15 Ιουλ. 2020

Ένα πιάτο φαί που σε “στοιχειώνει”

| Ιστολόγιο |


 

 


Φεβρουάριος 1980, η αδερφή μου πηγαίνοντας στο σχολείο - λύκειο - είχε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα. Κάποιος νεαρός, πήρε ένα αμάξι και πήγε να πειράξει τις κοπέλες. Μαγκιές, επιτόπιες στροφές κ.λπ. Αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου,να ανεβεί στο πεζοδρόμιο και να τραυματίσει οκτώ παιδιά.
Δυστυχώς η πιο άσχημα τραυματισμένη απ’ όλα τα παιδιά, η αδερφή μου.
Οι γιατροί δεν ήξεραν αν θα ζήσει ή θα πεθάνει.
Είπαν στη μητέρα μου, δύσκολα τα πράγματα. Αν δεν περάσει 48ωρο δεν ξέρουμε καν αν θα ζήσει. Το παιδί πρησμένο, μη αναγνωρίσιμο, σε αφασία, με ακατάσχετη αιμορραγία, ένα πόδι σμπαραλιασμένο, που ποτέ δεν επανήλθε, παρ’ όλη την δωδεκάμηνη παραμονή στο νοσοκομείο και τελικά μετά από έναν χρόνο νοσηλείας, ο ακρωτηριασμός στο Λονδίνο έδωσε τη λύση.
Στο διάστημα που μεσολάβησε, εγώ μαθητής της ΣΤ΄ του δημοτικού, έζησα την απόλυτη φρίκη, την απόλυτη μοναξιά, την απόλυτη ψυχική και σωματική ανασφάλεια και τον τρόμο. Η μητέρα μου, επί έναν χρόνο στο νοσοκομείο δίπλα στην αδελφή μου δεν κούνησε. Τα βράδια «κοιμόταν» σ’ένα σκαμνί δίπλα στο κρεβάτι της.
Ο αδελφός μου, μεγαλύτερος από μένα, παράτησε το Γυμνάσιο και ξημεροβραδιαζόταν κι αυτός στο νοσοκομείο, μαζί με την μητέρα μου και τα βράδια, επειδή το νοσοκομείο ήταν στον Χολαργό, κοιμόταν σ έναν φίλο του στους Αμπελοκήπους - για να βρίσκεται κοντά αν χρειαζόταν - που είχε και τηλέφωνο.
Εγώ, μόνος στο σπίτι στο Περιστέρι.
Λογικά ήμουν υπό την
«προστασία» κάποιων θείων αλλά και αυτοί εργάζονταν, οπότε η προστασία ήταν τυπική αφού πιότερο απ όλα, είχα ανάγκη την φυσική παρουσία και την προστασία κάποιου ανθρώπου.
Όμως αντί προστασίας, αφέθηκα έρμαιο του φόβου, της μοναξιάς, της απελπισίας, της αβεβαιότητας, πολλές φορές της πείνας και της
«ελεημοσύνης» και τέλος της απόγνωσης.
Όλα αυτά, πολύ βαριά για τον ευαίσθητο ψυχισμό ενός παιδιού που βιώνει μια ακούσια εγκατάλειψη, στιγματίζουν αν όχι καθορίζουν, την μετέπειτα ζωή του, θέλοντας και μη.
Όσο η κατάσταση της αδελφής μου παρέμενε κρίσιμη, σταθερά, δηλαδή, επί ένα ετος, εγώ καθημερινά ρωτούσα να μάθω τι γίνεται, πήγαινα στο περίπτερο και έπαιρνα τηλέφωνο στο νοσοκομείο, περίμενα και εγώ ένα διπλό θαύμα. Από την μια την πλήρη ίαση της αδελφής μου και από την άλλη την οριστική
«επανένωση» της οικογένειας, που τόσο μου έλειπε.
Το θαύμα όμως δεν ερχόταν και ο εφιάλτης συνεχίζονταν.
Μπορώ μέχρι και τώρα που γράφω αυτές τις αράδες, να ανακαλέσω με απόλυτη ακρίβεια στη μνήμη μου τα συναισθήματά που ένοιωθα μπαίνοντας σε ένα σπίτι εντελώς άδειο, έρημο, κρύο κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Ναι ήμασταν οι πιο φτωχοί αλλά κάποτε αυτό το ίδιο σπίτι έσφυζε από ζωή και θαλπωρή. Υπήρχε η μάνα.
Αχ αυτή η μάνα! Ηρωας σωστός!
Υπήρχε η αδελφή, η δεύτερή μας μάνα. Υπήρχε ο αδελφός η αγάπη και η προστασία του. Κι όλα αυτά, με μιας, εξαφανισμένα και η ανασφάλεια και η απουσία να ξεσκίζουν έως θανάτου την ψυχή μου.
Θυμάμαι κάθε βράδυ έπαιρνα δύο κουβέρτες και πήγαινα στο σπίτι του θείου μου για να κοιμηθώ. Πρώτη φορά κοιμόμουν σε ξένο σπίτι. Ο θείος μου με ρωτούσε γιατί πηγαινωφέρνω τις κουβέρτες!
Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι μέσα στην ψυχή μου, η ελπίδα δεν έλεγε να σβήσει και ότι περίμενα, ήλπιζα, ότι αυτό το βράδυ θα είναι το τελευταίο βράδυ που κοιμάμαι σ΄ αυτούς και ότι η νέα μέρα θα μου φέρει την φυσική παρουσία της οικογένειάς μου πίσω.
Κάπως έτσι λοιπόν πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος.
Δεν τα γράφω όλα αυτά για να με λυπηθεί κάποιος, όχι καμμία σχέση, αυτά είναι ο πρόλογος μιας εξομολόγησης, μιας δημοσίας εξομολόγησης που την
«οφείλω» πάνω απ’ όλα στον εαυτό μου και στην Εκκλησία.
Έτσι κι αλλιώς ο καθένας μας κουβαλάει την δική του σκληρή ιστορία.
Υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν σκληρότερες ιστορίες από τη δική μου. Υποκλίνομαι ευλαβικά σε όλους αυτούς και τους παίρνω στην προσευχή μου και δέομαι κι ας μην τους ξέρω, κι ας μην τους έχω δει ή θα τους δω ποτέ.

Στο θέμα μας λοιπόν!
Άρχισα να γράψω αυτό το κείμενο γιατί χθες το βράδυ, διαβάζοντας το Ευαγγέλιο, ξαναδιάβασα την ιστορία του Λαζάρου, του φτωχού Λαζάρου και του πλουσίου.
Στην ερμηνεία του κειμένου που δινει ο Ιερός Χρυσόστομος, μας λέει ότι ο πλούσιος δεν ήταν κακός άνθρωπος και ότι αν ο Λάζαρος του ζητούσε φαγητό, πιθανά να του έδινε. Η αμαρτία του, μας εξηγεί ο Άγιος, ήταν ότι δεν τον πρόσεξε ποτέ!
Ζούσε μέσα στο σπίτι του, έτρωγε από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του, αλλά εκείνος δεν τον πρόσεξε ποτέ. Δεν γνωριζε καν ότι υπάρχει, δεν τον είχε δει ή κι αν τον είδε τού ήταν παντελώς αδιάφορος και αυτό τον καταδίκασε στο αιώνιο πυρ.
Θυμήθηκα λοιπόν εκείνη την εποχή του πόνου, όταν πήγα να παίξω με ένα παιδί της γειτονιάς στο σπίτι του.
Τότε τα σχολεία μας ήταν πρωινά και απογευματινά. Εμείς λοιπόν ήμασταν
«απογευματινοί».
Αφού λοιπόν παίξαμε, βλέπω την μητέρα του να καταφτάνει με ένα πιάτο γεμάτο πατάτες τηγανητές και δύο αυγά!
Άντε, του λέει, ώρα να φας γιατί έχεις σχολείο μετά.
Έδωσε στο παιδί της το φαγητό του, ένα φαγητό που σ´ όλα τα παιδιά αρέσει και εγώ έκατσα να τον βλέπω να τρώει.
Ήμουν νηστικός από το προηγούμενο βραδύ, πεινούσα, όμως μάταια περίμενα ότι ίσως η κυρία φιλοτιμηθεί να μου προσφέρει κάτι και εμένα. Πλήρης αδιαφορία.
Μάλιστα, αντ’ αυτού μου είπε: φύγε κι εσύ να τον αφήσεις να φάει, γιατί έχετε σχολείο μετά!
Δεν έχω αισθανθεί χειρότερα. Φύση ντροπαλός, κυρίως στην παιδική ηλικία, δεν υπήρχε περίπτωση να ζητήσω φαγητό και ας πήγαινα στο σχολείο νηστικός.
– Αν ποτέ αναρωτηθείτε, αν είναι αλήθεια ότι οι μαθητές στα δημοτικά λιποθυμούν από την πείνα ρωτήστε εμένα, μπορώ να σας δώσω πλήρη και τεκμηριωμένη, βιωματική απάντηση! –
Με βάση λοιπόν, το κείμενο της ερμηνείας του ιερού Χρυσοστόμου η κυρία αυτή δεν με είδε. Δεν με πρόσεξε καν. Είδε μόνο το παιδί της. Και ως οικογένεια ήταν αρκετά εύπορη για να πεις ότι θα
«έλειπε» ενα πιάτο φαγητό. Κι εγώ;
Εγώ στεκόμουν μπροστά της σαν τον φτωχό Λάζαρο!
Ήξερε τι περνάω, γνώριζε το δράμα της οικογένειάς μου, ότι έμενα μόνος μου σαν το χαμίνι, αλλά δεν πέρασε καν από μυαλό της ότι ίσως πεινούσα… για να με
«ταΐσει».
Έδωσε ο Θεός και τελείωσε κάποτε αυτή η δοκιμασία με την αδερφή μου και επανήλθαμε, λαβωμένη πολύ σαν οικογένεια και μ’ έναν ακόμα πιο σκληρό αγώνα για να προσαρμοστούμε σε μία άλλη πραγματικότητα.
Ήμασταν όμως όλοι πάλι μαζί!
Γύρισε η μάνα σπίτι, η αδελφή μου, ο αδελφός μου, ξαναγέμισε το σπίτι και η καρδιά ήρθε στη θέση της.
Γίναμε πιότερο από ποτέ μια γροθιά, όλοι για έναν και ένας για όλους.
Η μητέρα μου ξανάπιασε το μεροκάματο, καθάριζε σπίτια - βλέπεις - και έτσι μπήκαμε σε μια κανονικότητα, με εμένα να μπαίνω και στην εφηβεία. Όλα αυτά τα βιώματα με έκαναν ως νέο να πασχίζω, να αγωνίζομαι συνειδητά , να λαχταρώ να αλλάξω τον κόσμο και να μην κοιτάω να βολευτώ μόνον εγώ. Αν θα βολευτούμε, έλεγα, αυτό θα γίνει για όλους. Μόνο έτσι θα έχει νόημα.
Μετά από χρόνια λοιπόν, δεσπότης εγώ πλέον, χοροστατούσα στον ναό της ενορίας μου,
«πλήρης δόξης» επί του δεσποτικού θρόνου και βλέπω να έρχεται η μητέρα του παιδιού εκείνου μπροστά μου!
Αμέσως την αναγνώρισα! Πώς να ξεχάσω; ...
Ήρθε να πάρει την ευχή μου!
Άξιος Βασιλάκη, μου είπε. Χαίρομαι που σε βλέπω Δεσπότη!
Χαμογέλασα, της έδωσα την ευχή μου και απήλθε σε τόπο τέτοιο, ώστε να μπορεί να με
«καμαρώνει»!
Το βράδυ, επιστρέφοντας, ρώτησα την μητέρα μου εάν η κυρία αυτή εκκλησιάζεται.
Η μητέρα μου μού είπε ότι την βλέπει τακτικά στην Εκκλησία, σχεδόν κάθε Κυριακή.
- Κοινωνά, ρώτησα; - Βέβαια μου λέει η μαμά. Τακτικότατα! - Μάλιστα είπα και έκοψα την κουβέντα πριν αρχίσει να ρωτάει
«γιατί» που πληγώνουν!
Η κυρία λοιπόν, έχει μυστηριακή ζωή και καλά κάνει, πηγαίνει κάθε Κυριακή στην Εκκλησία, ακόμα καλύτερα, προφανώς να έχει και πνευματικό, άριστο και Θεάρεστο κι αυτό!
Όμως έχει περάσει ποτέ από το μυαλό της ότι για ένα πιάτο
«ευτελούς» φαγητού, «κομμάτιασε» την ψυχή ενός μικρού παιδιού και αναγκεμένου παιδιού;
Αν το ειχε σκεφτεί, αν το ειχε εξομολογηθεί, θεωρώ οτι θα ερχόταν να μου ζητούσε συγγνώμη.
Όλα συνηγορούν πως η ευσεβής αυτή κυρία δεν έχει πάρει είδηση τίποτα.
Δεν θυμάται καν! Δεν έχει συναίσθηση!
Εγώ μέσα από την ψυχή μου την έχω συγχωρήσει. Για ένα πιάτο φαγητό; Έλεος δεν αξίζει τον κόπο!
Αν τα γράφω όλα αυτά όμως, είναι γιατί οφείλουμε ως Χριστιανοί, έχουμε υποχρέωση και καθήκον, να κοιτάξουμε τον διπλανό μας, αυτόν που νομίζουμε ότι τον
«γνωρίζουμε».
Να βγούμε από το καβούκι μας και να γίνουμε όλοι μια μεγάλη τεράστια αγκαλιά.
Ο χριστιανός πρέπει να είναι ο κατ΄εξοχήν άνθρωπος που ενδιαφέρεται ειλικρινά για τον πλησίον του! Τον όποιο πλησίον!
Ο Χριστιανός πρέπει να μεταμορφωθεί ο ίδιος σε αγκαλιά!
Σε φλόγα αγάπης που θα καίει τα πάντα στο πέρασμά της.
Αν ο ίδιος ο Κύριος, ως ο καλός ποιμήν, άφησε 99 πρόβατα για να ψάξει να βρει το ένα που ήταν χαμένο στο βουνό, εμείς;
Εμείς τι πρέπει να κάνουμε;
Μένουμε στην ίδια πολυκατοικία, στην ίδια γειτονιά, στην ίδια πόλη και δεν γνωρίζουμε και κυρίως ούτε καν μας ενδιαφέρει, αν ζουν οι άνθρωποι του ισογείου ή πως τους λένε.
Καλά - καλά δεν ξέρουμε τον διπλανό μας εντός του ναού. Κι ούτε μας καίει που δεν τον ξέρουμε.
Μαζεύουμε χρήματα και δεν μπορούμε να ελεήσουμε ανθρώπους που έχουν πραγματικά ανάγκη, τη δική μας ανάγκη, όπως εγώ ένα πιάτο φαγητό κάποτε!
Χριστιανός - λοιπόν - αδερφοί μου, δεν είναι αυτός ο οποίος πηγαίνει μόνο στην Εκκλησία χωρίς προϋποθέσεις, έτσι για το καλό, για να έχει καλά ο Χριστούλης τα παιδιά και την οικογένειά του, για να πετύχει στον διαγωνισμό με
«αγιασμένα» στυλό και εικονίτσα, για να τον προστατεύει από το μάτι, για να μην τα «τινάξει» από τον Κορωναϊό,για την φανουρόπιτα, για την γλωσσοφαγιά..
Χριστιανός είναι αυτός που πηγαίνει στην Εκκλησία και πασχίζει να μάθει τον αδερφό του, τον διπλανό του, να δει τις ανάγκες του, να τον στηρίξει, να τον παραμυθίσει, να ενδιαφερθεί, να παραμερίσει το εγώ του, να γίνει μια ζεστή αγκαλιά, να περιθάλψει, να προστατέψει, να δαπανήσει και να εκδαπανηθεί για τον διπλανό του, για τον αδερφό του στον Ναό, για τον γείτονά του, ακόμα και για τον πρόσφυγα τον μετανάστη, τον απόκληρο, τον αλλόθρησκο!

Έτσι αποκτά νόημα το «είδες τον αδερφό σου είδες τον Θεό σου» που ξεχάσαμε δυστυχώς πολλοί και εκ του «ιερού καταλόγου…»!
Αυτή την Εκκλησία πρέπει να ανοίξουμε αδερφοί μου, πάση θυσια! Την Εκκλησία που οφείλουμε να έχουμε μέσα στην ψυχή μας, μέσα στην καρδιά μας!
Σε αυτή την Εκκλησία να λειτουργεί ολημερίς και αδιαλείπτως ο ιδιος ο Χριστός και να προσφέρει μόνο αγάπη, αγάπη, αγάπη!

Έκλεισαν οι Εκκλησίες μας! Πονάμε ναι. Οι Χριστιανοί πονάμε!
Μην φωνάζουμε και μην ταραζόμαστε όμως, έκλεισαν, προσωρινά!
Θα ανοίξουν πάλι.
Όσο για το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, δεν θα πάθουμε τίποτα αν μείνουμε και έναν μήνα χωρίς να κοινωνήσουμε. Έτσι κι αλλιώς όλοι μας ανάξια κοινωνούμε κατά παραχώρηση και άκρατη επιείκεια του Θεού. Με τις Εκκλησίες της ψυχής μας να δούμε τι γίνεται, να μην τις αφήνουμε
«αλειτούργητες» και «αλιβάνιστες», άγευστες Θείας Χαριτος.
Αυτές πότε θα θελήσουμε να τις ανοίξουμε ΕΜΕΙΣ στον Χριστό;
Αυτό ειναι το ερώτημα.

Αναδημοσίευση από την σελίδα
Επίσκοπος Αρσινόης Βασίλειος

theomitoros.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης