13 Ιαν. 2017

Οι Όσιοι Μάξιμος Καυσοκαλύβης & Σάββας Αρχιεπίσκοπος Σερβίας

| Ιστολόγιο |


 13 Ιανουαρίου

Ημέρα μνήμης του Οσίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη 


Σύναξις Αγιορειτών Αγίων. Στο κέντρο ο Όσιος Μάξιµος ο Καυσοκαλύβης


Όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης

Γεννήθηκε στη Λάμψακο, που ήταν περίφημη μικρασιατική πόλη παρά τον Ελλήσποντο, από ενάρετους γονείς. Μόλις δεκαεπτά ετών αναχωρεί της οικίας του, ο κατά κόσμον Μανουήλ, και έρχεται στο όρος του Γάνου της Ανατολικής Θράκης, όπου ασπάζεται τον μοναχισμό. Μετά την κοίμηση του ενάρετου Γέροντός του, Μάρκου, επισκέπτεται πολλούς ασκητές στο Παπίκιον όρος της Θράκης και ιερά προσκυνήματα της Κωνσταντινουπόλεως προς ωφέλεια ψυχής. Μέσα στον κόσμο «υπεκρίνετο μωρίαν, και εφαίνετο εις τους ανθρώπους σαλός, ο κατά αλήθειαν σοφός, διά να μην του αποτινάξη τον καρπόν της αρετής ο άνεμος της ανθρωπαρεσκείας». Στην Κωνσταντινούπολη γνωρίστηκε με τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Παλαιολόγο και τον πατριάρχη Άγιο Αθανάσιο.

Κατόπιν φθάνει στο Άγιον Όρος και πρώτα υποτάσσεται στο κοινόβιο της Μεγίστης Λαύρας υπηρετώντας τους πατέρες με τα πιο ευκαταφρόνητα διακονήματα. Εκεί δέχεται Θεία οράματα και ανεβαίνει στην κορυφή του Άθωνα, όπου η Θεοτόκος -η κυρία του Όρους- του λέει«Λάβε την χάριν κατά δαιμόνων, ο σεπτός αθλοφόρος, και κατοίκησε εις τα πρόποδα της κορυφής του Άθωνος· διότι τούτο είνε θέλημα του Υιού μου, διά να ανέβης εις ύψος αρετής, και να γένης διδάσκαλος και οδηγός εις πολλούς, και να σώσης αυτούς».

Τότε έλαβε και γεύτηκε ουράνιο άρτο. Από τότε άρχισε να ζει με μοναδική ακτημοσύνη. «Ως άϋλος σχεδόν, περνούσε την ζωήν του εις ερήμους και αβάτους τόπους· και μόνον μικράν καλύβαν έφτιανε και μετ’ ολίγον την έκαιε, και έφευγεν εκείθεν διά, τούτο και ελέγετο πλανημένος ομού και καυσοκαλύβης».

Έφθασε να μιμηθεί τον βίο των μεγάλων οσίων. Καθώς φαίνεται, από τις διηγήσεις του στον Όσιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη, είχε την αδιάλειπτη προσευχή, την θέα του ακτίστου φωτός και άλλες Θείες θεωρίες. Ακόμη απέκτησε το χάρισμα της προοράσεως, της διοράσεως, της προφητείας και θαυματουργίας. Εκοιμήθη σε ηλικία 95 ετών και ετάφη στον τάφο που είχε ετοιμάσει μόνος του. Σύντομα τιμήθηκε ως Άγιος.
Μετά την κοίμησή του, από τα θαυματουργά λείψανά του ανέβλυσε μύρο. Σώζονται δύο παραλλαγές του βίου του. Γράφηκαν από συγχρόνους του, η πρώτη του συνασκητού του Οσίου Νήφωνος, που έγραψε και ακολουθία του
και η δεύτερη του Αγίου Θεοφάνη, Προηγουμένου Βατοπεδινού και αργότερα μητροπολίτη Περιθεωρίου.

Ο δεύτερος βιογράφος, όταν κάποτε επισκέφθηκε τον όσιο, είδε το εξής θαυμάσιο:

«Βλέπω τον Άγιον όπου υψώθη από την γήν επάνω εις τον αέρα υψηλά, και ωσάν αετός υπόπτερος επέτα επάνω από το δάσος και από τας μεγάλας πέτρας, και ήρχετο εκεί όπου ήμουν εγώ…».

Η βιογραφία του Θεοφάνη μεταφερμένη στην απλοελληνική από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, υπάρχει στο Νέο Εκλόγιο. Υπάρχει και τρίτη βιογραφία του από τον λίαν ενάρετο Λαυριώτη ιερομόναχο Ιωαννίκιο Κόγχυλα και άλλη από τον ιερομόναχο Μακάριο Μακρή.
Στο Κυριακό της σκήτης της Αγίας Άννης υπάρχει κώδικας του 18ου αιώνα με ακολουθία, υπό Νήφωνος ο πρώτος κανόνας και υπό Ιερεμίου ο δεύτερος. Το 1723 τύπωσε ακολουθία προς τον όσιο, ο συνθέτης της, μητροπολίτης Ναυπάκτου Νεόφυτος. Πλήρη πανηγυρική ακολουθία συνέταξε και ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. 

Η Παναγία έδωσε στον Άγιο Μάξιμο Καυσοκαλύβη την χάρη να ίπταται!


Διάλογος Μανώλη Μελινού με τον γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτη για τον Άγιο Μάξιμο τον Καυσοκαλύβη.

(Μανώλης Μελινός, Θεολόγος συγγραφέας, διευθυντής Βιβλιοθήκης της Ι. Συνόδου)

Μανώλης Μελινός: Πείτε μας, σας παρακαλώ, για την θαυμαστή περίπτωση του ιερού λειψάνου του Αγίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη, το οποίον ωσαύτως δεν έχει φανερωθεί.

Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης: Μας διηγούντο οι Γεροντάδες μας ότι ο Άγιος Μάξιμος ησκείτο στη Μεγίστη Λαύρα. Παρακαλούσε συνεχώς την Παναγία να του δώσει την «καρδιακή προσευχή». Να τον φωτίσει, δηλαδή, να προσεύχεται με την καρδιακή, τη νοερά προσευχή. Η Παναγία εισήκουσε τις προσευχές του και του έδωσε την εντολή να πάει στην κορυφή του Άθωνος, λέγοντάς του συγχρόνως: «Ελα κι’ εκεί θα σου αποκαλύψω το αιτούμενον»! Ο πατήρ Μάξιμος μια και δυο πήρε το μπαστουνάκι του και ξεκίνησε. Βάδιζε, βάδιζε ώρες ολόκληρες, έξι, επτά, οκτώ, 10 ώρες! Με το ένα χέρι κρατούσε το ραβδάκι και με το άλλο τραβούσε το κομποσχοίνι του. Κάποτε έφθασε στην κορυφή. Γονάτισε αμέσως κι’ άρχισε να προσεύχεται θερμά στην Παναγία μας. Έμεινε γονατιστός, προσευχόμενος τρία μερόνυκτα! Κάποια στιγμή ο Γέροντας αισθάνθηκε μίαν άρρητη ευωδία και συγχρόνως είδε άπλετο φως να τον κατακλύζει! Τον περιέλουσε το άκτιστο φως... Μέσα σ' αυτές τις συγκλονιστικές συνθήκες εμφανίσθηκε η Παναγία! Ο πατήρ Μάξιμος κάλυψε με τις παλάμες το πρόσωπό του λέγοντας: «Υπεραγία Θεοτόκε, δεν είμαι άξιος να δω το υπεράγιο Πρόσωπό Σου». Η Παρθένος του μίλησε για λίγο. Ο Άγιος του Θεού ένοιωσε την καρδιά του να σκιρτά από αγαλλίαση. Εκείνη, βλέποντας την ταπείνωσή του, του έδωσε το χάρισμα της νοεράς προσευχής κι’ εξαφανίσθηκε μέσα στη λάμψη στην οποία και είχε εμφανισθεί! Η Παναγία -εκτός από τη νοερά προσευχή- του έδωσε και άλλη μία ιδιαίτερη χάρη, να ίπταται! Μάλιστα, γι' αυτό τον ονομάζουν το «πτηνόν του Άθω»! Συγκεκριμένα, στους Χαιρετισμούς των Αγιορειτών Αγίων διαβάζουμε:«Χαίροις, Μάξιμε πάτερ, αετέ υψιβάμον»!

Να μην παραλείψω σ' αυτό το σημείο να τονίσω, κ. Μελινέ, ότι εδώ στο Άγιον Ορος εκ παραδόσεως τα διάφορα οράματα, τις εμφανίσεις Αγίων κ.λπ., δεν τ' αποδέχονται οι πατέρες αμέσως και χωρίς βάσανο, διότι ενεδρεύει ο λεγόμενος εκ δεξιών πειρασμός, η δεξιά πλάνη. Θέλει μεγάλη προσοχή αυτό...

Μ.Μ.: Τι σημαίνει δεξιά πλάνη, Γέροντα;

Γέρων Δ.Κ.: Έχει διαφόρους τρόπους εκδηλώσεως. Εν προκειμένω μπορεί να προσεύχεται κάποιος και να καταληφθεί από εγωισμόν, ότι τάχα κάνει θερμή προσευχή που εισακούεται από τον Θεό. Σ' αυτή την περίπτωση προσεύχεσαι και αμαρτάνεις!

«Η προσευχή μου γενέσθω εις αμαρτίαν» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται. Εγωισμός και προσευχή είναι δύο άκρα αντίθετα. Έτσι και ο σώφρων Άγιος Μάξιμος αναρωτήθηκε κάποια στιγμή μήπως το όραμά του ήταν καμμία πλεκτάνη του διαβόλου για να τον παρασύρει στον φοβερό κατήφορο του εγωισμού, ώστε να χάσει εκ του ασφαλούς την ψυχή του... Σκέφθηκε να συμβουλευθεί έμπειρο Γέροντα - αλήθεια, τι μεγαλείο ταπεινοφροσύνης - αν αυτό που του συνέβη ήταν εκ του Θεού ή εκ του πονηρού.

Εκεί λοιπόν, στην κορυφή του Άθωνος, ασκήτευε ένας αγιασμένος Γέροντας - νομίζω Εφραίμ λεγόταν. Πήγε ο Άγιος Μάξιμος και εξομολογήθηκε τα γεγονότα και τους λογισμούς του. Έμπειρος ο ασκητής και έχοντας Θεία φώτιση, κατάλαβε ότι στην περίπτωση του Μαξίμου συνέβη «μυστήριο»! Για να τον βοηθήσει και να τον στηρίξει όμως - μη τυχόν από έπαρση πλανηθεί - του είπε: «Πάτερ Μάξιμε, αδελφέ μου, μετά λύπης σου λέγω ότι πλανήθηκες! Πρόσεξε καλά, γιατί η δεξιά πλάνη οδηγεί ίσια στην πνευματική καταστροφή». Ο Άγιος Μάξιμος δέχθηκε με ταπείνωση την ετυμηγορία του Γέροντα και κατέβηκε στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, η οποία πήρε την ονομασία της από τον Άγιο Μάξιμο. Πήγε και άρχισε να φτιάχνει καλύβες. Μόλις έφτιαχνε την καλύβα, έμενε μία δύο μέρες και ύστερα την έκαιγε! Έτσι η Σκήτη ονομάστηκε των Καυσοκαλυβίων. Ο Άγιος Μάξιμος ησκείτο εκεί με δύο μαθητάς του.

Εκείνη την εποχή η Παναγία πληροφόρησε τον Άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη -που και αυτός Της ζητούσε να του δώσει το χάρισμα της νοεράς προσευχής- να έλθει στα Καυσοκαλύβια στο Άγιον Ορος να συναντήσει τον Γέροντα Μάξιμο και να διδαχθεί απ' αυτόν τη νοερά προσευχή! Ξεκίνησε ο Άγιος Γρηγόριος και έφθασε στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, όπως του υπέδειξε η Κυρία Θεοτόκος. Ρώτησε τους πατέρας:

Πού είναι ο πατήρ Μάξιμος;

Ποιος; Αυτός ο σαλός, αυτός ο πλανεμένος; Αυτός φτιάχνει καλύβες και τις καίει· του είπαν αποδοκιμαστικά, μη γνωρίζοντας την αγιότητά του που επιμελώς έκρυβε...

Ο Άγιος Μάξιμος έκανε τον σαλό από ταπείνωση. Εσωτερικώς, όμως, ήταν όλος μια Θεία φλόγα!

Ναι, αυτόν θέλω· επέμεινε ο Άγιος Γρηγόριος.

Με τα πολλά τον βρήκε. Του ζήτησε να μείνουν οι δύο τους να συζητήσουν. Άρχισε στη συνέχεια να τον ρωτά διάφορα περί νοεράς προσευχής κ.λπ. Ο Άγιος Μάξιμος έδινε ασυνάρτητες απαντήσεις, δείχνοντας ότι δεν πάει καλά στο μυαλό!

Ο Άγιος Γρηγόριος, γνωρίζοντας όμως από την Παναγία την πραγματικότητα, του είπε: Πάτερ Μάξιμε, άφησέ τα αυτά και δίδαξέ μου τη νοερά προσευχή, γιατί αυτό είναι το θέλημα της Κυρίας Θεοτόκου. Εκείνη μου είπε να έλθω να σε βρω!

Τότε ο Άγιος Μάξιμος, σαν άκουσε την εντολή της Παναγίας, άνοιξε το βιβλίο της ψυχής του και δίδαξε παραστατικά στον Άγιο Γρηγόριο τη νοερά προσευχή. Τον ασπάσθηκε στη συνέχεια εκείνος και κίνησε να φύγει. Κατεβαίνοντας προς τον αρσανά, τον ρώτησαν πατέρες:

Πώς είδες τον π. Μάξιμο; Έτσι όπως σου τα είπαμε δεν είναι;

Τι λέτε, πατέρες; Αυτός είναι όντως επίγειος άγγελος! Δεν ξέρετε ποιον έχετε κοντά σας... Εύχομαι να υπάρχει στο Άγιον Ορος άλλος ένας «τρελλός» σαν αυτόν! Ένας μεγάλος Άγιος, «τρελλός»!

Αυτά τους είπε ο Άγιος Γρηγόριος και έφυγε. Οι πατέρες τότε «ξύπνησαν» και μετενόησαν γιατί παραθεωρούσαν τον π. Μάξιμο και τον λοιδορούσαν. ΄Εσπευσαν πολλοί απ' αυτούς να τον εκμεταλλευθούν με την καλή σημασία· Να παρακολουθήσουν διδασκαλία από τον φωτισμένον αυτόν άγιον, όπως και ο Άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης. Εκείνος, όταν κατάλαβε ότι ο κλοιός συνεχώς στένευε, πήρε τους μαθητάς του και εξηφανίσθη. Ελθών σε βαθύ γήρας, τους μάζεψε κάποια μέρα γύρω του και τους είπε:

«Πατέρες και αδελφοί, εγώ θα κοιμηθώ εν Κυρίω κι’ εσείς να με θάψετε στο τάδε σπήλαιο. Θα κτίσετε την είσοδο, ούτως ώστε να μην το εντοπίσει κανείς. Το λείψανό μου θα βρίσκεται σε σημείο μέχρι το οποίο θ' ακούγονται οι καμπάνες της Μεγίστης Λαύρας! Εγώ κατά την Δευτέρα Παρουσία θα έλθω να το παραλάβω για να κριθώ»!

Έτσι κι’ έγινε. Η περιοχή αυτή λοιπόν εκτείνεται μεταξύ της Μεγίστης Λαύρας και της Ρουμανικής Σκήτης του Τιμίου Προδρόμου, μέσα σ' αυτή την κοιλάδα. Κάπου εκεί, σε άγνωστο σπήλαιο, βρίσκεται μέχρι σήμερα στην αφάνεια το άγιο λείψανό του. Μπροστά έχουν φυτρώσει βάτα, κάνοντας το σημείο αδιαπέραστο. Πολλοί με προσευχή ψάχνουν μέχρι σήμερα, αλλά τίποτε...

Μάλιστα ο π. Μάξιμος ο Κερασιώτης, που τον ευλαβείται πολύ, και ο π. Μάξιμος ο Ιβηρίτης, ο οποίος επίσης πολύ τον ευλαβείται, έψαξαν και ψάχνουν μέρες και βδομάδες και μήνες και χρόνια, αλλά τίποτε· Απλώς αισθάνονται μίαν άρρητη ευωδία εκεί μέσα στις πυκνές συστάδες των θάμνων!

Μια φορά, όπως μας έλεγαν οι Γεροντάδες μας, ένας ασκητής έψαχνεμε πολλή ευλάβεια να βρει το τίμιο λείψανο κι’ έλεγε και ξανάλεγε: «Άγιε Μάξιμε, αν είν' ευλογημένο, να φανερωθείς να πάρουμε ευλογία από το ιερό λείψανό σου»! Κάποια μέρα, καθώς περπατούσε σ' ένα μονοπάτι, αισθάνθηκε άρρητη ευωδία να βγαίνει μέσ' από θάμνους. Κατάλαβε ότι εκεί θα βρίσκεται το άγιο λείψανο και αμέσως έτρεξε στη Μεγίστη Λαύρα, ειδοποιώντας τους πατέρας να σπεύσουν μαζί του στο σημείο αυτό για τη μεγάλη στιγμή της Ανακομιδής. Καθώς επέστρεψε μαζί με τους Λαυριώτες, εστάθη αδύνατο να βρουν το σημείο που πριν είχεν εντοπίσει!.. Ο Θεός, συγκαταβαίνοντας στην παράκληση του Αγίου Του, απέκρυψε το τίμιο λείψανό του για να το φανερώσει στη Δευτέρα Παρουσία! Πόσα και πόσα ανάλογα θαύματα έχουμε μάθει από τους Γεροντάδες μας ...

 


  14 Ιανουαρίου

Ημέρα μνήμης του Οσίου Σάββα πρώτου αρχιεπισκόπου Σερβίας, κτήτορος της Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου Αγίου Όρους


Οι Όσιοι Σάββας αρχιεπίσκοπος Σερβίας και Συμεών ο Μυροβλύτης

Ο Όσιος Σάββας είχε πατέρα τον Όσιο Συμεών. Ο Όσιος Συμεών υπήρξε μεγάλος ηγεμόνας των Σέρβων (1165-1196) και ήταν κατά τον σύγχρονο βιογράφο του π. Ιουστίνο Πόποβιτς «υπερασπιστής της Ορθοδοξίας και πολέμιος των αιρέσεων, σ΄ όλη του την ζωή άνθρωπος με μεγάλη πίστη, αγάπη και ζήλο Ευαγγελικό». Ο κατά κόσμον Στέφανος Νεμάνια γεννήθηκε το 1114 στην πόλη Ρίμπνιτσα της Ζέτας, το σημερινό Μαυροβούνιο. Αγωνίσθηκε με σθένος υπέρ της Ορθοδοξίας και εργάσθηκε για την εδραίωσή της στον λαό, τον οποίο ένωσε σε ένα βασίλειο.

Έκτισε πολλούς ναούς, συγκάλεσε συνόδους για την αντιμετώπιση των αιρέσεων, ανέπτυξε πλούσιο φιλανθρωπικό έργο και ενίσχυσε οικονομικά μονές και προσκυνήματα. Με την ευλαβή και φιλομόναχη σύζυγό του Άννα, θυγατέρα Βυζαντινού αυτοκράτορα, απέκτησε πολλά παιδιά. Στο τέλος έγινε και αυτή μοναχή με το όνομα Αναστασία στη μονή Στουντένιτσα. Μεταξύ των τέκνων τους δύο στέφθηκαν αγιωνυμίας· ο Άγιος Σάββας πρώτος αρχιεπίσκοπος των Σέρβων και Στέφανος Β’ ο Πρωτοστεφής και τελικά καρείς μοναχός Σίμων.

Ο Όσιος Σάββας, που κατά κόσμον ονομαζόταν Ράστκο, υπήρξε καρπός προσευχής. Γεννήθηκε το 1169 και μεγάλωσε με νουθεσία Κυρίου. Οι θεοσεβείς γονείς του τον ετοίμαζαν για γάμο όταν ενηλικιώθηκε, αλλά αυτός είχε αποφασίσει τη μοναχική του αφιέρωση. Ποθούσε να αναχωρήσει στο Άγιον Όρος, για το οποίο άκουγε θαυμαστές ιστορίες ασκητών και οσίων. Με συνοδό έναν Ρώσο Αγιορείτη μοναχό έφυγε για το Άγιον Όρος, σε ηλικία 16 ετών, κρυφά από τους γονείς του, οι οποίοι βυθίσθηκαν σε μεγάλη θλίψη. Εκάρη μοναχός στην μονή Αγίου Παντελεήμονος-Παλαιού Ρωσικού και ονομάσθηκε Σάββας. Οι απεσταλμένοι στρατιωτικοί του πατέρα του πήγαν στο Άγιον Όρος για να τον βρουν και να τον φέρουν πίσω. Επέστρεψαν, με τα κοσμικά πριγκηπικά ρούχα του και με μία παραμυθητική επιστολή προς τους γονείς του, οι οποίοι επιθυμούσαν σύντομα να τον ξαναδούν κοντά τους.

Λίγους μήνες μετά την κουρά του επισκέφθηκε την εορτάζουσα μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, την περίφημη μονή Βατοπεδίου. Ο ηγούμενος της μονής τον προσκάλεσε να μείνει πλησίον τους. Ο Σάββας εντυπωσιασμένος δεν μπόρεσε να αρνηθεί και έλαβε την συγκατάθεση του ηγουμένου της μονής του Αγίου Παντελεήμονος και έμεινε στο Βατοπαίδι μία ολόκληρη δωδεκαετία.

Η παραμονή του ήταν ωφέλιμη. Έμαθε θαυμάσια τα ελληνικά, μελέτησε στην πλούσια βιβλιοθήκη, διδάχθηκε την τάξη, την παράδοση, την τέχνη, στην πλούσια και μεγάλη αυτή μονή, και όπως γράφει ο μακάριος επίσκοπος Νικόλαος:

«Σε τέτοιο κέντρο πνευματικότητας και πολιτισμού, ο Σάββας είχε την σπάνια ευκαιρία να οικοδομήσει τον χαρακτήρα του κατά το πρότυπο των καλύτερων παραδειγμάτων που είδε και των καλύτερων βιβλίων που διάβασε».

Ο μακαριστός Γέροντας Ιουστίνος συνεχίζει: «Η ζωή και η τάξη στο Μοναστήρι του Βατοπεδίου ικανοποίησε τον νεαρό μοναχό Σάββα, ο οποίος, ανάμεσα σε υποδειγματικούς μοναχούς και με την καθοδήγηση του ταπεινού και αγίου γέροντα Μακαρίου του Ιερομονάχου, παραδόθηκε στους μοναχικούς αγώνες με όλη την θέρμη της φιλόχριστης, νεανικής του ψυχής. Μέσα στον πύρινο ενθουσιασμό του και την φλογερή του ευλάβεια, επιθυμούσε με όλη του την καρδιά να μην τον ξεχωρίζουν σε τίποτα επειδή ήταν γιος ηγεμόνα. Ήθελε δηλαδή να είναι ένας απλός, συνηθισμένος μοναχός, ίσος και όμοιος με όλους τους άλλους στην νηστεία, στην προσευχή, στην αγρυπνία και σε όλες τις διακονίες της Μονής. Γι΄ αύτό εκτελούσε τα πάντα με ταπείνωση και αφοσίωση».

Περιόδευσε όλο το Άγιον Όρος, αναζητώντας ενάρετους Γέροντες και προσφέροντας στις μονές πλούσια δώρα από αυτά που του έστειλε ο πατέρας του. Το μεγαλύτερο μέρος ασφαλώς πρόσφερε στην αγαπητή μονή που κατοικούσε. Ο νεώτερος βιογράφος του επίσκοπος Νικόλαος, βασισμένος στους πρώτους βιογράφους του Αγίου Σάββα, τον σύγχρονό του Δομετιανό και τον κατοπινό Θεοδόσιο, αναφέρει πως κράτησε τα βασιλικά χρήματα για την ανοικοδόμηση της μονής Βατοπεδίου: «Ήταν απαραίτητα και άλλα καινούρια κτήρια στο μοναστήρι για τους μοναχούς, ο αριθμός των οποίων συνεχώς αυξανόταν. Ο Σάββας ανήγειρε μερικά τέτοια με δύο ή τρεις ορόφους. Ένα απ΄ αύτά κράτησε για τον εαυτό του και τον πατέρα του, λέγοντας: «Αν δώσει ο Θεός, εγώ και ο κύριος πατέρας μου θα κατοικήσουμε εδώ σε δικό μας σπίτι». Οπωσδήποτε δεν σκεφτόταν ότι θα χρειαζόταν γι΄ αύτόν και τον πατέρα του ολόκληρο κονάκι, αλλά ότι αύτό θα είναι Σερβικό σπίτι για Σέρβους μοναχούς στο μέλλον.

Κατόπιν άρχισε να κτίζει τρεις ναούς καλούμενους παρεκκλήσια, σαν τρεις πολύτιμους λίθους. Τον πρώτο, πίσω από το Καθολικό, αφιέρωσε στην Υπεραγία Παρθένο, το δεύτερο στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο και τον τρίτο στην Μεταμόρφωση του Κυρίου. Ο τελευταίος κτίστηκε στην κορυφή του υψηλότερου από τους δέκα συνολικά πύργους. Και οι τρεις είναι κτισμένοι από πέτρα και πλίνθους, ενώ είναι σκεπασμένοι με πέτρινες πλάκες που υπάρχουν σε αφθονία στο Άγιον Όρος. Κάλυψε και την στέγη του Καθολικού με μολύβι. Μετά απ΄ αυτό ανακαίνισε και πολλά άλλα βοηθητικά - δευτερεύοντα κτήρια. «Και πολλές άλλες ανάγκες κάλυψε στο μοναστήρι, που είναι δύσκολο ν΄ απαριθμηθούν όλες». Γι΄ αυτό η διοίκηση του μοναστηριού τίμησε τον Σάββα με τον τίτλο «δεύτερος κτήτορας του Βατοπεδίου».

Όπως αναφέρουν οι βιογράφοι του, ο Άγιος Σάββας δεν υπήρξε απλά ένας υψηλός χορηγός των σημαντικών έργων στη μονή Βατοπεδίου. Πέρα από τις δόσεις και τις οδηγίες έλεγχε με τη γνώση και ευφυϊα του την ποιότητα των έργων και δεν δίσταζε να εργάζεται όπως ένας συνηθισμένος εργάτης. Συγχρόνως διακονούσε στο ναό, στο μαγειρείο, στο αρτοποιείο, στα κτήματα και στο αρχονταρίκι, ώστε να γίνει στο Βατοπέδι «ο πιο προσφιλής μοναχός».

Σε όλα τα διακονήματα όμως πάντα είχε συνοδό την προσευχή, την εγκράτεια και την άσκηση. «Και θαύμαζαν, ο Ηγούμενος και οι αδελφοί του Κοινοβίου, πώς σε τόσο μικρή ηλικία και τόσο σύντομα κατώρθωσε να φθάσει σε τέτοια πνευματικά μέτρα, πράγμα δύσκολο και για ηλικιωμένους μοναχούς».

Συχνά, με την ευλογία του Γέροντός του Μακαρίου, μετέβαινε, ξυπόλυτος και πάντα πεζός, στους ασκητές που είχαν ανάγκες, για να τους μεταφέρει ελεημοσύνες και φρέσκο ψωμί. Δύο φορές μάλιστα, πηγαίνοντας για τις μονές Εσφιγμένου και Μεγίστης Λαύρας, έπεσε σε ληστές, αλλά διασώθηκε θαυματουργικά.

Η μακρά παραμονή του Αγίου Σάββα στο Άγιον Όρος και οι παραινετικές επιστολές του προς τον πατέρα του, συνέβαλαν στην απόφασή του να παραιτηθεί από τον θρόνο του και να λάβει το μοναχικό σχήμα στις 25 Μαρτίου 1196 στη μονή Στουντένιτσα.

Υπακούοντας τελικά στην επίμονη πρόσκληση του αγαπητού του Σάββα, στις 8 Οκτωβρίου 1197 ξεκίνησε ανεπίστροφο ταξίδι και έφθασε στη μονή Βατοπεδίου στις 2 Νοεμβρίου 1197.

Ο ηγεμόνας μοναχός έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές.

Ο Ηγούμενος και οι αδελφοί, αφού δεήθηκαν και ευχαρίστησαν τον Θεό στο Καθολικό, χαιρέτησαν τον γέροντα Συμεών και τον ασπάσθηκαν εν Κυρίω. Τότε ήλθε και ο γιός να χαιρετήσει τον πατέρα. Η συνάντηση ήταν ιδιαίτερα συγκινητική. Και οι δύο έμειναν άφωνοι από την μεγάλη χαρά. Ο γέροντας μάλιστα κλονίσθηκε και θα έπεφτε, αν δεν τον συγκρατούσαν. Όταν κάποτε συνήλθε, έβρεχε με πολλά δάκρυα το κεφάλι του πολυαγαπημένου του παιδού, καθώς το κρατούσε πάνω στην καρδιά του καταφιλώντας το.

Την ώρα εκείνη ο θεοφώτιστος γιος πόσες ευχαριστίες δεν ανέπεμπε στον Θεό από το βάθος της ψυχής του, επειδή ο πατέρας του υπάκουσε στον λόγο του Ευαγγελίου!

Κατασυγκινημένοι και γεμάτοι χαρά πνευματική, δόξαζαν τον Θεό. Το θέαμα ήταν θαυμαστό στον ουρανό και στην γη. Και οι δύο, "τετρωμένοι" από την αγάπη του Χριστού, άφησαν τα μεγαλεία και ήλθαν στην ξένη γη, ακολουθώντας τον Κύριο ολόψυχα. Γι΄ αυτό έφθασαν σε μεγάλη ταπείνωση και έγιναν κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος.

Ο Πρώτος, όταν άκουσε για την άφιξη του μεγάλου ζουπάνου, κατέβηκε από τις Καρυές, για να χαιρετήσει τον διακεκριμένο επισκέπτη. Ο Συμεών με ταπεινοφροσύνη έκανε μετάνοια μπροστά του, ενώ ο Πρώτος γονάτισε μπροστά στον Συμεών και χαιρέτισαν και αγκάλιασαν ο ένας τον άλλο. Αυτό ήταν μεγάλο γεγονός στην ιστορία του Αγίου Όρους, γιατί μέχρι τότε κανένας μεγάλος ηγεμόνας Ορθοδόξου έθνους δεν ήρθε στην κτήση της Υπεραγίας Θεοτόκου σαν μοναχός ανάμεσα σε φτωχούς μοναχούς!

Έφτασαν και οι ηγούμενοι όλων των μοναστηριών με πλήθος μοναχών να δουν και να χαιρετήσουν τον πρώην δεινό αρχιστράτηγο και ηγεμόνα και τώρα απλό μοναχό ίδιον με αυτούς. Έχοντας σφοδρή επιθυμία να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα για τη μοναχική ζωή, ο Συμεών έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για την πείρα τους στην οδό της σωτηρίας. Ούτε ένας δεν έφυγε χωρίς δώρα φερμένα από τη Σερβία. Ο γέροντας είχε φέρει μαζί του πολλά άλογα κα μουλάρια φορτωμένα με πολύτιμα δώρα, χρήσιμα για την εκκλησία και την αδελφότητα. Απ΄ αυτά, τη μερίδα του λέοντος - δύο μεγάλους κάδους χρυσό κι’ ασήμι - έδωσε στο Βατοπέδι».

Όσιος Συμεών, Κτήτορας της Μονής Χιλανδαρίου Αγίου Όρους

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει περί αυτών: «Έγινεν ο κατά σάρκα Υιός Σάββας, Πατήρ κατά πνεύμα του Συμεών, του κατά σάρκα Πατρός αυτού. Και έμειναν και οι δύο ικανόν καιρόν εις την μονήν του Βατοπεδίου … αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα με καθημερινάς νηστείας, και ολονυκτίους στάσεις και προσευχάς, και εντός ολίγου έγιναν εγκρατείς των σαρκικών παθών, φθάσαντες εις το άκρον της αρετής υπέρ πάντας σχεδόν τους κατ΄ εκείνον τον καιρόν ευρισκομένους εις το Άγιον Όρος Πατέρας».-

naosagiasbarbaras.gr
dimokratianews.gr


Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης