13 Ιουν. 2020

Κυριακή Αγίων Πάντων (Α΄ Ματθαίου) - Aγάπη πάνω απ᾽ όλα στoν Χριστό!

| Ιστολόγιο |


 

 

Του μακαριστού Μητροπολίτη Φλωρίνης
Αυγουστίνου Καντιώτη


«Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10,37)


Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ ἑορτὴ τῶν ἁγίων Πάντων. Δὲν ἑορτάζει ἕνας ἅγιος· ἑορτάζουν πολλοὶ μαζί, ἑκατομμύρια, ἀναρίθμητοι ἅγιοι. Εἶνε ἀπ᾽ ὅλο τὸν κόσμο, ἀπ᾽ ὅλες τὶς ἡλικίες, ἀπ᾽ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα, ἀπ᾽ ὅλες τὶς τάξεις, ἀπ᾽ ὅλες τὶς φυλές. Ἅγιοι εἶνε νήπια, μεγαλύτερα παιδιά, ἄντρες, γυναῖκες· εἶνε βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες, στρατιῶτες καὶ φτωχοί. Ἅγιοι ὑπάρχουν σὲ κάθε ἐποχή. Δὲν ἦταν μόνο «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ», εἶνε καὶ σήμερα· ὑπάρχει καὶ σήμερα ἀρετή, ἁγιότης.
Ἡ κοινωνία μας βέβαια ἔγινε ἀκάθαρτη, ὄζει – βρωμάει, εἶνε κοπριὰ τοῦ διαβόλου. Ἀλλ᾽ ὅπως κάποτε ψάχνοντας βρίσκει κανεὶς καὶ μέσ᾽ στὴν κοπριὰ κάτι πολύτιμο, ἔτσι καὶ μέσα στὴν σημερινὴ κοινωνία κρύβονται διαμάντια, βλέπεις ἐκδηλώσεις ποὺ συγκινοῦν· ὑπάρχει ἁγιωσύνη, ὄχι ἁπλῶς καλωσύνη.
Παραδείγματα; Νά!
Στὴν Ἀθήνα ἕνα φτωχαδάκι ταξιτζῆς, ποὺ δὲν εἶχε οὔτε σπίτι, βρῆκε μέσα στ᾽ ἁμάξι του ἕνα δέμα ποὺ ξέχασε κάποιος ἐπιβάτης. Εἶχε μέσα – πόσα λέτε; Πεντακόσες χιλιάδες!
Τὰ πῆρε; Ὄχι. Δὲν τὰ ἄγγιξε. Τί ἔκανε; Πῆγε κατ᾽ εὐθεῖαν στὴν ἀστυνομία.
– Δὲν εἶνε δικά μου αὐτά, εἶπε.
Αὐτὴ ἡ τιμιότης δὲν εἶνε ἁγιότης; Θέλετε ἄλλο;
Σ᾽ ἕνα νοσοκομεῖο κάποιος ἄρρωστος κινδύνευε νὰ πεθάνῃ.
– Χρειάζεται αἷμα! ἀνακοίνωσε τὸ ραδιόφωνο. Δέκα, λοιπὸν, Χριστιανοὶ πῆγαν νύχτα στὸ νοσοκομεῖο καὶ ἔδωσαν αἷμα γι᾽ αὐτόν. Δὲν ἦταν συγγενεῖς του· ἕνας μάλιστα ἀπ᾽ αὐτοὺς ἦταν καὶ ἐχθρός. Αὐτὴ ἡ θυσία δὲν εἶνε ἁγιότης;
Ἄλλο παράδειγμα. Μιὰ γυναίκα ἔμεινε ἔγκυος. Ὁ γιατρὸς τῆς εἶπε:
– Νὰ ξέρῃς ὅτι κινδυνεύεις, ἡ καρδιά σου δὲν ἀντέχει, πρέπει νὰ ρίξῃς τὸ παιδί.
– Ἄ ὄχι, γιατρέ, τέτοιο πρᾶγμα δὲν κάνω! Καὶ προτίμησε νὰ πεθάνῃ ἡ ἴδια παρὰ νὰ κάνῃ ἔκτρωσι τὸ παιδί. Ἐν τούτοις ὁ Θεὸς τὴν φύλαξε καὶ γέννησε καλά. Αὐτὴ ἡ αὐτοθυσία δὲν εἶνε ἁγιότης;
Θέλετε κι ἄλλο; Στὴ Θεσσαλονίκη δύο τυφλὰ παιδιὰ πέσανε στὴ θάλασσα καὶ κινδύνευαν νὰ πνιγοῦν. Ἀμέσως ἕνα ἄλλο παλληκάρι ἔπεσε στὰ κύματα καὶ τοὺς ἔσωσε. Αὐτὴ ἡ εὐσπλαχνία δὲν εἶνε ἁγιότης;
Θέλετε κάτι ἀκόμη ἀνώτερο;
Πηγαίνετε στὸ Ἅγιον Ὄρος· θὰ δῆτε ἐκεῖ καλογήρους νὰ κάνουν προσευχή.
Μέσα σὲ βουνά, σὲ σπήλαια, σὲ κουφάλες δέντρων, ἀγρυπνοῦν καὶ προσεύχονται μὲ τὸ κομποσχοίνι καὶ παρακαλοῦν τὸν Θεὸ καὶ τὴν Παναγία· ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο.

Ὑπάρχει λοιπὸν καὶ σήμερα καλωσύνη, ἀρετή, ἁγιότης.

Τίθεται ὅμως, ἀγαπητοί μου, τὸ ἐρώτημα· ἀρκοῦν ἆραγε αὐτὰ τὰ καλὰ γιὰ νὰ πᾶμε στὸν παράδεισο; Ὄχι, ἀπαντᾷ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο· ἀπαιτεῖται καὶ κάτι ἄλλο. Χίλια καλὰ νὰ κάνῃς, ἂν δὲν ἔχῃς καὶ αὐτὸ, πᾷς στὴν κόλασι. Ποιό εἶν᾽ αὐτὸ τὸ ἕνα; Εἶνε ἐκεῖνο ποὺ εἶχαν ὅλοι οἱ ἅγιοι, ὅτι ὡμολογοῦσαν τὸν Χριστό.
Τί θὰ πῇ «ὡμολογοῦσαν τὸν Χριστό»; Πιστεύεις ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεὸς ἀληθινός; ὅτι κατέβηκε ἀπὸ τὰ οὐράνια ἐδῶ στὴ γῆ γιὰ νὰ σώσῃ τὸν κόσμο; ὅτι σταυρώθηκε; ὅτι ἀναστήθηκε; ὅτι ἀναλήφθηκε στοὺς οὐρανούς; ὅτι θὰ ἔρθῃ πάλι νὰ κρίνῃ τὸν κόσμο; Ἂν τὰ πιστεύῃς αὐτά, τότε δεῖξε τὴν πίστι σου. Πῶς νὰ τὴ δείξῃς; Ἐπάνω στὰ πράγματα· τότε ἀξίζει ἡ πίστι, ὅταν στοιχίζῃ. Νὰ εἶσαι ὄχι ἕνας ψυχρὸς ἀλλὰ ἕνας θερμὸς Χριστιανός· ὅπου βρεθῇς, νὰ ὁμολογῇς αὐτὸ ποὺ πιστεύεις. Πῶς; Ὅπως οἱ ἅγιοι Πάντες ποὺ ἑορτάζουμε. Τί ἔκαναν ἐκεῖνοι; Τοὺς ἔπιαναν καὶ τοὺς ἀνέκριναν·
– Πιστεύεις στὸν Χριστό; Ἂν ἔλεγαν «Ὄχι», γλύτωναν· ἂν ἔλεγαν «Πιστεύω», καταδικάζονταν.
Ὑπάρχουν πολλὰ τέτοια παραδείγματα. Ἀναφέρω ἕνα μόνο ποὺ συνέβη στὸν Πόντο πρὶν πεντακόσια χρόνια.
Ἕνας πασᾶς εἶδε ἕνα παλληκάρι 18 ἐτῶν, καλὸ ἐργατικὸ φρόνιμο παιδί.
Τὸ ἐκτίμησε καὶ τοῦ λέει:

– Θὰ σοῦ δώσω τὴν κόρη μου, νὰ σὲ κάνω κι᾽ ἐσένα πασᾶ, ἀλλὰ θ᾽ ἀλλάξῃς θρησκεία· ἂν ἀλλάξῃς, ὅλα δικά σου.
Ὁ νέος δὲν ἤθελε· τέλος, ἀφοῦ ὁ πασᾶς ἐπέμενε πολύ, προσποιήθηκε:
– Ἀφοῦ τὸ θέλεις, θὰ γίνω Τοῦρκος.
– Μπράβο! πότε; αὔριο, μεθαύριο;
– Ἄ, λέει, σὲ μεγάλη μέρα· τὴν Λαμπρή, ποὺ γιορτάζουν οἱ Χριστιανοί, τότε θ᾽ ἀνεβῶ στὸ τζαμὶ νὰ τὸ φωνάξω. Ἐνθουσιάστηκε ὁ πασᾶς. Καὶ ὄντως τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, στὴν Σαμψοῦντα μαζεύτηκαν οἱ Τοῦρκοι χαρούμενοι κάτω ἀπ᾽ τὸ τζαμί, ἐνῷ οἱ Χριστιανοὶ πενθοῦσαν. Τὸ παιδὶ ἀνέβηκε στὸ μιναρέ· ἀλλ᾽ ἀντὶ νὰ πῇ «Ἕνας εἶνε ὁ Ἀλλάχ…», ἄρχισε νὰ ψάλλῃ: «Χριστὸς ἀνέστη ἐν νεκρῶν…».
– Μᾶς γέλασε ὁ ἄπιστος, εἶπαν. Ἀλλὰ μέχρι ν᾽ ἀνεβοῦν καὶ νὰ τὸν ῥίξουν κάτω, πρόλαβε καὶ τό ᾽πε ἀρκετά.
Βλέπετε; δὲν ἀρνήθηκε, ὡμολόγησε τὸν Χριστό.

Ἐμεῖς ὁμολογοῦμε τὴν πίστι μας; Δὲν τὴν ὁμολογοῦμε.
Θέλετε παραδείγματα; Ὁρίστε.

Παρατηρῶ ὅτι δὲν κάνετε τὸν σταυρό σας κανονικά. Σᾶς εἶπα χίλιες φορὲς καὶ σᾶς ἔδειξα πῶς γίνεται ὁ σταυρός· μὲ τὰ τρία δάχτυλα στὸ μέτωπο, στὴν κοιλιά, δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στοὺς ὤμους. Ἔτσι ἔκαναν οἱ ἅγιοι Πάντες.
Θέλετε ἄλλο παράδειγμα;
Προχθὲς ἦρθε στὴ μητρόπολι ἕνα χωριὸ ὁλόκληρο, μὲ καμμιὰ εἰκοσιπενταριὰ παιδάκια. Τὰ ρωτάω λοιπόν· – Τρῶτε τὸ φαγητό σας; – Τὸ τρῶμε.
– Κάθεστε μὲ τοὺς γονεῖς στὸ τραπέζι; – Καθόμαστε. – Δὲ μοῦ λέτε, ὑπάρχει κανένα σπίτι ποὺ κάνετε ὅλοι μαζὶ προσευχή;… Δὲν βρέθηκε οὔτε ἕνα! παντοῦ κάθονται καὶ τρῶνε σὰν τὰ ζῷα. Καὶ τὸ βράδυ;
Οἱ πρόγονοί μας δὲν ἔπεφταν γιὰ ὕπνο χωρὶς νὰ προσευχηθοῦν. Τώρα δεῖξτε μου ἕνα σπίτι ποὺ προτοῦ νὰ κοιμηθοῦν κάνουν οἰκογενειακὴ προσευχή.
Οἱ παλαιοὶ δὲν εἶχαν ἀνέσεις, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, ἀλλ᾽ ὅταν νύχτωνε μαζεύονταν ὅπως τὰ πουλάκια στὴ φωλιά, καὶ γονάτιζαν ὅλοι μαζὶ μπροστὰ στὶς εἰκόνες. Σήμερα ἡ ζωὴ κατήντησε κτηνώδης· διώξαμε μακριὰ τὸν Θεὸ καὶ βρωμήσαμε, σαπίσαμε, διαλυθήκαμε. Ἂν λοιπὸν πιστεύῃς στὸν Χριστό, θὰ γονατίσετε τὸ βράδυ οἰκογενειακῶς, θὰ προσευχηθῆτε στὸ τραπέζι γονεῖς καὶ παιδιά, θὰ κάνετε τὸν σταυρό σας κανονικά.
Πιστεύεις; Τότε θὰ ὁμολογῇς τὴν πίστι σου καὶ ἐκτὸς τοῦ σπιτιοῦ· στὸ ταξίδι (στά αὐτοκίνητα, τραῖνα, ἀεροπλάνα), σέ ἕνα ἑστιατόριο, σὲ μιὰ ἐπίσκεψι, σέ ἕνα τραπέζι, σὲ μιὰ γιορτή. Γύρω σου ὑπάρχει μοντέρνος κόσμος, ἄπιστοι, ὑλισταί, μασόνοι, ροταριανοί, αἱρετικοί. Ἐσὺ τί θὰ κάνῃς; Μὴ ντραπῇς, μὴ φοβηθῇς μήπως σὲ ποῦν καθυστερημένο.
Νὰ σηκωθῇς ἐπάνω ἄφοβα, νὰ κάνῃς τὸ σταυρό σου ἤρεμος.

Ἕνας Ἀμερικᾶνος ποὺ μπῆκε στὸν πύραυλο νὰ πετάξῃ στὸ φεγγάρι, προτοῦ νὰ ξεκινήσῃ, ἔκανε τὸν σταυρό του. Ἐμεῖς; Ἀφήσαμε δυστυχῶς τὶς ὡραῖες παραδόσεις μας, ἀρνηθήκαμε τὸν Θεό. Ὅποιος ντρέπεται, εἶνε αὐτὸς Χριστιανός;

Θέλεις ἄλλη περίπτωσι ὁμολογίας; Παλαιότερα καὶ στὴν πατρίδα μας καὶ στὴ Μικρὰ Ἀσία, βλαστήμια δὲν ἀκουγόταν. Νὰ βλαστημήσῃ ἄνθρωπος στὴ Σαμψοῦντα, στὰ εὐλογημένα μέρη; Δὲν ὑπῆρχε βλάστημος. Τώρα, ἐκεῖ ποὺ κάθονται στὸ καφενεῖο, ἐκεῖ ποὺ διαβάζουν ἐφημερίδα ἢ παίζουν τάβλι, βλαστημᾶνε. Στὸ σπίτι τρώει, τὴ μπουκιὰ ἔχει στὸ στόμα, καὶ βλαστημάει τὰ θεῖα. Καὶ αὐτὸς μὲν ἁμαρτάνει, ἐσὺ ὅμως ποὺ τὸν ἀκοῦς νὰ ὑβρίζῃ τὸν Χριστὸ, τὴν Παναγία, τί κάνεις;
Μὴν τὸ ἀνέχεσαι. Νὰ διαμαρτυρηθῇς, ὁμολόγησε τὴν πίστι σου. Πὲς τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ· “Ἂν ὑβρίσῃς τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα μου, σὲ συγχωρῶ· ἂν βλαστημήσῃς ὅμως τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ”! Καὶ μεταξὺ συζύγων. Ἤξερα στὰ Γρεβενὰ μιὰ γυναῖκα ποὺ ὁ ἄντρας της βλαστημοῦσε. Μιὰ μέρα τοῦ λέει: – Ἄντρα μου, σὲ ἀγαπῶ· ἀλλὰ παραπάνω ἀπὸ σένα ἀγαπῶ τὸν Χριστό· ἂν δὲν σταματήσῃς τὴ βλαστήμια, δὲν σὲ θέλω, θὰ χωρίσουμε. Ποιός τὸ κάνει τώρα αὐτό;

Οἱ ἅγιοι Πάντες, ἀγαπητοί μου, ἔκαναν τὸ καλὸ πάντα, ἀλλὰ καὶ ὡμολογοῦσαν τὴν πίστι. Γιατὶ ἀγαποῦσαν πάνω ἀπ᾽ ὅλα τὸν Χριστό. Ἂν θέλῃς σὲ μιὰ λέξι ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο, εἶνε ἡ λέξι «ἀγάπη», ν᾽ ἀγαπᾷς. Τί; Ὅλα· τὰ λουλούδια, τὰ δέντρα, τὰ ζῷα, τὰ πουλιά, τὰ δάση, τὰ ποτάμια, τὶς λίμνες, τὴν θάλασσα, τὰ ἄστρα, ὅλον τὸν κόσμο· τὴν μάνα σου, τὸν ἄντρα σου, τὰ παιδιά σου. Ἀρκοῦν αὐτά; Ἂν μείνῃς σ᾽ αὐτά, πᾷς στὴν κόλασι. Αὐτὰ τά ᾽χουν καὶ οἱ Γιαπωνέζοι. Προχώρησε! Μὴν κάνῃς εἴδωλο τὸ παιδὶ ἢ τὸν ἄντρα σου· αὐτὸ λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα (βλ. Ματθ. 10,37). Νὰ λατρεύῃς ἐκεῖνον ποὺ σοῦ τά ᾽δωσε ὅλα αὐτά, τὸν Χριστό μας. Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμπληρώνει· Ὅποιος δὲν ἀγαπάει τὸν Χριστό, «ἤτω ἀνάθεμα» (Α΄ Κορ. 16,22).Προσέξτε λοιπὸν τὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν· διδάξτε τα, παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα ν᾽ ἀγαποῦν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν.

Επίσκοπος Αυγουστίνος

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία, η οποία έγινε
στον Ιερό Ναό Αγίων Πάντων Δροσεροῦ Εορδαίας την 9.6.1974

augoustinos-kantiotis.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης