Η Πλατυτέρα των Ουρανών

29 Μαϊ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 

 

 

Η Αγία Υπομονή, κατά κόσμον Ελένη Δραγάση, και αργότερα, ως σύζυγος του Μανουήλ Β’ του Παλαιολόγου, «Ελένη η εν Χριστώ τω Θεώ αυγούστα και αυτοκρατόρισσα των Ρωμαίων η Παλαιολογίνα», ήταν θυγατέρα του Κωνσταντίνου Δραγάση, ενός από τους πολλούς ηγεμόνες – κληρονόμους του μεγάλου Σέρβου κράλη (βασιλιά) Στεφάνου Δουσάν. Καταγόταν από βασιλική, αλλά και ευλογημένη γενιά. Μεταξύ των προγόνων της υπήρξε ο Στέφανος Νεμάνια, Σέρβος βασιλέας που μόνασε με το όνομα Συμεών, ήταν κτήτορας της Ιεράς Μονής Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους και εν τέλει αγίασε!

Υπολογίζεται ότι η Ελένη ήταν περίπου 19 χρονών όταν παντρεύτηκε τον Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο (τέλη του 1390 μ.Χ.), λίγους μήνες πριν εκείνος γίνει Αυτοκράτορας. Η καινούργια ζωή της Ελένης υπήρξε εξ αρχής πολύ δύσκολη. Πολλές ήταν οι φορές που αναγκάστηκε να πιει το ποτήρι της προσβολής και του εξευτελισμού στο πλευρό του συζύγου της, όχι μόνο από τους αλλόθρησκους, αλλά και από εκπροσώπους των κατ’ όνομα χριστιανικών κρατών της Δύσεως. Η ίδια όμως αποδείχθηκε εξαιρετική σύζυγος και πολύ δυνατός άνθρωπος. Η Ελένη αγαπούσε τον λαό. Ήταν η μεγάλη μάνα στην οποία ο καθένας μπορούσε να προστρέξει. Συμμεριζόταν τις αγωνίες του και προσπαθούσε πάντοτε με την προσευχή, την πραότητα και τα γλυκά και παρηγορητικά της λόγια να τον ενισχύσει.

Για την Αυτοκράτειρα, της οποίας η κάρα βρίσκεται στην Ιερά Μονή Οσίου Παταπίου στο Λουτράκι, ο σύγχρονός της φημισμένος φιλόσοφος Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων γράφει: «Η Βασιλίς αύτη με πολλήν ταπείνωσιν και καρτερικότητα εφαίνετο να αντιμετωπίζει και τας δύο μορφάς της ζωής. Ούτε κατά τους καιρούς των δοκιμασιών απεγοητεύετο, ούτε όταν ευτυχούσε επανεπαύετο, αλλά εις κάθε περίπτωσιν έκανε το πρέπον. Συνεδύαζε την σύνεσιν με την γενναιότητα, περισσότερον από κάθε άλλην γυναίκα. Διεκρίνετο δια την σωφροσύνην της, την δε δικαιοσύνην την είχε εις τελειότατον βαθμόν. Δεν εμάθαμε να κάμνει κακόν εις ουδένα, ούτε μεταξύ των ανδρών, ούτε μεταξύ των γυναικών. Αντιθέτως εγνωρίσαμε να κάμνει πολλά καλά και εις πολλούς. Με ποίον άλλον τρόπον δύναται να φανεί εμπράκτως η δικαιοσύνη, εκτός από το γεγονός του να μη κάμνει κανείς ποτέ θεληματικά και σε κανέναν κακό, αλλά μόνον το αγαθόν σε πολλούς;»
Ο σύζυγός της ήταν φιλόσοφος, αλλά και φιλόχριστος, ενώ κι εκείνη στάθηκε αντάξιά του. Στάθηκε δίπλα του για 35 χρόνια, «συνευδοκόντας», σύμφωνα με σύγχρονή τους μαρτυρία, δηλαδή όλα όσα γίνονταν στο σπίτι τους γίνονταν με συμφωνία, ομόνοια, συναπόφαση, εν πνεύματι Χριστού και αγωνιστική αγιότητα. Κατόρθωναν να τιμούν την αρετή με λόγια και έργα. «Λόγω μεν διδάσκοντας το πρακτέον, έργω δε γενόμενοι πρότυπα και εικόνες εφηρμοσμένης αγάπης». Ο Θεός τους χάρισε οκτώ παιδιά: έξι αγόρια από τα οποία τα δύο ανέβηκαν στον αυτοκρατορικό θρόνο, ο Ιωάννης Η’ (1425 – 1448 μ.Χ.) και ο Κωνσταντίνος ΙΑ’, ο τελευταίος θρυλικός αυτοκράτορας (1448 – 29 Μαΐου 1453 μ.Χ.- ημέρα αλώσεως της Βασιλεύουσας), ενώ ο Θεόδωρος, ο Δημήτριος και ο Θωμάς διετέλεσαν δεσπότες του Μυστρά και ο Ανδρόνικος της Θεσσαλονίκης. Τα δύο της κορίτσια, όμως, πέθαναν σε μικρή ηλικία.
Η πολύτεκνη μητέρα γαλούχησε τα παιδιά της με τα νάματα της πίστεως και την γλυκύτατη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, τα οδηγούσε σε ιερά προσκυνήματα και σεβάσμια Μοναστήρια της Βασιλεύουσας, και επιζητούσε υπέρ αυτών τις ευχές των αγίων ασκητών και Γερόντων. Τα ανέθρεψε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» και ποτέ δεν «έπαυσε μετά δακρύων προσευχής και αγάπης να νουθετή ένα έκαστον».
Με αυτόν τον τρόπο, η Ελένη κατόρθωσε αυτό που έμοιαζε κοσμικά ακατόρθωτο: να βάλει τέλος στις 90χρονες διαμάχες των αυτοκρατορικών μελών.

Η ίδια αναπαυόταν στα μοναστήρια και από εκεί αντλούσε την δύναμη και το κουράγιο να συνεχίζει. Την αγάπη της αυτή για τις Μονές την ενέπνευσε σε όλη την οικογένειά της. Ο σύζυγός της, αφού παρέδωσε τον θρόνο στον πρωτότοκο Ιωάννη, δύο μήνες πριν τον θάνατό του (29 Μαρτίου 1425 μ.Χ.) απεσύρθη στη Μονή του Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Ματθαίος. Η ίδια, μετά τον θάνατο του συζύγου της, έγινε μοναχή (1425 μ.Χ.) στη Μονή της κυράς Μάρθας, με το όνομα Υπομονή. Στο μοναστήρι αυτό έζησε 25 χρόνια και κοιμήθηκε εν Κυρίω με ειρήνη στις 13 Μαρτίου 1450. Η Μονή Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας έτυχε ιδιαίτερης προστασίας της αυτοκράτειρας Ελένης Παλαιολογίνας, διότι εκεί ίδρυσε γυναικείο γηροκομείο με την επωνυμία «η Ελπίς των απηλπισμένων». Στην ίδια Μονή υπήρχε και το σκήνωμα του Οσίου Παταπίου, που πλέον αποθησαυρίζεται στην Ιερά Μονή του στο Λουτράκι.Μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως στις 29 Μαΐου 1453, ο Αγγελής Νοταράς - αδελφός του Λουκά Νοταρά - του τελευταίου πρωθυπουργού της αυτοκρατορίας και εθνομάρτυρος, συγγενούς της μοναχής Υπομονής, άνθρωπος ευλαβής και πιστός, κατέφυγε με την οικογένειά του στην Ελλάδα.
Ήρθε στην Πελοπόννησο κοντά στον εξάδελφό του Θωμά Παλαιολόγο, Δεσπότη του Μυστρά, ο οποίος του χάρισε κτήματα πολλά στην Κορινθία και ρίζωσε στα Τρίκαλα. Ήταν ανιψιός της Οσίας Υπομονής και παππούς του Γεωργίου Νοταρά, του μετέπειτα Αγίου Γερασίμου του νέου ασκητού στην Κεφαλλονιά. Ο τελευταίος μάλιστα είχε προστάτη και πρότυπο ασκητικό τον Όσιο Πατάπιο, τον οποίο προσκύνησε στο σπήλαιο των Γερανείων στην Κόρινθο.

Ο Αγγελής Νοταράς μαζί με την οικογένεια και την κινητή του περιουσία έφερε στην Ελλάδα από την Μονή της Πέτρας (η οποία διαλύθηκε μετά το 1640 μ.Χ.) ως πολύτιμο θησαύρισμα το Ιερό σκήνωμα του Οσίου Παταπίου, που προστατευόταν με αυτοκρατορική εντολή, καθώς και την τιμία κάρα της θείας του, Αγίας Υπομονής. Το ιερό του φορτίο το εναπέθεσε με τιμές στο σπήλαιο ασκητών στα Γεράνεια Όρη, το οποίο χρονολογείται πριν από τον ΙΔ’ αιώνα και είναι διαρρυθμισμένο σε ναό εδώ και εκατοντάδες χρόνια.
Στο πέτρινο τέμπλο του ιερού ναού εικονίζονται στα δεξιά η Δέηση και στα αριστερά τρία άγια πρόσωπα από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως: η Αγία Υπομονή, ο Άγιος Πατάπιος και ο Άγιος Νίκων ο Νέος (Ρώσος στην καταγωγή).
Οι δύο ανδρικές αυτές μορφές συνοδεύονται από την επιγραφή
«ο εν τω Ξηρώ όρει ασκήσας», η οποία μας δείχνει με ακρίβεια τον κατάξερο και δυσπρόσιτο τόπο πού ασκήθηκαν: ο Πατάπιος στην περιφέρεια των Βλαχερνών και ο Νίκων ο Νέος στην Ιερά Μονή της Πέτρας.
Η αριστερή παράσταση συμπληρώνεται από την μορφή του Αγίου Υπατίου Γαγγρών που μαρτύρησε στον Ξηρόλοφο Κωνσταντινουπόλεως.
Οι αγιογραφίες τελείωσαν και το άγιο λείψανο τάφηκε με εντολή του Αγγελή Νοταρά. Στην κοινή θέα παρέμεινε, μόνον η τοιχογράφηση του σπηλαιώδους μικρού ναού, σαν ένας δυσεπίλυτος γρίφος.

Για την Οσία, ο Θεός ευδόκησε να μην ζήσει τις τελευταίες τραγικές στιγμές της Αυτοκρατορίας. Την κάλεσε κοντά Του στις 13 Μαρτίου 1450 μ.Χ., έχοντας διανύσει 35 χρόνια ως Αυτοκρατόρισσα και 25 ως ταπεινή μοναχή.
Ο σύγχρονός της Οσίας Υπομονής, διάκονος Ιωάννης Ευγενικός, αδελφός του Μάρκου του Ευγενικού, Αρχιεπισκόπου Εφέσου, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Κωνσταντίνον Παλαιολόγον, επί τη κοιμήσει της Μητρός του Αγίας Υπομονής, συνοψίζει: «Ως προς δε την αοίδιμον, εκείνην Δέσποινα Μητέρα σου, τα πάντα εν όσω ζούσε, ήσαν εξαίρετα, η πίστις, τα έργα, το γένος, ο τρόπος, ο βίος, ο λόγος και όλα μαζί ήσαν σεμνά και επάξια της θείας τιμής και, όπως έζησε μέτοχος της Θείας Προνοίας, έτσι και ετελεύτησεν».
Η «Αγία Δέσποινα» - όπως την ονομάζει ο Γεώργιος Φραντζής - συνέδεσε την έννοια του μοναχικού της ονόματος (Υπομονή) με τον τρόπον αντιμετωπίσεως και των ευτυχών στιγμών και των απείρων δυσκολιών της όλης ζωής της. Υπομονή κατά βίον, πράξιν και μοναχικό όνομα. «Τη υπομονή αυτής εκτήσατο την ψυχήν αυτής». Επίσης, μια πολύ σημαντική φυσιογνωμία εκείνης της εποχής ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο Α΄ Οικουμενικός Πατριάρχης μετά την άλωση, στον Παραμυθητικό του Λόγο προς τον Βασιλέα Κωνσταντίνο ΙΑ’, «Επί τη κοιμήσει της μητρός Αυτού Αγίας Υπομονής», αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής:
«Την μακαρίαν εκείνην Βασίλισσαν όταν την επεσκέπτετο κάποιος σοφός, έφευγεν κατάπληκτος από την ιδικήν της σοφίαν. Όταν την συναντούσε κάποιος ασκητής, αποχωρούσε, μετά την συνάντηση, ντροπιασμένος δια την πτωχείαν της ιδικής του αρετής, συγκρινομένης προς την αρετήν εκείνης. Όταν την συναντούσε κάποιος συνετός, προσέθετεν εις την ιδικήν του περισσοτέραν σύνεσιν. Όταν την συναντούσε κάποιος νομοθέτης, εγινόταν προσεκτικώτερος. Όταν συνομιλούσε μαζί της κάποιος δικαστής, διεπίστωνε ότι έχει ενώπιόν του έμπρακτον Κανόνα Δικαίου. Όταν κάποιος θαρραλέος (την συναντούσε), ένοιωθε νικημένος, αισθανόμενος έκπληξιν από την υπομονήν, την σύνεσιν και την ισχυρότητα του χαρακτήρος της. Όταν την επλησίαζε κάποιος φιλάνθρωπος, αποκτούσε εντονώτερο το αίσθημα της φιλανθρωπίας. Όταν την συναντούσε κάποιος φίλος των διασκεδάσεων, αποκτούσε σύνεσιν, και - γνωρίζοντας την ταπείνωσιν εις το πρόσωπόν της - μετανοούσε. Όταν την εγνώριζε κάποιος ζηλωτής της ευσεβείας, αποκτούσε μεγαλύτερον ζήλον. Κάθε πονεμένος με την συνάντηση μαζί της, καταλάγιαζε τον πόνο του. Κάθε αλαζόνας αυτοτιμωρούσε την υπερβολικήν του φιλαυτίαν. Και γενικά κανένας δεν υπήρξε, που να ήλθεν εις επικοινωνίαν μαζί της και να μην έγινε καλύτερος».

Σύγχρονο θαύμα της Αγίας

Είναι αρκετές οι εμφανίσεις της Αγίας Υπομονής τα τελευταία χρόνια σε ευσεβείς και μη χριστιανούς. Επιλεκτικά καταχωρούμε ένα συμβάν το οποίο περιγράφει την θαυμαστή εμφάνισή της και θεραπεία κάποιου ασθενή.
«Η Αγία Υπομονή εμφανίσθηκε ως μοναχή σε κάτοικο των Αθηνών ο οποίος εργαζόταν σε ταξί. Το σταμάτησε και ζήτησε να κατευθυνθεί προς το Λουτράκι. Ο ταξιτζής είχε καρκίνο του δέρματος στα χέρια του και βρισκόταν σε μεγάλη απελπισία. Καθ’ οδόν η μοναχή, που φορούσε ένα κουκούλι με κόκκινο σταυρό, τον ρώτησε: «Γιατί είσαι μελαγχολικός;» και εκείνος δεν δίστασε να ομολογήσει όλη την αλήθεια. Μετά τον ρώτησε αν θέλει να τον σταυρώσει για να γίνει καλά και εκείνος δέχθηκε. Σε λίγο όμως τον έπιασε υπνηλία και παρακάλεσε την μοναχή να σταθούνε λίγο για να μην σκοτωθούνε. Είχαν φθάσει κοντά στα διόδια και εύκολα θα έβρισκαν άλλο ταξί αν εκείνη βιαζόταν. Κάθισε στην άκρη του δρόμου και τον πήρε ο ύπνος.
Όταν ξύπνησε διαπίστωσε ότι τα χέρια του είχαν γίνει καλά, αλλά η μοναχή είχε εξαφανιστεί.Ρώτησε τους ανθρώπους των διοδίων μήπως είδανε καμμιά μοναχή εκεί κοντά, αλλά κανείς δεν την είχε δει. Τότε συγκλονισμένος γύρισε στο ταξί του και κατάλαβε ότι κάποια Αγία ήταν κι’ έγινε άφαντη. Κατευθύνθηκε μετά στον γιατρό του και του διηγήθηκε το περιστατικό.Την στιγμή εκείνη έπεσε το μάτι του σε μια εικόνα που ήταν κρεμασμένη στον τοίχο του ιατρείου. Πετάχτηκε απ’ το κάθισμά του και φώναξε: «Αυτή ήταν». Σημειωτέον ότι η εικόνα ήταν της Αγίας Υπομονής. Έτσι έμαθε ποια ήταν εκείνη η οποία τον θεράπευσε και τον γλύτωσε και απ’ την απελπισία. Το κουκούλι με τον κόκκινο σταυρό έδειχνε την καταγωγή πριν γίνει αυτοκρατόρισσα του Βυζαντίου και με αυτό το μοναχικό σχήμα τελείωσε και την επίγεια ζωή της. Εκ των υστέρων γίνηκε γνωστό ότι η ημέρα που γίνηκε το θαύμα ήταν 13 Μαρτίου, ημέρα που η Αγία εορτάζει».

Εικόνα της ευρίσκεται στην Ιερά Μονή Οσίου Παταπίου στο Λουτράκι Κορινθίας και η Εκκλησία τιμά την μνήμη της Οσίας Υπομονής, επίσης, στις 13 Μαρτίου.

enromiosini.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

 

28 Μαϊ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 Οσίου Μακαρίου της Όπτινα

 


Ἄκουσε! Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέει γιά τόν ἄνθρωπο πού ἐμπιστεύεται τόν ἑαυτό του στή θεία πρόνοια: «Ἐπ᾿ ἐμέ ἤλπισε, καί ρύσομαι αὐτόν· σκεπάσω αὐτόν, ὅτι ἔγνω τό ὄνομά μου. Κεκράξεται πρός με, καί ἐπακούσομαι αὐτοῦ, μετ᾿ αὐτοῦ εἰμι ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτόν καί δοξάσω αὐτόν» (Ψαλμ. 90. 14-15). Οἱ θλίψεις καί τά βάσανα ἑδραιώνουν τήν πίστη μέσα μας, καί μᾶς διδάσκουν νά περιφρονοῦμε τόν κόσμο καί τήν δόξα του. Πίστευε πάντοτε ὅτι κανένα κακό, καμμιά λύπη δέν μπορεῖ νά μᾶς βρεῖ – οὔτε μιά τρίχα δέν μπορεῖ νά πέσει ἀπό τό κεφάλι μας – χωρίς νά τό παραχωρήσει ὁ Θεός.
Τίποτα δέν γίνεται, λέει ὁ Ἀββᾶς Δωρόθεος, χωρίς τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
Καί ὅπου ὑπάρχει ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁπωσδήποτε αὐτό πού συμβαίνει, ὅσο πικρό κι ἄν εἶναι αυτό, θά φέρει ὠφέλεια στήν ψυχή. Μήν λυπᾶσαι λοιπόν καί μήν μικροψυχεῖς γιά τούς πειρασμούς σου.
Νά τούς δέχεσαι ἀτάραχα, μέ ταπεινοφροσύνη καί ἐλπίδα στόν Θεό.
Πίστεψέ το: Ποτέ δέν εἶναι δυνατόν νά πάρουν τά πράγματα καλύτερη ἐξέλιξη, παρά μόνον ἔτσι ὅπως τά ἐπιτρέπει ὁ Θεός μέσα στό ἔλεός Του. Γιά αὐτό δόξαζέ Τον γιά ὅλα. Καί μή ρίχνεις τίς εὐθύνες, γιά ὅ,τι σοῦ συμβαίνει, σέ ἄλλους ἀνθρώπους. Ἄν καί ἔχουμε πάντα τήν τάση ν᾿ ἀποδίδουμε τά προβλήματά μας στούς ἄλλους, στήν κακία ἤ τήν ἀνικανότητά τους, στήν πραγματικότητα αὐτοί δέν εἶναι παρά ἐργαλεῖα στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἐργαλεῖα, πού τά χρησιμοποιεῖ γιά νά οἰκοδομήσει τή σωτηρία μας. Πάρε λοιπόν θάρρος καί προσευχήσου. Προσευχήσου θερμά στόν Κύριο, ό όποίος πάντοτε ἐργάζεται γιά τήν σωτηρία μας, χρησιμοποιώντας γι᾿ αὐτόν τόν σκοπό καί τά δύο μέσα: Καί ὅ,τι έμεῖς ἀποκαλοῦμε εὐτυχία, καί ὅ,τι ἐμεῖς ἀποκαλοῦμε δυστυχία.

Γιά μᾶς, πού σταθερά καί ἀκλόνητα πιστεύουμε στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἀκόμα καί ἡ χειρότερη ἀναποδιά δέν εἶναι παρά μιά κίνηση τοῦ χεριοῦ Ἐκείνου, τοῦ Κυρίου μας, πού δέν κουράζεται ποτέ νά ἑλκύει τόν ἄνθρωπο στόν δικό Του δρόμο πρός τήν αἰωνιότητα. Καί δέν κουράζεται ποτέ νά δείχνει αὐτόν τόν δρόμο. Ἀλλά γι᾿ αὐτούς πού δέν ἔχουν τήν πίστη μας, οἱ θλίψεις αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι πραγματικά πικρές, πικρότατες. Τούς λείπει, βλέπεις, ἡ ἐλπίδα. Ἡ ἐλπίδα πού, ὅπως εἶπε κάποιος ἅγιος, γεννιέται ἀπό τήν γεύση καί τήν ἐμπειρία τῶν δώρων τοῦ Κυρίου. Εἶναι μετά ν᾿ ἀπορεῖ κανείς, ὅταν ὁ θάνατος κάποιου ἀγαπημένου τους προσώπου τούς ἀφήνει ἀπαρηγόρητους καί τούς γεμίζει ἀπελπισία;
Μήν λιποψυχεῖς λοιπόν καί μήν λυπᾶσαι τόσο πολύ, πού ἡ ἀρρώστια σέ ἐμποδίζει νά πηγαίνεις στήν ἐκκλησία. Ὁ ἀπόστολος μᾶς ἔχει διαβεβαιώσει ὅτι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι εἴμαστε ναοί τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ (Β΄ Κορ. 6,16). Γιά σένα εἶναι ἀρκετός αὐτός ὁ ναός. Ἐσύ ἰδιαίτερα, πού ὑποστηρίζεις ὅτι δέχεσαι εἰδικές ἐπισκέψεις τῆς χάριτος μέσα στήν ἐκκλησία, πρέπει νά φυλάγεσαι ἀπό τήν «οἴηση τῆς ἁγιότητος», καί ν᾿ ἀναγνωρίζεις ὅτι τώρα τίς στερήθηκες ἐπειδή δέν εἶσαι ἄξιος γι᾿ αὐτές. Ὅσο πιό ταπεινοί γινόμαστε, τόσο πιό σταθερή καί ἀσφαλής γίνεται ἡ πνευματική μας ζωή. Νά βρίσκεσαι, βέβαια, σέ ἐγρήγορση. Σέ συνεχή ἐγρήγορση καί ἀγώνα. Ἀλλά μήν ἐλπίζεις πώς θά κατορθώσεις πολλά γιά τήν σωτηρία σου εἴτε μέ τά ἔργα σου εἴτε μέ τήν ἀξία καί τά προσόντα σου. Μόνο τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μᾶς σώζει. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέν εἶναι μισθός ἔργων, ἀλλά χάρη τοῦ Κυρίου, πού εἶπε: «Ὅταν ποιήσητε πάντα τά διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὅ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λουκά 17,10).
Μή γογγύζεις λοιπόν καί μή μεμψιμοιρεῖς γιά τήν ἀρρώστια σου. Ὁ ὅσιος Μάρκος γράφει, ὅτι ὅποιος ἀντιστέκεται στά λυπηρά συμβάντα, πολεμάει χωρίς νά τό ξέρει τήν διαταγή τοῦ Θεοῦ. Καί ὅποιος τά ὑπομένει, γνωρίζει καλά γιατί ἔρχονται καί ἀπό ποῦ: ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Στίς ἀκούσιες θλίψεις εἶναι κρυμμένο τό θεῖο ἔλεος, πού ὁδηγεῖ σέ μετάνοια ὅποιον δείχνει ὑπομονή, καί τόν γλυτώνει ἀπό τήν αἰώνια κόλαση.

Ἄκουσα γιά τήν συμφορά ή όποία σέ βρῆκε καί γιά τούς πειρασμούς πού σέ τριγυρίζουν.
Βιάστηκα λοιπόν νά σοῦ γράψω μερικές συμβουλές καί δυό λόγια παρηγοριᾶς. Ὑπῆρξε ποτέ κανένας ἄνθρωπος, ό όποίος νά μήν χρειάστηκε καί νά μήν ζήτησε τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τῶν φίλων του, σέ στιγμές μεγάλου πόνου; Σέ τέτοιες στιγμές, ἀλλοίμονο, ἀκόμα καί τῶν πιό σοφῶν, τό μυαλό σκοτίζεται καί ἡ καρδιά ταράζεται... Σέ τέτοιες στιγμές ὁ προφήτης Δαβίδ κραύγαζε περίλυπος: «Ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι· ἴασαί με, Κύριε, ὅτι ἐταράχθη τά ὀστᾶ μου, καί ἡ ψυχή μου ἐταράχθη σφόδρα· καί σύ, Κύριε, ἕως πότε;...» (Ψαλμός 6. 3-4). Ἀφοῦ δέν εἶσαι ἔνοχος, καί ἀφοῦ σέ καμμιά περίπτωση δέν μπορεῖς νά θεωρήσεις τόν ἑαυτό σου ἔνοχο γιά τό ἔγκλημα τό όποίο σοῦ ἀποδίδουν, δέξου αὐτήν τήν «ἐπίσκεψη» σάν τιμωρία γιά ἄλλα σφάλματα, τά όποία ὄντως ἔχεις διαπράξει.
«Ἐν ἄλλοις πταίομεν, καί ἐν ἄλλοις παιδευόμεθα»...
Ὅλα ὅσα καί άν συμβαίνουν στόν καθένα μας, παραχωροῦνται ἀπό τόν Θεό. Ἔτσι, πρέπει ν᾿ ἀναγνωρίσεις, ὅτι ἀκόμα και αὐτό ἔχει παραχωρηθεῖ ἀπό Ἐκεῖνον. Γιά τό καλό σου. Γιά νά ξεπλυθοῦν μερικές ἀπό τίς ἁμαρτίες σου.
Προσπάθησε ἤρεμα νά ἐλέγξεις, νά κριτικάρεις καί νά ἀναθεωρήσεις τό σύνολο τῆς ζωῆς σου, προσπαθώντας νά τήν δεῖς μέ τόν τρόπο πού τήν βλέπει και Ἐκεῖνος. Ὕστερα ξερίζωσε σχολαστικά κάθε κακό, πού ἀναπόφευκτα θά σοῦ ἀποκαλύψει μιά τέτοια ἔρευνα. Καί ἀπόφευγε νά κατακρίνεις τούς ἄλλους ἀκόμα καί μέ τούς πιό μυστικούς λογισμούς σου. Οἱ λογισμοί τῆς κατακρίσεως σκοτώνουν τήν ἐσωτερική μας εἰρήνη, χωρίς νά ἐξυπηρετοῦν κάτι ἄλλο.

Κανένα ἀπό τά προβλήματά σου δέν ἔχει προκληθεῖ τυχαῖα. Τίποτα δέν μπορεῖ νά μᾶς συμβεῖ χωρίς τήν συγκατάθεση τοῦ Κυρίου μας. Καί ἡ συγκατάθεσή Του ὄχι μόνο πηγάζει ἀπό τήν πανσοφία Του, ἀλλά καί ὑπαγορεύεται πάντοτε ἀπό τήν ἀγάπη Του γιά μᾶς. Ἐρεύνησε προσεκτικά τήν συνείδησή σου καί τήν ζωή σου. Καί τότε, εἶμαι βέβαιος, θά καταλάβεις τί ἐννοῶ. Ἡ λύπη σέ πιέζει; Δέν πειράζει. Μιά καρδιά γεμάτη εὐγνωμοσύνη, ταπείνωση καί σοφία – ἡ καρδιά πού μέ ἀγώνα καί κόπο ἔχει πληρωθεῖ μέ εὐγνωμοσύνη, ταπείνωση καί σοφία – θά παρηγορηθεῖ πλούσια καί θά εὐλογηθεῖ μέ τήν ἀπόκτηση τῆς γαλήνης καί τῆς χαρᾶς.

Τό ὅτι ἔχουμε πίστη δέν σημαίνει μόνο ὅτι πιστεύουμε στόν Θεό σάν δημιουργό μας. Σημαίνει ἐπίσης ὅτι ἀναγνωρίζουμε τήν ἀκατάπαυστη πρόνοια καί μέριμνά Του γιά τό καλό μας, ἀκόμα καί στίς πιό ἀσήμαντες πτυχές τῆς ζωῆς μας. Αὐτό, βέβαια, εἶναι λίγο-πολύ ἀδύνατο νά τό ἀντιληφθεῖ ὁ νοῦς μας, ἔτσι ὅπως εἶναι βυθισμένος μέσα στό σκοτάδι τῶν παθῶν... Ἐκεῖνο τό όποίο πρέπει νά ἐπιζητοῦμε, ὅταν βρισκόμαστε μέσα στήν θύελλα τῶν θλίψεων, δέν εἶναι ἡ συναισθηματική νάρκωση, οὔτε κάποια μέθοδος ή όποία θά μᾶς κάνει ἀναίσθητους, ἀλλά ἡ τέχνη νά ἀποδεχόμαστε καί νά ὑπομένουμε μέ εὐγνωμοσύνη κάθε λύπη. Καί μήν ξεχνᾶς: Στήν πραγματικότητα, δέν εἶναι αὐτό καθεαυτό τό βάρος τῆς μιᾶς ἤ τῆς ἄλλης λύπης, ή όποία μᾶς καταβάλλει καί μᾶς τσακίζει. Ὄχι. Τά κύματα τῆς καταθλίψεως ταράζουν μόνον μιά καρδιά πού τήν διακρίνουν ἡ ἀστάθεια, οἱ μεταπτώσεις, ἡ ἔλλειψη ἰσορροπίας. Ἀγωνίσου λοιπόν, γιά νά σταθεροποιήσεις μέσα σου τήν εἰρήνη. Μήν ἀγωνιᾶς γιά τό μέλλον. Ὁ Κύριος μεριμνᾶ! Προσπάθησε μόνο νά ἐφαρμόζεις μέ ἀκρίβεια τίς ἐντολές Του στό παρόν. Καί να μήν τρέφεις τήν παραμικρή ἐχθρότητα γιά ὁποιονδήποτε, «μετά πάντων ἀνθρώπων εἰρηνεύων» (Ρωμ., 12. 18).

Από το βιβλίο «Πνευματικές Νουθεσίες», Οσίου Μακαρίου της Όπτινα
(Αποσπάσματα Επιστολών)
Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής

Εὐχαριστοῦμε θερμά τόν Ἡγούμενο τῆς Ἱ.Μ. Παρακλήτου γιά τήν ἄδεια δημοσίευσης ἀποσπασμάτων
ἀπό τά βιβλία πού ἐκδίδει ἡ Ἱερά Μονή.

Ιερομόναχος Σάββας Αγιορείτης
 

HristosPanagia3.blogspot.com

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

28 Μαϊ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

Του παπα Γιώργη Δορμπαράκη

 


«
Φωτισθέντες, ἀδελφοί, τῇ Ἀναστάσει τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ... γνησίως φυλάξωμεν τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ∙ ἵνα ἄξιοι γενώμεθα καί τήν Ἀνάληψιν ἑορτάσαι καί τῆς παρουσίας τυχεῖν τοῦ ἀγίου Πνεύματος» (Αφού φωτιστήκαμε, αδέλφια, από την Ανάσταση του Σωτήρος Χριστού... ας φυλάξουμε αληθινά τις εντολές του Θεού∙ κι αυτό για να γίνουμε άξιοι να εορτάσουμε και την Ανάληψη και να δεχτούμε την παρουσία του Αγίου Πνεύματος).

Η Ανάσταση του Κυρίου αποτελεί το γεγονός εκείνο που έφερε το φως του Θεού στην ύπαρξη του ανθρώπου. Ο άνθρωπος λόγω της πτώσεώς του στην αμαρτία έχασε την κοινωνία του με τον Θεό, οπότε το φως του από τη σχέση του με Εκείνον χάθηκε – η σκοτεινιά των παθών του τον περιέβαλε με τρόπο τραγικό. Ο ερχομός του Υιού του Θεού ως ανθρώπου  στον κόσμο ανακεφαλαίωσε τα πάντα – όλα μπήκαν στη θέση τους: ο Κύριος ήρε την αμαρτία του κόσμου, την κατήργησε επί του Σταυρού, θανάτωσε τον θάνατο και με την Ανάστασή Του έδειξε με περίτρανο τρόπο ότι έκτοτε «ἡ ζωή κυριεύει» και το φως του Θεού είναι αυτό που πλημμυρίζει και πάλι τα σύμπαντα. Με μία βεβαίως προϋπόθεση: ο άνθρωπος να  θέλει τον Χριστό στη ζωή του, να πιστέψει δηλαδή σ’  Αυτόν. Αυτή είναι η μεγαλωσύνη του Θεού μας: ενώ είναι παντοδύναμος περιορίζεται, ζητώντας την ελεύθερη υπακοή του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού πλάσματός Του.

Ο άνθρωπος πιστεύει στον Χριστό, όταν αποδέχεται τον λόγο Του και «σταυρώνει» τον εαυτό του για να τηρεί τις άγιες εντολές Του: δηλαδή δεν έχει τη λογική του ως το απόλυτο κριτήριό του, δεν υπακούει στα ψεκτά πάθη του, κυρίως τον εγωισμό και την υπερηφάνεια τα οποία τον έλκουν γοητευτικά στον πεσμένο κόσμο της αμαρτίας, κατεξοχήν είναι πάντα προσανατολισμένος στην αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, ιδίως τον θεωρούμενο εχθρό, γιατί αυτό είναι το γνησιότερο κριτήριο ότι ανήκει κανείς στον Χριστό.

Για τον άγιο υμνογράφο λοιπόν του παραπάνω ύμνου, ο αναστάσιμος φωτισμός έρχεται στον βαθμό που ο πιστός τηρεί τις εντολές του Κυρίου.
Για να συνεχίσει αξιωματικά: η γνήσια τήρηση αυτών των εντολών μάς καθιστά αξίους να εορτάσουμε την Ανάληψη & την Πεντηκοστή.  Είναι εξαιρετικά σημαντικός ο λόγος του: η συμμετοχή σε μία εορτή, και μάλιστα Δεσποτική, απαιτεί αυξημένες προϋποθέσεις∙ απαιτεί την ένταση της εξόδου από τον παλαιό εαυτό και την «εγκατοίκηση» στην καινότητα της αιώνιας ζωής του λόγου του Θεού. Με άλλα λόγια χωρίς τον έρωτα για τον Χριστό (που φανερώνεται από την εφαρμογή των εντολών Του) η παρουσία ενός χριστιανού στην Εκκλησία έχει τυπικό χαρακτήρα, γίνεται ένα καθήκον που δεν επισύρει την χάρη του Θεού. Μήπως γι’  αυτό και πολλοί από εμάς τους θεωρουμένους πιστούς, ξένοι μπαίνουμε στην Εκκλησία και ξένοι βγαίνουμε από αυτήν;  

Η Ανάληψη και η Πεντηκοστή ζητάει ανθρώπους αξίους να τις εορτάσουν, που θα πει συγγενείς προς το πνεύμα το οποίο φέρνουν. Και ένας είναι ο τρόπος που συγγενεύει κανείς με τις εορτές: όταν κάνει πράξη το θέλημα του Θεού, γεγονός που ενεργοποιεί το ένδυμα του αγίου βαπτίσματός του. Και ένδυμα είναι ο ίδιος ο Χριστός! Αμέσως καταλαβαίνουμε έτσι ότι η κάθε εορτή, ιδίως η μεγάλη, λαμπρύνει στο ανώτερο δυνατό την εν Χριστώ ύπαρξή μας. Ο Χριστός λάμπει μέσω ημών!

παπα Γιώργης Δορμπαράκης

 Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης


 

 

28 Μαϊ. 2020

| Ιστολόγιο |


 

 

 

Η ιερή εικόνα βρίσκεται στο Όρος των Ελαιών, στα Ιεροσόλυμα

____________________________________________

 

Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Δράγα

 


1.
Γιατί έγινε η Ανάληψη μετά από 40 μέρες και όχι αμέσως μετά την Ανάσταση;
Ο αρχηγός της ζωής, που έλυσε τα δεσμά του θανάτου με την Ανάστασή του, συναναστράφηκε με τους μαθητές του επί σαράντα (40) ημέρες και επιβεβαίωσε σε αυτούς την Ανάστασή του με πολλές αποδείξεις.
Δεν ανέβηκε στους ουρανούς την ίδια ημέρα που αναστήθηκε, γιατί κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε αμφιβολίες και ερωτηματικά. Διαφορετικά, πολλοί από τους άπιστους θα μπορούσαν να προβάλλουν το επιχείρημα ότι η Ανάσταση δεν ήταν παρά ένα ακόμη από τα όνειρα ευσεβών πόθων που γρήγορα έρχονται και πιο γρήγορα παρέρχονται. Για αυτό ακριβώς έμεινε ο Χριστός σαράντα ολόκληρες ημέρες στη γη, και εμφανίστηκε επανειλημμένα στους μαθητές του, και τους έδειξε τις ουλές από τις πληγές του, τους μίλησε για τις προφητείες που εκπλήρωσε με την ζωή και τα πάθη του ως άνθρωπος, και μάλιστα συνέφαγε μαζί τους.

2. Γιατί έφαγε ο αναστημένος Χριστός ψητό ψάρι και μέλι;
Στο σημερινό Ευαγγέλιο της Εορτής ακούμε ότι ζήτησε και έφαγε ο Χριστός «ιχθύος οπτού μέρος και από μελισσίου κηρίου», δηλ. ένα κομμάτι από ψητό ψάρι και από κηρύθρα με μέλι (Λουκ. 24:42). Γιατί αναφέρεται η λεπτομέρεια αυτή; Κατά την Εκκλησιαστική Παράδοση, η λεπτομέρεια αυτή είχε πολύ σπουδαία αλληγορική σημασία. Όσον αφορά στο ψάρι, γνωρίζουμε ότι αν και ζει μέσα στην αλμυρή θάλασσα, το σώμα του δεν είναι αλμυρό, αλλά γλυκό. Κατά παρόμοιο τρόπο και ο Χριστός, που έζησε μέσα στην “αλμυρή θάλασσα της αμαρτίας” του κόσμου τούτου, «αμαρτίαν ουκ εποίησε, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού», δηλ. δεν έκανε καμμιά αμαρτία, ούτε ξεστόμισε τίποτε το δόλιο (Ησ. 53:9). Επίσης, ο Χριστός παρέμεινε πιο άφωνος και από το ψάρι όταν υπέστη το σωτήριο πάθος του και δέχτηκε τα ανήκουστα εκείνα βασανιστήρια και ακατανόμαστους υβρισμούς.
Όσον αφορά στο μέλι και στο κερί, γνωρίζουμε ότι το μέλι είναι γλυκό και το κερί φωτιστικό, γι’ αυτό και θεωρούνται σαν σύμβολα της πνευματικής ηδονής και του φωτισμού που μεταδίδει στους πιστούς ο Χριστός μετά την Ανάστασή του.
Επίσης, συμβολίζουν, το μεν πρώτο την θεραπεία της μεγάλης πίκρας της αμαρτίας που συμβολίζει η χολή που του δόθηκε στο πάθος του, το δε δεύτερο, την διάλυση του πυκτού σκοταδιού της αμαρτίας την οποία συμβολίζει το σκοτάδι που έγινε κατά την σταύρωσή του.

3. Γιατί έγινε η Ανάληψη στο Όρος των Ελαιών;
Αφού επιβεβαίωσε ο Χριστός την εκ νεκρών Ανάστασή του στους μαθητές του με μελιστάλακτους λόγους, και φώτισε τον νου τους και θέρμανε την καρδιά τους με την παρουσία του, τους οδήγησε την 40ήν ημέρα από την Ανάστασή του στο Όρος των Ελαιών, το οποίο βρίσκεται στα ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Έπρεπε σε αυτό το Όρος να γίνει η Ανάληψη, γιατί σε αυτό, σύμφωνα με μια αρχαία παράδοση, θα επανέλθει ο Κύριος σωματικά και με δόξα για να κρίνει τον κόσμο κατά την έσχατη ημέρα. Εκεί θα ελεηθούν με το μέγα έλεος οι δίκαιοι, και εκεί θα θρηνήσουν με τον αιώνιο και απαρηγόρητο θρήνο οι αμαρτωλοί.
Τις δύο αυτές αντίθετες καταστάσεις των ανθρώπων δηλώνει η ονομασία του Όρους τούτου, γιατί οι κορυφές του ονομάζονται Όρος Ελαιών, ενώ οι πρόποδές του, ονομάζονται κοιλάδα του Κλαυθμώνος. Το ίδιο προμήνυσε και ο χρησμός του προφήτη Ζαχαρία ο οποίος ρητά δήλωσε «Ιδού ημέρα έρχεται Κυρίου, και στήσονται οι πόδες αυτού επί το Όρος των Ελαιών κατέναντι Ιερουσαλήμ εξ ανατολών» (Ζαχ. 14:4).

4. Γιατί έπρεπε να ήταν παρόντες οι Απόστολοι και η Θεοτόκος;
Σ’ αυτό το Όρος οδήγησε ο Κύριος τους μαθητές του και την Θεοτόκο που τον γέννησε, για να δουν με τα μάτια τους την ένδοξη Ανάληψή του. Έπρεπε η κατά σάρκα Μητέρα του να είναι παρούσα σ’ εκείνη την μεγάλη δόξα του Υιού της, έτσι ώστε όπως σαν Μητέρα πληγώθηκε ψυχικά για το πάθος του πάνω από όλους, έτσι κατά τρόπο ανάλογο να χαρεί πάνω από όλους βλέποντας τον Υιό της να ανέρχεται με δόξα στους ουρανούς, να προσκυνείται σαν Θεός από τους Αγγέλους και να καθίζεται στον θρόνο της Μεγαλοσύνης πάνω από κάθε αρχή και εξουσία. Έπρεπε επίσης και οι Θείοι Απόστολοι να γίνουν αυτόπτες της Ανάληψής του, για να πληροφορηθούν, ότι ο Θείος Διδάσκαλός τους ο οποίος ανεβαίνει τώρα στους ουρανούς, από εκεί είχε κατεβεί, και εκεί θα τους περιμένει σαν αληθινός Υιός του Θεού και Σωτήρας του κόσμου.

5. Πώς έγινε η πρωτόγνωρη και μοναδική Ανάληψη του Χριστού;
Είχαν ήδη φτάσει στην μεσαία κορυφή του Όρους των Ελαιών. Μπροστά τους απλωνόταν η πόλη των Ιεροσολύμων. Ήταν ακόμα ανοιχτή στο χώμα η οπή στην οποία στήθηκε ο Σταυρός. Ανοιχτή ήταν και η είσοδος στον Τάφο του Σωτήρα, αφού ήταν ακόμα πεσμένος στο χώμα ο μέγας λίθος με τον οποίον είχε σφραγισθεί. Τότε στρέφει ο Σωτήρας τα νώτα του προς την αχάριστη πόλη των Ιεροσολύμων και το βλέμμα του ατενίζει προς ανατολάς, όπως αναφέρει ο Δαυίδ με χαρά σε κάποιο ψαλμό του, «Ψάλλατε τω Θεώ τω επιβεβηκότι επί τον ουρανόν του ουρανού κατά ανατολάς» (Ψαλμ. 67:34).
Και ενώ αποχαιρετάει τους μαθητές του, υψώνει τα άχραντα χέρια του και ευλογεί για τελευταία φορά – τα χέρια εκείνα με τα οποία ανάπλασε τον άνθρωπο που είχε δημιουργήσει στην αρχή, και τα οποία άπλωσε από φιλανθρωπία επάνω στον Σταυρό και συνένωσε «τα διεστώτα», δηλαδή αυτά τα οποία βρίσκονταν σε διάσταση.
Ενώ δεν χόρταιναν τα μάτια των μαθητών να βλέπουν το θεοειδές και γλυκύτατο εκείνο πρόσωπο του Κυρίου τους, ξαφνικά άρχισε Εκείνος να ανέρχεται στον ουρανό. Το βλέμμα τους έμεινε καρφωμένο στο παράδοξο και ακατανόητο εκείνο θέαμα της σωματικής Ανάληψης του Κυρίου, μέχρις ότου τον έκρυψε η φωτεινή νεφέλη. Τι πρωτόγνωρη και μοναδική που ήταν η μεγαλοπρέπεια αυτής της Ανάληψης!
Και ο Ηλίας είχε αναληφθεί στους ουρανούς, όπως αναφέρει η Αγία Γραφή, όμως η ανάληψή του προφήτη Ηλία έγινε με πύρινο άρμα και πύρινους ίππους, γιατί ήταν απλός άνθρωπος και χρειαζόταν βοήθεια για να αναληφθεί επάνω από την γη. Ο Χριστός όμως ήταν Θεάνθρωπος που αναλήφθηκε από μόνος του, με μόνη την παντοδυναμία του. Όσον αφορά εκείνη την νεφέλη, επρόκειτο για το Άγιον Πνεύμα, όπως ακριβώς συνέβη και στην Μεταμόρφωση του Ιησού Χριστού.
Όπως η κάθοδός του & η Ενσάρκωσή του έγιναν «εκ Πνεύματος Αγίου», σύμφωνα με το μήνυμα του Γαβριήλ προς την Παρθένο («Πνεύμα Κυρίου επελεύσεται επί σε και δύναμις Υψίστου επισκιάσει σε» - Λουκ.1:35), έτσι συμβαίνει και τώρα, «συνανέρχεται» (ανεβαίνει μαζί με το Άγιον Πνεύμα) γιατί Εκείνο τον παρακολουθεί και συνυπάρχει μαζί του ως ομοούσιό του, συμπροσκυνούμενο και συνδοξαζόμενο.

6. Γιατί εστάλησαν οι δύο ανθρωπόμορφοι και λευκοφόροι Άγγελοι;
Ενώ ατένιζαν έκθαμβοι οι Άγιοι Απόστολοι, δύο άνδρες παρουσιάστηκαν σ’ αυτούς ντυμένοι με λευκή στολή. Ήταν άγγελοι οι δύο αυτοί άνδρες οι οποίοι είχαν πάρει ανθρώπινη μορφή για να μην φοβίσουν τους μαθητές. Ήταν λευκοφόροι για να φανερωθεί η αγνότητά τους και το διαφωτιστικό και χαρμόσυνο μήνυμά τους το οποίο είχαν αποσταλεί να παραδώσουν.
Τους απόστειλε ο Χριστός που αναλήφθηκε, για να τους παρηγορήσει την στιγμή της λύπης τους για τον αποχωρισμό του, αλλά και να τους διαφωτίσει ότι ο αόρατος πλέον Κύριός τους καθόταν στα δεξιά του Θεού Πατρός και ότι θα κατεβεί και πάλι στη γη, προκειμένου να κρίνει όλους τους ανθρώπους, τους ζωντανούς και τους νεκρούς.

7. Ποιο ήταν το μήνυμα των λευκοφόρων Αγγέλων;
«Άνδρες Γαλιλαίοι», τους είπαν, «γιατί στέκεστε με το βλέμμα σας προσηλωμένο στους ουρανούς; Αυτός ο Ιησούς, τον οποίον σήμερα βλέπετε να αναλαμβάνεται, θα επανέλθει για να κρίνει τον κόσμο, και η επάνοδός του θα είναι ίδια με την ανάληψή του». Δηλαδή, θα έλθει από τον ουρανό φορώντας το ίδιο άχραντο Σώμα, το οποίο παρέλαβε από τα αίματα της αγνής Παρθένου, και το οποίο θα έχει επάνω του χαραγμένες τις πληγές που έλαβε στο πάθος του. Τώρα μόνο εσείς οι λίγοι τον βλέπετε να ανέρχεται στον ουρανό, όταν όμως επανέλθει, όλες οι φυλές της γης θα τον δουν να κατεβαίνει από εκεί ψηλά με δόξα επάνω σε νεφέλες. Η ένδοξη αυτή κατάβασή του θα αποβεί πρόξενος μακαριότητας και χαράς για όσους έζησαν δίκαια. Για τους αμαρτωλούς όμως θα είναι αιτία θλίψεως και συμφοράς.»

8. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στους Αποστόλους καθώς και στο μικρό ποίμνιο της πρώτης Εκκλησίας; Αυτά άκουσαν οι Απόστολοι και προσκύνησαν τον Σωτήρα στην Ανάληψή του και ύστερα επέστρεψαν με χαρά στα Ιεροσόλυμα.
Η χαρά τους ήταν πάρα πολύ μεγάλη, γιατί έμαθαν οριστικά, ότι ο Θείος Διδάσκαλός τους είναι Θεός αληθινός, που αναλήφθηκε στους ουρανούς, όχι για να εγκαταλείψει τη γη, αλλά για να την ενώσει με τον ουρανό. Η χαρά τους ήταν επίσης πολύ μεγάλη γιατί πήραν την ευλογία του Σωτήρα τους στην Ανάληψή του. Με αυτήν την ευλογία η ολιγάριθμη Εκκλησία των μαθητών, το μικρό εκείνο ποίμνιο, αυξήθηκε μέσα σε ένα μικρό διάστημα και έγινε πολύ μεγάλη, και παίρνοντας την χάρη του Αγίου Πνεύματος αναδείχτηκε στην Εκκλησία εκείνη που εγκαθιδρύθηκε σε όλα τα μέρη της γης.

9. Ποιος ήταν ο αντίκτυπος της Ανάληψης στις ταξιαρχίες των Αγγέλων στους ουρανούς;
Ενώ αυτά συνέβαιναν στη γη εξ αιτίας της Ανάληψης, στους ουρανούς οι Άγγελοι έστηναν μεγαλειώδες πανηγύρι. Οι τάξεις των Αγγέλων που υπηρέτησαν τον Σωτήρα επάνω στη γη και τον συνόδευαν τώρα στην θεία του Ανάληψη καλούσαν τις άνω ταξιαρχίες των Αγγέλω να ανοίξουν τις ουράνιες πύλες για να εισέλθει ο Βασιλεύς της Δόξης. «Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών», ψάλλει ο προφητάναξ Δαυίδ, «και επάρθητε πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της Δόξης» (Ψαλμ. 23:7).
Επειδή με το σωτήριο πάθος του έγινε ο Σωτήρας Χριστός ενδοξότερος και υψηλότερος – όπως το διατυπώνει ο Απόστολος Παύλος: «Εταπείνωσε το εαυτόν του και έγινε υπήκουος μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου Σταυρικού, γι’ αυτό και ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε το υπέρ παν όνομα» (Φιλιππησίους 2:9), για αυτό απαιτούν και οι πύλες του ουρανού να γίνουν υψηλότερες για να τον υποδεχτούν επάξια. Επίσης, επειδή η δόξα του νικητή του Άδη και του θανάτου, που δεν χώρεσε στην μικρή γη, πλήρωσε τους ουρανούς, απαιτούν να υψωθούν και εκείνοι (οι Άγγελοι) στην εμφάνισή του.
Ωστόσο, οι ανώτερες ταξιαρχίες των Αγγέλων, βλέποντας ανθρώπινο σώμα να μεταφέρεται πάνω από αυτούς, καταλαμβάνονταν από θάμβος και έκπληξη. Γιατί, όπως ένας άνθρωπος που βλέπει Άγγελο στη γη καταλαμβάνεται από έκπληξη φόβου, έτσι και οι ασώματοι Άγγελοι, βλέποντας τότε ένα σώμα να υψώνεται μέσα σε νεφέλη, ζητούσαν έκθαμβοι να μάθουν γι’ αυτό το παράδοξο θέαμα, ζητώντας δύο φορές να βεβαιωθούν, Ποιος είναι αυτός ο Βασιλεύς της Δόξης; Μαθαίνοντας, όμως, ότι είναι ο ισχυρός στους πολέμους Κύριος, που πάλεψε με τον διάβολο και τον κατέβαλε, που τώρα ανέρχεται στους ουρανούς, απορούν, πως το υπέρλαμπρο εκείνο σώμα είναι ερυθρό, και ρωτούν, «Τις ούτος ο παραγενόμενος εξ Εδώμ;» - όπως ψάλλει ο πρώτος των προφητών - «ερύθημα ιματίων αυτού εκ Βοσόρ; Ούτος ωραίος εν στολή αυτού» (Ησαΐας 63:1); Δηλαδή, ποιος είναι αυτός ο γήινος που έρχεται φορώντας σάρκα σαν υπέρλαμπρο και ερυθρό ιμάτιο; Γιατί γήινος είναι η ερμηνεία του Εδώμ και σάρξ είναι το Βοσόρ, και το σημείο αναφοράς εδώ είναι το δοξασμένο εκείνο Σώμα του Δεσπότη Χριστού που φαινόταν κατά την άνοδό του στους ουρανούς σαν ερυθρό γιατί έφερε επάνω του τον τύπο των πληγών της άχραντης πλευράς, των χειρών και των ποδών.

10. Γιατί διατηρήθηκαν τα αποτυπώματα των πληγών στο Αναστημένο Σώμα του Χριστού;
Πώς όμως φαίνονταν οι πληγές σ’ εκείνο το άφθαρτο σώμα; Ήταν θέμα οικονομίας αυτό που φαινόταν, και είχε σαν σκοπό να φανερώσει την άρρητη (ανέκφραστη) και υπερβολική αγάπη του Θεανθρώπου για τον άνθρωπο. Δηλαδή το ότι καταδέχτηκε όχι μόνο να δεχθεί πληγές, αλλά και μετά την Ανάστασή του να τις διατηρήσει με παράδοξο τρόπο επάνω σ’ εκείνο το αφθαρτοποιημένο σώμα, και να τις δείξει στην Ανάληψή του και στον κόσμο των Αγγέλων σαν τα σύμβολα του πάθους του και σαν τα ανεξίτηλα τεκμήρια της αγάπης του προς εμάς τους ανθρώπους.
Επίσης, διατήρησε τις πληγές του άχραντου σώματός του για να μας πείσει να μην λησμονούμε ποτέ τα πάθη του, διότι όταν τα έχουμε ενώπιόν μας, η καρδιά μας θα πλημμυρίζει από ευγνωμοσύνη προς αυτόν και από ιερά συναισθήματα. Τίποτε άλλο, λέει ο ιερός Χρυσόστομος δεν είναι ικανό να γεννήσει μέσα μας τα σωτήρια αυτά αποτελέσματα όσο το να βλέπουμε τον Θεό να μεταφέρει τα ίχνη του Σταυρού μέχρι τον θρόνο της μεγαλοσύνης του.
Κατά τον ιερό Αυγουστίνο, ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός διατήρησε τις πληγές του στους ουρανούς, για να μας δείξει, ότι και στην κατάσταση της δόξης του δεν θα μας λησμονήσει, όπως άλλωστε μας διαβεβαιώνει γι’ αυτό και ο κορυφαίος από τους προφήτες: «Ιδού επί των χειρών μου εζωγράφησά σου τα τείχη, και ενώπιόν μου ει δια παντός» (Ησ. 49:16), δηλαδή, ουδέποτε θα μας ξεχάσει, διότι θα μας έχει γραμμένους με ανεξίτηλα γράμματα επάνω στα χέρια του και θα μεσιτεύει για μας ενώπιον του Θεού Πατρός. Ίσως ακόμη και να διατήρησε τις πληγές για να μας διδάξει ότι μόνο με παθήματα και θλίψεις θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην Βασιλεία των Ουρανών.
Αν ο ίδιος ο Θεάνθρωπος ανυψώθηκε με σταυρικό πάθος, και αν δοξάστηκε με επονείδιστο θάνατο, τότε πώς εμείς θα μπορέσουμε να εισέλθουμε στην δόξα εκείνη χωρίς να βαδίσουμε στην στενή οδό της αρετής, και χωρίς να υπομείνουμε θλίψεις και πειρασμούς αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα; Αυτό είναι τελείως αδύνατο.

diakonima.gr

Αναρτήθηκε από: Ποσειδώνας Αποσπερίτης