ώριμη ηλικία του, το γεγονός ότι πέρασε τα νεανικά του χρόνια κάτω από την σκέπη του μοναστηριού του Βαλαάμ και η πολυετής υπηρεσία του στην Εκκλησία σαν αναγνώστης, κέρδισαν την εμπιστοσύνη όλων και η παράκλησή του γρήγορα εκπληρώθηκε.
Ο Εφραίμ ενδύθηκε το Αγγελικό Σχήμα και στην κουρά του δόθηκε το όνομα Ευφρόσυνος. Αφού ο Όσιος Ευφρόσυνος πέτυχε αυτό που η ψυχή του αγωνιζόταν τόσο καιρό για ν’ αποκτήσει, επιδόθηκε με ζήλο στους μοναχικούς αγώνες. Φωτίζοντας τον νου του με τον Λόγο του Θεού, που τον διάβαζε με αγάπη και προσοχή και εδραιώνοντας την καρδιά του στην πέτρα της πίστης, υπόταξε την σάρκα του με νηστεία και εγκράτεια.
Υπάκουε στον ηγούμενο και τους αδελφούς και εκτελούσε με συνέπεια τα διακονήματα που του είχαν ανατεθεί, εργαζόμενος όχι για χάρη των ανθρώπων αλλά του Θεού, με αγνότητα συνείδησης και ανυπόκριτη αγάπη. Και κατά την διάρκεια των αγώνων και των ασκητικών ενασχολήσεων είχε πάντα έντονη στον νου του την μνήμη του θανάτου και την μελλοντική ανταπόδοση που θα είχε απ’ τον απροσωπόληπτο Κριτή.
Ο Όσιος έζησε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στο μοναστήρι του Τικβίν και μετά αισθάνθηκε μια μεγάλη και ασυγκράτητη επιθυμία να φύγει μακριά στην έρημο και εκεί να ζήσει και ν’ αγωνιστεί για τον Θεό, με αυστηρή ζωή νηστείας και ησυχίας. Έτσι πήγε στον ηγούμενο, του εξομολογήθηκε τις σκέψεις του και τον παρακάλεσε να του δώσει ευλογία για να εκπληρώσει την επιθυμία του.
Και ο ηγούμενος τον ευλόγησε, του έδωσε οδηγίες για την ερημική ζωή και τον απέλυσε “εν ειρήνη” απ’ το μοναστήρι, λέγοντας: “Πήγαινε, παιδί μου, και είθε ο Θεός να είναι μαζί σου”. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα το 1600. Στερημένος από κάθε είδος αποσκευής αλλά με μια καρδιά πλημμυρισμένη από χαρά, ο Όσιος ξεκίνησε για τον προορισμό του. […]

Πέρασε λίγος καιρός και η φήμη της ασκητικής και ενάρετης ζωής του διαδόθηκε σ’ όλα τα γειτονικά χωριά. Ευσεβείς άνθρωποι άρχισαν να έρχονται προς αυτόν για να του ζητήσουν καθοδήγηση, προσευχή και συμβουλές. Άλλοι πάλι που ήταν ζηλωτές και ήθελαν να μιμηθούν την ενάρετη ζωή του, έρχονταν προς αυτόν στην έρημο για να μάθουν τους αγώνες της ευσέβειας και παράμεναν κοντά του σαν ασκητές.
Σιγά – σιγά μαζεύτηκε γύρω από τον Όσιο ένα πνευματικό ποίμνιο και απ’ τον πρώτο χρόνο ακόμη, αφού είχε ανακαλυφτεί ο ο τρόπος με τον οποίο ζούσε, κρίθηκε απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα μεγαλύτερο κατάλυμα, ώστε όλοι οι αδελφοί να προσεύχονται μαζί. Έτσι αποφάσισαν να χτίσουν μια Εκκλησία αφιερωμένη στον Ευαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο Όσιος Ευφρόσυνος και οι συνασκητές του ανέλαβαν το έργο αυτό μόνοι τους.
Έκοβαν δέντρα, καθάριζαν το δάσος και έφτιαξαν την ξύλινη Εκκλησία. Γύρω απ’ την Εκκλησία έχτισαν τα δικά τους μικρά ξύλινα κελλιά κι έτσι το μοναστήρι δημιουργήθηκε. Η τοποθεσία του ήταν περίπου τρία μίλια μακριά απ’ την αρχική τοποθεσία στην οποία αγωνιζόταν ο Όσιος Ευφρόσυνος και η οποία αργότερα ονομάστηκε Παλιό Ασκητήριο.
Επειδή ο ευλογημένος γέροντας απ’ τη βαθειά του αυταπάρνηση και ταπείνωση δεν είχε χειροτονηθεί ιερέας, τα εγκαίνια της νεοχτισμένης Εκκλησίας έγιναν από τον ιερομόναχο άγιο Γουρία, ιδρυτή ενός μοναστηριού στο Σαλάτσκ, έναν άντρα με οσία ζωή, φίλο και συναγωνιστή του ερημίτη Ευφρόσυνου.
Τα εγκαίνια έγιναν με την ευλογία του αρχιεπισκόπου του Νόβγκοροντ, που αυτόν τον καιρό (1603 – 1609) ήταν ο Ισίδωρος. […]

Να πως περιγράφεται ο μαρτυρικός θάνατος του Οσίου γέροντα Ευφροσύνου, του θαυματουργού του Σινίτσυ, στον βίο του, που γράφτηκε από έναν άλλο μοναχό, τον Ιωνά:

Ο Όσιος πατέρας μας Ευφρόσυνος βγήκε απ’ το κελλί του για να συναντήσει τους εχθρούς με πλήρη την μοναχική του ενδυμασία και το Μεγάλο Σχήμα, δείχνοντας έτσι τους μεγάλους και ηρωικούς αγώνες του για τον Θεό. Αψηφώντας κάθε φόβο και προσφέροντας τον εαυτό του “ως πρόβατον επί σφαγήν”, προχώρησε μέχρι τον πολύτιμο σταυρό τον οποίο είχε τοποθετήσει ο ίδιος, αναθέτοντας την ελπίδα του στον Ζωοποιό Σταυρό του Κυρίου.
Τα παιδιά του πονηρού όμως (σημ.συγ: ληστές) χύμηξαν στον Όσιο γέροντα σαν δαιμονισμένα σκυλιά λέγοντας:
- Δώσε μας τα υπάρχοντα του μοναστηριού. Ο γέροντας Ευφρόσυνος που δεν είχε ούτε χρυσό, ούτε ασήμι, ούτε άλλα υλικά αγαθά, εκτός από τα απαραίτητα, τους είπε:

- Όλα τα υπάρχοντα του μοναστηριού και τα προσωπικά μου είναι στην Εκκλησία της Υπεραγίας Θεοτόκου, δείχνοντάς τους έτσι τον αληθινό του θησαυρό τον οποίο δεν μπορούσαν να κλέψουν και αναθέτοντας κάθε ελπίδα του στον Θεό. Τα παιδιά του διαβόλου μόλις άκουσαν αυτά χάρηκαν, γιατί νόμισαν ότι ο Όσιος τους μιλούσε για φθαρτά αγαθά.
Ένας αιμοδιψής δολοφόνος τον χτύπησε στο σβέρκο με το σπαθί του, του μισόκοψε το κεφάλι και ο γέροντας έπεσε στο έδαφος νεκρός. Μετά απ’ αυτό οι δαιμονισμένοι ληστές έτρεξαν στην Εκκλησία κι ένας απ’ αυτούς, όταν διαπίστωσε ότι εκεί δεν υπάρχει κανένας θησαυρός, γύρισε στο σώμα του Οσίου Ευφροσύνου κρατώντας ένα τσεκούρι.
Μ’ αυτό χτύπησε το σεπτό κεφάλι του Οσίου πατέρα Ευφροσύνου μέχρι που το τσεκούρι έφτασε στο μυαλό του, συμπληρώνοντας έτσι τα βασανιστήρια του νέου αυτού μάρτυρα, που είχε παραδώσει την ψυχή του στα χέρια του Θεού.

  ~~ Το μαρτύριο του Αγίου αυτού πατέρα, του αββά Ευφροσύνου, έλαβε χώρα κοντά στον Τίμιο και Ζωοποιό Σταυρό του Κυρίου, που είχε τοποθετήσει ο ίδιος, στις 20 Μαρτίου του 1612, την ημέρα που εορτάζεται η μνήμη των Αγίων Πατέρων που σφαγιάστηκαν στο μοναστήρι του Αγίου Σάββα του Ηγιασμένου.

Απόσπασμα από το βιβλίο "Η Θηβαΐδα του Βορρά"

proskynitis.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης