12 Δεκ. 2021

Αμετανοησία, πολυπραγμοσύνη, υπακοή!

| Ιστολόγιο |


 

 

 

  Ο ίδιος, (ο εφημέριος της αγίας του Χριστού Αναστάσεως, που ονομαζόταν Αναστάσιος), έλεγε ότι ο αββάς Γεώργιος, που ήταν έγκλειστος στον μικρό αυτόν ναό, μία νύχτα, κατά την οποία χτυπούσε το ξύλο της σύναξης, έκλαιγε πικρά. Μόλις αυτός τον άκουσε, πήγε και τον παρακαλούσε να μάθει την αιτία.
Εκείνος, μετά από αναστεναγμό μέσα από τα βάθη της καρδιάς του, είπε:

«Πώς να μην κλαίω, τέκνο, αφού ο Δεσπότης Χριστός δεν θέλει να συγχωρήσει τις αμαρτίες μας;» και όλα αυτά, επειδή είδε κάποιον ένδοξο καθισμένο σε θρόνο ψηλό και γύρω του πολλές μυριάδες Αγίων να παρακαλούνε για ένα πράγμα, έπειτα ήλθε και η κυρία Θεοτόκος με τα πορφυρά ενδύματά της και έπεσε στα πόδια του, παρακαλώντας και λέγοντας: «Για μένα, σε ικετεύω, Κύριε». Αυτός, όμως, έμενε αμετάκλειτος. Για αυτό κλαίω και οδύρομαι, φοβούμενος το χειρότερο. Αυτά είπε ημέρα Πέμπτη και την Παρασκευή σείσθηκε όλη η γη και γκρεμίστηκαν οι πόλεις και τα χωριά στην παραθαλάσσια Φοινίκη.
Άλλοτε πάλι ο ίδιος στεκόταν στο παράθυρο του έγκλειστου αββά Γεωργίου, ο οποίος του έλεγε: «Αλλοίμονο σε μας, διότι καμμία κατάνυξη δεν έχουμε, αλλά ζούμε με αμέλεια γι’ αυτό φοβούμαι μήπως η οργή του Θεού βρίσκεται έξω από την πόρτα μας». Την επομένη ημέρα φάνηκε στον ουρανό πύρινο τόξο, προμηνύοντας τις συμφορές που συνέβησαν στους χριστιανούς.
Ο αββάς Ειρηναίος διηγήθηκε ότι κάποιος γέροντας που καθόταν στην σκήτη είδε τον διάβολο να δίνει στους μοναχούς σκαπάνες, σκαλιστήρια, δεσίματα, κοφίνια και τον ρώτησε τι ήταν όλα εκείνα. Αυτός απάντησε ότι δίνει γήινους πειρασμούς και βιοτικές μέριμνες στους μοναχούς, για να μην έχουν καιρό να θυμούνται τον Θεό.
Ο αββάς Ειρηναίος διηγήθηκε πάλι: «Όταν ερήμωσε η σκήτη, αναχώρησα και ήλθα στα μέρη της Γάζας, κοντά στην πατρίδα μου. Εκεί πήρα ένα κελλί στην λαύρα και κατοίκησα. Παίρνοντας από τον ηγούμενο ένα βιβλίο και διαβάζοντας, βρήκα το κεφάλαιο που λέει ότι ένας αδελφός πήγε σ’ έναν γέροντα και του ζητούσε την ευχή του, διότι θα πήγαινε πίσω στην πατρίδα του. Ο γέροντας του είπε: «Όταν ήσουν με εμάς, ευχόμασταν για σένα˙ τώρα όμως, επειδή φεύγεις για την πατρίδα σου, δεν ευχόμαστε πια». Μόλις διάβασα αυτά είπα στον εαυτό μου: «Αλλοίμονο σε μένα, γιατί ήλθα στην πατρίδα μου και οι πατέρες δεν εύχονται πλέον για μένα». Αμέσως επέστρεψα το βιβλίο στον ηγούμενο, αναχώρησα από εκεί και ήλθα στα κελλιά αυτά. Αυτά ήταν η αιτία, τέκνα μου, και ήλθα σε τούτον τον τόπο.
Ένας από τους μεγάλους πατέρες είχε έναν πολύ υπάκουο μαθητή. Μια μέρα τον έστειλε σε υπηρεσία και του έδωσε ψωμί, για να φάει στον δρόμο˙ ο μαθητής, αφού τέλειωσε την υπηρεσία επέστρεψε και έφερε και τα ψωμιά σώα. Του λέει, λοιπόν, ο γέροντας: «Γιατί, τέκνο, δεν έφαγες;» Εκείνος, βάζοντας μετάνοια, αποκρίθηκε: «Επειδή δεν μου είπες να φάω, πάτερ, γι’ αυτό δεν έφαγα». Θαύμασε τότε ο γέροντας την διάκριση του μαθητή και τον ευλόγησε.
Αυτός ο αδελφός, όταν κοιμήθηκε ο γέροντας, νήστευε σαράντα μέρες και ήλθε φωνή από τον ουρανό που του έλεγε: «Σε όποιο πάθος τοποθετείς πάνω το χέρι σου, θα ιατρεύεται». Το πρωί, κατά θεία οικονομία, ήλθε κάποιος άνθρωπος με τη γυναίκα του, η οποία είχε καρκίνο στον μαστό της και τον παρακαλούσε να την θεραπεύσει. Μόλις πείστηκε, έβαλε το χέρι του στο σημείο που κακοπαθούσε, το σταύρωσε και αμέσως γιατρεύτηκε˙ από τότε πολλά θαύματα πραγματοποίησε.

Από το βιβλίο: Λειμωνάριον το παλαιόν – Ιωάννου Μόσχου
Ήτοι, Τα μυρίπνοα άνθη του Παραδείσου, Διηγήματα των Οσίων Πατέρων
Εκδόσεις: “Η Αγία Αννα”

orp.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης