28 Ιουλ. 2021

Ημέρα τιμής και εορτασμού για την Αγία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου!

| Ιστολόγιο |


 


28 Ιουλίου

 

  
   Ο πατέρας της ήταν ο Φιλάρετος, στρατιωτικός διοικητής της περιοχής και ευνοούμενος του αυτοκράτορα Θεόφιλου και της αυτοκράτειρας Θεοδώρας, έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μετέπειτα πορεία της Ειρήνης, η οποία γεννήθηκε το 825.
Ένα άλλο γεγονός, ο γάμος της αδελφής της Καλλινίκης, με τον νεαρό καίσαρα Βάρδα άνοιξε για τα καλά τον δρόμο της προς την Κωνσταντινούπολη.

Το 843 η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, ως επίτροπος πια του γιου της, Μιχαήλ του Γ’, αποφάσισε να βάλει τέλος στην εικονομαχία και επιστράτευσε για τον σκοπό αυτόν τον πατέρα της Ειρήνης και τον μετέπειτα Πατριάρχη Μάξιμο τον Ομολογητή.
Μετά την αναστήλωση των εικόνων, στις 19 Φεβρουαρίου του 843, η Θεοδώρα ζήτησε από τον Φιλάρετο να φέρει στην Κωνσταντινούπολη την κόρη του, με σκοπό να την παντρέψει με το γιο της, Μιχαήλ.
Αν και όλοι, σύμφωνα με την παράδοση χάρηκαν, η ίδια έμεινε αδιάφορη, αφού από μικρή είχε αποφασίσει να γίνει μοναχή. Λίγο πριν φτάσει στην Κωνσταντινούπολη, ο Μιχαήλ είχε νυμφευτεί την Ευδοκία, οπότε το όλο σχέδιο ναυάγησε. Ο πατέρας της αναζήτησε αλλού σύζυγο για την Ειρήνη, η οποία διαφώνησε και αποκάλυψε στους δικούς της την απόφασή της να γίνει μοναχή. Η απόφαση προκάλεσε την έντονη σύγκρουση με τον πατέρα της, ο οποίος τελικά συμφώνησε μαζί της και την οδήγησε ο ίδιος στη γυναικεία κοινοβιακή μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ του Χρυσοβαλάντου, η οποία βρισκόταν στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης.
Όταν εκάρη μοναχή ήταν μόλις 15 χρόνων. Έξι χρόνια αργότερα εξελέγη ηγουμένη, με την φήμη της να απλώνεται σε όλο τον κόσμο, λόγω των θαυμάτων που όπως αναφέρουν οι συναξαριστές, έκανε μέσα στη μονή.

Η Ειρήνη, σύμφωνα με όσα έχουν γραφτεί γι’ αυτήν, έδινε πολύ μεγάλη σημασία στην εξομολόγηση. Κάθε πρωί καλούσε τις μοναχές της μονής στον Ιερό Ναό των Αρχαγγέλων και τις εξομολογούσε. Το ίδιο έκανε και με τους λαϊκούς, οι οποίοι έσπευδαν να ζητήσουν την καθοδήγησή της.
Σύμφωνα με την παράδοση, ζήτησε στην προσευχή της το διορατικό χάρισμα, για να γνωρίζει τι κρύβει ο εξομολογούμενος στην καρδιά του. Ένα από τα θαύματα που αποδίδονται στην Ειρήνη είναι αυτό με τα κυπαρίσσια: Τις έναστρες νύχτες, στεκόταν έξω από το κελλί της και προσευχόταν. Μια από τις βραδιές αυτές, κάποια αδελφή αγρυπνούσε έξω από το κελλί της και είδε το εξής παράδοξο: Τα δύο πανύψηλα κυπαρίσσια, τα οποία ορθώνονταν αριστερά και δεξιά στην είσοδο του καθολικού, λύγιζαν μπροστά στην προσευχόμενη Αγία, σαν να την προσκυνούσαν, και η ίδια η Ειρήνη δεν πατούσε στη γη, αλλά αιωρούνταν περίπου ένα μέτρο πάνω από το έδαφος.
Όταν η Οσία ολοκλήρωσε την προσευχή της, σταύρωσε τα δύο κυπαρίσσια και εκείνα επανήλθαν στη φυσιολογική τους θέση. Η μοναχή, κατάπληκτη, με ανάμεικτα συναισθήματα φόβου και θαυμασμού, συγκρατήθηκε και δεν είπε τίποτα στην υπόλοιπη αδελφότητα.
Το επόμενο βράδυ παραφύλαξε πάλι έξω από το κελλί της και το ίδιο παράδοξο γεγονός επαναλήφθηκε˙ και ξανά το ίδιο, το τρίτο κατά σειρά βράδυ. Την επόμενη νύχτα, η μοναχή, χωρίς να την αντιληφθεί η ηγουμένη της, έτρεξε στα λυγισμένα κυπαρίσσια, έδεσε από ένα λευκό μαντήλι στις κορυφές τους και επέστρεψε στο κελλί της.
Το πρωί, η ήρεμη ατμόσφαιρα του κοινοβίου αναστατώθηκε, όταν οι μοναχές είδαν τα δεμένα μαντήλια και κατάπληκτες ρωτούσαν η μία την άλλη ποιος ήταν αυτός που έδεσε τόσο ψηλά δέντρα, για ποιον λόγο το έπραξε και, προπάντων, με ποιον τρόπο. Η αδελφή η οποία υπήρξε μάρτυρας στα θαυμάσια αυτά περιστατικά αποκάλυψε όλη την αλήθεια και τότε όλες έκλαιγαν από χαρά και συγκίνηση και παραπονούνταν, γιατί δεν τις ξύπνησε να δουν και εκείνες το θαύμα της ηγουμένης τους. Πάνω στην ώρα κατέφθασε και η Ειρήνη. Όταν κατάλαβε τι συνέβη και πως μαθεύτηκε ένα μυστικό που εκείνη κρατούσε επτασφράγιστο για χρόνια ολόκληρα, επέπληξε αυστηρά την αδελφή που το μαρτύρησε με τα παρακάτω λόγια: «Αν με έβλεπες να αμαρτάνω σαν άνθρωπος, θα εφανέρωνες την αμαρτία μου;». Έθεσε, λοιπόν, βαρύ επιτίμιο για όποια τολμούσε να φανερώσει οτιδήποτε παράδοξο έβλεπε, όσο ήταν η ίδια εν ζωή.

Ειδική αναφορά γίνεται από όσους ασχολήθηκαν με την Οσία Ειρήνη στον θάνατό της, για τον οποίο είχε προετοιμαστεί ανάλογα: Τακτοποίησε τις υποθέσεις του μοναστηριού και υπέδειξε την διάδοχό της. Μία εβδομάδα πριν από την μεγάλη ημέρα, νήστεψε τρώγοντας μόνο μήλο και καθημερινά κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων.
Ήταν Κυριακή, όταν για τελευταία φορά η Ειρήνη παρακολούθησε την Θεία Λειτουργία, απάγγειλε το Σύμβολο της Πίστεως (το «Πιστεύω»), κοινώνησε, αγκάλιασε τις αδελφές και τους ζήτησε συγγνώμη.
Τέλος, γονάτισε μπροστά στην Ωραία Πύλη, ύψωσε τα χέρια της και προσευχήθηκε για τελευταία φορά με αυτά τα λόγια: «Δέσποτα, Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος. Συ, ο Ποιμήν ο Καλός, που με το πανάγιο και πολύτιμο αίμα Σου μας ελύτρωσες από τα δεσμά της αμαρτίας, άκουσε την τελευταία δέηση της ταπεινής Σου δούλης. Στην κραταιά Σου χείρα παραδίδω σήμερα το μικρό τούτο ποίμνιο. Σκέπασέ το με την θεία σκέπη Σου και διαφύλαξέ το από τις επιθέσεις του αοράτου εχθρού. Διότι Συ είσαι ο αγιασμός μας και η απολύτρωσις και Σε θα δοξάζουμε αιωνίως. Αμήν».
Στη συνέχεια, αποσύρθηκε στο κελλί της και πλάγιασε στην ασκητική της κλίνη. Οι μοναχές στάθηκαν γύρω της και την έβλεπαν να χαμογελά. Λίγο αργότερα, παρέδωσε το πνεύμα της, σε ηλικία 104 χρόνων.
Η έξω από τα συνηθισμένα κοίμησή της διαδόθηκε στην Πόλη, με αποτέλεσμα χιλιάδες κόσμου να φτάσουν στο μοναστήρι για να προσκυνήσουν το ιερό σκήνωμά της. Επικεφαλής ήταν ο Πατριάρχης, ο οποίος με πλήθος λαού από όλες τις κοινωνικές τάξεις και των αρχιερέων και λοιπών κληρικών συνόδευσαν την Οσία Ειρήνη στην τελευταία της κατοικία, στο παρεκκλήσι του μεγαλομάρτυρος Αγίου Θεοδώρου.

Η Αγία Ειρήνη συνδέθηκε με το περιστατικό των τριών μήλων, όπως έχει φτάσει σε εμάς: Ένα βράδυ, καθώς προσευχόταν, ήρθε φωνή προς την Οσία που της είπε: «Υποδέξου τον ναύτη που σου φέρνει σήμερα τα οπωρικά και να τα φας με χαρά, ώστε η ψυχή σου να νοιώσει αγαλλίαση».Στη διάρκεια του Όρθρου έστειλε δύο μοναχές στην πύλη της μονής για να υποδεχτούν έναν ναύτη που ήταν απέξω.
Όταν, μετά την Ακολουθία, συναντήθηκαν, εκείνος της είπε ότι είναι ναύτης από την Πάτμο. Καθώς ξεκίνησε το καράβι τους για να πλεύσει στην Κωνσταντινούπολη, ένας σεβάσμιος γέροντας από την ακτή τους φώναξε, παρακαλώντας να γυρίσουν πίσω για να τους δώσει κάτι. Όμως, το καράβι έπλεε με ανοιγμένα πανιά.
Τότε ο γέροντας πρόσταξε το πλοίο να σταματήσει, πράγμα που έγινε, κι εκείνος, περπατώντας στην επιφάνεια της θάλασσας, πήγε κοντά τους. Και βγάζοντας από το στήθος του τρία μήλα, του τα έδωσε λέγοντας: «Όταν φτάσεις στην Πόλη, να τα δώσεις στον Πατριάρχη και να του πεις πως του τα έστειλε ο Θεός και ο δούλος του Ιωάννης από τον Παράδεισο».
Στη συνέχεια έβγαλε άλλα τρία μήλα και του είπε: «Αυτά να τα δωρίσεις στην ηγουμένη της Μονής Χρυσοβαλάντου, την Ειρήνη, και να της πεις: «Φάγε από εκείνα που η καλή σου ψυχή επεθύμησε. Διότι τώρα έρχομαι από τον Παράδεισο και τα έφερα». Λέγοντάς του αυτά, ο μεν γέροντας έγινε άφαντος, το δε πλοίο ξεκίνησε.
Κατόπιν, ο ναύτης έβγαλε τα τρία μήλα από ένα μεταξωτό μαντήλι και τα έδωσε στην Αγία Ειρήνη. Τα μήλα ήταν εξαιρετικά όμορφα, ευωδιαστά και μεγάλα. «Και τούτο δεν είναι πράγμα απίστευτον, επειδή ήσαν από τον Παράδεισον». Η ηγουμένη νήστεψε επί μία εβδομάδα, ευχαριστώντας τον Κύριο. Έπειτα άρχισε κάθε μέρα και από λίγο να τρώει το ένα μήλο χωρίς επί 40 ημέρες να βάζει στο στόμα της καμιά άλλη τροφή. Την δε Μεγάλη Πέμπτη, αφού κοινώνησαν όλες οι αδελφές, έκοψε το δεύτερο μήλο και έδωσε σε όλες από ένα κομματάκι. Και αυτές αισθάνονταν την ευωδία και την γλυκύτητά του και θαύμαζαν. Το τρίτο μήλο το κράτησε η Αγία ως πολύτιμο φυλακτήριο «και καθ’ εκάστην το ωσφραίνετο εις απόλαυσιν της ψυχής της και αγαλλίασιν».

stereanews.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης