26 Δεκ. 2020

Ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου ...

| Ιστολόγιο |


 

Του Λάμπρου Κ. Σκόντζου, Θεολόγου – Καθηγητού

(Σύντομη ιστορική προσέγγιση της Θείας Ενανθρωπήσεως)




Η μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων αποτελεί (πρέπει να αποτελεί), για κάθε συνειδητοποιημένο πιστό, αφορμή για συναίσθηση και στοχασμό της άμετρης του Θεού και τον αστείρευτο πλούτο των δωρεών Του προς τον πεσόντα άνθρωπο.
Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος Θεός. Ο άναρχος εισήλθε στον χρόνο για να εξαγιάσει την ανθρώπινη ιστορία και να την κάνει ξανά προθάλαμο της αιωνιότητας.
Ο άπειρος δέχεται να περιορισθεί στο χώρο για να απελευθερώσει τον άνθρωπο από την κατάρα της αμαρτίας, την φθορά και τον θάνατο και ολόκληρη την κτιστή δημιουργία «από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης των τέκνων του Θεού», διότι «πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν» (Ρωμ.8,21-22), εξαιτίας της πτώσεως του ανθρώπου, ο οποίος πλάστηκε να είναι ο σύνδεσμος κτιστού και ακτίστου.
Η είσοδος του Προαιώνιου Λόγου του Θεού στον χώρο και τον χρόνο αποτελεί αναμφίβολα το μέγιστο μυστήριο και την έσχατη παραδοξότητα της ιστορίας, καθότι διαψεύσθηκε η ανθρώπινη διανόηση ότι «θεός ανθρώπω ου μείγνυται» (Πλάτωνος, Συμπόσιον 202c-203a), ότι ο Θεός είναι αδύνατον να μειχθεί, να ενωθεί με τον άνθρωπο.
Παρά ταύτα ο Θεός της αγάπης και των οικτιρμών, ο κύριος των φυσικών νόμων, τους αναστέλλει για να σώσει τον άνθρωπο. Για να συντελεσθεί το σχέδιο της σωτηρίας, να πραγματοποιηθεί η Θεία Ενανθρώπηση, έπρεπε να υπάρξουν οι κατάλληλες ιστορικές συνθήκες.
Ο Απόστολος Παύλος, έγραψε στους χριστιανούς της Γαλατίας (σημερινή περιοχή Αγκύρας της Μ. Ασίας), πως «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπό νόμον» (Γαλ.4,4).
Η Θεία Ενανθρώπηση πραγματοποιήθηκε όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, το οποίο χαρακτηρίζει ο μεγάλος Απόστολος ως «προθεσμία του Πατρός».
Ως πλήρωμα του χρόνου εννοείται η πραγματοποίηση των κατάλληλων ιστορικών συνθηκών και συγκυριών, για να σαρκωθεί ο Θεός Λόγος και να επιτευχθεί το έργο της απολυτρώσεως του κόσμου.

Στο σύντομο πόνημά μας θα προσπαθήσουμε, πολύ συνοπτικά, να εντοπίσουμε τις κυριότερες συνθήκες, οι οποίες υπήρξαν την εποχή της Γεννήσεως του Σωτήρα Χριστού και συνέβαλαν στην πραγμάτωση του θείου σκοπού.
Κύριο στοιχείο του μεταπτωτικού ανθρώπου ήταν η απομάκρυνσή του, η αποξένωσή του, από την κοινωνία του αληθινού Θεού, στρέφοντας την πίστη του στην ειδωλολατρία, στη λατρεία ψεύτικων θεοτήτων, πλάσματα της αρρωστημένης φαντασίας του, προβολές των αμαρτωλών του παθών.
Η απομάκρυνση αυτή θα είναι ολοένα και εντονότερη, ώστε στα χρόνια της Γεννήσεως του Χριστού να υπάρχει πλήρης θρησκευτική και πνευματική εξαχρείωση.
Η ειδωλολατρία είχε φτάσει σε απίστευτα βάθη παραλογίας και μεγέθη τυραννίας των ανθρώπων, δια της δεισιδαιμονίας και της υποταγής στα δαιμονικά κελεύσματα μέσω των τελετουργικών. Απίθανες παράλογες λατρείες είχαν κατακλείσει τον Ελληνορωμαϊκό κόσμο και είχαν εξαφανίσει τις εθνικές λατρείες.
Όμως, αυτός ο θρησκευτικός κυκεώνας, παρά τις ολέθριες συνέπειές του, είχε και κάτι θετικό: την άμβλυνση της παραδεδομένης θρησκευτικότητας και την εναγώνια αναζήτηση μιας νέας θρησκείας και μάλιστα μιας θρησκείας με παγκόσμιο χαρακτήρα. Επίσης ο πληθωρισμός θεοτήτων, με κοινά χαρακτηριστικά, γέννησε την ιδέα του ενωθεϊσμού, δηλαδή την ανάγκη να λατρευτεί ένας κοινά αποδεκτός Θεός. Αυτή η κατάσταση υπήρξε ευνοϊκή για να κηρυχθεί η πίστη σε έναν παντοδύναμο και πανανθρώπινο Θεό. Οι άνθρωποι είχαν απηυδήσει από το πλήθος, την κακότητα και την αισχρότητα των ειδωλολατρικών «θεών». Παράλληλα είχε γεννηθεί και καλλιεργηθεί στην ψυχή τους η λαχτάρα για τη λατρεία ενός παγκόσμιου και μοναδικού Θεού, διαφορετικού από τους παραδεδομένους «θεούς».
Η παταγώδης κατάρρευση της προχριστιανικής θρησκευτικότητας οδήγησε αναγκαστικά στην αναζήτηση μιας άλλης θρησκευτικότητας, η οποία θα προσφέρει ελπίδα λυτρώσεως. Αυτή η εναγώνια αναζήτηση λυτρώσεως διαφαίνεται και στην ανάπτυξη των «μυστηρίων», παράδοξων μυστηριακών πράξεων, τα οποία, δια παράλογων μυήσεων, επαγγέλονταν μεταθανάτια λύτρωση, κάτι που δεν μπορούσαν να προσφέρουν τα χρεωκοπημένα θρησκευτικά σχήματα.

Αυτή ήταν, λοιπόν, η πρώτη και σημαντική ευνοϊκή συγκυρία για την αποδοχή του Χριστού. Στο πρόσωπο και την διδασκαλία Του βρήκε η ανθρωπότητα τον αναμενόμενο λυτρωτή και την λύτρωση. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί η αποδοχή του σωστικού Του κηρύγματος από τις πλατιές μάζες, αλλά και η σφοδρή πολεμική από τα θρησκευτικά κατεστημένα, τα οποία έβλεπαν με τρόμο να περιθωριοποιούνται και να αφανίζονται.
Οι πρώτοι για να απελευθερωθούν και οι δεύτεροι για να μη χάσουν τα ποικίλα προνόμιά τους από τον νέο κόσμο, που επαγγέλθηκε ο Χριστός στη γη.
Δεύτερη ευνοϊκή συνθήκη υπήρξε η πολιτική ενοποίηση της ανθρωπότητας. Οι κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου (356-323 π.Χ.), τα ελληνιστικά βασίλεια και στη συνέχεια οι ρωμαϊκές κατακτήσεις, δημιούργησαν μια παγκόσμια αυτοκρατορία, υπό την εξουσία της Ρώμης, η οποία συμπεριελάμβανε όλον σχεδόν τον τότε γνωστό κόσμο.
Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχαν πια περιορισμοί στις μετακινήσεις ανθρώπων, αγαθών και ιδεών. Είχαν χαραχτεί τεράστιες οδικοί άξονες για την εύκολη μετακίνηση των ανθρώπων και υπήρχε σχετική αστυνόμευση για την ασφαλή τους μετακίνηση.
Αναπτύχθηκε η ναυσιπλοΐα και οι θαλάσσιες συγκοινωνίες, οι οποίες έφεραν, σχετικά εύκολα, πιο κοντά ανθρώπους διαφορετικών λαών και πεποιθήσεων. Αναπτύχθηκε το παγκόσμιο εμπόριο και μαζί με αυτό διακινούνταν και ιδέες.
Αναπτύχθηκαν επίσης ταχυδρομικές υπηρεσίες, μέσω των οποίων διευκολύνθηκε η διακίνηση των ιδεών. Αυτή ήταν μια ακόμα πολύ σημαντική ευνοϊκή συγκυρία για την εύκολη διάδοση του χριστιανικού κηρύγματος σε όλο τον κόσμο και την ίδρυση τοπικών Εκκλησιών. Με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο ο Ελληνικός πολιτισμός, η φιλοσοφία και το κυριότερο: η επικράτηση της απαράμιλλης Ελληνικής γλώσσας, η οποία είχε γίνει παγκόσμια γλώσσα. Το Ευαγγέλιο γράφηκε στην Ελληνική γλώσσα και χάρις σ’ αυτήν, κηρύχτηκε σε όλα τα έθνη. Αν δεν υπήρχε αυτή η παγκόσμια και τέλεια γλώσσα θα ήταν πολύ δύσκολο να φτάσει το ευαγγελικό μήνυμα στα πέρατα της οικουμένης, να γίνει κτήμα όλων των υπηκόων του απέραντου ρωμαϊκού κράτους. Ας σημειωθεί επίσης πως η Ελληνική γλώσσα έγινε η γλώσσα της Εκκλησίας, μέσω της οποίας μπόρεσε να διατυπώσει και να εκφράσει τις ύψιστες αλήθειές της. Άλλη μια ευνοϊκή συνθήκη ήταν και η εδραίωση στα χρόνια εκείνα της παγκόσμιας ειρήνης, γνωστής μας «pax romana» (ρωμαϊκή ειρήνη). Ο ρωμαίος αυτοκράτορας Αύγουστος (27 π.Χ – 14 μ.Χ.), με την μεγαλόπνοη πολιτική του και την στρατιωτική οργάνωση της απέραντης αυτοκρατορίας, κατόρθωσε να επιβάλλει μια μακροχρόνια ειρήνη, η οποία ασφαλώς συνέβαλλε στην διευκόλυνση της ιεραποστολής της Εκκλησίας. Οι άνθρωποι βίωναν στα χρόνια εκείνα μια σχετική ειρηνική ζωή και έτσι μπορούσαν να ασχολούνται με ειρηνικά έργα και να είναι αποδέκτες ευγενών ιδεών και θρησκευτικών σχημάτων. Είναι ευνόητο πως η ιεραποστολή σε εμπόλεμες καταστάσεις θα ήταν αν όχι αδύνατη, τουλάχιστον δυσχερής. Η ρωμαϊκή ειρήνη υπήρξε και αυτή ένας σημαντικός παράγων της ανάπτυξης της Εκκλησίας και της διάδοσής της στα έθνη. Αυτές ήταν εν συντομία κάποιες από τις κύριες ευνοϊκές συνθήκες, που έδωσε ο Θεός να υπάρχουν στη γη όταν απέστειλε τον Υιό Του να εκπληρώσει το θεία σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου.

Βεβαίως, οι άνθρωποι διαμορφώνουν, με την ελεύθερη βούλησή τους, την ιστορία, αλλά ο Θεός την οδηγεί εν τέλει, χωρίς να καταστρατηγεί την ανθρώπινη ελευθερία, στον τελεολογικό της στόχο, που είναι η σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου. Έτσι οι Άγιοι Πατέρες, με προεξάρχοντες τους μεγάλους χριστιανούς Απολογητές των πρωτοχριστιανικών αιώνων, διείδαν την θεία κατεύθυνση της ιστορίας και θεώρησαν μεγάλους άνδρες της προχριστιανικής αρχαιότητας, ως ακούσια όργανα του Θεού και μεγάλα γεγονότα της ιστορίας, ως επέμβαση δική Του για την υλοποίηση του θείου σχεδίου για την σωτηρία του κόσμου.
Δυστυχώς υπάρχουν κάποιοι, με μικρόνοα εμβέλεια, οι οποίοι δεν θέλουν να αποδεχτούν την διακριτική επέμβαση του Θεού στην ανθρώπινη ιστορία, επιχειρώντας απεγνωσμένα να «ερμηνεύσουν» μυθικά το μεγάλο και κοσμοσωτήριο γεγονός της κατά Σάρκα Γεννήσεως του Χριστού. Να το σχετίσουν με φαιδρές πίστεις και «δάνεια» του προχριστιανικού παγανισμού. Να αποδώσουν την διάδοση του Ευαγγελίου και την θαυμαστή παγκόσμια επικράτηση της Εκκλησίας, ως δήθεν αποτέλεσμα βίαιων επιλογών και επιβουλών της. Θέλουν όμως να παραβλέπουν το γεγονός, ότι η Εκκλησία ουδέποτε είχε κοσμική εξουσία και η διάδοσή της έγινε με ειρηνικά πνευματικά μέσα. Η διάδοση του χριστιανικού μηνύματος και η εγκαθίδρυση της Εκκλησίας στα πέρατα του κόσμου υπό λίαν δυσμενείς συνθήκες, λόγω της εχθρότητας του ειδωλολατρικού κόσμου, είναι το μεγάλο και ανεξήγητο, για τους ορθολογιστές, θαύμα της ιστορίας.
Όταν αλλότριες με τη φύση της δυνάμεις θέλησαν να εκμεταλλευτούν την τεράστια πνευματική της δύναμη και άσκησαν εξουσία στο όνομά της, η ανθρωπότητα βίωσε δυσμενείς καταστάσεις. Η δύναμη της Εκκλησίας «εν ασθενεία τελειούται» (Β΄Κορ.12,9). Ο Χριστός ήρθε στον κόσμο, αλλάζοντας τη ροή της ιστορίας και τέμνοντάς την στην προ και μετά Χριστόν εποχή. Η Θεία Γέννησή Του αποτέλεσε το κέντρο της ιστορίας, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι Εκείνος είναι ο Κύριός της. Καμμία άλλη προσωπικότητα δεν κατόρθωσε κάτι τέτοιο, μόνον Αυτός, «ο Εμμανουήλ, ος εστί μεθερμηνευόμενον, μεθ’ ημών Θεός» (Ματθ.1,23). Εισήλθε στην ιστορία και τον χρόνο, για να μην είμαστε πια μόνοι, αλλά να είναι μαζί μας ενωμένος Εκείνος για να μας αγιάζει, να μας σώζει, να μας θεώνει και να μας καθιστά υιούς και κληρονόμους «Θεού δια Χριστού» (Γαλ.4,7).

Αυτή την υπέρτατη δωρεά λάβαμε δια της Θείας Ενανθρωπίσεως. Αυτήν συνεχίζει να διαχέει στον κόσμο, ο δι’ ημάς νηπιάσας Θεός μας, εδώ και είκοσι αιώνες, και θα συνεχίσει να διαχέει ως τα έσχατα της ανθρώπινης ιστορίας! Ο άνθρωπος δια του Θεανθρώπου γίνεται Θεός! Αυτή είναι η πεμπτουσία της μεγάλης εορτής των Χριστουγέννων!

agios-dimitrios.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης