9 Απρ. 2022

Χτύπα και θα σου ανοίξουν ...

| Ιστολόγιο |


 

 Η Θεοτόκος δεν άφησε μόνο του στη συμφορά
εκείνον που χρειαζόταν τη βοήθειά Της

 


Η ιστορία που ακολουθεί είναι πραγματική και συνέβη λίγα χρόνια πριν. Για ευνόητους λόγους οι ήρωες δεν αναφέρονται με τα πραγματικά τους ονόματα.

Η Αλευτίνα Βαζνίκοβα είναι πρώην συνάδελφός μου. Για πολλά χρόνια δουλεύαμε στο ίδιο σχολείο. Πάντα θαύμαζα την εργατικότητά της. Κατάφερνε να είναι καλή καθηγήτρια, προνοητική κόρη, υπέροχη σύζυγος και στοργική μητέρα. Συχνά εκπλησσόμασταν πως τα προλάβαινε όλα. Μερικές φορές την λυπόμασταν μόνο για τις κάλτσες που είχε να πλένει, με πέντε άντρες που είχε στο σπίτι: τον άρρωστο, σχεδόν κατάκοιτο, πατέρα της, τον άντρα της και τα τρία αγόρια της!
Ο άντρας της, ο Αλεξέϊ, ήταν διευθυντής μιας μεγάλης επιχείρησης στην κωμόπολή μας.
Ο μεγαλύτερος γιος τους ήταν αξιωματικός της Αστυνομίας, που υπηρετούσε στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών. Ο δεύτερος γιος τους, ο Βλαντισλάβ, τελείωσε το Πανεπιστήμιο και για ένα διάστημα δούλευε στην επιχείρηση του πατέρα. Ο μικρότερος γιος τους, ο Δανιήλ - εκείνη την εποχή - ήταν ακόμα φοιτητής.

Βεβαίως, η Αλευτίνα αγαπούσε όλους τους γιούς της το ίδιο στοργικά. Όμως, η ψυχή της ανησυχούσε πιο πολύ για τον Βλαντισλάβ. Ο νεαρός είχε όγκο στον εγκέφαλο. Δεν ήταν κακοήθης. Όμως… Δεν μπορούσε να αφαιρεθεί και οι γιατροί θεωρούσαν ότι δεν είναι χειρουργήσιμος. Κάπως συνήθισαν να ζουν μαζί με αυτό. Το να παίρνει τακτικά τα φάρμακά του ήταν, στην περίπτωσή του, απαραίτητος όρος. Και η μητέρα ήταν πολύ αυστηρή ως προς αυτό.
Όμως, ο ενήλικος γιος της δεν την άκουγε πάντα.

Μια φορά, όμως, το παράκανε. Ο Βλαντισλάβ αποφάσισε να φύγει από το σπίτι, να ξεφύγει από την κηδεμονία της μητέρας του, να δουλέψει και να κερδίσει χρήματα, αφού στην κωμόπολή μας οι μισθοί ήταν πολύ χαμηλοί. Και, παρά τις αντιρρήσεις των γονιών του, πήγε στην πόλη όπου πάντα πήγαινε και ακόμα πηγαίνει όλη η Ρωσία για δουλειά και χρήματα. Εννοείται, στη Μόσχα.Μαζί με άλλους συντοπίτες νοίκιασαν σπίτι. Για να παίρνουν καλά λεφτά αναγκάζονταν να δουλεύουν πολύ και για μεγάλα χρονικά διαστήματα ως εργάτες του δρόμου. Εννοείται πως ο Βλάντ δεν έπαιρνε τα χάπια του στην ώρα τους. Μπορεί να μην τα έπαιρνε και καθόλου, αν και σε κάθε τηλεφωνική συνομιλία η στοργική του μητέρα τού το θύμιζε.
Μετά από ένα διάστημα, η επαφή με τον Βλαντισλάβ ξαφνικά διακόπηκε. Στην αρχή σταμάτησε να απαντάει στις κλήσεις των γονέων, αλλά από μια στιγμή και ύστερα έδειχνε ότι ήταν εκτός σύνδεσης. Οι γονείς τηλεφώνησαν στα παιδιά που ζούσαν και δούλευαν μαζί με τον γιο τους. Εκείνοι απάντησαν με υπεκφυγές και ισχυρίστηκαν ότι ο Βλαντισλάβ στα καλά καθούμενα μάζεψε τα πράγματά του, έφυγε από το σπίτι και ότι δεν εμφανίζεται πλέον ούτε στη δουλειά.
Μπορούμε να καταλάβουμε πόσο ανησύχησαν οι γονείς. Αποφάσισαν ότι πρέπει να πάνε στην πρωτεύουσα για να ψάξουν τον Βλαντισλάβ. Ήλπιζαν ότι θα τους βοηθούσε ο μεγαλύτερος γιος τους, καθώς είχε την ιδιότητα του αξιωματικού Αστυνομίας.
Όμως, δεν του έδωσαν άδεια: κάποια σημαντική αστυνομική επιχείρηση έπρεπε να ολοκληρωθεί και δεν μπορούσε να απουσιάσει.

Όταν ο Αλεξέϊ και η Αλευτίνα έφτασαν στη Μόσχα, αρχικά πήγαν στο σπίτι, όπου ζούσε ο Βλαντισλάβ. Τα παιδιά της παρέας του γιου τους επανέλαβαν τα ίδια που τους είχαν πει και στο τηλέφωνο. Όμως, τώρα ήταν πολύ πιο φανερό ότι τα παιδιά κάτι έκρυβαν. Πήγαν στην Αστυνομία. Προς έκπληξη, το πρόβλημά τους το αντιμετώπισαν με κατανόηση και τη δήλωση εξαφάνισης την δέχτηκαν αμέσως, χωρίς καθυστερήσεις.

Επισκέφτηκαν εκ νέου το σπίτι του γιου τους, μόνο που δεν ήταν πλέον μόνοι τους.
Στους αστυνομικούς οι νεαροί είπαν περισσότερα πράγματα σε σύγκριση με αυτά που είχαν πει στους γονείς του. Αποδείχτηκε ότι ο Βλαντισλάβ δεν είχε φύγει στα καλά καθούμενα, αλλά μετά από καυγά με τα παιδιά. Κανείς δεν ήξερε που πήγε. Άρχισαν οι έρευνες. Για τους γονείς άρχισαν οι μέρες αγωνίας και αναμονής. Η ανησυχία στις καρδιές τους όλο και μεγάλωνε…

Μετά τον καυγά με τους φίλους του, ο Βλαντισλάβ αποφάσισε να επιστρέψει σπίτι. Αλλά το ότι δεν έπαιρνε τα χάπια του είχε αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία του. Τώρα ένοιωθε ότι οπωσδήποτε θα τον κυνηγούν. Γι’ αυτό, έκρινε ότι δεν μπορούσε να ταξιδέψει με τρένο ή με λεωφορείο, γιατί θα τον έπιαναν. Δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα έγγραφά του, γιατί θα τον καταλάβαιναν. Δεν μπορούσε να τηλεφωνήσει, γιατί θα αποκάλυπτε τον εαυτό του. Οπότε, βάζει μπρος για να πάει στο σπίτι του με τα πόδια (η απόσταση είναι περίπου 700 χιλιόμετρα!). Κάπου στα περίχωρα της Μόσχας σκάβει και κρύβει στο χώμα το τηλέφωνό του και τα έγγραφά του για να μην του τα κλέψουν, όπως επίσης και τα καλά αθλητικά του παπούτσια. Πλέον, στα πόδια του, που είναι ταλαιπωρημένα από τσιμπήματα κουνουπιών, φοράει χοντρές μάλλινες κάλτσες και γαλότσες, που δεν ξέρει κανείς που τις βρήκε.
Για πολλές νύχτες διανυκτερεύει στο δάσος μακριά από σπίτια και φωτιές, γύρω από τις οποίες συνωστίζονται άστεγοι. Κοιμάται πάνω στον μεγάλο του ταξιδιωτικό σάκο.

Μια φορά, την νύχτα ακούστηκαν βουερές βροντές και άρχισε δυνατή καταιγίδα. Δεν είχε που να κρυφτεί. Τα δέντρα που έγερναν από την βροχή δεν προστάτευαν. Τα νερά της βροχής αλύπητα χτυπούσαν στο πρόσωπό του. Και να που, όταν τα πάντα γύρω του για πολλοστή φορά φωτίστηκαν από αστραπή, ο Βλαντισλάβ ξαφνικά είδε μια ασυνήθιστης μορφής Γυναίκα, η οποία εξέπεμπε φως.
– Σήκω, πήγαινε στους ανθρώπους και επικοινώνησε με τους γονείς! Μόνο αυτοί θα σε βοηθήσουν, είπε η Άγνωστη Κυρία.
– Ποιός θα μου ανοίξει, με τέτοια εμφάνιση που είμαι, και μάλιστα νύχτα;
– Πήγαινε προς το μεγάλο διώροφο σπίτι με τις σφυρήλατες μεταλλικές πύλες. Το βράδυ είχες περάσει εκεί από έξω.
– Πόσο μάλλον να με αφήσουν να μπω σε αυτό το παλάτι ...
– Θα σε αφήσουν. Χτύπα την πόρτα και θα σου ανοίξουν.
Λες και μια αόρατη δύναμη σήκωσε τον νεαρό και τον ανάγκασε να επιστρέψει εκεί από όπου είχε περάσει το βράδυ. Ήταν σκοτεινά. Μόνο η λάμψη από τις αστραπές τον βοηθούσε να βρει την κατεύθυνση που χρειαζόταν. Να και το σπίτι, για το οποίο μιλούσε η Γυναίκα. Ο Βλαντισλάβ πάτησε το κουδούνι στην αυλόπορτα. Στην αυλή επικρατούσε σιωπή. Χτύπησε και την πόρτα. «Δεν υπάρχει κανείς! Μπορεί να μην θέλουν να ανοίξουν», - σκέφτηκε απεγνωσμένος. Την στιγμή που ετοιμαζόταν να φύγει, στα παράθυρα του κάτω ορόφου είδε να ανάβει φως. Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε. Ακούστηκε ο θόρυβος των βημάτων που πλησίαζαν στην αυλόπορτα. Άνοιξε η πόρτα και ο Βλαντισλάβ είδε έναν εύσωμο άντρα και άρχισε βιαστικά να του εξηγεί ότι χρειάζεται να πάρει τηλέφωνο στο σπίτι του.
Και τί έκπληξη που δοκίμασε ο νεαρός Βλαντισλάβ, όταν ο σπιτονοικοκύρης με νεύμα τον κάλεσε να τον ακολουθήσει:
– Έλα.
Ο Βλαντισλάβ δεν θυμόταν τους αριθμούς των κινητών των γονιών. Μόνο τον αριθμό του σταθερού τηλεφώνου στο σπίτι ήξερε. Κάλεσε. Σιωπή. Ξανά και ξανά, αλλά το αποτέλεσμα το ίδιο.
Μόνο αργότερα θα αποκαλυφθεί ότι - ακριβώς εκείνο τον καιρό - άλλαζαν τους αριθμούς της σταθερής τηλεφωνίας στην κωμόπολή μας. Τέλος…

– Ξέρεις κάποιου άλλου τον αριθμό; Συγγενών ή φίλων; ... βοήθησε ο άντρας.
Βεβαίως, πώς και δεν το σκέφτηκε ο ίδιος; Η οικογένεια Σαποβάλοβ!
Από την άλλη άκρη της γραμμής σήκωσε το τηλέφωνο η θεία Νάντια. Ήξερε ότι το ζευγάρι Βάζνικοβ είχε πάει στη Μόσχα για να ψάξει για τον γιο τους. Πόσο χάρηκε, όταν άκουσε τον Βλαντισλάβ! Ακόμα και η αναπνοή της έσφιξε:
– Βλαντισλάβ, πού είσαι; Τί έγινε με σένα;
Ο νεαρός τα εξηγούσε ασυνάρτητα. Και η θεία κατάλαβε ότι πρέπει να μιλήσει με άλλον:
– Βλάντ, σε παρακαλώ, δώσε μου να μιλήσω με τον άνθρωπο που σε βοήθησε να τηλεφωνήσεις.
Η θεία Νάντια εξήγησε στον σπιτονοικοκύρη ότι ο νεαρός είναι άρρωστος και ότι μερικές φορές δεν μπορεί να αξιολογεί αντικειμενικά την πραγματικότητα.
– Στο όνομα του Θεού, κρατήστε τον στο σπίτι σας! Σας παρακαλώ, μην τον αφήσετε μόνο του! Θα τηλεφωνήσω στους γονείς. Είναι στη Μόσχα. Θα τους δώσω το τηλέφωνό σας για να έρθουν και να πάρουν τον Βλάντ.
Όταν οι γονείς του Βλαντισλάβ κάλεσαν τον άνθρωπο που βοήθησε τον γιο τους, άκουσαν ότι θα ήταν δύσκολο να βρουν το σπίτι του, καθώς δεν ξέρουν την περιοχή. Συμφώνησαν ότι ο ίδιος θα φέρει τον Βλαντισλάβ στη στάση του μετρό, όπου θα τον περιμένουν.
Στην ώρα που συμφώνησαν, ο «σωτήρας του», ίσως, ένας από τους «νεόπλουτους Ρώσους», με το δικό του ακριβό αυτοκίνητο έφερε στη στάση του μετρό έναν νεαρό που για πολλές μέρες δεν είχε ξυριστεί και έμοιαζε με άστεγο. Δεν πήρε, βεβαίως, χρήματα, που του πρότειναν από ευγνωμοσύνη οι γονείς. Τί τον ανάγκασε να βοηθήσει έναν τελείως άγνωστο άνθρωπο, να μην φοβηθεί να ανοίξει την πόρτα του τη νύχτα και να μην σιχαθεί να τον βάλει στο αυτοκίνητό του; Δεν ξέρω…

Αυτήν την ιστορία την είχα ακούσει πάνω από δέκα χρόνια πριν. Με συγκίνησε. Με συγκλόνισε. Όμως, τότε μου φάνηκε ότι η συνάντηση με τη Γυναίκα ήταν όνειρο ή προϊόν νοσηρής φαντασίας ενός αρρώστου.
Τώρα, όμως, πιστεύω ότι ήταν ακριβώς έτσι: Η Θεοτόκος δεν άφησε μόνο του στη συμφορά εκείνον που χρειαζόταν τη βοήθειά Της. Και αυτό είχε γίνει τη νύχτα, προς το ξημέρωμα της 21ης Ιουλίου, τότε που γιορτάζουμε την μνήμη της Παναγίας του Καζάν.

Ελένη Ντολγκατσιόβα

Pravoslavie.ru

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης