9 Μαϊ. 2021

Το τελευταίο Πάσχα του Αγίου Γέροντα Παϊσίου, το 1994

| Ιστολόγιο |


 

 Ανεξίτηλες παραστάσεις από τον παππούλη, έχουμε, εννοείται και από το Άγιον Όρος, που ζούσε εκεί σαν καιομένη λαμπάδα

 

 

 Του Αρχιμανδρίτη Αρσενίου Κατερέλου

Τώρα, όσον αφορά στον Γέροντα Παΐσιο, με αφορμή την Θεολογική Σχολή, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1993-94, πήγαινα τακτικά στην Σουρωτή και έκανα αρκετές, τότε, ακολουθίες, Λειτουργίες κ.λπ.
Θυμάμαι ότι, όταν κάναμε ένα Ευχέλαιο και την ώρα που η αναξιότης μου θα έχριε τον Γέροντα Παΐσιο, εκείνος, λόγω της ιεροσύνης μου και της ταπείνωσής του, βέβαια, έσκυψε και φίλησε το αμαρτωλό χέρι μου. Εγώ τότε, κοκκίνισα, τάχασα, και ο μόνος τρόπος που μπορούσα νομίμως να αντιδράσω ήταν κι εγώ, αυθόρμητα, να πάρω την δική του ευχή, γιατί είχα μπροστά μου έναν Άγιο, και να ασπασθώ κι εγώ, ταυτόχρονα, το δικό του χέρι. Με την κίνηση, όμως, που έκανα για να φθάσω και να ασπασθώ το δικό του χέρι, έγινε μία σύγκρουση κεφαλιών...!
Μόνο, που το ένα ήταν γεμάτο μυαλό, ή μάλλον, γεμάτο θεία Χάρη, και το άλλο ήταν κούφιο, και από μυαλό και από Χάρη, και αυτό φάνηκε και από τον χτύπο - σχήμα υπερβολής, βέβαια.
Αποκορύφωμα βέβαια όλης αυτής της συγκυρίας, με αφορμή την Θεολογική Σχολή, που με έστειλε ο π. Παΐσιος, ήταν να κληθώ στην Μονή της Σουρωτής, για να κάνω τις ακολουθίες του Πάσχα, το 1994, το τελευταίο Πάσχα της επί γης ζωής του Γέροντα.
Τώρα, το πως πήρα άδεια από τον Δεσπότη μου, στην  Λαμία, και πως ένας Δεσπότης είναι δυνατόν να αφήσει  έναν ιερέα, να πάρει άδεια το Πάσχα, είναι μυστήριο, είναι ανεξήγητο, το πως άνοιγαν οι πόρτες... Μάλιστα, μου είπε ο τότε Σεβασμιότατος, κυρός Δαμασκηνός: «Φύγε αμέσως, δεν θέλω να μου εξήγησεις κανέναν λόγο». Και, τότε, του είπα, γιατί του άρεσαν τα αστεία: «Φεύγω πριν το μετανοιώσετε»...
Πράγματι, έφυγα γιατί φοβόμουν να μη το μετανοιώσει και να μην επηρεασθεί... Είχα προετοιμασθεί, να του πω πολλά επιχειρήματα, μήπως και με άφηνε να πάω εκεί, στην Σουρωτή, αλλά δεν χρειάσθηκε.
Και θυμάμαι όλα, όσα έγιναν εκείνη την Μεγάλη Εβδομάδα, στην Σουρωτή τα συγκινητικότατα, και ιδιαίτερα την Μεγάλη Πέμπτη το πρωί, στην Λειτουργία, στην ακολουθία, και κατά την ακολουθία της Αναστάσεως, που αυτές έγιναν χωρίς κόσμο, εννοείται. Έγιναν παρουσία μόνον του Γέροντος και της αδελφότητος εκεί, στο παρεκκλήσι των Ταξιαρχών, των Αρχαγγέλων.
Τί να πρωτοαναφέρω, από όσα επιτρέπονται, βέβαια. Ο τρόπος με τον οποίο ο π. Παΐσιος έπαιρνε το Άγιο Φώς κι ενώ έψελνε τόσο σιγά, νόμιζες ότι βοά προς τον Κύριο. Όπως τότε, που είπε ο Θεός στον Μωυσή «τί βοάς προς με;» κι ο Μωυσής μιλούσε από μέσα του. Πως σιγόψελνε σε όλη την ακολουθία... Ο τρόπος που έλεγε τα «Αληθώς Ανέστη!» Η ευλάβειά του. Οι σταυροί του. Το ύφος του, οι κινήσεις του, τα πάντα του. Το πως κοινωνούσε από την αναξιότητά μου. Μας έπιανε ένα τρέμουλο... Η καρτερία του, που έδειχνε στους πόνους. Η όλη φερέπονος διάθεσή του, κ.λπ. γιατί τότε είχαν απομείνει μόνο 25-30 κιλά βάρος στο σώμα του.
Φυσικά, μου μένει αξέχαστη η τελευταία συνάντηση που είχαμε μετά τον Εσπερινό της Αγάπης, όπου μεταξύ των άλλων, μου έλεγε τι του είχαν πει οι  γιατροί. Οι γιατροί του είπαν, ότι ο καρκίνος θα έκανε μετάσταση και θα πήγαινε από το Α όργανο, στο Β, στο Γ, στο Δ.... στο Ν, παντού. Έτσι του είχαν πει οι γιατροί, γιατί ήθελε να μάθει και την αλήθεια. Και τότε ο π. Παΐσιος απήντησε χαριτωμένα, αναστάσιμα, ευχάριστα: «Ας πάει όπου θέλει ο καρκίνος, αρκεί εδώ να μη πάει» είπε δείχνοντας το κεφάλι του. Δηλ., εννοούσε αρκεί να μη πειραζόταν ο νους του, για να έχει καλή απολογία. Γιατί, μου έλεγε: «Δεν έχει σημασία το πότε θα φύγουμε. Σημασία έχει να είμαστε πάντοτε έτοιμοι».
Μετά απ' αυτό, είπε στους γιατρούς: «Με κάνατε αστροναύτη, με τα οξυγόνα, με το α' καί με το β'... Τώρα, όμως, τελείωσε η αποστολή σας. Τώρα αρχίζει η δουλειά του Θεού». Μου είπε τότε και διάφορα άλλα...
Αλλά, καταλήγω εκεί που ξεκίνησα. Εάν δεν έκανα παράλογη υπακοή να πάω Θεολογική Σχολή, προφανώς, μάλλον, δεν θα είχα αυτές τις πολλές και άλλες ευλογίες και πνευματικές παρηγοριές, που είχα - αναξίως πάντα - για τις οποίες, βέβαια, είμαστε αναπολόγητοι. Ελπίζομαι όμως στις ευχές του Γέροντα.
Ανάλογες, ανεξίτηλες παραστάσεις από τον παππούλη, έχουμε, εννοείται και από το Άγιον Όρος, που ζούσε εκεί σαν καιομένη λαμπάδα. Από εκεί π.χ. έχω μία κασέτα, από την ακολουθία της Αναστάσεως, στο κελλί του π. Ισαάκ (του Λιβανέζου), όπου πάντα έκανε Πάσχα ο Γέροντας. Τότε, ήμουν δόκιμος, αλλά και άλλες φορές, ως φοιτητής, είχε τύχει να κάνω εκεί Πάσχα. Όλοι ήμασταν συγκινημένοι από την παρουσία του Γέροντα, ο οποίος ερχόταν από το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου και διηγιόταν ευχάριστα, ωφέλιμα περιστατικά.
Ο Γέροντας, όταν έψελνε, έψελνε από τα φυλλοκάρδια της καρδιάς του. Όταν μάλιστα κάποιοι του έλεγαν «Γέροντα ψάλε κάτι κι εσύ», έλεγε «ά, εγώ δεν θέλω να ψάλω κάτι, γιατί θέλω να ψέλνω συνέχεια», δηλ. συνεχώς. Πράγματι, σιγόψελνε σ' όλη την ακολουθία εκεί στη Λιτή - ας την πούμε έτσι - του παρεκκλησίου του κελλιού του π. Ισαάκ.
Μάλιστα, εκεί ήταν κι ένας Λιβανέζος, - γιατί είμαστε είκοσι πέντε περίπου άτομα εκ των οποίων δύο ήταν Λιβανέζοι - και του είπε ο π. Παΐσιος «να διαβάσετε τις Πράξεις και στα Αραβικά». Και του απαντά ό Λιβανέζος «μα, Γέροντα, δεν είναι σωστό, γιατί όλοι εσείς είστε Έλληνες, δεν θα καταλαβαίνετε τίποτε από τα Αραβικά». Και λέει ο π. Παΐσιος: «Καλύτερα, για να μην έχουμε και ευθύνη εν ήμερα Κρίσεως».... Έλεγε κι άλλα τέτοια χαριτωμένα.
Κάποια στιγμή, του είπε ένας Λιβανέζος: «Γέροντα, να σε βγάλω “μία” φωτογραφία;» Κι ό Γέροντας του λέει: «Πονηρούλη, “μία” στα Αραβικά, σημαίνει 100»!
Ήταν άνοιξη, άκουγε τα πουλιά έξω να κελαϊδάνε και με ρωτάει: «Τί λένε, τώρα, τα πουλάκια;». «Πού να ξέρω Γέροντα;» του λέω. «Ευλογημένε, λένε το "Χριστός Ανέστη!"».

Βιβλιογραφία

“Περιστατικά και συνεντεύξεις για τους Γέροντες
Παΐσιο και Ισαάκ τους Αγιορείτες”

Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”

theomitoros.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης