8 Απρ. 2020

Η υπακοή στην επίσημη Εκκλησία και τα όρια της οικονομίας στο θέμα της Θείας Κοινωνίας

| Ιστολόγιο |


 

Του Κώστα Νούση, Φιλολόγου - Θεολόγου, M.Th.

 

Ήταν ένας φημισμένος αγιορείτης πνευματικός – αληθινή ιστορία – που εκλήθη στην Αμερική να ποιμάνει τους εκεί χριστιανούς τον περασμένο αιώνα. Έτσι λειτουργούσε και εξομολογούσε, βοηθώντας πολύ κόσμο. Μια μέρα μια παντρεμένη γυναίκα πιστή και συχνά εκκλησιαζόμενη, τού εξομολογήθηκε ότι μοίχευσε. Επίσης, του ανέφερε ότι μαζί με τον άντρα και τα παιδιά της μεταλάβαιναν κάθε Κυριακή. Σε περίπτωση που δεν κοινωνούσε, τότε ο άντρας της θα υποπτευόταν και…Ο γέροντας βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Της είπε να πλησιάσει την Κυριακή το Άγιο Ποτήριο και αυτός θα της έδινε άδεια λαβίδα, χωρίς να το καταλάβει κανείς. Έτσι και έγινε. Την επόμενη μέρα ο πνευματικός αυτός επέστρεψε για πάντα στο Άγιον Όρος. Συμφυώς μπορούμε να θυμηθούμε μια βαρύνουσα ρήση του σύγχρονού μας Οσίου Πορφυρίου: «Φοβάμαι ότι θα κολαστώ από την πολλή οικονομία».

Αν διαβάσει κάποιος τα άρθρα του υπογράφοντος ίσως θεωρήσει μια μεταστροφή και μια αναδίπλωση των απόψεων. Αυτό όμως είναι ψευδές. Στην ουσία πρόκειται για μια έμπονη ανάγνωση και συμμετοχή στα επίκαιρα εκκλησιαστικά και όχι μόνο δρώμενα. Η βασική θέση που διατρέχει όλα τα σχετικά κείμενα είναι η εν Πνεύματι διάκριση και επιείκεια στην ανθρώπινη αδυναμία και αμαρτωλότητα.

«Η Εκκλησία είναι μάνα, κάνει και τα στραβά μάτια», έλεγε ο έτερος μεγάλος της εποχής μας, ο Όσιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης. Και έτσι είναι. Η οικονομία, όσο περνάνε τα χρόνια, γίνεται ολοένα και πιο σκανδαλώδης. Εικονίζει και μαρτυρεί το αμέτρητο έλεος του Κυρίου. Δεν αντιστρατεύεται την ακρίβεια ούτε αποτελεί προδοσία στην πίστη μας, όπως φαντάζει σε πολλούς αρρωστημένα ζηλωτικούς νόες. Και η οικονομία πρέπει να είναι συναμφότερη, από τους ποιμένες στους πιστούς και αντιστρόφως. Τώρα κάπως έτσι θα έπρεπε να δούμε την επίσημη στάση της Ελλαδικής Ιεραρχίας, η οποία πιέζεται από μια πρωτοφανή πανδημία, από τη νόμω κρατούσα Πολιτεία και τις γενικότερες δυσμενείς περιστάσεις.

Η ποιμαντική οικονομία μπορεί να τραβηχτεί σε τεράστιο εύρος, όχι όμως και να θίξει το δόγμα, τις βασικές αλήθειες της Εκκλησίας.
Η Θεία Κοινωνία είναι αδιαπραγμάτευτο Μυστήριο ως προς την ουσία του. Κανείς δεν τόλμησε ποτέ μέχρι σήμερα, ακόμη και σε πολύ πιο θανατηφόρες πανδημίες, να διακηρύξει, επίσημα τουλάχιστον, ότι αποτελεί δυνητικά εστία μετάδοσης νόσων. Για την ολιγοπιστία, όμως, μερικών, όπως θα πρέπει να αναγνώσουμε την περιβόητη ερμηνεία του Αγίου Νικοδήμου στο Πηδάλιο, μπορεί να οικονομηθεί ο τρόπος μετάδοσης, χωρίς όμως να φύγουμε από τα κανονικά πλαίσια: «ή με όποιον άλλον τρόπον δυνηθώσιν αφαλέστερον και κανονικόν» (πρώτο σχόλιο στον 28ο Κανόνα της ΣΤ’ Οικουμενικής – εδώ η ασθένεια της πίστεως αφορά μάλλον στους Ιερείς!). Το βασικό, επομένως, πρόβλημα θα το βρούμε μπροστά μας. Πώς, δηλαδή, θα απαντήσει η Εκκλησία σε πιθανότατες κυβερνητικές πιέσεις για αλλαγή του τρόπου μετάδοσης της Θείας Ευχαριστίας, βάσει των ιατρικών δεδομένων και επιταγών της α-χριστιανικής και άθεης μετανεωτερικότητας;

Αν εξετάσουμε το σήμερα, θα δούμε πως το δόγμα περί Θείας Κοινωνίας θίγεται έμμεσα μεν, πλην όχι σαφώς. Στόχος εν προκειμένω, υποτίθεται, της κρατικής πολιτικής είναι η αποφυγή των συνωστισμών. Και εν μέρει δεν είναι κακός ούτε παράλογος. Η Ιερά Σύνοδος, μάλιστα, υπογράμμισε ότι δεν τίθεται θέμα για τη Θεία Κοινωνία. Είναι σαν να μας λέει, «καθίστε για την ώρα στο σπίτι, μέχρι να παρέλθει ο πειρασμός, και μετά επανερχόμαστε στη συνήθη πρακτική μας». Εφόσον, λοιπόν, δεν θίγεται και δεν τίθεται θέμα πίστεως, δεν μπορεί - και δεν πρέπει - να θεωρηθεί ουδείς εξωμότης του Χριστού. Ούτε οι Ιεράρχες ούτε οι υπακούοντες κληρικοί και λαϊκοί. Είναι απλά μια οδυνηρή και βίαιη προσαρμογή στα απροσδόκητα δεδομένα.

Το θέμα που προκύπτει είναι πλέον: κρυπτοχριστιανισμός, φανερή αντίδραση, εξαναγκασμένη υπακοή ή ελεύθερη (εν πίστει και μετανοία) αποδοχή της επίσημης κρατικοεκκλησιαστικής απόφασης; Προσωπικά θα προέκρινα – με βάση τις εξελίξεις – και για τους περισσότερους και καλοπροαίρετους εν Χριστώ αδερφούς την τελευταία περίπτωση. Η υπακοή πρέπει να γίνεται εν χαρά και πλήρη συνείδηση. Έτσι μάς δίδαξε στα πρώτα στάδια της μοναχικής βιωτής του ο Όσιος Πορφύριος, τη χαρούμενη υπακοή. Και πάντα τόνιζε την υπακοή. Και δη στην επίσημη Εκκλησία. Όχι γενικά και αόριστα. Διότι επίκεινται και πιο καυτά ζητήματα, π.χ. ταυτότητες. Ποιον θα εμπιστευθούμε, επομένως, αν όχι τους Επισκόπους μας; Ένσταση πιθανή: και αν προδώσουν την πίστη, όπως στη Φεράρα - Φλωρεντία; Τότε θα ξεσηκωθούμε όλοι μαζί, διότι την τελική υπογραφή την έχει ο λαός του Θεού εν συνόλω. Μπορεί, μάλιστα, να αναστήσει ο Θεός νέους Μάρκους Ευγενικούς, όπως έλεγε σχετικά ο Όσιος Παΐσιος. Ας εμπιστευόμαστε περισσότερο τον Κύριο και την Εκκλησία του και ας μη μεριμνάμε αγχωτικώ και υπερζηλωτικώ τω τρόπω. Η προφητεία λέει ότι «και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. 16,18).

Στις πανδημίες και στα εν γένει φυσικά φαινόμενα ένας φυσιοκράτης αγνωστικιστής – όπως η πλειοψηφία σήμερα - θα αναγνώσει τη Φύση να προνοεί για τη μείωση του πληθυσμού και τη γενικότερη κάθαρση και αναγέννηση των όντων μέσα στον αέναο βιολογικό κύκλο του περιβάλλοντος κόσμου. Ο χριστιανός βλέπει πίσω από όλα την αόρατη πρόνοια του προσωπικού Θεού, της Αγίας Τριάδος. Θα δει τις συνέπειες της αμαρτίας και την εξ αυτής επικράτηση της κατάρας της φθοράς και του θανάτου σε έναν κόσμο που ο Θεός έφτιαξε, προκειμένου να αφθαρτιστεί δια του εξαγιασμού του ανθρώπου. Ο καθένας μπορεί να πιστεύει ό,τι θέλει και δύναται. Δεν θα έχει, ωστόσο, ποτέ την ελπίδα της εκ νεκρών ανάστασης και του τερματισμού της φθοράς και του πόνου, όπως την έχει ένας χριστιανός και την βιώνει ένας Άγιος.

Μέσα, λοιπόν, στη χαρά της επικείμενης Ανάστασης και με σαφή επίγνωση της αμαρτωλότητάς μας, μπορούμε να δούμε το επιβληθέν επιτίμιο καθαρά πνευματικά, καθαρά παιδαγωγικά, μέσα σε πνεύμα μετανοίας για τη συγχώρηση των αμαρτιών μας και την πνευματική μας προκοπή και εν Χριστώ ενηλικίωση. Η αυτομεμψία είναι βασικότατη αρετή ενός χριστιανού, ο οποίος πρέπει να αισθάνεται υπεύθυνος για την αμαρτία του παγγενούς Αδάμ, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο προσφάτως ανακηρυχθείς όσιος Σωφρόνιος ο Αγιορείτης. Σε αυτό το αγιοπνευματικό κλίμα της βαθιάς βίωσης της αμαρτωλότητας και συνυπευθυνότητάς μας, και σκεπτόμενοι εν αγάπη και εξάπαντος εκκλησιαστικά, δεν θα πρέπει να αυτονομηθούμε ούτε φανερά ούτε στα κρυφά. Δηλαδή: αν ξέρω ότι κάπου μπορώ να εκκλησιαστώ μαζί με λίγους, δεν θα το κάνω, αλλά θα συμπάσχω με τους πολλούς αδερφούς μου, τους τιθέμενους υπό το ίδιον επιτίμιον της ακοινωνησίας. Με άλλα και απλά λόγια: και ας μπορώ με τον οιονδήποτε τρόπο, δεν θα κοινωνήσω ούτε θα λειτουργηθώ, εφόσον δεν μπορεί και ο αδερφός μου…

religiousnet.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης